Google+ Badge

Πέμπτη, 17 Ιουνίου 2010

Ο ΑΡΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ



Μια και ανοίξαμε χθες με αφορμή την 65η επέτειο από το θάνατο του Άρη Βελουχιώτη ένα μακρύ διάλογο όπου καταγράφηκαν πολλές, ποικίλες, ενδιαφέρουσες αλλά και αντικρουόμενες απόψεις λέω να δώσω και σήμερα μια μικρή συνέχεια, έτσι για μαθαίνουμε λίγα πράγματα ακόμα και να μην ξεχνιόμαστε…

Γεννήθηκα και μεγάλωσα σε ένα χωριό του φθιωτικού Τυμφρηστού που λέγετε Μεγάλη Κάψη και χωρίς υπερβολές το θεωρώ ως το ομορφότερο του κόσμου. Αυτό το χωριό, το οποίο λόγω θέσης (800 μέτρα υψόμετρο μέσα στα έλατα και τις καστανιές) αλλά και της κοινωνίας του ήταν από τις αρχές του περασμένου αιώνα ορεινό θέρετρο και πολλές οικογένειες από τη Λαμία και τον κάμπο του Σπερχειού ανέβαιναν εκεί να παραθερίσουν.

Ανάμεσα σε αυτές ήταν και η οικογένεια του λαμιώτη δικηγόρου Δημήτρη Κλάρα η οποία παραθέριζε στο σπίτι των Δεδουσαίων και έχω προλάβει στη ζωή και έχω ακούσει από πολλούς συγχωριανούς να θυμούνται τον Άρη, μαθητή ακόμα του Γυμνασίου Λαμίας να πηγαίνει όλη τη μέρα σε ένα ωραίο μέρος που λέγεται Λειβαδάκι όπου και υπάρχει μια βρύση με δροσερό νερό και να διαβάζει κάτι βιβλιαράκια με κόκκινο δέσιμο. Συχνά επίσης πήγαινε να διαβάζει σε ένα ξέφωτο, τη Λελούδα και από εκεί αγνάντευε τις κορυφές του Βελουχιού (Τυμφρηστού) και από εκεί φαίνεται πως εμπνεύστηκε το ψευδώνυμό του.

Πρέπει να πέρασε μέχρι το 1918 τουλάχιστον όλα τα καλοκαίρια στη Μεγάλη Κάψη ο Θανάσης Κλάρας όπως θυμάμαι να αφηγούνται οι παλιότεροι που πρόλαβα εν ζωή και έτσι δημιούργησε στενούς δεσμούς με τους χωριανούς μου. Σχέσεις που δεν εξαντλούνταν μόνο το καλοκαίρι στο χωριό αλλά συνεχίζονταν και τον υπόλοιπο χρόνο στη Λαμία όπου υπήρχε μια ανθηρή παροικία εύπορων και διανοούμενων Μεγαλοκαψιωτών και Τυμφρηστίων.

Από τότε μέχρι το 1941 που κάνει την πρώτη εμφάνισή του στο χωριό ως ζωέμπορος φαίνεται πως κρατούσε επαφή με πολλούς συγχωριανούς και τούτο απορρέει από το γεγονός ότι στη Μεγάλη Κάψη παρέμεινε περισσότερες μέρες από κάθε άλλο χωριό και το ενδιαφέρον του δεν ήταν βέβαια τα αρνοκάτσικα του χωριού αλλά η προετοιμασία του αντάρτικου. Δεν έτυχε το χωριό μου, το οποίο ήταν εύκολο να προσβληθεί από τους Ιταλούς που ήταν στη Λαμία η αφετηρία του ένοπλου αγώνα αλλά έγινε στις 6 Ιουνίου 1942 η απόμερη, κοντινή Δομνίστα της Ευρυτανίας. Το πρωί μάλιστα της επομένης ημέρας, της 7ης Ιουνίου, ο Άρης Βελουχιώτης πλέον και η ομάδα του πιάνουν τον πρώτο καταδότη τους στους Ιταλούς κατακτητές, έναν μακρινό συγγενή τον Κώστα Προβιά και τον εκτελούν παραδειγματικά σε μια τοποθεσία πάνω από το γειτονικό χωριό Παλαιόκαστρο.

Σε όλη την περίοδο της Αντίστασης αρκετές ήταν οι φορές που ο Άρης περνούσε από το χωριό και έμεινε πάντα στο σπίτι του Λεωνίδα Παπαγιάννη, συνταξιούχου αξιωματικού της Χωροφυλακής με τον οποίο συνδέονταν στενά και συνομιλούσε πολύ με τον παππού από την πλευρά της μάνας μου Παναγιώτη Τσιρώνη που ήταν πρόεδρος του χωριού. Οι δυο άντρες είχαν την ιδέα να προτείνουν στους χωριανούς να μη φάνε καθόλου πατάτες όλο το χειμώνα για να τις σπείρουν σε κάθε μεριά του βουνού κι έτσι το αντάρτικο απέκτησε για τα επόμενα χρόνια μια σίγουρη προμήθεια τροφής. Οι πατάτες αυτές θυμάμαι κάρπιζαν από μόνες τους για πολλά χρόνια αργότερα και εξαιτίας τους μαζεύτηκαν πολλά αγριογούρουνα στο δάσος πάνω από το χωριό και νομίζω πως από εκείνη τη σπορά υπάρχουν ακόμα μερικές μέσα στα φτερούσια και στα παρατημένα χωράφια.

Σημειώνεται πως στο χωριό μου την ίδια περίοδο λειτουργούσε νοσοκομείο για τους τραυματισμένους αντάρτες και ήταν μια σοβαρή βάση της Επιμελητείας, με φούρνους, μαγειρεία και πλυντήρια ρούχων που δούλευαν όλες οι γυναίκες του χωριού.

Στο χωριό στάθμευε επίσης μεγάλος αριθμός ανταρτών και για το λόγο τούτο είχαν επιτάξει δυο δωμάτια από το σπίτι του παππού Ηλία Παπαδόπουλου ο οποίος μαζί με τη γιαγιά Μαρούλα και τη μάνα μου Αγγελική που ήταν τότε 10 χρονών, περιορίστηκαν σε ένα δωμάτιο. Ένα δωμάτιο μάλιστα το είχαν κάνει αίθουσα συσκέψεων και μαθημάτων. Απ’ ότι μου λέει η μάνα μου οι αντάρτες πρέπει να έμειναν στο σπίτι πάνω από ένα χρόνο χωρίς να ενοχλήσουν κανέναν. Ούτε καφέ δεν δέχθηκαν από το σπίτι, ούτε φαγητό και αυτό προς μεγάλη απογοήτευση του παππού που ήθελε να πιάνει κουβέντα μαζί τους. Απόλυτα πειθαρχημένοι οι αντάρτες δεν ενόχλησαν κανέναν από την οικογένεια, πήγαιναν για ασκήσεις και φαγητό στο σχολείο και γύριζαν στο σπίτι μόνο για συσκέψεις και ύπνο.

Το σπίτι αυτό το πυρπόλησαν οι Γερμανοί στις 15 Αυγούστου του 1944 στη διάρκεια της φοβερής επιχείρησης που έκαναν μέχρι την καρδιά της Ευρυτανίας και ξαναχτίστηκε ακριβώς στην ίδια θέση και τις ίδιες διαστάσεις μετά το 1950 όταν οι «ανταρτόπληκτοι» συγχωριανοί μου επέστρεψαν στο χωριό και κατάφεραν να το αναστήσουν από τις στάχτες.

Τα όσα ακολούθησαν για τον Άρη φυσικά και έφτασαν ως στο χωριό, αλλά ομολογώ πως το όνομά του μέχρι το 1974 ήταν απαγορευμένο να ακούγεται και μόνο ψιθυριστά το ανέφεραν οι χωριανοί. Έτσι ότι έμαθα γι’ αυτόν και την παρουσία του στη Μεγάλη Κάψη και τις σχέσεις του με τους συγχωριανούς μου ήταν πολλά χρόνια μετά, το 1995 σαν έκανα την πρώτη απόπειρα καταγραφής της ιστορίας του πρωτοκαπετάνιου και ειδικά των δέκα τελευταίων ημερών της ζωής του για μια σειρά δημοσιευμάτων στην Ελευθεροτυπία.

Ήταν όμως πολύ αργά και τον πρωτογενή, καθαρό λόγο των αφηγήσεων που είχαν ζήσει τα γεγονότα είχαν ήδη διαβρώσει ποικίλα στοιχεία της προπαγάνδας από κάθε πλευρά και η έρευνα άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον τους. Κανένας άλλος δυστυχώς από το χωριό αλλά και όλη την περιοχή δεν φρόντισε να καταγράψει λίγα πράγματα εξαιτίας του φόβου με αποτέλεσμα η αποπληροφόρηση να είναι πλήρης. Είναι εντυπωσιακό, να ρωτάω ανθρώπους που έζησαν τόσα και τόσα γεγονότα να μην θυμούνται απολύτως τίποτα σαν να είχαν υποστεί όλοι πλύση εγκεφάλου!

Έτσι, με αυτά τα λίγα στοιχεία που διαθέτω προσπαθώ να γράψω ορισμένα πράγματα που αφορούν την ιστορία του χωριού, σελίδες της οποίας είναι και ο Άρης Βελουχιώτης…