Google+ Badge

Παρασκευή, 26 Νοεμβρίου 2010

ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΖΩΗ ΞΩΜΑΧΟΙ


Ένας στεγνός, γδαρμένος λόφος είναι τα Σφολιανά, ο συνοικισμός της Βούλπης που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το ανοιχτό μουσείο της ζωής των ξωμάχων του Απεραντίου και κατοικείται σήμερα μόνο από το μνημειακό ζευγάρι του Γιαννακού και της Σταθούλας Φούκα, χωρίς την παρουσία των οποίων κι αυτός θα ήταν σωροί ερειπίων.


Νύφη από το Κερασοχώρι, πήγε το 1951 εκεί η Σταθούλα και με και τον αγώνα της εγκαινίασε μια καινούργια εποχή για τα Σφολιανά, χωρίς βεβαίως να παρακούσει τίποτα απ’ όσα η αυστηρή πεθερά της και ο Γιαννακός ήταν μαθημένοι. Με σύμμαχο την υπομονή έσκαψε χωράφια, έφτιαξε μαντριά, φρόντισε κοπάδια και μεγάλωσε τέσσερα παιδιά. Από τότε μέχρι σήμερα, ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει στα Σφολιανά και ο Γιαννακός είναι ο μόνος που μπορεί να καμαρώνει ακόμη πως μπορεί να πλέξει με κλαδιά όχι μόνο τον περίγυρο μιας καλύβας, αλλά και τη σκεπή της με σάλωμα από σίκαλη. Ο ίδιος πάλι μπορεί να φτιάξει και καλύβα με ξύλινη στέγη και τα σανίδια να μην σαπίσουν ποτέ! Αυτό όμως που αποτελεί τον προσωπικό θρίαμβό της Σταθούλας και ποτέ δεν κουράζεται να το επαναλαμβάνει, είναι ότι ή ίδια διάλεξε από το ρέμα και κουβάλησε τις πέτρες και μ’ αυτές έστρωσε το αλώνι τους που εδώ και 15 χρόνια γέμιζε άκρη – άκρη από τη σοδειά τους.

Θα ήθελαν πολύ να σπείρουν, να θερίσουν και να αλωνίσουν πάλι οι Φουκαίοι, αλλά γι’ αυτούς πάει, έγειρε η ζωή, στέρεψαν οι αντοχές τους. Το μόνο που τους μένει πλέον είναι αγναντεύουν όλη την ημέρα τον έρημο τόπο γύρω τους και να περιμένουν τα παιδιά τους - ο Νίκος μάλιστα που είναι αστυνομικός στην κοντινή Γρανίτσα έχει διαρκώς το νου του στα Σφολιανά ενώ με τα υπόλοιπα, καθώς έρχεται το Πάσχα πλησιάζει και η στιγμή που θα ανταμώσουν όλοι μαζί και θα γιορτάσουν άλλη μια φορά κι εφέτος στη γη τους.

ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ


Το καλοκαίρι που έρχεται ο μπάρμπα Λάμπρος Κοντογούνης, το σύμβολο των Αγράφων όπως έχει εξελιχθεί ο πλέον φωτογραφημένος άνθρωπος όλης της περιοχής, θα μετρήσει εξήντα ένα συναπτά έτη λειτουργίας του περίφημου χανιού, που πρωτολειτούργησε ο πατέρας του Γιώργος με τη μάνα του Σάββα το 1937 στον παραποτάμιο οικισμό του Μαράθου, Βαρβαριάδα.

Το καλοκαίρι του 1950 που η οικογένεια επέστρεψε από το Αγρίνιο όπου τους υποχρέωσαν να καταφύγουν ως ανταρτόπληκτοι, ο Γιώργος Κοντογούνης έβαλε για πρώτη φορά μπρίκι στη φωτιά και έτσι εγκαινίασε μια εποχή στην οποία το χάνι έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στην επικοινωνία των Αγραφιωτών με τον έξω κόσμο. Αφορμή για το τεράστιο αυτό γεγονός στην τοπική ιστορία, υπήρξε η κατασκευή της σιδερένιας γέφυρας στον ποταμό και η κάλυψη των αναγκών του συνεργείου.

Μέχρι το 1980 που πέρασε ο δρόμος για τα απομακρυσμένα χωριά, το χάνι όντως υπήρξε το σημείο όπου πέρασαν έστω μια νύχτα της ζωής τους όλοι οι Αγραφιώτες, έφαγαν ένα πιάτο ζεστό φαί, ήπιαν ένα τσίπουρο, στέγνωσαν στη σόμπα και χόρεψαν ολόκληρες νύχτες με το βιολί του Γυφταντρέα. Κατόπιν άλλαξαν τα πράγματα, σταμάτησαν οι διανυκτερεύσεις αλλά όλοι οι περαστικοί σταματούσαν για λίγο και έκαναν κίνηση στο μαγαζί το οποίο λειτούργησε υποδειγματικά μέχρι το θάνατο της γυναίκας του Μαρίας πριν από επτά χρόνια, ο μπάρμπα Λάμπρος.

Η απουσία της όμως από εκεί και πέρα, τον σημάδεψε βαθιά και σιγά – σιγά παραιτήθηκε από την εξυπηρέτηση των περαστικών και περιορίστηκε στα απολύτως αναγκαία, όσο φτάνει δηλαδή για να δικαιολογεί την παρουσία του εκεί και να ανοίγει την πόρτα του ένδοξου μαγαζιού που τα σημάδια του χρόνου και της εγκατάλειψης είναι πλέον εμφανή. Το γεγονός δεν απασχολεί κανέναν, καθώς το ζητούμενο για όλους είναι μια καλημέρα στο γέροντα που οι αφηγήσεις του για πρόσωπα, πράγματα και γεγονότα των Αγράφων αποτελούν θησαυρό ιστορίας.

Έτσι λοιπόν, δεν υπάρχει κανένας που να μη κάνει στάση μπροστά στο χάνι και σαν δει κλειστή την πόρτα, θα πατήσει την κόρνα μήπως και ξεμυτίσει από πουθενά ο μπάρμπα Λάμπρος να τον χαιρετήσει. Το κόλπο το έμαθαν και οι καινούργιοι κι έτσι δεν περνάει στιγμή που να μην είναι σταματημένο ένα αυτοκίνητο μπροστά στο χάνι και σήμερα ειδικά, που λόγω Πάσχα θα περάσουν όλοι οι Αγραφιώτες να πάνε στα χωριά τους να γιορτάσουν την Ανάσταση, ο μπάρμπα Λάμπρος θα μετρήσει άλλη μια φορά το ψυχομάνι που κάποτε θεωρούσε τη Βαρβαριάδα τα σύνορα ενός άλλου κόσμου τον οποίο, αφού τον γνώρισαν και το γεύτηκαν, τότε μπόρεσαν να εκτιμήσουν τον τόπο που παράτησαν και τον ανακαλύπτουν τώρα που έσβησε…

- Το κείμενο για τον μπάρμπα Λάμπρο δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό EXPLORE NATURE της εφημερίδας Έθνος, το οποίο και αυτό έκλεισε λόγω της οικονομικής κρίσης, τον Απρίλιο του 2009.

Δευτέρα, 22 Νοεμβρίου 2010

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ

Ο Χαράλαμπος και η Αθανασία Γαλανού στο μύλο της Φραγκίστας

Το τόπο τον αλλάζουν μέσα στο χρόνο μόνο οι δυνάμεις της φύσης ενώ τους ανθρώπους και τις κοινωνίες που τον κατοικούν, οι αλλαγές της ιστορίας που τους υποχρεώνουν για ζήσουν να προσαρμοστούν ανάλογα με τις περιστάσεις. Έτσι η τεχνολογική εξέλιξη όπως εκφράστηκε κατά τον τελευταίο αιώνα, άφησε πίσω τις πρακτικές του παλαιού κόσμου και κυρίως τα επαγγέλματα, τον τρόπο δηλαδή με τον οποίο παρήγαγαν και επεξεργάζονταν οι άνθρωποι τα αγαθά σε κάθε γωνιά του κόσμου και τις υπηρεσίες που παρείχαν μέσα σε αυτές τις παραδοσιακές συνθήκες και βεβαίως στην Ευρυτανία και όλη την ορεινή Ελλάδα.

Ο Γιώργος Φλέγκας στο σιδηρουργείο του στη Δυτική Φραγκίστα

Από εκείνο τον παραδοσιακό κόσμο που όντως καθυστέρησε πολύ να υποχωρήσει μπροστά στο καινούργιο και αποτελεί σήμερα τεράστιο πεδίο έρευνας όχι μόνο για τη λαογραφία ως πιστεύεται αλλά και για τις ανθρωπιστικές έρευνες και επιστήμες, ελάχιστοι άνθρωποι έχουν μείνει να τον εκπροσωπούν. Αυτοί γεφυρώνουν ακόμη με τη φυσική παρουσία, τη μνήμη και την πείρα τους το σήμερα με το πολύ κοντινό χθες ενώ ακόμα πιο λιγότεροι είναι εκείνοι που δουλεύουν με αυτό τον παλιό τρόπο και αποτελούν συνήθως αξιοθέατο παρά όπως θα έπρεπε υπόδειγμα για την ήπια διαχείριση του περιβάλλοντος, την οικονομία στις πρώτες ύλες, την αντοχή και την ποιότητα των προϊόντων και τη διαύγεια της διάθεσης.

Ο Κώστας Κακαβίτσας στο αμπέλι του δίπλα από τη λίμνη

Ορισμένους απ’ αυτούς τους ανθρώπους θα γνωρίσουμε μέσα από το λόγο τους και φωτογραφίες που θα παρουσιάσει ο δημοσιογράφος Ηλίας Προβόπουλος στην εκδήλωση που συνδιοργανώνουν ο Σύλλογος Eυρυτάνων Eπαρχίας Λιβαδειάς «TA AΓPAΦA» και η Nομαρχιακή Aυτοδικοίκηση Bοιωτίας το Σάββατο 27 Νοεμβρίου, στις 20.00 στο ξενοδοχείο «Ερατώ» στη Λιβαδιά. (Πληροφορίες στο τηλέφωνο 6977683299).

Ο Βαγγέλης Βασιλόπουλος από την Επισκοπή με ένα πέτρινο τρίφτη για τις ελιές

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ «ΤΕΙΧΟΣ» ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΩΡΙΖΕΙ…


Μπορεί η δυνατή βροχή που έπεσε το απόγευμα να τρόμαξε και να μούσκεψε λίγο τους διαδηλωτές της σημερινής πορείας για την 37η επέτειο του Πολυτεχνείου, αλλά εκείνο που ακινητοποίησε κάποιους για αρκετή ώρα ήταν οι ροπαλοφόροι του ΠΑΜΕ…


Τούτο έγινε στη διαγώνιο από τη γωνία της Βουλής μέχρι την απέναντι στο ξενοδοχείο «Μεγάλη Βρετανία» όπου το ΠΑΜΕ παρέταξε σε διπλή σειρά μάλιστα τα πιο ρωμαλέα μέλη του με τα γνωστά ρόπαλα που έχουν στην κορυφή τους μια κόκκινη σημαία για να εμποδίσουν οποιουσδήποτε άλλους διαδηλωτές να περάσουν στο δρόμο που πορεύονταν συντεταγμένοι οι δικοί του που κατέφθαναν από την πλευρά της Πανεπιστημίου.


Στο «τείχος» των κόκκινων ροπαλοφόρων σκόνταψε πρώτη η αντιπροσωπεία του «Συνδέσμου Φυλακισθέντων και εξορισθέντων αντιστασιακών 1967 – 1974» που προπορεύονταν των μπλοκ των όλων των πλην ΠΑΜΕ διαδηλωτών και έμειναν εκεί να περιμένουν μέχρι να περάσει όλο το ΠΑΜΕ . Κάποιοι πήγαν να διαμαρτυρηθούν αλλά κανένας δεν έδειχνε να τους ακούει και όλοι κοίταζαν αμήχανα προς τον ουρανό. Κάποιοι πάλι από τους άλλους φώναξαν διάφορα συνθήματα και πήραν απάντηση στο γνωστό ύφος που χαρακτηρίζει την ΚΝΕ. Προς στιγμή φάνηκε πως άναβαν τα αίματα αλλά ποιος τώρα λογικός θα ήθελε να δοκιμάσει κόκκινες ροπαλιές στην πλάτη και στο κεφάλι του.


Κι έτσι, μόλις πέρασαν όλα τα μπλοκ του ΠΑΜΕ, συντεταγμένοι οι ροπαλοφόροι έκαναν επιτόπου μεταβολή και με αυστηρό, βιαστικό βηματισμό πήγαν να προλάβουν την ουρά της πορείας τους κι έτσι μπόρεσαν οι άλλοι να βαδίσουν τη Βασιλίσσης Σοφίας και να κατευθυνθούν προς την Αμερικανική Πρεβεία για τα υπόλοιπα γνωστά…

Παρασκευή, 12 Νοεμβρίου 2010

ΤΑ ΝΕΡΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥΣ…


Από τις ειδήσεις έμαθα πως βρέχει δυνατά στην Αθήνα αλλά όπως γνωρίζω είναι ένα φαινόμενο το οποίο καταλαβαίνουμε από τις ομπρέλες που πουλάνε παντού οι αλλοδαποί, από το μποτιλιάρισμα των αυτοκινήτων στους δρόμους που γίνονται ρέματα και τα φραγμένα φρεάτια και τα σκουπίδια που τρέχουν μαζί με τα νερά προς το Σαρωνικό.

Είναι εικόνες που ούτε θέλουμε να βλέπουμε αλλά όπως και να έχει είναι πια κομμάτι της πόλης που ζούμε και βεβαίως τη μεγάλη ευθύνη την φέρουν οι άρχοντές της, αυτούς που καλούμαστε να επιλέξουμε δια της ψήφου μας μεθαύριο Κυριακή στις επαναληπτικές εκλογές οπότε έχουμε κι εμείς ένα λόγο και φυσικά το αναλογούν μερίδιο ευθύνης.

Είναι κι εδώ ο καιρός βροχερός σήμερα αλλά δεν συμβαίνει το προχθεσινό κακό με τις πλημμύρες και τον αέρα. Κατεβάζουν κι εδώ τα ρέματα νερά αλλά αυτός είναι ο δρόμος τους προς τα μεγάλα ποτάμια και τη θάλασσα και βεβαίως παρασύρουν λίγα σκουπίδια αλλά αυτά δεν είναι δα και μεγάλος σωρός που φράζει τις διόδους των νερών.

Ακόμη και ο μέγιστος Αχελώος (στη φωτογραφία η όμορφη γέφυρα της Τέμπλας την επομένη της μεγάλης βροχής) φούσκωσε τόσο που τα λασπωμένα νερά του έγλειψαν τις άκρες των χωραφιών. Καθώς μάζεψε όλα τα νερά της βροχής από τα βουνά της Πίνδου και των Αγράφων να τα βγάλει κάτω στη θάλασσα του Μεσολογγίου, ο ύπατος των ελληνικών ποταμών με την ευκαιρία θύμισε στους ανθρώπους ακόμα μια φορά τη δύναμή του και άφησε να εννοηθεί πως δεν έχει ξεχάσει τις αποκοτιές που έχουν κάνει με τα λογής φράγματα στο διάβα του και κάποια μέρα θα τα πάρει μαζί του σαν σκουπίδια στο πέλαγος…

Το ίδιο δε, δεν αποκλείεται να κάνουν και τα νερά του Λυκαββητού ή των ξεχασμένων και ταπεινωμένων ποταμών της Αττικής και πάρουν όλη την πόλη μια μέρα στην αγκαλιά τους και την αδειάσουν στο Σαρωνικό για να ξεπλυθούν οι αμαρτίες όλων των γενεών που μόλυναν αυτό τον θεϊκό τόπο μετατρέποντάς τον σε χωματερή…

Κυριακή, 7 Νοεμβρίου 2010

ΠΟΡΤΕΣ ΠΟΥ ΔΙΑΒΗΚΑΜΕ…


Τα χρόνια πάνω – κάτω που απέκτησα το δικαίωμα του εκλέγειν – ενηλικιώθηκα δηλαδή και από εκεί πέρα η ζωή ήταν υποτίθεται στα χέρια μου, έκλεισε και το δημοτικό σχολείο του χωριού μου και από τότε και πέρα το επισκεπτόμουν μόνο κάθε φορά που λειτουργούσε ως εκλογικό τμήμα της Κοινότητας Μεγάλης Κάψης Φθιώτιδας.

Το σχολείο ήταν πέτρινο, της σειράς «Συγγρού» που στις αρχές του περασμένου αιώνα στόλισε πολλά χωριά της Ελλάδας και ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο κτίριο μετά την εκκλησία της Αγίας Τριάδας στο χωριό – τα μόνα που γλύτωσαν από τη φωτιά που έβαλαν οι Γερμανοί ανήμερα της Παναγίας το 1944- και τελευταία ανακαινίστηκε και έτσι θα έχει μερικά χρόνια ζωής ακόμα μπροστά του. Σημειωτέον, κατά την περίοδο της Αντίστασης λειτούργησε ως αναρρωτήριο και τα υπόστεγά του ως μαγειρεία των ανταρτών.

Φυσικά ως ανακαινισμένο κτίριο δεν πρόκειται να στεγάσει τίποτα, ούτε ως εκλογικό κέντρο δεν λειτουργεί πλέον ενώ φαίνεται ιδιαίτερα χλωμό να αξιοποιηθεί από το νέο Δήμο Μακρακώμης. Έτσι το πλέον βέβαιο είναι πως σε μερικά χρόνια καθώς θα ακολουθήσει τη μοίρα των έρημων κτηρίων που δεν τα ζεσταίνει καμιά ανάσα ανθρώπων,θα αρχίσει να καταρρέει πάλι και τότε είναι πολύ πιθανόν να μην βρεθούν τα σχετικά κονδύλια που θα απαιτηθούν να μείνει όρθιο. Πολύ πιθανό είναι επίσης να μη υπάρχει κανένας εν ζωή απ’ όσους κάθισαν στα θρανία του και όσοι θα γνωρίζουν κάτι θα είναι από τις αφηγήσεις των παλαιότερων.

Η σιδερένια πόρτα που βλέπουμε στη φωτογραφία στη μέση του τοίχου με τους κισσούς είναι αρκετά νεώτερη και αντικατέστησε το 1970 μια βαριά ξύλινη που είχε σαπίσει –το ίδιο έγινε και με τα μεγάλα παράθυρα στην ανατολική του πλευρά- και διατηρεί ακόμα το ίδιο χρώμα γιατί απλά δεν λειτουργούσε και κανένας δεν το σκέφτονταν.

Αυτή την πόρτα διάβαινα επί έξι χρόνια (και πρωί και απόγευμα τότε) και πέρασα με άριστα όλες τις τάξεις και το ίδιο άριστα πήρα και το απολυτήριό μου. Εν ολίγοις, αυτή ήταν η πρώτη μετά του σπιτιού μου μεγάλη πόρτα διάβηκα στη ζωή και τη θεωρώ την πιο σπουδαία και από πολλές άλλες που ακολούθησαν κι ας ήταν μεγαλύτερες.

Συχνά-πυκνά σκέφτομαι πως αν την σπρώξω κάποια μέρα θα ξαναβρεθώ πίσω στην εποχή που πήγαινα σχολείο αλλά εκείνο που με θέλγει περισσότερο είναι να γίνει κάπως και να την ανοίξω πάλι με ένα απολυτήριο των πέντε τώρα στο χέρι και να ξανοιχτώ στη ζωή πάλι από την αρχή αλλά η εποχή των θαυμάτων έχει φαίνεται οριστικά απέλθει στο επέκεινα...

Δευτέρα, 1 Νοεμβρίου 2010

ΤΟ ΝΟΥ ΜΑΣ ΣΤΟΥΣ ΣΠΟΥΡΓΙΤΕΣ….


Τούτος ο μικρός αρσενικός σπουργίτης είναι από την τελευταία φωλιά που έκαναν οι γονείς του σε κάποια τρύπα στους τοίχους του «Ευαγγελισμού». Τον είδα μόλις προχθές να δοκιμάζει τα φτερά του στο μικρό εσωτερικό παρκάκι του ιδρύματος και φυσικά να ψάχνει τροφή στις πλάκες και γύρω από τα παγκάκια όπου οι επισκέπτες και όσοι περιμένουν το γιατρό και τρώνε διάφορα πράγματα που αγοράζουν από το παρακείμενο κυλικείο.

Ως τελευταίος της σποράς του γένους των σπουργιτών για φέτος ο σπουργιτάκος μας, ασφαλώς δεν έχει προλάβει να μάθει πολλά – πολλά για τη ζωή και σίγουρα νοιώθει κάπως φοβισμένα καθώς διαισθάνεται να πλησιάζει ο χειμώνας οποίος πλήττει αδιακρίτως τους πάντες και τα πάντα και πολλές φορές μάλιστα αποβαίνει μοιραίος για ορισμένα είδη, είτε πρόκειται για άγουρους σπουργίτες, είτε για άστεγους ανθρώπους – ακόμα και τα βρωμερά περιστέρια καμιά φορά γίνονται θύματά του όπως και κάποια δέντρα επίσης από τον πάγο.

Φέτος ειδικά που τα πράγματα έχουν στενέψει πάρα πολύ για όλους τους ανθρώπους ανεξάρτητα αν αυτοί έχουν στέγη ή όχι και η ιδέα ενός ισχυρού κύματος ψύχους που θα σαρώσει την πόλη πολλούς απελπίζει, ο νους μας -σήμερα που μπαίνει χλιαρός κάπως ο Νοέμβριος που ανοίγει όμως την πόρτα στους σκληρούς επόμενους μήνες- ας μοιραστεί το ίδιο τόσο στους πραγματικούς σπουργίτες όσο και σε όλους τους συμπολίτες μας που ζουν αληθινά σαν σπουργίτες στις πλατείες και τα πεζοδρόμια και δεν έχουν ούτε φωλιά να χωθούν να ζεσταθούν αλλά ούτε και παγκάκι να βρουν από κάτω έστω λίγα ψίχουλα να ζήσουν...