Google+ Badge

Παρασκευή, 30 Ιουλίου 2010

ΤΑ ΜΕΘΑΝΑ ΕΙΝΑΙ ΔΙΠΛΑ ΜΑΣ

Τα Μέθανα όπως φαίνονται από το εσωτερικό, άπό την πλαγιά του βουνού

Το ταξίδι στα Μέθανα, οποιαδήποτε εποχή του χρόνου μοιάζει με ένα ταξίδι στο κοντινό παρελθόν καθώς το ύφος της μικρής παραλιακής πόλης και των οικισμών όλης της χερσονήσου παραπέμπουν σε μια εποχή που τα Μέθανα έσφυζαν από ζωή και από την παρουσία εκατοντάδων επισκεπτών που έφθαναν εκεί τα καλοκαίρια για τα ιαματικά νερά η για κλασσικό παραθερισμό.

Γλάροι συνοδεύουν το πλοίο στο ταξίδι προς τα Μέθανα

Οι θεραπευτικές ιδιότητες των νερών των Μεθάνων είναι γνωστές από την αρχαιότητα, εμφανίστηκαν αναφέρει ο Παυσανίας περί το 270 π.Χ. όταν έγινε η τρομακτική έκρηξη του ηφαιστείου το οποίο αν και θεωρείται σβησμένο δεν έχει ησυχάσει ακόμα και που και που βρυχάται ενώ βγάζει και αναθυμιάσεις. Στα νεότερα χρόνια, τα λουτρά άρχισαν να λειτουργούν μετά από τα μέσα του 19ου αιώνα και τα χρόνια που ακολούθησαν δημιουργήθηκαν διάφορα υδροθεραπευτήρια στα οποία συγκεντρώνονταν πολύς κόσμος, από την Αθήνα και τον Πειραιά κυρίως αλλά και από άλλες περιοχές της Ελλάδας. Αποτέλεσμα αυτής της κίνησης ήταν να δημιουργηθούν πολλά ξενοδοχεία καθώς και ποικίλα καταστήματα που εξυπηρετούσαν τους επισκέπτες κατά τους καλοκαιρινούς μήνες. Σήμερα βεβαίως και δεν παρατηρείται η κίνηση που είχαν κάποτε τα Μέθανα, παραμένουν όμως ένας αγαπημένος και κοντινός προορισμός ειδικά για τους ιστιοπλόους που αγαπούν να κάνουν το σύντομο ταξίδι ως εκεί και τον περίπλου της μικρής χερσονήσου.

Οι δρόμοι στα Μέθανα είναι πλημμυρισμένοι με πολύχρωμες πικροδάφνες

Ξεκινώντας από το λιμάνι των Μεθάνων που κλείνεται από το κατάφυτο νησάκι των Αγίων Αναργύρων περνάτε μπροστά από το λιμανάκι του Αγίου Γεωργίου και τη μικρή αμμουδερή παραλία του Λιμνιώνα η οποία αποτελεί εξαίρεση καθώς στις βραχώδεις ακτές της χερσονήσου οι περισσότερες παραλίες έχουν χοντρά βότσαλα και πέτρες. Με το σκάφος θα περάσετε ανοιχτά από τους οικισμούς Κουνουπίνα, Παλαιά Λουτρά, Μαυρόλογγος, Καμμένη Χώρα και Βαθύ για να καταλήξετε στο μικρό ισθμό που συνδέει τη χερσόνησο με την Τροιζινία. Για την επιστροφή στα Μέθανα, εξυπακούεται πως θα ακολουθήσετε το ίδιο δρομολόγιο κι αυτό σημαίνει πως θα απολαύσετε εις με διαφορετικό φως την ωραία διαδρομή με θέα τα πεύκα και τα εντυπωσιακά ηφαιστειογενή πετρώματα της ακτογραμμής.


Πολλά είναι τα σπίτια στα Μέθανα που θυμίζουν μια άλλη εποχή

Το ίδιο ενδιαφέρουσα είναι και η περιήγηση στο εσωτερικό της χερσονήσου, είτε με αυτοκίνητο, είτε με τα πόδια. Με αφετηρία πάλι το λιμάνι μπορείτε να γνωρίσετε μέσα σε λίγες ώρες με μια κυκλική διαδρομή όλους τους προαναφερόμενους οικισμούς καθώς και το ερημωμένο χωριό Καμένη Χώρα, ένα χωριό που διατηρεί θαρρείς απολιθωμένα μέσα σε ένα ηφαιστειογενές τοπίο όλα τα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής αγροτοκτηνοτροφικής ζωής των Μεθάνων. Ακόμη μπορείτε να ανηφορίσετε μέχρι το ηφαίστειο από ένα όμορφο μονοπάτι και να δείτε από κοντά τον κρατήρα του. Εκτός από το ηφαίστειο, η θέα από εκείνο το σημείο προς όλο τον κόλπο και τα γύρω νησιά είναι εκπληκτική.

Η θέα από το ηφαίστειο προς τη θάλασσα και τον Πόρο είναι εκπληκτική

Ενδιαφέρον επίσης παρουσιάζουν τα μνημεία και οι αρχαιολογικοί χώροι των Μεθάνων που χρονολογούνται από τους αρχαίους χρόνους και τους βυζαντινούς μέχρι τους νεότερους. Αξίζει να γνωρίσετε τα τείχη της αρχαίας ακρόπολης στη θέση Παλαιόκαστρο καθώς και τα ερείπια μιας άλλης ακρόπολης στο ύψωμα Ογάς κοντά στην παραλία της Κοσόνας, στην Κυψέλη. Γενικά όμως σε όλη τη χερσόνησο υπάρχουν ενδιαφέροντα σημεία που μαρτυρούν τη ζωή και τον πολιτισμό του τόπου.

Όμορφο και γραφικό το χωριό πάνω από τα Μέθανα


Με όποιον τρόπο πάντως και αν θελήσετε να γνωρίσετε τη χερσόνησο των Μεθάνων η κατάληξή σας θα είναι το λιμάνι όπου μπορείτε να μείνετε σε ένα από τα ξενοδοχεία που υπάρχουν εκεί και να φάτε σε κάποιο από τα ταβερνάκια και τα ουζερί της παραλίας. Εκεί μπορείτε να σκεφτείτε και να καθυστερήσετε την αναχώρησή από την όμορφη, ήσυχη πόλη των Μεθάνων.

Πέμπτη, 29 Ιουλίου 2010

Η ΦΥΣΗ ΚΑΝΕΙ ΤΕΧΝΗ ΣΤΗΝ ΚΙΜΩΛΟ


Αποτέλεσμα της δράσης των ανέμων πάνω στα πετρώματα της Κιμώλου, είναι το λεγόμενο σκιάδι, το οποίο ορθώνεται στον αυχένα ενός λόφου στο εσωτερικό του νησιού, μια ώρα διαδρομή με τα πόδια από τη χώρα. Τόσο μετρούσαν παλιότερα οι Κιμωλιάτες την απόσταση μέχρι αυτό το μοναδικό μνημείο της φύσης, η διάνοιξη όμως ενός δρόμου συντομεύει την απόσταση αλλά στερεί από τον περιπατητή την ανάγνωση της ιδιαίτερης και ζωντανής υπαίθρου της Κιμώλου.

Ανεξάρτητα όμως για τον τρόπο που θα φθάσει κανείς στο σκιάδι, θα έχει να λέει πως έκατσε στον ίσκιο αυτής της πέτρινης ομπρέλας, μανιταριού ή καπέλου όπως άλλοι αρέσκονται να το χαρακτηρίζουν. Όντως, αυτό το δημιούργημα του αέρα μοιάζει με όλα αυτά, μόνο που το υλικά του είναι ορυκτά που απαντώνται στη φύση της Κιμώλου και παλαιότερα στον ίσκιο του έβρισκαν καταφύγιο από τον ήλιο τα ζώα.

Ο μίσχος του αποτελείται από λευκό ορυκτό το οποίο τρίβει κυριολεκτικά ο αέρας που σε εκείνο το σημείο, κάποιες ημέρες του χρόνου πρέπει να είναι εξαιρετικά δυνατός, ενώ η κεφαλή του είναι από κάποιο άλλο, πολύχρωμο σκληρότερο υλικό το οποίο δεν επηρεάζεται από τον άνεμο. Κανείς δεν ξέρει πόσα χρόνια σμίλευε το σκιάδι ο αέρας, πολλοί όμως διαβλέπουν πως αν δεν ληφθεί κάποια ειδική μέριμνα σε λίγα χρόνια και πιθανόν χωρίς καμία προειδοποίηση ο μίσχος του σκιαδιού θα αδυνατίσει τόσο που το καπέλο θα πέσει στη γη και θα γίνει μια άμορφη μάζα από πέτρες. Η προοπτική αυτή πολλούς προβληματίζει και όπως ακούγεται αναζητούνται λύσεις και μέθοδοι που θα κρατήσουν το σκιάδι ακέραιο.

Τετάρτη, 28 Ιουλίου 2010

Η ΛΕΗΛΑΣΙΑ ΤΟΥ ΤΣΑΓΙΟΥ

Ο Γιώργος Μακρής γυρίζει με το κοπάδι του από το Βουτσικάκι κρατώντας μια χεριά τσάι…

Πρόκειται για ένα θησαυρό που ευδοκιμεί στην ελληνική φύση, φυτρώνει και βλασταίνει στην ευλογημένη γης της, απλώνεται γεμάτος χρώματα και ευωδιές αυτό τον καιρό σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και είναι στη διάθεση οποιοδήποτε τον αναζητήσει να καρπωθεί ένα μέρος του ή να τον σηκώσει όλον από την απληστία του…


Μιλάμε για τα βότανα και τα αρωματικά φυτά κι εδώ ταιριάζει απόλυτα ο πανάρχαιος μύθος του Αισώπου για την κότα με τα χρυσά αυγά που ο κακόμοιρος νοικοκύρης της την έσφαξε πιστεύοντας πως θα εύρισκε στο στομάχι της ένα κομμάτι χρυσό κι έτσι έχασε το καθημερινό δώρο του από το συμπαθές πτηνό.

Κάπως έτσι μοιάζει να γίνεται αυτές τις ημέρες και με τα μοναδικά δώρα της ελληνικής φύσης και κυρίως τη ρίγανη και το τσάι του βουνού καθώς εκατοντάδες άνθρωποι από πόλεις και χωριά ξεκινάνε να το μαζέψουν όχι μόνο για προσωπική τους χρήση αλλά για να το εμπορευτούν. Και δεν είναι μόνο οι κάτοικοι των ορεινών χωριών αλλά δεκάδες άλλοι «επαγγελματίες» από την Ελλάδα και τα Βαλκάνια που παίρνουν τα βουνά, χτενίζουν κάθε σημείο τους και επιστρέφουν με τσουβάλια ολόκληρα από τα πολύτιμα φυτά.

Δεν έχει κανένας αντίρρηση να μαζεύει όποιος θέλει και μπορεί βεβαίως να σκαρφαλώσει στα βουνά τσάι και ρίγανη λένε οι μόνιμοι κάτοικοι των ορεινών χωριών αλλά όπως παρατηρούν τα τελευταία χρόνια γίνεται κατάχρηση αυτής της ελευθερίας από διάφορες οργανωμένες ομάδες εμπορίας που καταφέρνουν και ξεφεύγουν από τους ελέγχους των εντεταλμένων οργάνων της Δασικής Υπηρεσίας, της Αστυνομίας, της Αγροφυλακής ακόμα και τους «φιλόνομους» πολίτες που ορίζει η Ρυθμιστική Δασική Απαγορευτική Διάταξη.

Και δεν είναι μόνο αυτοί –έχει παρατηρηθεί να βγαίνουν στα βουνά οργανωμένα συνεργεία αλλοδαπών αλλά και ημεδαπών τσιγγάνων που παραδοσιακά ασχολούνταν με τη συλλογή αυτών των φυτών και να ρημάζουν κυριολεκτικά τον τόπο για να βγάλουν μεγαλύτερο μεροκάματο και «το αφεντικό» να τρίβει κυριολεκτικά τα χέρια του.

Ελάχιστοι απ’ αυτούς λένε πάλι οι ντόπιοι που βλέπουν να χάνουν και ένα μικρό αλλά τόσο απαραίτητο για την επιβίωσή τους έσοδο, διαθέτουν τη στοιχειώδη συνείδηση και ακολουθούν την σωστή μέθοδο συλλογής που προϋποθέτει αφενός μεν να είναι ώριμο το φυτό και κατά δεύτερον να κόβεται με μαχαίρι ή ψαλίδι ψηλά για να μη καταστρέφεται η ρίζα του και να βλαστήσει και την επόμενη χρονιά.

Τίποτα απ’ αυτά δεν γίνεται καθώς στη βιασύνη τους οι εργάτες να γεμίσουν τα τσουβάλια τραβάνε τα φυτά και τα ξεριζώνουν ενώ ούτε καν προσέχουν αν αυτά είναι γινωμένα ή άγουρα. Ειδικά φέτος που το καλοκαίρι πήγε αρκετά πίσω λόγω του βροχερού καιρού και το τσάι μόλις έχει αρχίσει να ωριμάζει γίνεται ήδη ολοκληρωτική αποψίλωση και καταστροφή των φυτών και ζητείται επειγόντως προστασία αλλά ποιος να τρέχει τώρα;

Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο, όπως μας είπε ο Γιώργος Μακρής ένας από τους τελευταίους τσελιγκάδες που βγάζει ακόμα μαζί με το γιό του Νίκο τα καλοκαίρια το κοπάδι τους στα βουνά των Πετριλίων στην Αργιθέα, και περνάει όλη του τη μέρα στις κορφές και στα πλάγια, χρόνο με το χρόνο να λιγοστεύουν τα φυτά του τσαγιού και έτσι όπως πάει το πράγμα σύντομα δεν θα υπάρχει ούτε για δείγμα σε όλα τα Άγραφα.

Ο ίδιος συνηθίζει την ώρα που βοσκάει το κοπάδι στο βουνό να μαζεύει μερικές χεριές τσάι και φυσικά γνωρίζει σημεία που κανένας δεν υποψιάζεται πως φυτρώνει κι εκεί αφήνει το φυτό να ωριμάσει μέχρι τα μέσα του Αυγούστου και γίνεται πολύ μυρωδάτο και σαφώς πιο αποτελεσματικό ως βότανο. Βλέπει τους άλλους που φτάνουν εξαιτίας των δρόμων που έχουν ανοίξει χωρίς κανένα σχεδιασμό για να εξυπηρετήσουν κάποιες στάνες και δεν φυλάσσονται από κανέναν να ρημάζουν τις πλαγιές αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα.

Να τους εμποδίσει, ούτε λόγος γιατί τα «αφεντικά» μπροστά στο κέρδος και οι εργάτες μπροστά στο μεροκάματο δεν λογαριάζουν τίποτα. Να τους εξηγήσει πως μαζεύουν το τσάι, είναι αδύνατον γιατί κανένας δεν διαθέτει τον ελάχιστο χρόνο να ακούσει. Έτσι γίνεται απλά μάρτυρας της μεγάλης λεηλασίας του μοναδικού πλούτου των ελληνικών βουνών από λίγους αυθαίρετους και επικίνδυνους εμπόρους.

Ενός πλούτου που ενώ πολλοί είναι αυτοί που προβλέπει η Πολιτεία να προφυλάσσουν εντούτοις αφήνεται στο έλεος των ασύδοτων συνεργείων αλλά και πολλών απλών ανθρώπων από τα χωριά ή επισκεπτών που για να προλάβουν και να μη κοπιάσουν καθόλου ξυρίζουν κυριολεκτικά τον τόπο γύρω από τους δρόμους προκειμένου να γυρίσουν στο σπίτι τους με μια χεριά τσάι ή μια αγκαλιά ρίγανη αδιαφορώντας αν του χρόνου φυτρώσει πάλι στο ίδιο μέρος. Όσο και αν φωνάζουν οι ντόπιοι, κανένας δυστυχώς δεν τους ακούει αφού κανένας πάλι δεν έτυχε ποτέ παραδειγματικής τιμωρίας…

Τρίτη, 27 Ιουλίου 2010

ΟΙ ΠΕΛΑΡΓΟΙ ΤΗΣ ΜΑΚΡΑΚΩΜΗΣ


Τέσσερις καινούργιοι πελαργοί μεγάλωσαν φέτος στη φωλιά που βρίσκεται στο αριστερό καμπαναριό της εκκλησίας της Μακρακώμης, πάνω από το φούρνο του συμμαθητή μου στο Γυμνάσιο, Σταύρου Σκαργιώτη. Τα νεαρά πουλιά ήδη εκπαιδεύονται και είναι έτοιμα σχεδόν να πετάξουν για την Αφρική ή όπου αλλού πάνε. Το γεγονός σε συνδυασμό με το ότι φέτος στην δυτική λεκάνη του Σπερχειού είναι πολλές φωλιές με πελαργούς σε αρκετά χωριά δείχνει μεταξύ άλλων πως η περιοχή είναι ακόμη κάπως καθαρή από χημικά λιπάσματα και φυτοφάρμακα. Το πόσο δε θα παραμείνει έτσι θα του δούμε τις επόμενες χρονιές από τη δραστηριότητα των πελαργών και όχι μόνο…

Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΣΤΗΝ ΑΜΟΡΓΟ

Η προετοιμασία του «κοφτού» είναι δουλειά που θέλει τέχνη και επιδεξειότητα

Το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής στην Κάτω Μεριά της Αμοργού αποτελεί τη μεγαλύτερη παραδοσιακή θρησκευτική πανήγυρη σε όλη τη νησιωτική Ελλάδα και πίσω από την τυπικές τελετές και τις εκδηλώσεις, έχει να παρουσιάσει αρχέγονα στοιχεία γιορτής καθώς εκεί, τα πράγματα δεν έχουν ακόμη νοθευτεί σε βαθμό που να επηρεάζουν αρνητικά τη συμπεριφορά των ανθρώπων. Ο χώρος επίσης για τη συγκέντρωση και την εξυπηρέτηση των πανηγυριστών είναι μεγάλος, ενώ, το καλοκαίρι και η φύση θυμίζουν όντως μια άλλη Ελλάδα, πιο απλή και εορταστική.

Όλοι, μικροί μεγάλοι συμμετέχουν στο διάλεγμα του σταριού για το «κοφτό». Μαζί με όλους και ο γενικής προσταγής στο πανηγύρι, Σταμάτης Σίμος

Η περιοχή που είναι σήμερα η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στην Κάτω Μεριά της Αμοργού, ήταν κάποτε ένα πυκνό ρουμάνι, με τεράστιους σχοίνους και μεγάλους θάμνους κι εκεί κοντά βοσκούσε το κοπάδι του ένας τσοπάνης. Έτσι θέλει η τοπική μυθολογία να θεωρεί τον τόπο όπου σήμερα ελάχιστα είναι τα ψηλά δέντρα και μόνο κάποιος με ιδιαίτερες ευαισθησίες μπορεί να φανταστεί, πως θα ήταν μια άλλη εποχή, το στεγνό τοπίο της Κάτω Μεριάς που κάποιοι λίγοι άνθρωποι επιμένουν να το σκηνογραφούν ακόμα με καλλιέργειές και το ζωντανεύουν με τα λίγα ζώα τους.

Υπεύθυνος για τη λειτουργία των μαγειρίων, ο Βαγγέλης Μενδρινός ετοιμάζει τη φωτιά μαζί με τον Μάρκο Βεκρή ο οποίος τιμά με τη δουλειά του όλα τα πανηγύρια

Σε αυτή λοιπόν την περιοχή που βρίσκεται πάνω από τον όμορφο όρμο Παραδείσια, βοσκούσε κάποτε ένας τσοπάνης. Ένας, λέει ο μύθος και δεν υπάρχει κάποιο στοιχείο που να δηλώνει αν αυτός ήταν μόνος ή μοιραζόταν τον τόπο με κάποιους άλλους ή τέλος πάντων αν εκεί υπήρχε μια οργανωμένη εγκατάσταση βοσκών ή κάποιο χωριό. Μια λοιπόν από τις κατσίκες εκείνου του άγνωστου ανθρώπου, χάνονταν κάθε ημέρα και αυτός δεν καταλάβαινε που πήγαινε. Το ζώο εξαφανιζόταν για πολλή ώρα και κάποια στιγμή της ημέρας, όταν σουρούπωνε εμφανιζόταν πάλι και έμπαινε στο κοπάδι. Τον έτρωγε η περιέργεια, να μάθει που πηγαίνει η κατσίκα και έτσι κάποτε αποφάσισε και της έβαλε στο λαιμό ένα κουδουνάκι ώστε από τον ήχο να καταλάβει που πηγαίνει και την είδε να μπαίνει σε μια πυκνή συστάδα από μεγάλα σχοίνα. Την ακολούθησε και την βρήκε να αναχαράζει πάνω σε μια κρυμμένη από τα χόρτα πλάκα που έμοιαζε με αγία τράπεζα ανάμεσα πεσμένες πέτρες κάποιου οικοδομήματος που φαίνονταν πως ανήκαν σε εκκλησία. Αφού περιεργάστηκε για λίγο τα ερείπια, έδεσε το ζωντανό με ένα σκοινί και το οδήγησε κοντά στα άλλα.

Μπλουτζήν με ανάλογο γαλάζιο πουκάμισο καθιέρωσαν για στολή οι παλιοί μάγειροι των πανηγυριών που συναντώνται όλοι μαζί κάθε χρονιά στην Αγία Παρασκευή

Έτσι ικανοποιήθηκε η περιέργεια του τσοπάνη σχετικά με την απουσία της κατσίκας του αλλά όταν το ανακοίνωσε και σε άλλους βοσκούς, άρχισε τότε ο προβληματισμός σχετικά με τι ιερό ήταν εκεί, ποιος το είχε κτίσει και πότε και φυσικά, σε ποια θεότητα ή άγιο να ήταν αφιερωμένο. Από μόνοι τους οι τσοπάνηδες, δεν μπορούσαν να δώσουν καμιά εξήγηση, ούτε στη μνήμη των παλιών αναδεύονταν κάτι και γι’ αυτό αποφάσισαν να απευθυνθούν στον παπά της χώρας να τους βοηθήσει, όπως και έγινε. Ήρθε λοιπόν κάποιος παπάς, ο οποίος λόγω του κινδύνου από τους πειρατές που λυμαίνονταν τότε το αρχιπέλαγος έδρευε στην οχυρωμένη Χώρα και άρχισαν οι έρευνες κι εκεί που έσκαβαν βρέθηκε η εικόνα της Αγίας Παρασκευής. Αυτό ήταν! Παραμέρισαν τα ερείπια και έχτισαν ένα μεγαλύτερο εκκλησάκι από αυτό που φαίνονταν και άρχισαν να το λειτουργούν. Πότε έγιναν αυτά, κανείς δεν ξέρει.

Το ανακάτεμα του «πατατάτου» θέλει γερά χέρια και αντοχή στη μεγάλη ζέστη

Οι πειρατές είναι ένα στοιχείο που δεν βοηθάει σε τίποτα καθώς όλους τους αιώνες η Αμοργός και τα γύρω νησιά ήταν πάντα στη διάθεσή τους και στο έλεός τους. Σημασία έχει όμως το γεγονός ότι ο «παπάς», επί του προκειμένου κάποιος ανώτερος κληρικός έδρευε στη Χώρα, σημείο που η κατοίκηση δεν σταμάτησε ποτέ, ούτε και κανένας ξέρει πότε άρχισε να κατοικείται ο χώρος γύρω από τον παντεπόπτη βράχο. Ενδεχομένως η εικόνα να βρέθηκε σε χρόνους πριν από την ίδρυση της μεγάλης μονής της Παναγίας της Χοζοβιώτισας ή κάτω από τα φτερά των μεγάλων βράχων ή του μοναστηριού του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στο σκληρό βουνό Κρίκελλος της Αιγιάλης.


Τα καζάνια δεν πρέπει να μείνουν ούτε μια στιγμή άδεια την ημέρα του πανηγυριού

Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να βάζει μια αρχή σε αυτά τα πράγματα, το βέβαιο όμως είναι ότι σε σύγκριση με την υπόλοιπη Αμοργό, η Κάτω Μεριά εστερείτο ένος λαμπρού λατρευτικού ιδρύματος και η ευκαιρία δόθηκε με την ανεύρεση της εικόνας της Αγίας Παρασκευής. Η αρχική εκκλησία ανακαινίστηκε δυο – τρεις φορές και καθώς άρχισε να γίνεται γνωστή, ξεκίνησε και πανηγύρι, μικρό στην αρχή αλλά σιγά – σιγά εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο πανηγύρι των νότιων Κυκλάδων και αυτό συνετέλεσε και η φήμη για τη θαυματουργή ικανότητα της εικόνας που γιατρεύει, όπως λένε, τα μάτια.

Ο Μανώλης Κωβαίος, από τη Μαύρη Μύτη της Κάτω Μεριάς έχει κλείσει μισό αιώνα επίτροπος και «υπηρέτης» στην Αγία Παρασκευή

Η αρχή των θαυμάτων, λέει ο Μανώλης Κωβαίος ο οποίος υπηρετεί από τη θέση του επιτρόπου επί μισό αιώνα την Αγία Παρασκευή, ξεκινά πριν από μερικές δεκαετίες, με την περίπτωση ενός Αμερικανού ο οποίος είχε προβλήματα με την όρασή. Αυτός κάποια νύχτα είδε στον ύπνο του μια γυναίκα, η οποία ήταν η Αγία Παρασκευή, να του λέει πως αν κάνει ένα τάξιμο στο σπίτι της στην Αμοργό, θα τον έκανε αμέσως καλά. Την πίστεψε και της έταξε ένα πολυέλαιο, κάτι πρωτοφανές για εκείνη την εποχή και τον έφερε ο ίδιος στην Κάτω Μεριά. Μόλις δε κρέμασαν και άναψαν τον πολυέλαιο στην οροφή της εκκλησίας, ο Αμερικάνος αμέσως βρήκε το φως του!

Έχει περάσει 9 δεκαετίες στην Κάτω Μεριά, ο Γιάννης Ρούσσος και έχει λείψει από το μεγάλο πανηγύρι μόνο τα χρόνια του τελευταίου πολέμου

Έτσι λοιπόν, το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής απέκτησε και ένα άλλο ενδιαφέρον για τους πιστούς και για όσους υποφέρουν από τα μάτια τους καθώς και άλλες πολλές αρρώστιες. Πριν γίνουν οι δρόμοι και ο τουρισμός γίνει καλοκαιρινή μονοκαλλιέργεια σε όλα τα νησιά, έρχονταν κόσμος πολύς από την Αιγιάλη με ζώα, έρχονταν και από τα γύρω νησιά, από τα Κουφονήσια, τη Δονούσα, την Ηρακλειά και τη Σχοινούσα, ακόμα και από τη Νάξο έρχονταν κόσμος και όλοι έρχονταν με γεμάτα τα χέρια προσφορές. Κι επειδή δεν υπήρχαν δρόμοι, ακόμα και ο παλιός, ηρωϊκός «Σκοπελίτης» έκανε ειδικά δρομολόγια για να εξυπηρετήσει τους προσκυνητές.

Ήρθε η ώρα να δοκιμάσουν το «πατατάτο» που έφτιαξε ο αρχιμάγειρας Βαγγέλης

Την μεγαλύτερη προσφορά έκαναν τα χωριά της Κάτω Μεριάς, Αρκεσίνη, Καλοταρίτισσα, Κολοφάνα, Βρούτση, Ραχούλα, Καμάρι που ήταν βεβαίως πιο κοντά, αλλά και οι προσφορές των άλλων δεν ήταν αμελητέες. Ο Μανώλης, θυμάται να φέρνουν κριθάρι από τη Δονούσα, όπως και από τη Σχοινούσα η οποία φημίζονταν γι’ αυτό το προϊόν της. Έφερναν ακόμα ζωντανά από την Ηρακλειά, λάδι και κρασί από τη Νάξο, ότι δηλαδή είχε κάθε νησί, προσφορά στο πανηγύρι. Τώρα που έγινε «πανηγυράρα», μπορεί να μην φέρνουν οι Αμοργίνοι ή οι άλλοι νησιώτες της γης τους καρπούς, περνούν όμως από το τοπικό σούπερ – μάρκετ και απ’ εκεί προμηθεύονται την προσφορά τους. Γι’ αυτούς δεν έχει σημασία αν το κρασί είναι το τάδε καταναλωτικό προϊόν ή το λάδι σε πλαστικό μπουκάλι, σημασία έχει η προσφορά κι ας είναι αυτή μια δωδεκάδα αναψυκτικών ή άλλα της γιορτής χρειαζούμενα.



Σε κοινό τραπέζι τρώνε όλες τις ημέρες οι «υπηρέτες» του πανηγυριού

Είναι πολλά τα καινούργια προϊόντα που εισχωρούν στις ανάγκες του πανηγυριού, αλλά με ένα θαυμαστό τρόπο οι φίρμες και οι ετικέτες αυτών μπαίνουν στο περιθώριο και οι λίγες ομολογουμένως, παραδοσιακές προσφορές των ανθρώπων της Κάτω Μεριάς με το ύφος και την ποιότητά τους ακυρώνουν τον δαίμονα της καταναλωτικής διάθεσης. Μπορεί για παράδειγμα τα ρεβίθια να μην είναι ντόπιας σοδειάς, αλλά ο τρόπος του μαγειρεύματος και φυσικά το κοινό τραπέζι τα κάνουν διαφορετικά. Έτσι όλες ανεξαιρέτως οι προσφορές, ενσωματώνονται στο πανηγύρι και όλα μοιάζουν να έρχονται από το κοντινό χθες ή το αύριο που έρχεται γεμάτο εκπλήξεις. Κυρίαρχο ρόλο όμως παίζουν οι προσφορές σε ζωντανά ζώα, κάτι που αποτελεί και το αρχέτυπο του πανηγυριού και δηλώνει, όπως και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας, ευθέως τον ποιμενικό του χαρακτήρα και αναγάγει την Αγία Παρασκευή, όπως και πολλά άλλα μέρη, ως αγία των τσοπάνηδων και προστάτιδα κοπαδιών.


Όλοι στέκονται στη σειρά για να φθάσουν τα ψωμιά στο αναμμένο φούρνο

Αρχετυπική μπορεί να θεωρηθεί και η συμμετοχή των ανθρώπων στο πανηγύρι, οι οποίοι «υπηρετούν» την αγία και καλούνται «υπηρέτες». Άνδρες και γυναίκες από όλη την Κάτω Μεριά, αλλά και την υπόλοιπη Αμοργό, αφήνουν μια μερικές ημέρες τις δουλειές τους και αναλαμβάνουν «υπηρεσία». Άλλοι καθαρίζουν, άλλοι μαγειρεύουν, άλλοι σφάζουν, άλλοι σερβίρουν. Εβδομήντα άτομα ήταν πέρσι οι «υπηρέτες» του πανηγυριού και κάποιες στιγμές δεν προλάβαιναν τις δουλειές που είχαν αναλάβει κι έτσι χρειάστηκε να επιστρατευτούν και άλλοι, ειδικά στο τραπέζι όπου έδωσαν το παρών τους πολλοί Κουφονησιώτες.

Μια πονεμένη ιστορία πάνω από τα κάρβουνα για την παρασκευή του «ξυδάτου»

Πέρσι, όπως μας πληροφορεί ο Σταμάτης Σίμος από το Καμάρι, ο επί 18 χρόνια επίτροπος της εκκλησίας και ο οποίος είναι ο υπεύθυνος για όλη το πανηγύρι, οι προσφορές σε ζώα ήταν 135 αιγοπρόβατα και 5 αγελάδες, αριθμός ο οποίος αποτελεί ρεκόρ για το πανηγύρι και εφέτος αναμένεται κατά πολύ να ξεπεραστεί, καθώς το πανηγύρι έχει γίνει γνωστό, εκτός από τις Κυκλάδες σε όλη την Ελλάδα. Μια τέτοια περίπτωση έχει κινητοποιήσει όλους τους επιτρόπους, την Ευδοκία Νομικού από την Αρκεσίνη και τον Νικόλα Νομικό από τη Ραχούλα από τις αρχές του καλοκαιριού ώστε να μπορέσουν να κάνουν κι εφέτος ένα μεγάλο και όμορφο πανηγύρι.

Μια πονεμένη ιστορία πάνω από τα κάρβουνα για την παρασκευή του «ξυδάτου»


Καθώς οι περισσότεροι από τους «υπηρέτες» είναι κτηνοτρόφοι, αυτοί ξέρουν να σφάζουν καλύτερα από κάθε άλλο επαγγελματία. Τα ζώα σφάζονται στο παρακείμενο των εγκαταστάσεων σφαγείο που θυμίζει την παλιά γιορτή και τη σχέση που έχει η γιορτή με τη θυσία και το αίμα. Φυσικά και η σφαγή δεν είναι ορατή σχεδόν για κανένα εκτός από τους μακελάρηδες, αλλά η οσμή του αίματος πλανάται στην ατμόσφαιρα και κυκλοφορεί ανάμεσα στους ανθρώπους, μικρούς και μεγάλους.

Πατάτες, κρεμμύδια, σκόρδα, όλα περνάνε από τα χέρια των γυναικών

Σε χρόνο μηδέν τα σφάγια γδέρνονται και τοποθετούνται στα ψυγεία μέχρι να τεμαχιστούν. Από τα εντόσθια τους ξεχωρίζουν τις κοιλιές και αφού τις πλύνουν καλά, τις τεμαχίζουν για να κάνουν το «ξυδάτο». Αυτή δεν είναι και η καλύτερη δουλειά, αλλά όλο και κάποιες γυναίκες αναλαμβάνουν να την κάνουν. Το ίδιο ευχάριστο δεν είναι και το καψάλισμα των κεφαλιών που προορίζονται κι αυτά για το ξυδάτο. Σε αυτό το νησί δεν τα γδέρνουν, αλλά τα καρφώνουν στην άκρη ενός μακριού ξύλου και τα καψαλίζουν πάνω από μια δυνατή φωτιά για να καούν οι τρίχες και μετά αφαιρούν το κρέας μαζί με το δέρμα για το «ξυδάτο» το οποίο γίνεται με την ίδια προσοχή όπως το «πατατάτο» (κοκκινιστό κρέας με πατάτες) και σύμφωνα με τη γνώμη πολλών, είναι ανώτερο από αυτό. Της άποψης αυτής, οι φανατικοί θιασώτες είναι αυτοί που συνήθως γλεντοκοπούν μέχρι το πρωί, πίνουν αρκετά και θέλουν αυτό το φαγητό να τους στρώσει το στομάχι και να τους διαλύσει τη μέθη. Για αυτό και το σερβίρουν μετά τις πρώτες πρωϊνές ώρες.

Ανάλογα με ότι μπορεί και ξέρει ο καθένας προσφέρει στο πανηγύρι..

Η παρασκευή του «ξυδάτου» είναι βαριά δουλειά, όπως και του «πατάτατου». Και τα δυο φαγητά βράζουν σε μεγάλα καζάνια και θέλουν διαρκώς ανακάτεμα, κάτι που αναλαμβάνουν συνήθως οι πιο χειροδύναμοι και επιτελούν αυτή την υπηρεσία κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του Βαγγέλη Μενδρινού από το Καμάρι, ο οποίος είναι ο κυρίως υπεύθυνος για τα μαγειρεία μαζί με τους Ηλία Βεκρή από τα Θολάρια, του Μάρκου Βεκρή από τον Ποταμό, του Γιάννη Δεσποτίδη από την Αρκεσίνη και των μαθητευόμενων μαγείρων Νικόλα Νομικού από τη Ραχούλα, Εμμανουήλ Πάσσαρη από την Κολοφάνα και του Κωνσταντίνου Κωβαίου που μένει μόνιμα στη Γλυφάδα αλλά δίνει πάντα το παρών του στο πανηγύρι καθώς και άλλων που θέλουν να συνεχίσουν την παράδοση.

Χαίρεται το μάτι να βλέπει τόσα ωραία ψωμιά απλωμένα στα ράφια του φούρνου

Κυριολεκτικά, όλοι οι μάγειροι βράζουν κι αυτοί μαζί με το κρέας και τις πατάτες μέσα στο μαγειρείο όπου αναπτύσσονται υψηλότατες θερμοκρασίες. Εκ περιτροπής βγαίνουν για λίγο στην αυλή να πάρουν ανάσα και αμέσως πάλι επιστρέφουν στα καζάνια και ανακατεύουν το φαγητό. Ενώ όλες οι προεργασίες για το πανηγύρι αρχίζουν μια εβδομάδα πριν, η παρασκευή του φαγητού, για ευνόητους λόγους περιορίζεται κατά τις δυο τελευταίες ημέρες. Την παραμονή μπαίνουν όλα τα καζάνια στη φωτιά, πρώτα τα καζάνια με το «πατάτο» και κατόπιν το «ξυδάτο» και το «κοφτό».

Ανάμεσα σε με φουρνιά με την άλλη, οι υπεύθυνοι του φούρνου παίρνουν μια ανάσα

Επειδή όμως υπάρχουν και πολλοί που νηστεύουν, ιδίως όταν η ημέρα του πανηγυριού πέφτει Τετάρτη ή Παρασκευή, τα τελευταία χρόνια οι επίτροποι φροντίζουν να έχουν γι’ αυτούς και ένα – δυο καζάνια με ρεβύθια και πιλάφι με χταπόδια. Παλαιότερα δεν ετίθετο θέμα, αλλά σιγά – σιγά η Εκκλησία επέβαλε αυτό το διαιτολόγιο και χωρίς να υπάρξει καμία αντίδραση, όλοι συμμορφώθηκαν.

Ο κόσμος που θα έρθει στο πανηγύρι πρέπει να τα βρει όλα έτοιμα

Ιδιαίτερη προετοιμασία και παρασκευή απαιτεί και το «κοφτό», ένα μίγμα από σιτάρι και μυζήθρα το οποίο στουμπάνε μέσα σε παμπάλαια μεγάλα πέτρινα γουδιά με ξύλα μέχρι να δέσει πριν μπει στο καζάνι και είναι ένα σπάνιο φαγητό το οποίο όλοι τιμούν και κανένας δεν θέλει να το χάσει. Σημειώνεται πως όλα τα καζάνια βράζουν με ξύλα που έχουν κουβαλήσει από το κοντινά δάση των σχοίνων και των πουρναριών και η εργασία αυτή είναι μέρος της προσφοράς και την κάνουν συνήθως οι πιο νέοι. Τα κορίτσια επίσης καθώς και πολλές ηλικιωμένες γυναίκες αναλαμβάνουν να καθαρίσουν τσουβάλια με πατάτες και κρεμμύδια, ενώ πολλές είναι οι γυναίκες που πλέονουν διαρκώς τα πιάτα και τα μαχαιροπήρουνα που ξεπερνούν τη χιλιάδα και χρησιμοποιούνται όλες τις ημέρες του πανηγυριού.


Είπαμε πως το μαγείρευμα είναι μια βαριά δουλειά, το ίδιο βαριά όμως είναι στο φούρνο στον οποίο τη γενική προσταγή εδώ και πολλά χρόνια έχει ο Λούκας Λουδάρος από την Κολοφάνα ενώ στο ζύμωμα υπεύθυνος είναι ο Γιώργος Ρούσσος από την Αρκεσίνη. Ιδιαίτερο εδώ ρόλο παίζει και η Σοφία Κωβαίου από την Κολοφάνα, μια από τις γυναίκες που ασχολείται πολλά χρόνια με το πανηγύρι και η πείρα της βοηθάει τις νεότερες που ανακατεύονται με το ζύμωμα και με τον φούρνο. Παλιότερα λέει η Σοφία, ζύμωναν με τα χέρια, τώρα όμως απαλλάχθηκαν με μια μηχανή ζυμώματος. Την τέχνη όμως να κάνεις ωραία ψωμιά δεν μπορεί να υποκαταστήσει καμία μηχανή. Οι γυναίκες που δουλεύουν στο φούρνο πλάθουν ωραία καρβέλια, τις αφήνουν να φουσκώσουν μέσα σε καθαρά πανέρια και όταν είναι έτοιμες, γυναίκες – άνδρες στέκονται στη σειρά και από χέρι σε χέρι τις οδηγούν στον πυρακτωμένο φούρνο. Ο φούρνος της Αγίας Παρασκευής χωράει 56 καρβέλια των δυόμισι κιλών και πέρσι άναψε 13 φορές για να κατασκευαστούν 700 περίπου καρβέλια και μοσχομυρίζει ψωμί, ιδιαίτερα δε όταν φουρνίζουν το επτάζυμο.

Κάθε χρονιά όμως, το κτιριακό συγκρότημα της Αγίας Παρασκευής, το οποίο συνεχώς βελτιώνεται και προστίθενται σε αυτό νέα κελιά για την εξυπηρέτηση των προσκυνητών, θέλει φρεσκάρισμα, ιδιαίτερα δε στους τοίχους κι αυτό γίνεται πάλι με εθελοντική εργασία από κάποιους που δεν μπορούν να μαγειρέψουν ή να ασχοληθούν με το φαγητό. Έτσι πολλοί αναλαμβάνουν να επισκευάσουν τυχόν ζημιές στις εγκαταστάσεις ενώ οι γυναίκες ασχολούνται συστηματικά με την καθαριότητα και ιδιαίτερα με το γιάλισμα των μανουαλιών και των σκευών της εκκλησίας. Προσέχουν μάλιστα πολύ την εκκλησία γιατί εδώ και 18 χρόνια, μόνιμη ήταν η παρουσία του αρχιεπισκόπου στην Αγία Παρασκευή. Το γεγονός έδινε ιδιαίτερη λαμπρότητα στο πανηγύρι, φέτος όμως η ασθένειά του έχει στεναχωρήσει πολύ όλη την Αμοργό που τον είχε συνηθίσει επίσης να κάνει κάθε χρόνο τις διακοπές του εκεί.

Πως θα γίνονταν αλλιώς να μην φαίνομαι κι εγώ σε κάποια φωτογραφία;

Όλοι δουλεύουν ρολόι κάτω από την άγρυπνη παρακολούθηση του αρχιεπιστρόπου και των αρμοδίων επιτρόπων και τα πάντα πρέπει να είναι έτοιμα στην μεγάλη ώρα του εσπερινού. Ο εσπερινός ξεκινά την πολύχρωμη ώρα που ο ήλιος αρχίζει να κρύβεται πίσω από τη γυμνή κορυφή του βουνού που καλείται Μαυρόβουνο και υψώνεται δυτικά της Αγίας Παρασκευής για να σβήσει κατόπιν μακριά στη θάλασσα. Λίγο πριν ο φωτοδότης του Αιγαίου γείρει, φωτίζει τα πυρωμένα από την ζεστή ημέρα πρόσωπα των πανηγυριστών που στέκουν όρθιοι και στριμωγμένοι μέσα στον περίβολο της εκκλησίας και σε κύκλο, γύρω από το σημείο, όπου οι άρτοι της γιορτής περιμένουν να ευλογηθούν από τους συλλειτουργούς ιερείς και να μοιραστούν κατόπιν στους συνεορτάζοντες. Ακουμπώντας ο ένας στην πλάτη του άλλου όλοι οι πιστοί, δείχνουν με αυτή την κίνηση να έρχονται σε επαφή τον αγιασμένο άρτο. Όλοι, πλην των μικρών παιδιών που με κομψό τρόπο φεύγουν μακριά από τον συνωστισμό και τα ιδρωμένα ρούχα, καθώς σε αυτές τις περιπτώσεις, προς οργή των μανάδων τους, βάζουν πάντα ως στόχο να λερωθούν με χώματα και αναψυχτικά.

Χωρίς κόσμο στην αυλή της, η Αγία Παρασκευή μοιάζει με μια εκκλησία σαν όλες τις άλλες της Αμοργού

Μακριά από το συνωστισμό, στέκονται ακόμη και οι ερασιτέχνες φωτογράφοι και όσοι τραβούν βίντεο. Είτε με κινητό τηλέφωνο είτε με μικρές κάμερες, ο ένας στους τρεις περίπου ανθρώπους, δεν ζει τη γιορτή, αλλά τη «γράφει». Λόγω συνωστισμού βεβαίως, τις περισσότερες φορές είναι αμφίβολο το αποτέλεσμα, αλλά ο χειριστής έχει κάνει το χρέος του απέναντι στο γεγονός και δικαιώνει την αγορά της συσκευής. Τη στιγμή δε που καταφθάνει κάποιο υψηλό πρόσωπο, ή ο αρχιεπίσκοπος που επί 18 συναπτά έτη έδινε το παρών του στην Αγία Παρασκευή, τότε είναι που κανείς δεν σκέπτεται τον εσπερινό και την τάξη, όλοι όσοι κρατούν μια συσκευή, θέλουν να «γράψουν» τις στιγμές που έζησαν κοντά στον αρχιεπίσκοπο. Σαν αυτό να είναι ο σκοπός της γιορτής και τίποτα άλλο.

Το χορό ξεκινάνε πρώτοι οι «υπηρέτες» της Αγίας Παρασκευής με ένα συμβολικό τραγούδι

Το «διευχών» σε αυτή την πάνδημη γιορτή, όπου δεν λείπει, από κάποιον ανώτερο ιερωμένο και ο απαραίτητος πανηγυρικός με τον οποίο εκτός από το νόημα της ημέρας σχολιάζονται και ένα σωρό άλλα επίκαιρα κοσμικά πράγματα, είναι και το σύνθημα για το φαγητό. Ο κόσμος είναι πολύς και γι’ αυτό οι υπεύθυνοι, κάτω από τη αυστηρές οδηγίες των επιτρόπων μπαίνουν σε διάταξη άμυνας να εξυπηρετήσουν τον κόσμο που κατά πυκνές ομάδες στη μεγάλη αυλή με τα τραπέζια. Επειδή δε η γιορτή είναι οικογενειακή, οι μεγάλες παρέες στέλνουν συνήθως έναν προπομπό να πιάσει τραπέζι, κάποιον που να μπορεί να χειριστεί διπλωματικά το λόγο γιατί αυτή είναι και η πιο δύσκολη στιγμή καθώς όλοι θεωρούν ότι έχουν προτεραιότητα, λόγω εντοπιότητας ή προσφοράς.

Όλοι μπορούν να χορέψουν τη νύχτα του μεγάλου πανηγυριού στην Κάτω Μεριά

Ο Σταμάτης Σίμος δεν χαρίζεται σε κανέναν, εκτός από κάποια σημαίνοντα πρόσωπα της Αμοργού, καθώς και από τα γύρω νησιά που οποία παίρνουν θέση στο τραπέζι του Αρχιεπισκόπου μαζί με τους άλλους αξιωματούχους της εκκλησίας, σε ειδική αίθουσα μέσα στο πανηγηρόσπιτο, μακριά από τα μάτια του πλήθους. Αυτή τη μικρή παρεκτροπή από την τάξη την καταλαβαίνουν όλοι και κάνουν πίσω. Αυτοί που δεν κάνουν πίσω και το θεωρούν αυτονόητο πως έχουν ιδιαίτερη θέση στο τραπέζι είναι μια κατηγορία αλλοδαπών που η συμπεριφορά τους δεν έχει ξεπεράσει την εποχή των χίπις και ορμάνε στο τραπέζι. Αυτοί, που όπως και να’ χει αποτελούν παραφωνία, βλέπουν τη γιορτή με το μάτι του τουρίστα που πιστεύει πως έχει δικαιώματα και στον ιδιαίτερο θρησκευτικό βίο των κατοίκων της χώρας που επισκέπτεται.

Σε ένα διάλειμμα του χορού, ένας πιτσιρικάς βρήκε την ευκαιρία να δείξει τι ξέρει…

Παράλληλα με το σερβίρισμα του φαγητού και αφού τακτοποιηθεί η πρώτη φουρνιά, αρχίζει να ετοιμάζεται και η ορχήστρα. Κουρντίζουν τα όργανα και περιμένουν τους επιτρόπους που ξεκινάνε πρώτοι το χορό. Αυτό είναι μια παλιά συνήθεια με την οποία αποδίδεται τιμή σε αυτούς τους ανθρώπους που κοπίασαν γι’ αυτή τη γιορτή. Τον πρώτο χορό σέρνει ο Σταμάτης και ακολουθούν οι υπόλοιποι βάσει ιεραρχίας και κάποια στιγμή στο χορό μπαίνουν και μέλη της οικογένειας του πρώτου επιτρόπου. Εκείνη τη στιγμή, ο τραγουδιστής τραγουδά ένα τραγούδι, ειδικά γραμμένο γι’ αυτόν, τους επιτρόπους και όλους τους «υπηρέτες» του πανηγυριού:

Αγία Παρασκευή τους ανθρώπους

που σε υπηρετούν βοήθησε τους πάλι.

Πάντα να είσαστε καλά, παντοτινά υγεία

σε κάθε βήμα σας κοντά, απόψε η Αγία.

Σταμάτη να τη χαίρεσαι σαν τα ψηλά τα όρη

Πού’ χει χαρίσματα πολλά, την καλή σου κόρη.

Γειά σου λεβέντρα Αμοργός και με τις ομορφιές σου

Που το χορό στολίζουνε και καίει τις καρδιές σου


Η ορχήστρα παίζει όλα τα νησιώτικα, από το «Αμοργιανό μου πέραμα» μέχρι την «Πιτσιρίκα» του Βαζαίου…

Την ορχήστρα συνθέτουν συνήθως ο αειθαλής καπετάν Μήτσος Σκοπελίτης ο οποίος έχει ξεχάσει πόσα χρόνια παίζει βιολί στα νησιώτικα πανηγύρια, ο Γιώργος Βλαβιανός παραδοσιακό λαγούτο, ο Θανάσης Θεολογίτης και ο Μιχάλης Φωστιέρης στα βιολιά και ο Γιάννης Σκοπελίτης τραγούδι – λαγούτο. Τα τραγούδια που ακούγονται είναι τα κλασικά νησιώτικα, αλλά δεν λείπουν και τα μοντέρνα, όπως η διαβόητη «Πιτσιρίκα» του Μάρκου Βαζαίου. Αν τύχει και βρεθεί στο πανηγύρι η Γεωργούλα από το Κουφονήσι, τότε τραγουδά και αυτή δυο – τρεις από τις επιτυχίες της και δημιουργεί πανικό στους επιτρόπους και στον κόσμο που δεν ξέρουν τι μπορεί να ακούσουν από το στόμα της! Αφού τελειώσει ο χορός των επιτρόπων, τα όργανα παίζουν για όλους ενώ πάλι εδώ παρατηρείται η επέλαση των τουριστών που θεωρούν αυτονόητη τη συμμετοχή τους στο χορό και χωρίς να καταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται, πολλές φορές ασχημονούν και ενοχλούν κάποιους που θεωρούν το πανηγύρι ένα ιδιαίτερο κομμάτι της ζωής τους.

Η μεγάλη αυλή που στρώνονται τα τραπέζια, παίζει η ορχήστρα και γίνεται ο χορός είναι ένα νέο έργο, μόλις δυο χρονών και έγινε για να μπορεί να εξυπηρετεί 1000 άτομα σε κάθε φουρνιά. Παλαιότερα, που δεν υπήρχε αυτός ο χώρος, οι πανηγυριστές έπαιρναν το φαγητό και απλώνονταν στα χωράφια ενώ οι ορχήστρες έπαιζαν μέσα σε αυτοσχέδιες καλύβες. Για να μαζευτεί λοιπόν το πανηγύρι και να εξυπηρετηθούν όλοι οι πανηγυριστές, με τη βοήθεια του μεγάλου ευεργέτη της Αγίας Παρασκευής, Νίκου Γαβαλά οι επίτροποι προχώρησαν σε αυτό το μεγάλο έργο που, χωρίς να αμφισβητεί την παράδοση, ανταποκρίνεται πλήρως στους νέους καιρούς.

Το να κάτσει όμως κάποιος πρώτος στο τραπέζι, δεν σημαίνει απαραίτητα πως θα απολαύσει το φαγητό και το πανηγύρι γιατί πρέπει μέσα σε συγκεριμένο χρόνο να σηκωθεί για να εξυπηρετηθούν όλοι οι επισκέπτες. Γι’ αυτό και για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις ή υποχωρήσεις προς κάποια παρέα, φροντίζει ο αδέκαστος επίτροπος.

Οι πρώτες παρέες που θα κάτσουν στο τραπέζι είναι και αυτές που φεύγουν νωρίς και συνήθως είναι οικογένειες που δεν επιθυμούν να συνεχίσουν. Εξαίρεση κι εδώ αποτελούν οι τουρίστες που κάνουν πάντα πως δεν καταλαβαίνουν περί τίνος πρόκειται και ενώ ένα σωρό κόσμος περιμένει να βρει μια θέση, με πονηριές προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο. Τελικά όμως φθάνει η στιγμή που και αυτοί συμμορφώνονται και τη θέση τους παίρνει η επόμενη παρέα η οποία θα σηκωθεί την κατάλληλη στιγμή για να καθίσουν και οι υπόλοιποι τους οποίους κανείς πλέον δεν θα πιέσει να φύγουν και θα απολαύσουν το πανηγύρι.

Στην αυλόπορτα περιμένουν πάντα τον μακαριστό αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο που αγαπούσε ιδιαίτερα την Αμοργό να ξεκινήσει ο εσπερινός

Ο πολύς κόσμος πάντως φεύγει νωρίς, αμέσως μετά από το φαγητό και στο χώρο του πανηγυριού μένουν ο σκληρός πυρήνας των πανηγυριστών οι οποίοι θα διασκεδάσουν μέχρι τη στιγμή που θα χτυπήσει η καμπάνα της εκκλησίας για την πρωινή λειτουργία. Τότε σταματάνε τα όργανα και παίρνουν μια ανάσα οι χορευτές. Τώρα, σε τι κατάσταση είναι ο καθένας να πάει στη λειτουργία είναι άλλος λόγος. Πάντως η πρωινή λειτουργία, είναι σύντομη και ιδιαίτερα απλή καθώς από τον κόσμο που είχε εμφανιστεί στον εσπερινό, είναι πολύ λίγοι αυτοί που την παρακολουθούν και κυρίως οι ντόπιοι, οι αληθινοί πιστοί, οι επισκέπτες που έχουν έρθει από διάφορα σημεία της Αμοργού και των Κυκλάδων και έχουν φιλοξενηθεί στα κελιά της εκκλησίας, οι επίτροποι και οι υπηρέτες. Γι’ αυτούς το πανηγύρι τελειώνει μετά το φαγητό, το οποίο είναι σαν μια μεγάλη οικογενειακή συγκέντρωση στη μεγάλη σάλα του πανηγυρόσπιτου όπου γίνονται και οι πρώτες εκτιμήσεις, και βεβαίως μετά τη γενική καθαριότητα του χώρου που ακολουθεί. Μέχρι το απόγευμα που θα φύγει και ο τελευταίος πανηγυριστής, όλα στην Αγία Παρασκευή πρέπει να λάμπουν, τόσο που ο επισκέπτης να μην μπορεί να καταλάβει αν επί μια εβδομάδα εκεί είχε γίνει ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια της νησιώτικης Ελλάδας.

Σκαρφαλωμένοι στον περίβολο πολλοί άνθρωποι παρακολουθούν τον εσπερινό

Κυριακή, 25 Ιουλίου 2010

ΕΝΑΣ ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


Ξέρω πως στην πόλη υπάρχουν ένα σωρό πουλιά, σχεδόν απ’ όλα τα είδη του πτερωτού κόσμου εκτός νομίζω από βασιλικούς αετούς, θαλάσσια χελιδόνια και πιγκουίνους και δεν θα αναφερθώ σε τούτο το σημείωμα στις περιπτώσεις που καμιά φορά ταυτίζουμε κάποιους ανθρώπους με ορισμένα πουλιά, όπως τα κοράκια για παράδειγμα…

Μου έκανε μεγάλη εντύπωση όμως και θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας τη φωτογραφία ενός τσαλαπετεινού που είδα σήμερα να ψάχνει για τροφή δίπλα στις γραμμές του ηλεκτρικού ακριβώς κάτω από το Θησείο. Δεν είχα ξαναδεί τέτοιο πουλί στην πόλη ούτε φανταζόμουν πως μπορεί ένας άρχοντας των βουνών, ένας εκλεκτός του δάσους, ένας ιπτάμενος πίνακας ζωγραφικής, ένας τόσο κομψός εκπρόσωπος του πτερωτού κόσμου να γυρίζει μέσα στα σκονισμένα και κακόμοιρα δέντρα της Αθήνας.

Την τελευταία φορά που είχα δει τσαλαπειτεινό ήταν στο δάσος με τις ωραίες βελανιδιές στην κορυφή Ταξιάρχης πάνω από το χωριό Λαφίνα του Αχελώου και μου είχε κοπεί η ανάσα από την ομορφιά αυτού του πουλιού. Δεν έκατσε όμως παρά μόνο λίγα δευτερόλεπτα πάνω σε ένα κλαδί και εξαφανίστηκε. Έτσι και να είχα μαζί μου ένα μεγάλο φακό τίποτα δεν θα προλάβαινα να έκανα.

Τούτος εδώ όμως που βλέπετε στη σημερινή φωτογραφία, που πάλι δεν είχα μαζί μου ένα μεγάλο φακό γιατί πως θα τον κουβαλούσα μέσα στη ζέστη αλλά αρκέστηκα στις δυνατότητες που έχει μια Cannon G11 η οποία σημειωτέον μπορεί να διαφημίζεται ως καλύτερη από τις προηγούμενες, όπως η Cannon G9 αλλά από zoom χωλαίνει. Έτσι δεν κατάφερα να τον «πιάσω» καλύτερα μέσα στο κάδρο αλλά κι έτσι είμαι ικανοποιημένος.

Αυτό που με βασανίζει όπως προανέφερα είναι το πώς βρέθηκε ο τσαλαπετεινός στην Αθήνα και κατέφυγε, για λόγους τροφής φαντάζομαι στην Αρχαία Αγορά που πιθανόν να μπορεί να βρει κάτι να βάλει στο στομάχι του. Να έριξε μαύρη πέτρα πίσω του στο δάσος και να μετακόμισε στην πόλη μας το βρίσκω εντελώς απίθανο. Μπορεί όμως να τον είχε πιάσει κάποιος και να τον είχε βάλει σε κλουβί κι να ξέφυγε; Ούτε κι αυτό το βρίσκω ότι μπορεί να έχει γίνει γιατί είναι εξαιρετικά δύσκολο να ανακαλύψει ο άνθρωπος τη φωλιά των τσαλαπετεινών.

Το πουλί πάντως έδειχνε τρομαγμένο και ήταν πολύ προσεκτικό στις κινήσεις του εκεί δίπλα στις γραμμές του ηλεκτρικού που το είδα όπου και μοναδικός του εχθρός θα ήταν οι αδέσποτες γάτες αλλ’ αυτές όπως κατάλαβα τις έχουν όλες ξεπαστρέψει…

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΦΑΙΔΡΑΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΕΑΣ…


Υπάρχουν σε όλους τους σταθμούς του μετρό κρεμασμένες κάποιες φωτεινές οθόνες που «τρέχουν» διάφορα κοινότυπα συνθήματα και υποδείξεις, πληροφορίες για τον καιρό και τη θερμοκρασία της πόλης, υπενθυμίσεις για ποιους έχουν την ονομαστική τους εορτή με βάση το eortologio.gr και τουριστικά βίντεο για διάφορες όμορφες περιοχές της Ελλάδας.

Έχω δε παρατηρήσει πως ελάχιστοι σηκώνουν το κεφάλι να προσέξουν την οθόνη γιατί σίγουρα ξέρουν πολύ καλά πως πρέπει να κρατάνε για παράδειγμα τα παιδιά από το χέρι ή να προσέχουν τα πορτοφόλια τους (με συγχωρείτε, αυτό με τα πορτοφόλια το λένε μόνο στον ηλεκτρικό γιατί χαλάει το image του μετρό) ή δεν τους ενδιαφέρει καθόλου το ποιος άγιος γιορτάζει τη μια ή την άλλη μέρα γιατί κάτι τέτοιο μόνο έξοδα δρομολογεί.

Ούτε πάλι η θερμοκρασία μοιάζει να τους ενδιαφέρει γιατί δεν έρχονται δα και από την Αμερική ή τη Γερμανία. Από το Αιγάλεω, το Χαλάνδρι, την Ηλιούπολη και άλλες γειτονιές της Αθήνας που οι αποστάσεις μεταξύ τους δεν είναι και τόσο μεγάλες και οι διαφορές από τον ένα σταθμό στον άλλο είναι ελάχιστες, σχεδόν ανεπαίσθητες. Αυτό βεβαίως και το ξέρουν αυτοί που έβαλαν τις οθόνες να παίζουν αυτά τα πράγματα αλλά ελάχιστα τους ενδιαφέρει αν από την απλή πληροφόρηση περνάνε στην υπερπληροφόρηση γιατί όπως νομίζω, περιμένουν τη στιγμή που θα ανοίξουν οι δουλειές να βάλουν κανονική διαφήμιση και τότε θα σβήσουν τα βίντεο με τις ομορφιές της Ελλάδας και θα βάλουν ότι προστάζει η αγορά και τα συμφέροντά της.

Γι’ αυτό το λόγο επίσης νομίζω πως κανένας από όλους τους εμπλεκόμενους σε αυτό το θέμα, δεν σκέφτηκε να βάλει ούτε μια λέξη καν ως υπότιτλο σε αυτές τις ταινίες για να ξέρει αυτός που τις βλέπει ποιο τόπο αφορούν και να μην προσπαθεί να μαντέψει ποιο είναι το ένα νησί ή το άλλο χωριό. Πόσο δε περισσότερο που ένας ξένος, που επαναλαμβάνω είναι και αυτός προς τον οποίο απευθύνεται αυτού του είδους η προσβολή της χώρας ούτε καν καταλαβαίνει ποιον τόπο βλέπει γιατί όπως και σε κάθε τι άλλο κι εδώ κυριαρχεί η λογική της χώρας όπου ανθεί η φαιδρά πορτοκαλέα…

ΟΝΕΙΡΟ ΑΘΗΝΑΪΚΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ


Δυο - τρεις κατεβήκαμε πριν από δυο ώρες στη στάση του μετρό στον Κεραμεικό. Εγώ πρώτη φορά πήγαινα εκεί και κοντοστάθηκα να δω το έργο αφήνοντας τους άλλους που ήταν τουρίστες να προχωρήσουν κι έτσι έμεινα μόνος μπροστά σε μια εικόνα που το μόνο που κινούνταν ήταν οι κυλιόμενες σκάλες που ανεβοκατέβαιναν εντελώς άδειες…

Προς στιγμή ένοιωσα ένα φόβο μήπως και φύγατε όλοι χωρίς να με ειδοποιήστε και με αφήσατε σε μια έρημη πόλη που κάποια από τα στοιχεία της, όπως το μετρό για παράδειγμα, είχε μπει σε ένα πρόγραμμα να κινείται αυτόματα όπως είχα δει σε κάποια ταινία επιστημονικής φαντασίας σε μια πόλη μετά από μια πυρηνική καταστροφή.

Δεν μπορεί να ήταν έτσι όμως αφού προηγουμένως είχα δει κάποιους στο βαγόνι που είχε προορισμό το Αιγάλεω κι έτσι ησύχασα και άρχισα να ανεβαίνω σιγά – σιγά από τα σκαλοπάτια σκεπτόμενος πως κάνατε πολύ καλά που δεν κυκλοφορούσατε σήμερα στην πόλη που έλιωνε από τη ζέστη γιατί πιθανόν είστε σε κάποια παραλία ή σε ένα βουνό.

Σκέφτηκα μάλιστα πως θα ήταν πολύ καλό να μην επιστρέφατε ποτέ. Όχι βέβαια για να εκδικηθείτε την Αθήνα γιατί η πόλη μας δεν φταίει σε τίποτα - οι άρχοντές της είναι οι κυρίως υπεύθυνοι για το χάλι της και την λεηλασία των εσόδων που αντλούν από όλους μας για να την προσέχουν υποτίθεται και σε αυτούς θα λείψετε.

Ίσως έτσι, μετά από μια μαζική άρνηση πληρωμής θα δουν πως δεν υπάρχει τίποτα να αρπάξουν μπορεί να βάλουν μυαλό αλλά με συγχωρείτε, κάτι τέτοιο ούτε στο πιο δροσερό όνειρο μιας καλοκαιριάτικης νύχτας δεν μπορεί να γίνει…

Η ΠΟΛΗ ΜΕ ΤΑ ΑΔΕΙΑ ΣΥΝΤΡΙΒΑΝΙΑ


Καλά όλοι το εμπεδώσαμε πως τα έργα που γίνονται στην Αθήνα είναι μόνο για τα μάτια ή καλύτερα μόνο για να κερδίζουν οι διάφοροι κολλητοί του εκάστοτε δημάρχου εργολάβοι. Τούτο καταδεικνύεται ακόμα μια φορά με τα συντριβάνια που έσπειρε ο Αβραμόπουλος νομίζω και φαντάζομαι πως δεν λειτουργούν σε κανένα σημείο της Αθήνας και το λέω με το δικαίωμα που μου δίνει η σημερινή εικόνα της πλατείας Συντάγματος. Σήμερα δηλαδή που θα έπρεπε πάση θυσία να λειτουργεί υποτυπωδώς έστω το συντριβάνι και να δίνει μια αίσθηση δροσιάς στην έρημη πλατεία, είναι κλειστό όπως βέβαια είναι και κάθε άλλη μέρα.

Το γιατί σίγουρα θα το ξέρει ο δήμαρχος και οι αρμόδιοι του Δήμου αλλά δεν νομίζω πως τους νοιάζει και πολύ. Ούτε και τώρα που πλησιάζουν δημοτικές εκλογές δείχνουν να ενδιαφέρονται για κάποια απλά αλλά ιδιαίτερα σημαντικά πράγματα της πόλης επειδή μας θεωρούν ηλίθιους και είναι βέβαιοι πως θα τους ξαναψηφίσουμε να συνεχίσουν να μας κοροϊδεύουν όπως έμαθαν όλα τα χρόνια…

ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΖΕΣΤΗΣ…


Να πω τώρα πως δεν σας ζηλεύω κάπως και θα ήθελα να ήμουν αντί στην Αθήνα, στη θέση σας κάπου σε μια παραλία ή σε ένα βουνό θα ήταν ψεματάκι. Δεν πειράζει όμως, μου αρέσει πολύ που περνάτε καλά και να ξέρετε θα σύντομα θα έρθει και η δική μας σειρά…

Είχα βάλει από το πρωί στόχο να περπατήσω λίγο την πόλη που πάντα μου άρεσε να είμαι κομμάτι της το καλοκαίρι αλλά σας εξομολογούμαι πως πολύ γρήγορα μαζεύτηκα σπίτι. Όχι βέβαια γιατί δεν μου άρεσε το σκηνικό με την πολλή ζέστη, αλλά γιατί διαπίστωσα για μια άλλη φορά πόσο αδιάφοροι είναι οι άρχοντές της για μας που την κατοικούμε όλο το χρόνο αλλά και για τους αλλοδαπούς που τη διάλεξαν να ζήσουν υποτίθεται καλύτερα καθώς και για τους λίγους τουρίστες που καθώς λένε περιμένουμε πως και πώς να αφήσουν κανένα ευρώ στα άδεια ταμεία μας. Γύρισα λοιπόν ιδρωμένος στο σπίτι και στρώθηκα απέναντι τον ανεμιστήρα να απολαύσω μαζί σας ένα δικτυακό καλοκαιρινό μεσημέρι ανεβάζοντας και σχολιάζοντας λίγες φωτογραφίες από τη σημερινή σοδειά στης δρόμους της Αθήνας όπου όπως ο άνθρωπος στη φωτογραφία όλοι αναζητούν μια σκιά οπουδήποτε…

ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΛΙΕΣ ΤΗΣ ΥΔΡΑΣ

Μικρά σκάφη κάνουν συνεχώς δρομολόγια από το λιμάνι ως τη Λιμνιόνιζα

Όταν λέμε παραλία στην Ύδρα, το μυαλό μας πάει σε μερικά μέτρα αμμουδιάς ανάμεσα στους βράχους, το Μαντράκι, τον Βλυχό, τον Παλαμηδά στα οποία μπορεί κάποιος να κατεβεί μέχρι τη θάλασσα για να δροσιστεί και να κολυμπήσει. Έτσι θεωρούν οι περισσότεροι τις παραλίες του πέτρινου νησιού και λίγοι είναι που γνωρίζουν πως σε όλη την ακτογραμμή της, ανάμεσα και κάτω από τα σκληρά βράχια υπάρχουν ένα σωρό πανέμορφοι μικροί κόλποι με ψιλή άμμο ή λαμπερά βότσαλα.

Μια μικρή αμμουδιά στις ακτές της Ύδρας περιμένει να την ανακαλύψετε


Το κύμα έχει δημιουργήσει ανάμεσα στα βράχια πολλές μικρές αμμουδιές

Μια από αυτές τις ανοιχτές αγκαλιές είναι η Λιμνιόνιζα με το ψιλό χαλίκι και τον εξαιρετικά διάφανο βυθό που θέλγει ιδιαίτερα αυτούς που αγαπούν το κολύμπι, τις καταδύσεις και το υποβρύχιο ψάρεμα. Στη στενή λωρίδα της αμμουδιάς είναι φυσικά φυτεμένη με ομπρέλες από χόρτο, κάτι που δεν τρομάζει το τοπίο, αντιθέτως το συμπληρώνει και παρέχει προστασία από τον ήλιο στους επισκέπτες της που φθάνουν εκεί με τα καραβάκια που εκτελούν δρομολόγια από το λιμάνι της Ύδρας προς όλες τις παραλίες ή με τα πόδια από το κεντρικό μονοπάτι του νησιού.

Ένας δυνατός βράχος μπροστά στη Λιμνιόνιζα σπάει τα δυνατά κύματα

Βεβαίως όμως και δεν είναι παρουσιάζει ενδιαφέρον μόνο η Λιμνιόνιζα στις ακτές της Ύδρας, αλλά κάθε σημείο της και ο περίπλους της πάντα αποτελεί μια ιδιαίτερη απόλαυση.

Η Λιμνιόνιζα με τα κατακάθαρα νερά είναι αγαπημένος προορισμός για όλους