Google+ Badge

Κυριακή, 20 Μαρτίου 2011

ΤΟ «ΕΙΔΙΚΟ ΒΑΡΟΣ» ΕΝΟΣ ΚΟΤΣΥΦΑ


Τα κοτσύφια, όπως θα έχετε διαπιστώσει όσοι διαβάζετε τα γραφόμενά μου, είναι ένα είδος του φτερωτού κόσμου που αγαπώ πολύ και παρακολουθώ συστηματικά, είτε αυτά τα βλέπω στα βουνά, είτε στην πόλη. Σκέπτομαι δε κάποια στιγμή να συγκεντρώσω αυτά τα μικρά κείμενα γι’ αυτά σε ένα τόμο για να μη χαθούν στα χαρτιά και στο δίκτυο…

Στην Κρήτη όπου ζω τον τελευταίο καιρό λόγω του χειμώνα έχουν κατέβει στα χαμηλά, στους ελαιώνες όπου βρίσκουν άφθονη τροφή και είναι κάπως ήρεμα επειδή εδώ το κυνήγι δεν είναι τόσο διαδομένο όσο στην Άρτα και στα Άγραφα. Έτσι τα βλέπω να έρχονται άφοβα στα δέντρα του κήπου του σπιτιού στην Χερσόνησο και να τσιμπολογάνε τους καρπούς από τις δάφνες, τις ελιές και τα φρέσκα χαρούπια και τα βλαστάρια από τις γλάστρες των μπαλκονιών.

Το ίδιο φαντάστηκα πως θα συμβαίνει και στην πόλη, στο Ηράκλειο και δεν γελάστηκα. Επιβεβαιώθηκα δε προχθές, σαν περπατώντας στον κεντρικό δρόμο, λίγα μέτρα από τα περίφημα «Λιοντάρια», είδα ένα λεπτοκαμωμένο κότσυφα να είναι αναμεμειγμένος σε μια ομάδα αθλίων περιστεριών και να τσιμπολογά και αυτός κάτι ψίχουλα από τις πλάκες.

Εξαιρετικά τολμηρός ο τύπος με την κεχριμπαρένια μύτη, σαν κατάλαβε πως έγινε στόχος του φακού μου, πέταξε από το δρόμο και κάθισε στα κλαδιά μιας ασθενικής χαρουπιάς. Τον πλησίασα και είδα πως ήταν κάπως διστακτικός να απομακρυνθεί από το δρόμο λόγω του φαγητού, αλλά κάποια στιγμή, ξαφνικά πέταξε προς ένα χώρο πίσω από τα κτίρια. Τον ακολούθησα στοχεύοντάς τον και τον πρόλαβα να κάθεται πάνω σε ένα καλώδιο που είχε λυγίσει υπερβολικά από το βάρος του…

Εκεί, μέσα στα λίγα δευτερόλεπτα που μου έκανε τη χάρη να ποζάρει, κατάλαβα πως τα κοτσύφια της Κρήτης είναι πολύ διαφορετικά απ’ όπου αλλού τόσο σε κομψότητα, όσο και σε «ειδικό βάρος», ποιητικό το είπα εκείνη τη στιγμή και γι’ αυτό τον διάλεξα σήμερα, ημέρα της ποίησης απ’ ότι κατάλαβα να τον κρεμάσω στη σελίδα μου να τον γνωρίσετε…

ΗΡΑΚΛΕΙΟ, 20032011