Google+ Badge

Σάββατο, 7 Μαΐου 2011

ΜΕ ΤΟΥΣ ΨΑΡΑΔΕΣ ΤΟΥ ΑΗ ΣΤΡΑΤΗ

Ο Σπύρος Γιάννος στο τιμόνι του «Αγαπητού»

Ο Σπύρος Γιάννος με τον γιο του Αγαπητό πάνω στο καίκι τους τον «Αγαπητό»

Γιος του ψαρά Δημήτρη Γιάννου, ο Σπύρος Γιάννος (1930) ήταν μόλις πέντε χρονών όταν καμάκωσε το πρώτο του χταπόδι στον όρμο του Αϊ Στράτη και από τότε μέχρι σήμερα, είναι μετρημένες οι μέρες που βρέθηκε μακριά από τη θάλασσα την οποία παλεύει ακόμα – με τις πράξεις του και βεβαίως με την πείρα που έχει αποκτήσει όλα αυτά τα χρόνια θεωρείται ο δάσκαλος της ψαρωσύνης στο νησί του.

Από τότε μέχρι σήμερα βέβαια τα πράγματα έχουν αλλάξει πολύ αλλά για τον Σπύρο ένα πράγμα έχει σημασία. Πως η οικογένειά του τίμησε τη θάλασσα με το παραπάνω κι αυτή τους το ανταπέδωσε με προκοπή που περνάει από τη μια γενιά στην άλλη.

Ο πατέρας του Σπύρου για την εποχή του ήταν επαγγελματίας, είχε μια βάρκα τεσσάρων μέτρων, που κινούνταν με τέσσερα κουπιά και πανί την οποία την πήρε από ένα γρι – γρί, την επισκεύασε ο ίδιος και της έδωσε το όνομα «Αθηνά» για μια κόρη του σε και με την οποία ψάρευε και πηγαινοέφερνε τον κόσμο άμα έφτανε το μεγάλο πλοίο στο νησί.

Δίχτυα τότε δεν μπορούσε να αγοράσει γιατί δεν έβγαζε χρήματα και αυτά που χρησιμοποιούσαν τα έφτιαχναν μόνοι τους με νήμα που έπλεκαν όταν ευκαιρούσαν, ακόμα και τη νύχτα, συνήθως με μάτι 20 χιλιοστών για ψιλά ψάρια που μπορούσαν να πουλήσουν στο νησί. Για να μην φθείρονται δε τα κουπιά, έβαζαν στις σαλαμάστρες ένα πετσί και το άλειφαν με λίπος από τα ζωντανά τους. Στο νησί τότε δεν υπήρχε καρνάγιο και γι’ αυτό ο πατέρας του Σπύρου είχε τα χρειαζούμενα εργαλεία και άμα χρειάζονταν την επισκεύαζε μόνος του. Κάθε εξάμηνο την έβγαζε έξω από το νερό, την έξυνε, την έκαιγεμε καμινέτο, μετά την περνούσε με μίνιο και λάδι και κατόπιν την έβαφε με διάφορα χρώματα.

Ο πατέρας του Σπύρου και οι άλλοι της γενιάς του ήταν από τους πρώτους που έκαναν επάγγελμα το ψάρεμα με βάρκα. Οι προηγούμενοι από αυτούς ψάρευαν από την ακτή με καλάμι και καθώς τότε η θάλασσα ήταν γεμάτη από λογής ψάρια, με λίγη άρμη για δόλωμα κατάφερναν και γυρνούσαν στο σπίτι με μια καλή ψαριά ο καθένας που προορίζονταν αποκλειστικά για την κατανάλωση στο σπίτι ή ήταν είδος ανταλλαγής με άλλα προϊόντα. Από εκείνη τη γενιά εκτός από τον Δημήτρη Γιάννο, ξεχώρισαν οι Μιχάλης Ιατρού με τη βάρκα «Μακρούσα», ο Παύλος Χαράκος με τη «Μαρία», ο Δημοσθένης Κουτσουρίδης με την «Ευτέρπη» και ο Νίκος Κατσικογιάννης ο οποίος παράλληλα με το καφενείο είδε πως η θάλασσα έχει μέλλον και έφτιαξε την «Αγία Ειρήνη» στο Πέραμα και μπήκε στο ψάρεμα. Ο εξοπλισμός τους εκείνη την εποχή ήταν κυρίως παραγάδια και λίγα χειροποίητα δίχτυα και με αυτά πάλευαν να τα βγάλουν πέρα.


Το λιμάνι του Αη Στράτη

 
Τα πράγματα για το νησί και για τον Σπύρο άλλαξαν μετά από τον πόλεμο. Αφού έκανε το στρατιωτικό του, αποφασίζει να ασχοληθεί αποκλειστικά με το ψάρεμα και αγοράζει από το Νίκο Κατσικογιάννη την «Αγία Ειρήνη», μια βάρκα 6,5 μέτρα με μηχανή «Αξελού», την οποία πέταξε αμέσως και έβαλε μια «Παπαθανάση» ου ήταν καλύτερη. Ήταν μια εποχή που εκτός από τους παλιούς μπαίνουν στο ψάρεμα ο Γιώργος Κατσουρίδης και ο Γιώργος Ζερβός ο οποίος ακολουθεί το παράδειγμα του Νίκου Κατσικογιάννη και κάνει και αυτός ένα καίκι, τον «Άγιο Κωνσταντίνο» και μπαίνει κι αυτός στη μαναβική. Το γεγονός ότι τη δεκαετία του 1950 δραστηριοποιούνται δυο μανάβηδες στο νησί, δηλώνει πως χάρη στα νέα εργαλεία ανοίγουν οι δουλειές και αρχίζει το εμπόριο ψαριών προς τη Λήμνο και την Αθήνα.

Ο Σπύρος Γιάννος δεν ξεχνάει τα καίκια που δούλεψε. Στη φωτογραφίες ο «Αγιος Νικόλαος» σε παλιότερες στιγμές.

Ο Σπύρος μπαίνει με κέφι στη δουλειά χωρίς τον πατέρα που αποσύρεται αλλά παίρνει μαζί τα αδέρφια του, τον Κλεάνθη και τον Χαράλαμπο. Μόλις φτιάχνει το καίκι, ο Κλεάνθης φεύγει να δουλέψει στα πλοία με τα κατεψυγμένα και δεν ξαναγύρισε και ο Σπύρος έμεινε με το Χαράλαμπο στον οποίο αφήνει το καίκι κι αυτός παρασυρμένος από τις σειρήνες της μετανάστευσης και πηγαίνει για να βγάλει περισσότερα λεφτά στο βελγικό Κογκό. Εκεί ψάρεψε για κάνα χρόνο στη λίμνη Αλμπέρτα αλλά λόγω της έκρυθμης κατάστασης που προέκυψε από την επανάσταση κατά των αποικιοκρατών επιστρέφει στο νησί του, παντρεύεται τη Μαρίκα Καιρού και αφοσιώνεται οριστικά πλέον στο ψάρεμα.

Το καίκι «Ειρήνη» που είχε αφήσει στον Χαράλαμπο το βρίσκει σχεδόν διαλυμένο, το πουλάει στη Λήμνο και παραγγέλνει ένα άλλο σκάφος 8 μέτρα, τον «‘Αγιο Νικόλαο» με μηχανή «Παπαθανάση» και με μόνο κεφάλαιο την όρεξη για δουλειά και τις οικονομίες που έκανε φτιάχνει πολλά εργαλεία. Στο μεταξύ βλέπει τις δουλειές να ανοίγουν και πουλάει σενιαρισμένο όμως και με καινούργια μηχανή, τον «Άγιο Νικόλαο» και παραγγέλνει αμέσως ένα καινούργιο στον καραβομαραγκό Κώστα Σχοινά στο Κρανίδι ένα τρεχαντήρι 10 μέτρα και του βάζει μια πενηντάρα Στάγιερ εξακύλινδρη. Και αυτό το καίκι το ονομάζει «Άγιο Νικόλαο» και με το οποίο φτάνει για ψάρεμα μέχρι τον περίφημο πάγκο. Μαζί του παίρνει για βοηθούς τον Δημήτρη Καιρό και τον κουνιάδο του Αριστείδη Καιρό.

Οι δυσκολίες όμως είχε το χειμώνα με αυτό το μεγάλο σκάφος να παραμένει αργό στην αμμουδιά και φυσικά με τα πληρώματα που του κόστιζαν το μισή ψαριά το καλοκαίρι, τον ανάγκασαν το 1982 να το πουλήσει σε ένα αμερικάνο στη Λήμνο. Με εκείνα τα λεφτά παραγγέλνει αμέσως ένα άλλο όπως το ήθελε πλατύ για να βάζει τα εργαλεία του στον Γιώργο Μπαρδάκα στη Λήμνο στο οποίο έβαλε μια μηχανή Isuzu και το ονόμασε «Αγαπητός» για το γιό του που ήδη είχε αρχίσει να ακολουθεί την τέχνη του και το δουλεύει πολλά χρόνια με τον Δημήτρη Καιρό και σαν έφτασε η ώρα να αναλάβει ο γιος του συνέχισαν μαζί μέχρι που πήρε σύνταξη αλλά ποτέ δεν έχει παρατήσει τη θάλασσα.

Ο Σπύρος Γιάννος με τον γιο του Αγαπητό πάνω στο καίκι τους τον «Αγαπητό»

Με τον «Αγαπητό» ο Σπύρος ψάρεψε γύρω απ’ όλο το νησί ως τον Πάγκο, μια δύσκολη όντως θάλασσα αλλά όπως λέει αυτός, «άμα ξέρεις τη δουλειά, τίποτα δεν δυσκολεύει. Άμα υπολογίζεις τον καιρό και δεις αν σε παίρνει να πάς ως εκεί γιατί είναι 20 μίλια το πήγαινε και άλλα είκοσι το έλα και μπορεί να σε βρει κανένα μπουρίνι. Εμείς πηγαίναμε εκεί τον Απρίλη – Μάη που είναι και καλοί καιροί και γυρίζαμε με 100 κιλά ψάρια!». Και γύρω στο νησί όμως είχε πολλά ψάρια εκείνα τα χρόνια. Έριχναν τα δίχτυα και τα ανέβαζαν με 30 – 40 κιλά αστακούς τους οποίους έδιναν για 20 έως 25 δραχμές στο μανάβη ενώ τώρα έχουν ξεπεράσει τα 25 ευρώ.

Ο Σπύρος δεν έκανε ποτέ επιλογή στο ψάρεμα, είχε απ’ όλα τα εργαλεία και κάθε εποχή δούλευε εκείνα που είχαν περισσότερη απόδοση. Τον Απριλομάη έβαζε μόνο παραγάδια και μπαρμπουνόδιχτα, το Μάη πήγαινε για μελανούρια στα οποία έχει μεγάλη επιτυχία. Το καλοκαίρι έβαζε δίχτυα για αστακούς και τον Σεπτέμβρη για μπαρμπούνια ενώ το χειμώνα συνέχιζε πάλι με παραγάδια κι έτσι είχε εισόδημα όλο το χρόνο.

Γύρω από τον Αϊ Στράτη, ο Σπύρος δεν έχει κάποιο μέρος που να του αρέσει καλύτερα για ψάρεμα. Γνωρίζει κάθε σημείο του τόπου και μπορεί να πάει όπως λέει χαρακτηριστικά και με κλειστά τα μάτια. Μακρύτερα από το νησί του δεν έχει πάει ποτέ εκτός από λίγους μήνες στην περίοδο των σεισμών που ήταν και τα παιδιά μικρά και δεν μπορούσαν να ζήσουν κάτω από τις σκηνές πήγε στη Λήμνο και συνεταιρίστηκε τότε με τον Γιάννο Σαγιάνο.

Το λιμάνι του Αϊ Στράτη

Τόσα χρόνια στη θάλασσα ο Σπύρος είδε πράγματα και θαύματα. Εκείνο που θυμάται πάντα είναι μια τούνα 300 κιλών που έπιασε το 1975 με δόλωμα ένα μουγκρί. Με αρκετή δυσκολία κατάφεραν και έβγαλαν το μεγάλο ψάρι στην αμμουδιά και το έδωσε στο μανάβη στην απίθανη τιμή των 100 δραχμών το κιλό! Με τις τούνες δεν ασχολήθηκε πάλι, ούτε με τα άλλα μεγάλα ψάρια και μόνο σαν πιάνονταν στα δίχτυα του έβγαζε κανένα σκυλόψαρο.

Δεν ήταν όμως πάντα ευχάριστα τα πράγματα στη θάλασσα και δεν θα ξεχάσει ποτέ πως δυο φορές τον πήρε τον έπιασε το μπουρίνι και κινδύνεψε να χαθεί. Τη μια φορά τον έβγαλε από τον Πάγκο στο Πιπέρι, κοντά στην Αλόννησο και την άλλη, στο πρώτο μάλιστα ταξίδι με τον «Αγαπητό» δυο μέρες γυρνούσε χωρίς πυξίδα στο Βόρειο Αιγαίο και είχε μαζί του τον μικρό Αγαπητό.

Ο Σπύρος έχει βγει εδώ και αρκετά χρόνια στη σύνταξη και τον «Αγαπητό» τον παρέδωσε στο γιο του Αγαπητό που συνεχίζει επάξια την οικογενειακή παράδοση στη θάλασσα και αυτός ετοιμάζει καθημερινά τα δίχτυα και τα παραγάδια έξω στο λιμάνι και λέει ιστορίες που έχει ακούσει και για όσα έχει ζήσει στη θάλασσα και στο ψάρεμα.