Google+ Badge

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

ΤΟ ΚΑΠΕΛΟ ΤΟΥ ΚΑΤΣΑΡΟΥ


Οι προπάτορες της μουσικής στις Κυκλάδες ήταν οι αέρηδες·ο βοριάς που κατέβαινε από τα υψώματα και ο νοτιάς που έρχονταν από το πέλαγος σφύριζαν πότε ο ένας και πότε ο άλλος ανάμεσα στα καλάμια και οι συριγμοί που έβγαιναν ήταν οι ήχοι που είχε σχεδόν μόνιμα ο άνθρωπος στα αυτιά του και συντρόφευαν τη μέρα και τη νύχτα του.


Ο άνθρωπος στα νησιά των Κυκλάδων δεν έζησε όπως σε άλλους τόπους ποτέ στη σιωπή γιατί ελάχιστες ήταν οι μέρες του χρόνου που δεν έπνεε αέρας και κάποια στιγμή, άγνωστο πως και γιατί, άρχισε να δημιουργεί κι αυτός ήχους χρησιμοποιώντας καλάμια. Πήρε κάποτε ένα κομμάτι απ’ αυτά και έφτιαξε τον αυλό που σαν φυσούσε στο εσωτερικό του έβγαζε ένα παρατεταμένο ήχο που σιγά – σιγά τον διαμόρφωσε σε μελωδία από κάτι τρύπες που άνοιξε στο καλάμι και τις ανοιγόκλεινε με τα δάχτυλά του.

Δεν έμεινε όμως σε αυτό το όργανο. Καθώς άκουγε πως όταν από τον αέρα τα καλάμια τρίβονταν μεταξύ τους έβγαζαν ένα άλλο πιο οξύ και συγκεκριμένο ήχο, από πολλές απόπειρες κατάφερε στη θέση του καλαμιού να βάλει μια χορδή από κάποιο υλικό. Στην αρχή έβγαζε μουσική μόνο με τα δάχτυλά του και σιγά – σιγά ακολούθησε το δοξάρι που αντικατέστησε την ορμή του ανέμου.

Αυλό είπε το πρώτο όργανο και άρπα το δεύτερο και τα δυο τα βρίσκουμε να τα κρατάνε στα χέρια τους τα μοναδικά στον κόσμο εδώλια που βρέθηκαν στην κοντινή Κέρο, ο «αυλητής» και ο «αρπιστής».

Στον Ασφοντυλίτη όμως ο Μιχάλης Ρούσσος δεν είχε όπως ο αρχαίος τεχνίτης της Κέρου τον τρόπο και τα μέσα να σμιλέψει στο μάρμαρο τις μορφές των μουσικών που έβλεπε και άκουγε να παίζουν στα χρόνια του, στο πανηγυράκι του Αγίου Νικολάου στις 6 του Δεκέμβρη και αρκέστηκε να τις κεντήσει στην πέτρα. Ποιοι ήταν αυτοί οι μουσικοί στις βραχογραφίες που βλέπουμε σήμερα, κανένας δεν θυμάται, ούτε κανείς πάλι μπορεί να καταλάβει από το όργανο που κρατάει ποιος μπορεί να ήταν αυτός που το όνομά του αχνοφαίνεται στη μνήμη όσων ακόμη θυμούνται τις αφηγήσεις των παλιών.

Λένε όμως για μια φιγούρα πως είναι του Γιώργου Κατσαρού, του σπουδαίου Έλληνα μουσικού (Αμοργός 1888 – Φλόριδα 1997) που διέπρεψε στην Αμερική και θεωρείται ως ο πατριάρχης της λαϊκής μουσικής μας και στιχουργός πολλών μεγάλων επιτυχιών.


Ο Κατσαρός βέβαια έφυγε από την Αμοργό το 1907 και ξαναγύρισε για 8 μήνες στην Ελλάδα το 1928, περίοδο μάλιστα που συνεργάστηκε με πολλούς Έλληνες μουσικούς εκείνης της εποχής στην Αθήνα και επισκέφθηκε και τη γενέτειρά του. Εκεί λένε πως έπαιξε και στο πανηγύρι του Αγίου Νικολάου και οι ντόπιοι μουσικοί αντέγραψαν απ’ αυτόν τον τρόπο που φορούσε το καπέλο και τον υιοθέτησαν με τα ψαθάκια τους κι έτσι τους θέλει και ο Ρούσσος στα έργα του.

Γι’ αυτό σε ορισμένες φιγούρες που δείχνουν μουσικούς βάζει ένα καπέλο που δεν είναι βέβαια της ποιότητας που φορούσε ο Κατσαρός αλλά ένα ταπεινό ψαθάκι που τόνιζε όμως την επισημότητά τους.