Google+ Badge

Τρίτη, 27 Απριλίου 2010

ΤΟ ΜΕΔΟΥΛΙ ΤΟΥ ΓΑΪΔΟΥΡΑΓΚΑΘΟΥ


Αχνοφάνηκε τις τελευταίες ημέρες στη σελίδες μας ένας διάλογος σχετικά με τα γαϊδουράγκαθα αλλά δεν προχώρησε, επειδή οι περισσότεροι τα γνωρίζουμε μόνο σαν λέξεις που εκφράζουν συνήθως διάφορα απαξιωτικά υπονοούμενα για πολλά πράγματα…

Αυτή την εντύπωση είχα κι εγώ παρ’ όλο που μεγάλωσα μέσα σε ένα περιβάλλον όπου περισσεύουν αυτά τα επιβλητικά φυτά που δεν έχουν μόνο φοβερά αγκάθια αλλά για αρκετούς μήνες το χρόνο στολίζουν τους ερημότοπους που τους αρέσει να κατοικούν και τρέφουν τα μικροπούλια και ιδιαίτερα τις μελωδικές γαλιάντρες και τα τσούπια. Τα άνθη τους, μια μεγάλη μωβ στεφάνη που τρελαίνει τα έντομα με το νέκταρ του και το οποίο στα χωριά του θεσσαλικού κάμπου ονομάζουν κιγκέρα, παραμένει στη θέση αρκετό καιρό αφότου ξεραθεί και πολλές φορές βρίσκεται εκεί ως το χειμώνα που θα τα ρίξει η βροχή ή το χιόνι. Αυτό δεν επηρεάζει καθόλου τους ιδιαίτερα ανθεκτικούς σπόρους που μόλις αρχίσει να μυρίζει η άνοιξη βλασταίνουν αμέσως και πολύ σύντομα ψηλώνουν.

Αυτές τις ημέρες, ανάλογα βέβαια το υψόμετρο που βρίσκονται έχουν βγάλει άνθη και ο κορμός τους καθώς αυτά ωριμάζουν αρχίζει να στεγνώνει σιγά – σιγά και βεβαίως αρχίζουν να σκληραίνουν και τα αγκάθια τους που όσο είναι ακόμα χλωρά δεν είναι και τόσο φοβερά στην επαφή. Αυτή είναι και η εποχή που χάρη στην τρυφερότητα του φυτού μπορεί να γίνει ένα θαυμάσιο γεύμα όχι μόνο για τα ζωντανά που βόσκουν στον κάμπο, κυρίως τις άπληστες αγελάδες παρά τους υπομονετικούς γαϊδάρους, αλλά και για τους ανθρώπους!

Δεν το πιστεύετε αλλά συμβαίνει κι αυτό αλλά δεν μπορούν όλοι να το κάνουν γιατί η αποκόλληση του τρυφερού γαϊδουράγκαθου από τον κορμό του φυτού απαιτεί αν όχι τέχνη, τουλάχιστον ιδιαίτερη προσοχή. Το πώς γίνεται αυτό, μας το έδειξε προχθές το απόγευμα ο Στέφος Στάμος από το χωριό Κόρδα του δήμου Σελλάνων Καρδίτσας.

Χτυπάει λοιπόν τα γαϊδουράγκαθα με ένα μακρύ ραβδί με τέτοιο τρόπο που να γδέρνει τα αγκάθια από το άνω σημείο του κορμού και κατόπιν πιάνει και ξεφλουδίζει με προσοχή τον ξυλώδη μίσχο που το εσωτερικό του μοιάζει σαν άσπρο μεδούλι και το οποίο είναι πολύ εύγεστο και τραγανό όπως περίπου τα σπαράγγια. Το ίδιο συμβαίνει και με το με το εσωτερικό του μεγάλου άνθους το οποίο ξεφλουδίζεται όπως ακριβώς και η αγκινάρα και γίνεται μια ολόδροση μπουκιά.

Σημειώνεται ότι με αυτά τα γαϊδουράγκαθα ανέκαθεν δρόσιζαν τούτη την εποχή το στόμα τους οι ξωμάχοι και οι τσοπαναραίοι στον κάμπο οι οποίοι μπορούν να πουν επίσης ότι κακώς λέγονται γαϊδουράγκαθα γιατί τα συμπαθή αυτή υποζύγια αδυνατούν να τα φάνε ενώ οι αγελάδες με την παχιά τους γλώσσα είναι αυτές που τα λυμαίνονται και τα καταστρέφουν. Το σωστό υποστηρίζουν να τα λένε γελαδάγκαθα και να πάψει ο διασυρμός των γαϊδάρων οι οποίοι μόνο όταν ξεραθούν τελείως μπορούν να τα δοκιμάσουν.

Σημασία πάντως έχει το γεγονός ότι ακόμα και τα γαϊδουράγκαθα στην ανάγκη μπορούν να φαγωθούν και ας το σημειώσουμε, γιατί ποιος ξέρει που θα μας βγάλει αυτή η ιστορία με την οικονομική κρίση και τι θα χρειαστεί να ψάξουμε να βάλουμε αύριο στο στόμα μας…