Google+ Badge

Δευτέρα, 10 Μαΐου 2010

ΨΑΡΕΜΑ ΜΕ ΤΟΝ ΜΗΤΣΟΥΛΑ


Τι ψάρια έβγαλαν τα δίχτυα του Μητσούλα όλα τα χρόνια που κινείται στις Κυκλάδες, η θάλασσα μόνο το ξέρει και τα χέρια του.

Ήταν στα τέλη του Αυγούστου του 2004 στην Ηρακλειά που μια επιθυμία μου δεν σκόνταψε στην άρνηση. Ο Μητσούλας (Δημήτρης Ρούσσος) μαζί με το πλήρωμά του τον Αιγύπτιο Γιώργο μου είπαν ότι μπορώ να τους συνοδέψω στο ρίξιμο των δικτιών…

Έτσι αργά το απόγευμα της 26 Αυγούστου, βρέθηκα στο κατάστρωμα του όμορφου ψαροκάϊκου, της εικοσάχρονης τότε «Παναγιάς», ένα πραγματικό στολίδι των Μικρών Κυκλάδων και ξεκινήσαμε για τους καλόυς ψαρότοπους βορειοδυτικά της Ηρακλειάς, προς τη θάλασσα της Ίου, στο ονομαστό για τη δυσκολία του Μπουγάζι.

Πρέπει να πω πως ένοιωθα ένα σφίξιμο από τη συστολή, συστολή που οφείλονταν περισσότερο στη μυθολογία που έχει αναπτυχθεί γύρω από το κυνήγι και το ψάρεμα και ιδιαίτερα για την τύχη που φέρνει κάποιος στους κυνηγούς και τους ψαράδες όταν βρίσκεται μαζί τους χωρίς να συμμετάσχει στο έργο τους. Είχα ακούσει πως την αποτυχία τη φορτώνουν συνήθως σε αυτόν, ότι είναι πολύ δύσκολο να ξεφορτωθείς το χαρακτηρισμό και κανένας δεν θα θέλει πλέον να είσαι μαζί του. Με αυτές τις σκέψεις έκατσα σεμνά σε μια γωνιά του καταστρώματος και μέσα ευχόμουν να προκύψει μια γενναία ψαριά, την καλύτερη που θα μπορούσαν να έχουν για να μην αποκτήσω το στίγμα του γκαντέμη.


Ο Μητσούλας, ένας από τους καλύτερους ψαράδες των Κυκλάδων στο τιμόνι της «Παναγίας» την οδηγεί προς τους ψαρότοπους της Ίου.

 
Περάσαμε δίπλα από τη βραχώδη ακτή με κατεύθυνση το βορειοδυτικό άκρο της Ηρακλειάς, είδαμε τη εκπληκτική Βορινή Σπηλιά και ανοιχτά της Βουρκαριάς άρχισαν να ρίχνουν τα δίχτυα. Εγώ προσπαθούσα να τα προλάβω όλα, να βλέπω το ρίξιμο των δικτιών αλλά και να θαυμάζω τους μοναδικούς βράχους που βάφονταν από το δυνατό απογευματινό φως. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει όταν έπεσε και το τελευταίο δίχτυ ανοιχτά των βραχονησίδων Μικρός και Μεγάλος Άβελας και επιστρέψαμε στο λιμάνι. Ρίξαμε συνολικά περί τα 500 μέτρα δίκτυα σε βάθος που ποίκιλε από 50 έως 60 οργιές σε μια θάλασσα που κατά την εκτίμηση του Μητσούλα, είναι απο τους καλυτερους ψαρότοπους των Κυκλάδων.

Το ραντεβού για το μάζεμα των ψαριών ήταν νωρίς το πρωί της επομένης ημέρας, ξεκινήσαμε όμως αφού ο ήλιος είχε ανεβεί αρκετά ψηλά, κάτι που όπως λένε οι σχετικοί δεν πρέπει να γίνεται γιατί υπάρχει ο κίνδυνος να καταστραφεί η ψαριά από τη μεγάλη παραμονή της στη θάλασσα. Ξεκινήσαμε λοιπόν με τον ήλιο αρκετά ψηλά και δεν αργήσαμε να φθάσουμε στις σημαδούρες. Είχα την περιέργεια να δω το αποτέλεσμα και δεν έκανε πολλές ερωτήσεις όταν άρχισε η μηχανή να τραβάει τα δίχτυα. Το πρώτο δίχτυ δεν φανέρωσε και σπουδαία πράγματα. Κάτι λίγα ψάρια, δυο τρεις αστακούς και μερικά γιαλιστερά σελάχια.

Το δεύτερο δίχτυ πρέπει να ανέσυρε από το βυθό ένα κυβικό πέτρες και δυο μόνο σελάχια μαζί με κάποια άνευ σημασίας ψαράκια. Με έζωσαν τα φίδια και ούτε καν κοιτούσα το Μητσούλα και το Γιώργο οι οποίοι εκτιμούσαν το αποτέλεσμα αλλά από τις εκφράσεις τους δεν άφηναν να καταλάβεις τίποτα. Το τρίτο δίχτυ μου έδωσε μια ανάσα καθώς έβγαλε αρκετά ψάρια, πολλά μπαρμπούνια μερικούς αστακούς καθώς και καμιά εικοσαριά σελάχια.


Τα σελάχια ήταν το μεγαλύτερο μέρος της ψαριάς εκείνη την ημέρα αλλά η θάλασσα δεν άφησε τον Μητσούλα και το Γιώργο χωρίς μεροκάματο.

 Ανάσανα και περίμενα το ανέβασμα του επόμενου διχτιού το περιεχόμενο του οποίου μου διέλυσε τους φόβους να θεωρηθώ άτυχος. Γατζωμένοι στα δίχτυα άρχισαν να ανεβαίνουν σιγά – σιγά πολλοί μεγάλοι αστακοί, μερικές σκορπίνες, κάποιες συναγρίδες και τα πέντε – έξη φαγκριά. Το κόσμημα της ψαριάς ήταν βεβαίως ένας σεβαστός στο μέγεθος ροφός ενώ δεν έλειψαν και τα συνηθισμένα σελάχια.

Το ξεκαθάρισμα της ψαριάς έγινε αυτόματα πάνω στο καίκι. Έκατσα σε μια άκρη και παρακολουθούσα τα χέρια του Γιώργου να χτενίζουν το δίχτυ και με μια ιδιαίτερη επιδεξιότητα να ξεπλέκουν τα ψάρια και να πετάνε με ταχύτητα μηχανής τις πέτρες στη θάλασσα. Στη θάλασσα έριχνε και κάποια χτυπημένα ψάρια ή κάποια άλλα που πρόλαβε ο αόρατος κόσμος του βυθού να τα φάει.



Ο Γιώργος ο Αιγύπτιος, δουλεύει μαζί με τον Μητσούλα πολλά χρόνια στη θάλασσα και έχει μάθει σαν ντόπιος όλους τους ψαρότοπους στις Κυκλάδες.

Μέχρι να γυρίσουμε στο λιμάνι είχαν ξεψαρίσει όλα τα δίχτυα και η ψαριά αναπαύονταν στα κασόνια με τον πάγο. Το τι έγινε στο αμπάρι, δεν έχει σημασία ούτε πάλι έχει να κάνει με τον κόσμο που περίμενε στην προβλήτα γιατί τα περισσότερα ψάρια προορίζονταν για το «Περιγιάλι», μια ονομαστή για την κουζίνα της ταβέρνα της Ηρακλειάς. Η Ακαθή, η γυναίκα του Μητσούλα έχει τον τρόπο της να αξιοποιεί δεόντως την ψαριά, ακόμα και τα σελάχια τα οποία τα μετατρέπει σε υπέροχο μεζέ. Δεν μένουν όμως παραπονεμένοι και οι υπόλοιποι Ηρακλειώτες και οι επισκέπτες του νησιού. Αναλόγως με την ψαριά ικανοποιούνται όλοι.

Στη σκέψη μου κυριαρχούσε η άποψη πως η ψαριά ήταν μικρή, πράγμα που περίμενα να το μοιραστώ τουλάχιστον σαν άποψη με τους υπολοίπους. Κανένα όμως σημάδι δεν έδωσε το δικαίωμα η σκέψη μου να γίνει βεβαιότητα. Κατάλαβα πως δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Μητσούλας γύριζε με λίγα ψάρια. Άλλες φορές δεν χωρούσαν τα ψάρια στο καίκι κι άλλες φορές ούτε που κουνούσε τα καφάσια, ούτε καν έβαζε μπροστά τη μηχανή του πάγου. Κατάλαβα επίσης ότι η θάλασσα είχε κουραστεί από την εντατική αλίευση όχι μονό του φετεινού καλοκαιριού, αλλά από τη συνεχή αλίευση όλων των τελευταίων χρόνων τόσο από τους ντόπιους επαγγελματίες, όσο και από τους ερασιτέχνες παραθεριστές. Όλοι το καταλαβαίνουν και όλοι περιμένουν να γίνει κάτι. Τι όμως;


Η ψαριά δεν αποτιμάται μόνο με το ζύγι, αλλά και με το μάτι στο τελάρο…


O Mητσούλας είναι ένας από τους τελευταίους παραδοσιακούς ψαράδες της Ηρακλειάς και γνωστός σε όλες τις Κυκλάδες αφού συντροφιά με την Ακαθή, την καπετάνισσά του έχουν οργώσει τα πελάγη. Έχει τεράστιο ενδιαφέρον να τους ακούς για τα ψαρέμματα που έκαναν στην Άνυδρο, τη Λέβιθα, την Κίναιρο, τις Μάκαρες και όλα του κυκλαδικού σύμπαντος μικρονήσια. Η Ακαθή ξεμπάρκαρε πριν από μερικούς μήνες και καπετανεύει στο «Μελτέμι». Ο Μητσούλας όμως επιμένει με την «Παναγιά» του να ξανοίγεται στους ψαρότοπους και νησιά.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 2005 στο ένθετο περιοδικό της εφημερίδας Έθνος, "Σκάφος - Φουσκωτό" και παραμένει επίκαιρο γιατί τίποτα δεν άλλαξε στην Ηρακλειά.