Google+ Badge

Κυριακή, 30 Οκτωβρίου 2011

ΤΟ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΕΛΑΤΑ



Το θυμάμαι όλα μου τα χρόνια να εκεί· στον πάτο του μεγάλου ξέφωτου στη βορεινή άκρη του χωριού που λειτουργούσε και ως αλώνι για τον Λάκκο μαχαλά όπως έλεγαν οι χωριανοί τη γειτονιά, δίπλα από την αλογόστρατα (το μεγάλο, φαρδύ μονοπάτι δηλαδή) που οδηγούσε από το χωριό μέσω του αυχένα της Λελούδας στο Μαυρίλο, το Νεοχώρι και μετά στα χωριά της Ευρυτανίας και τον κάμπο της Καρδίτσας από την κορυφογραμμή Ζαχαράκη.

Το ποιος το έχτισε, είναι σχεδόν άγνωστο για τους σημερινούς συγχωριανούς αλλά είναι βέβαιο πώς ο μάστορας ήταν ένας από τους Καψιώτες γιατί πολλοί φημίζονταν για την τέχνη τους σε όλη τη Ρούμελη και τη Θεσσαλία. Άγνωστος επίσης είναι και ο λόγος για τον οποίο υψώθηκε εκεί ενώ μπορεί να αντικατέστησε κάποιο άλλο που προϋπήρχε και καταστράφηκε. Για την ιστορία αυτού του ταπεινού εικονίσματος ελάχιστα γνωρίζουμε γιατί κανένας δεν θεώρησε σπουδαίο να ασχοληθεί μαζί του και να κρατήσει κάποιες σημειώσεις από τους παλαιότερους που σίγουρα κάτι περισσότερο γνώριζαν γι’ αυτό.

Αντιθέτως, κάποια ευλαβής νοικοκυρά λίγα χρόνια πρωτύτερα φρόντισε να το ασβεστώσει κι έτσι το αποξένωσε παντελώς από το χώρο. Και το ασβέστωσε μάλιστα τόσο καλά που ούτε σε διακόσια χρόνια δεν πρόκειται να ξαναφανεί η πράσινη, ντόπια πέτρα του.

Αυτά περί της μικρής ιστορίας του εικονίσματος. Πέρα από αυτή όμως, υπάρχει και μια άλλη ιστορία που μόνο δια της εις το άτοπον επαγωγής μπορούμε να την ανιχνεύσουμε: Ποιοι και πόσοι πέρασαν από μπροστά του και πόσοι ακόμη πόσες και πόσοι από το χωριό μας άναψαν το καντηλάκι του σε μέρες γιορτινές ή απλά, συνηθισμένα βράδια.

Ως προς τους περαστικούς, είναι βέβαιο πως πέρασε κόσμος και κοσμάκης από τα χωριά που προαναφέραμε γιατί αυτή η δημοσιά περνούσε από το χωριό και συνέχιζε μέσα από τα βουνά και τα ποτάμια της Ρούμελης ως τη Ναύπακτο. Πέρασαν από εκεί κλέφτες, αρματωλοί, οθωμανοί, αρβανίτες, καπεταναίοι, χωροφύλακες, αντάρτες, ιταλοί, γερμανοί, ακόμα και άγγλοι πράκτορες στην πρώτη τους συνάντηση με τον Άρη Βελουχιώτη στο σπίτι του Λεωνίδα Παπαγιάννη που ήταν φίλοι με τον καπετάνιο, τον Οκτώβρη του 1941.

Πέρασαν πολλοί, πεινασμένοι, διωγμένοι, δαρμένοι, φτωχολογιά, καβαλλαραίοι, ξυπόλητοι, ζαλιγκωμένοι, τόσοι που κανένας δεν μπορεί να υπολογίσει τον αριθμό τους. Και θα περνούσαν ακόμα αν δεν άνοιγε ο δρόμος με εργασία όλων των χωριανών το 1952 και οι οποίοι αντί χρήματος για τα μεροκάματα που έκαναν πήραν σιτάρι από την αμερικάνικη βοήθεια. Τότε δεν έδωσαν σημασία αλλά αργότερα κατάλαβαν το χρέος...

Το εικονισματάκι έπαιζε και ένα άλλο ρόλο, όσο το θυμάμαι εγώ τουλάχιστον. Με το αναμμένο καντηλάκι του, το οποίο άναβαν τακτικά οι νοικοκυρές από τον Λάκκο Μαχαλά οι οποίες μάλιστα διακρίνονταν πολλαπλώς για την ευλάβειά τους καθώς και μερικοί τσοπάνηδες, έδινε το στίγμα του μονοπατιού τη νύχτα για τους ελάχιστους στρατοκόπους που συνέχιζαν να το βαδίζουν ενώ ήταν σημείο αναφοράς για κρυφές ή φανερές συναντήσεις πολλών χωριανών και ιδιαίτερα των νέων. Για ένα λόγο δε που ποτέ δεν κατάλαβα ήταν ένα μέρος όπου επιτρέπονταν να πάνε και τα κορίτσια χωρίς συνοδεία.

Το χωριό σιγά – σιγά άδειασε και στον Λάκκο μαχαλά το χειμώνα δεν κατοικεί κανένας πλέον και το καντήλι του εικονίσματος ελάχιστες μέρες το χρόνο είναι αναμμένο. Φυσικά από μπροστά του δεν περνά κανένας - ούτε διαβάτης, ούτε τσοπάνης αλλά απέκτησε ένα άλλο καινούργιο ρόλο. Καταλαβαίνουμε όσοι τύχει να περάσουμε από εκεί και δούμε το καντηλάκι αναμμένο πως κάποιος συγχωριανός ήρθε για Σαββατοκύριακο και το σκέφτηκε…