Google+ Badge

Κυριακή, 10 Ιανουαρίου 2010

Η ΩΡΑΙΑ ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΣΤΡΙΒΕΙΝ...



 Μια από τις μεγαλύτερες μάχες που έδωσε η αγορά κατά τον περασμένο αιώνα στην Ελλάδα, προκειμένου να δέσει τον Έλληνα στο ζυγό των προϊόντων της και να αποκομίσει κέρδη και από τον αέρα, ήταν κατά του λεγόμενου «λαθραίου» τσιγάρου. «Λαθραίο» βάφτισε εκείνα τα χρόνια το Κράτος τον καπνό που καλλιεργούσε κάθε ελεύθερος άνθρωπος στο χωράφι του και με αυτόν βολεύονταν ο ίδιος και άμα περίσσευε έδινε και στους κοντινούς του σίγουρα με κάποιο μικρό αντάλλαγμα.
Τέτοια πράγματα όμως δεν άρεσαν στις πανίσχυρες καπνοβιομηχανίες και υποχρέωσαν το Κράτος να ψηφίσει νόμους και να δημιουργήσει μηχανισμούς που είτε με το καλό, είτε με το ζόρι θα υποχρέωναν τον καλλιεργητή να σταματήσει να καπνίζει από τον δικό του καθαρό και μυρωδάτο καπνό και να αγοράζει τα δικά τους αμφίβολα χαρμάνια. Έτσι οργίασε τότε ο απαίδευτος χωροφύλακας και δοξάστηκαν με την ευκαιρία που τους δόθηκε οι κάθε λογής ρουφιάνοι και καταδότες.
Θα ήθελα μέρες ολόκληρες να γράφω γι’ αυτά τα πράγματα και πιθανόν να γίνει κάποια στιγμή γιατί αφορούν τον χαμένο παράδεισο της αυτάρκειας που κράτησε όρθιο τον κόσμο της Ελλάδας ακόμα και στις πιο δύσκολες στιγμές της πορείας του, αλλά σήμερα θα περιοριστώ μόνο στην αναφορά μιας χαμένης τέχνης: Της τέχνης «του στρίβειν» να στρίβεις δηλαδή τσιγάρο με καπνό από το χωράφι σου, του γείτονα ή του συγχωροανού. Τέχνη η οποία σαφώς και απέχει κατά πολύ από τη σημερινή μαϊμουδιά που υπαγορεύει ο συσκευασμένος καπνός και τα σχετικά με αυτόν χαρτάκια, φιλτράκια και μηχανάκια που κατέκλυσαν τα περίπτερα.
Το καλό τσιγάρο λοιπόν ήθελε πρώτα – πρώτα προσεκτικό κόψιμο των φύλλων πάνω σε ένα καθαρό ξύλο. Μοσχοβολούσε ο τόπος σαν ακούμπαγε η ακονισμένη κόψη του μαχαιριού πάνω στον καπνό που έτριζε κάτω από τα δάχτυλα του ανθρώπου που έκοβε  ίσια – ίσια να γεμίσει την καπνοσακούλα του για να μην ξεθυμαίνει.
Από αυτό το ξανθό συννεφάκι που παραμέριζε από τα φύλλα με το κοφτερό μαχαίρι, έπιανε με τα δάχτυλά του μια μικρή τούφα που σπαρταρούσε σαν ζωντανή και την έστρωνε μέσα σε ένα κομμάτι χαρτί το οποίο καμιά φορά μπορούσε να είναι και από παλιά εφημερίδα επειδή για κάποιο λόγο, ήταν αποκλεισμένος από τις αρχές στην παραχώρηση τσιγαρόχαρτου με το οποίο έλεγχαν τους καλλιεργητές. Σαφώς με την εφημερίδα η γεύση του καπνού δεν ήταν καλή, αλλά μπροστά στην ανάγκη δεν υπήρχαν υποχωρήσεις. Πολλοί έστριβαν τον καπνό τους σε φύλλα καλαμποκιού τα οποία ομολογώ έδιναν μια άλλη γεύση, πιο ωραία από την εφημερίδα στο τσιγάρο και ήταν πιο προσιτά καθώς όλα τα χωράφια ήταν γεμάτα από καλαμπόκια. Οι μέθοδοι αυτοί σιγά – σιγά παραμερίστηκαν από τα βιομηχανικά τσιγάρα που κατέκλυσαν την αγορά και ανάλογα με την ποιότητα του καπνού ήταν και η τιμή τους και ως ήταν επόμενο, έγιναν και κριτήριο οικονομικής κατάστασης και κάποιας διάκρισης.
Έτσι σταμάτησαν σιγά – σιγά οι άνθρωποι να στρίβουν, είτε κρυφά, είτε φανερά τσιγάρα και από τότε έμαθαν να βγάζουν το πακέτο στο τραπέζι. Αυτό το πακέτο που βλέπουν πάντα οι κυβερνήσεις σαν την χρυσή κότα που γεμίζει τα ταμεία τους και μόλις στριμώχνονται του ρίχνουν ένα ποσοστό φόρο από πάνω λησμονώντας φαίνεται τον σχετικό αισώπειο μύθο. Αυτός δίδασκε για τον άπληστο άνθρωπο που δεν αρκούνταν στο χρυσό αυγό που του έδινε κάθε μέρα η κότα και πιστεύοντας πως στο στομάχι της θα εύρισκε ένα μεγάλο κομμάτι χρυσού την έσφαξε! Χρυσάφι όμως δεν βρήκε κι έτσι έχασε και την κότα και τα αυγά…
Να αφήσουμε όμως τα κοτέτσια και να γυρίσουμε στο στρίψιμο που λόγω επικαιρότητας είναι και το θέμα μας. Αφού δίπλωνε ο άνθρωπος το χαρτί τοποθετούσε μέσα στο αυλάκι τον ψιλοκομμένο καπνό και με αποφασιστική κίνηση με τη γλώσσα του σάλιωνε την μια άκρη του και το έστριβε με προσοχή μέχρι να κολλήσει. Ανάλογα με την επιδεξιότητά του ο καθένας έφτιαχνε χοντρά ή ψιλά τσιγάρα και συχνά έστριβε και για την παρέα. Κανένας δεν έλεγε όχι και φυσικά κανένας δεν είχε πρόβλημα να βάλει στο στόμα του τσιγάρο σαλιωμένο από τον άλλο γιατί απλά δεν είχε ακόμα προβληθεί ο φόβος για μικρόβια και κολλητικές