Google+ Badge

Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010

ΠΗΡΑΜΕ ΛΑΘΟΣ … «ΠΡΟΟΡΙΣΜΟ»


Ωραία, τώρα που τέλειωσε κι αυτή η ανάσταση, να δούμε τι «προορισμό» θα μας προτείνουν για την Πρωτομαγιά, οι γνωστές εκπομπές των ΜΜΕ που αναζητούν, ανακαλύπτουν και προβάλλουν διάφορες ενδιαφέρουσες γωνιές της Ελλάδας…

Εγώ θα σας πρότεινα να έχετε υπ’ όψιν για του χρόνου το δικό μου χωριό, αλλά φοβάμαι πως πριν ακόμα διαβάσετε την πρότασή μου θα πείτε πως σας αντιγράφω. Χώρια που μπορεί να πέσει καμιά ιδέα να βάλουμε τις προτάσεις μας σε ψηφοφορία (στο FB επί του προκειμένου) ο καθένας τον τόπο του και να αφήσουμε να το κρίνει το κοινό, όπως λένε και στα μεγάλα ραδιόφωνα που κάνουν αυτές τις δουλειές να αποφασίσει για την καλύτερη.

Κάνω το πρώτο βήμα λοιπόν και σας παραθέτω ολίγα από την ανάσταση γιατί αυτή πρόλαβα λόγω υποχρεώσεων στην Αθήνα να ζήσω στο χωριό μου, τη Μεγάλη Κάψη Τυμφρηστού. Η ανάσταση σε μας λοιπόν ήρθε στην ώρα της παρά το γεγονός ότι ο παπα Βαγγέλης που έχει οργανική θέση εφημερίου στο χωριό μας έκανε όλη την εβδομάδα υπερωρίες γιατί σε κάποια άλλα χωριά δεν έχουν αυτή την πολυτέλεια. Ήρθε στην ώρα της ακριβώς σε μια εκκλησία φωτεινή και φροντισμένη από τους επιτρόπους, κατά την πλειοψηφία τους μόνιμοι κάτοικοι του αποψιλωμένου από κόσμο χωριό, γεμάτη με αγνώστους ανθρώπους - χωριανοί έμαθα οι περισσότεροι και μάλιστα νεαρής ηλικίας.

Πρόκειται για τα παιδιά των συνομηλίκων μας που ούτε καν οι περισσότεροι τα ξέρουμε λόγω της διασποράς μας σε διάφορα σημεία της Ελλάδας και της φυσικής απομάκρυνσης μεταξύ μας. Καινούργια πρόσωπα λοιπόν με νεανικά ντυσίματα και στυλ εντελώς ίδιο μεταξύ τους πλημμύρισαν την εκκλησία με τις λαμπάδες τους στο χέρι (συνήθεια της αγοράς που εκνευρίζει τους επιτρόπους που περίμεναν να βγάλουν κανένα ευρώ από αυτές που είχαν στο παγκάρι), βρήκαν μια θέση όπως – όπως για να σταθούν και μόλις είπε ο παπάς το Χριστός Ανέστη, βγήκαν στο προαύλιο όπου ψάλθηκε η ανάσταση.

Εκεί αντάλλαξαν το «φιλί της αγάπης» με τους οικείους και τους φίλους του και πριν καλά – καλά τελειώσει ο παπάς τα τυπικά της στιγμής, εξαφανίστηκαν αφήνοντας στην εκκλησία μόνο τον παπά, τους ψάλτες και ελάχιστους άλλους ευλαβείς χωριανούς. Όλοι οι άλλοι κατευθύνθηκαν στα αυτοκίνητά τους και δημιουργήθηκε κυκλοφοριακό στο μικρό δρόμο. Ένα τέταρτο έκανε να ησυχάσει το χωριό από τα μαρσαρίσματα, τις στροφές και το ξεπαρκάρισμα και να πέσουν όλοι στα τραπέζια με τη μαγειρίτσα και να τυλιχτεί κατόπιν το χωριό στη σιωπή όπως συμβαίνει κάθε νύχτα εξάλλου. Οι λιγοστοί και ηλικιωμένοι κάτοικοί του κλείνονται από νωρίς στα σπίτια τους και κλειδώνονται από τον φόβο των κακοποιών κι έτσι όποιος περάσει απ’ αυτό και δεν γνωρίζει θα το θεωρήσει ως ακατοίκητο!

Η νύχτα κύλησε όπως όλες οι άλλες και το πρωί ξημέρωσε Λαμπρή! Τι θα ήταν αυτό που θα την ξεχώριζε από τις άλλες μέρες του χρόνου; Ψησταριές με αρνιά στη σούβλα, τραγούδια και χαρούμενες φωνές χωριανών, μια κίνηση από το πέρα – δώθε ανάμεσα στα σπίτια και τις αυλές, ακόμα και πυροβολισμοί στο αέρα που θέλει κάπως το έθιμο. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν έγινε όπως παλιά. Σε κάποια σπίτια φάνηκε λιγάκι καπνός, κάπου ακούστηκαν λίγοι ψίθυροι, κάτι νότες από σουξέ της ημέρας υψώθηκαν για λίγο στο αέρα, έπεσαν και λίγες μπαταριές και γύρω στο μεσημέρι η σιωπή του εορταστικού τραπεζιού κάλυψε όλο το χωριό και αργά το απόγευμα σαν να περίμεναν σύνθημα, όλοι έβαλαν μπροστά τα αυτοκίνητά τους να πάνε για καφέ στα διπλανά χωριά ή στο Καρπενήσι. Τη λειτουργία της Αγάπης ο παπάς πρέπει να την έκανε μόνο με τους ψάλτες και κάνα δυο γριές! Το χωριό πλάκωσε τώρα άλλη σιωπή βαρύτερη και σαν να ήταν ακατοίκητο πέρασε όλο το βράδυ. Οι μόνοι θόρυβοι που ακούστηκαν και κάλυπταν τα κελαϊδίσματα των πουλιών ήταν από τα αυτοκίνητα που επέστρεφαν από κάποια πιθανόν διασκέδαση που γίνονταν σε άλλο μέρος.

Έτσι έγινε φέτος η ανάσταση και έτσι περάσαμε το Πάσχα σε ένα χωριό που πριν από δυο δεκαετίες δεν ήταν πασχαλινός προορισμός αλλά «το χωριό μας» κι έτσι το αντιλαμβανόμασταν όλοι καθώς η απόσταση μαζί του δεν είχε παγιωθεί. Σήμερα που έχουμε κυριολεκτικά ξεκόψει όλοι και οι ρίζες μας έχουν κοπεί, έγινε για όλους μας ένας απλός προορισμός, ίδιος με τόσους άλλους που προβάλλουν τα ΜΜΕ ως καταναλωτικά προϊόντα και θέλοντας ή μη πέφτουμε κι εμείς στην παγίδα τους και τούτο φαίνεται στη συμπεριφορά μας έστω και απέναντι σε μια λειτουργία της εκκλησίας και το έθιμο της ημέρας που μόνο Λαμπρή δεν ήταν αλλά ρεσιτάλ υποκρισίας απέναντι στη γενέτειρα γη.

Στη φωτογραφία ένα σημείο του χωριού στη Χώρση λεγόμενο που έμεινε ως σήμερα αναλλοίωτο είναι το εικόνισμα δίπλα στον παλιό δρόμο που έρχονταν στη Μεγάλη Κάψη από τον κεντρικό Λαμίας – Καρπενήσι. Ούτε ποιος το έφτιαξε εκεί θυμάται κανένας πλέον, ούτε βέβαια πως και ο δρόμος έγινε το 1950 από τους χωριανούς με κασμάδες και φτυάρια και το μεροκάματο ήταν λίγα κιλά σιτάρι που ήρθε στην Ελλάδα με το περίφημο «Σχέδιο Μάρσαλ». Και να το ήξεραν σκέφτομαι οι νεώτεροι, τι θα ωφελούσε;