Google+ Badge

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΛΙΟΜΑΖΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΑΛΗ



Το συνεργείο του λιομαζέματος στην ώρα της δουλειάς και σε μια αναμνηστική φωτογραφία μετά το τέλος μιας κουραστικής αλλά γόνιμης μέρας.

Από την αρχή της ιστορίας μέχρι σήμερα, στα λιόφυτα που σκεπάζουν τον κάμπο της Αιγιάλης δίνεται κάθε Νοέμβριο η μεγάλη μάχη για το λάδι του σπιτιού και του αγίων τα καντήλια και στην οποία συμμετέχουν όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως.


Ο Κλάους είναι ελβετός, αρχιτέκτων τοπίου και κάθε χρόνο έρχεται στην Αιγιάλη να μαζέψει ελιές γατί θεωρεί αυτή τη δουλειά υψηλή αισθητική...

Ο Κλάους από την Ελβετία είναι αρχιτέκτονας τοπίου και επισκέπτεται την Ελλάδα περισσότερα από 40 χρόνια· τα τελευταία δέκα όμως επιλέγει να έρθει κάθε Νοέμβριο στην Αμοργό στο λιομάζωμα γιατί του αρέσει και παράλληλα απολαμβάνει τη φθινοπωρινή αμοργιανή φύση. Αυτός βεβαίως και δεν έχει και τόση ανάγκη το μεροκάματο, όσο η Μαρία και ή Άννα από τη Βουλγαρία, ο Κούμπα από την Πολωνία και ο Ανδρέας με τον Φανούρη από την Αλβανία. Ούτε και ο νεαρός γάλλος Λώρη η ο δάσκαλος της μουσικής Γιάννης το κυνηγάνε, αλλά όλοι μαζί αποτέλεσαν πριν από λίγες ημέρες το πολυεθνικό συνεργείο που «χτένισε» τις ελιές στο περιποιημένο κτήμα του Νίκου Β. Βασάλου, στο Σηληνάρι της Λαγκάδας.


Είναι ζήτημα αν απ’ όλους ένας ήξερε πριν από λίγα χρόνια κατά που πέφτει η Λαγκάδα ή αν είχε ασχοληθεί παλιότερα με το μάζεμα των ελιών. Όλοι όμως τα κατάφεραν μια χαρά και καθώς φέτος βοήθησε αρκετά και ο ήπιος καιρός, έδειχναν ικανοποιημένοι σαν έπεφτε το σύνθημα για την αποχώρηση από το λιόφυτο. Εκείνη τη στιγμή όμως που έπρεπε να φορτωθούν ο Προκόπης και η Αραπίνα, τότε φαίνονταν οι διαφορές μεταξύ των εθνικοτήτων καθώς οι μόνοι που γνώριζαν πως φορτώνεται ένας γάιδαρος ήταν οι δυο Αλβανοί οι οποίοι καμάρωναν μάλιστα γι’  αυτή την επιδεξιότητά τους η οποία τους έδινε πόντους για την αναζήτηση εργασίας.  



Φυσικά και οι προαναφερόμενοι δεν ήταν οι μόνοι που μάζεψαν φέτος ελιές στην Αιγιάλη, πολλοί άλλοι ευρωπαίοι και κυρίως βαλκάνιοι έβγαλαν μεροκάματο, γιατί η παραγωγή ήταν μεγάλη και τα ντόπια χέρια δεν επαρκούσαν ή απουσίαζαν. Το ίδιο συνέβαινε και στα παλιότερα χρόνια και αντί Αλβανών και Γάλλων, τα αιγιαλίτικα λιόφυτα γέμιζαν εργάτες που έρχονταν από τα κοντινά νησιά, Ηρακλειά, Σχοινούσα και το Κουφονήσι και δούλευαν από νύχτα σε νύχτα μόνο για μια οκά λάδι! Σήμερα που ένα κιλό λάδι κάνει δεν κάνει τέσσερα ευρώ και το μεροκάματο ξεπερνάει τα σαράντα, η εγκατάλειψη των ελιών θεωρείται λογική αλλά κάτι τέτοιο δεν το χωρά το μυαλό των Αιγιαλιτών που θεωρούν ακόμη τις ελιές κομμάτι της ζωής τους. Οι περισσότερες μάλιστα έχουν ηλικία πάνω από 200 – 300 χρόνια, υπάρχει μάλιστα μια στο λιόφυτο του Βασσάλου που όπως υπολογίζουν πρέπει να είναι φυτρωμένη εκεί τουλάχιστον 2.500 χρόνια. Από την εποχή δηλαδή που ήκμασαν οι αρχαίες πόλεις της Αμοργού αυτό το μνημειακό δέντρο, το οποίο διατηρεί και τα σημάδια μιας φωτιάς από το παρελθόν, έδινε τις μικρές ελιές του στους Αμοργίνους.


Αυτά τα σπουδαία λοιπόν δέντρα που στήριξαν εκείνες τις παλιές κοινωνίες είναι οι πραγματικοί μάρτυρες της ιστορίας της Αμοργού και αν είχαν στόμα πολλά θα έλεγαν για τους ανθρώπους που γνώρισαν τόσους αιώνες, τις συνήθειές τους, τις ανάγκες τους, τις χαρές και τις λύπες τους. Αυτό βέβαια που δεν θα περίμεναν ποτέ είναι να αντικατασταθούν τα χέρια με ένα μακρύ κοντάρι που στην άκρη του έχει μια θορυβώδη σβούρα με πολλά πλαστικά κρόσια που εισχωρούν στο φύλλωμα του δέντρου και αποκολλούν τον καρπό και τα δάκτυλα από πλαστικά επίσης χτένια. Είναι ασφαλώς μια ευρεσιτεχνία που λιγοστεύει τον κόπο και περιορίζει τις ακροβασίες, αλλά ακυρώνει όλους τους κλασικούς ήχους του ελαιώνα, αποκλείει την κουβέντα των ανθρώπων μεταξύ τους και διώχνει μακριά τα πουλιά που πλημμυρίζουν τις λαγκαδιές και τους θάμνους της περιοχής αυτή την εποχή.





Παλιότερα, το λιομάζεμα στη Λαγκάδα ήταν μια κοινή για το χωριό γιορτή καθώς όλοι κατέβαιναν στα λιόφυτα και για να ξεχάσουν τον κόπο, έπιαναν το τραγούδι, έκαναν πειράγματα μεταξύ τους και γνωριμίες. Ήταν πράγματι ένας μήνας το χρόνο που όλοι οι κάτοικοι, μικροί και μεγάλοι ασχολούνταν με τις ελιές. Οι νοικοκυρές φρόντιζαν να έχουν έτοιμα παξιμάδια για ολόκληρο το μήνα, πολλοί μάλιστα ήταν αυτοί που έσφαζαν και το χοίρο τους από τον Σεπτέμβριο για να έχουν παστό κρέας και καβουρμά να τρώνε κατά αυτή την περίοδο. Το φαγητό τους στο λιόφυτο συμπληρώνονταν ακόμη και από παστά αλλά και φρέσκα ψάρια που τους έφερναν οι τρατάρηδες κι έτσι κανένας δεν έλειπε από τη μεγάλη μάχη της συγκομιδής.


Το συνεργείο του λιομαζέματος σε ένα διάλειμα κολατσίζει

Όταν λέγαμε «πάμε για ελιές», μας αφηγήθηκε η κυρά Ρήνη Βασσάλου, σήμαινε και μια ιδιαίτερη προετοιμασία του καλαθιού που απαραίτητα είχε μέσα μια ποδιά και ένα μακρύ σχοινί. Την μεγάλη ποδιά από κατσίκισιες τρίχες την οποία κατάργησαν αργότερα τα ελαιόπανα, τη χρησιμοποιούσαν να βάζουν μέσα τον καρπό που τραβούσαν με τα χέρια και το σχοινί να ανεβαίνουν στα ψηλά κλωνιά, όπου δεν έφτανε η σκάλα. Επειδή τότε δεν κλάδευαν όπως σήμερα αυστηρά τα δέντρα αλλά άφηναν τα κλωνιά τους να ψηλώσουν, έπιαναν δυο – τρία μαζί και τα έδεναν με το σχοινί, πατούσαν σε αυτό το σκαλοπάτι και έφτιαχναν ένα άλλο παραπάνω έτσι ώστε να φτάσουν όσο πιο ψηλά μπορούσαν. Αυτό το σκαρφάλωμα από κόμπο σε κόμπο ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο και πολλοί, ανάμεσα τους και η κυρά Ρήνη κάποτε, το πλήρωναν κατά καιρούς με σοβαρά κατάγματα και ανεπανόρθωτες ζημιές.


Ο Νίκος Βασάλλος, ακουμπά στην πιο αρχαία ελιά του λιόφυτου

Εκείνα τα χρόνια δεν έπρεπε να μείνει ούτε κουκούτσι στο λιόφυτο και μάζευαν τις ελιές μια – μία από το έδαφος. Κατόπιν η μεταφορά τους γίνονταν πάλι μέσα σε τραγίσια τσουβάλια στα πρωτόγονα λιοτρίβια του χωριού που εκείνη την εποχή αριθμούσε έξι και τα οποία μέχρι το 1960 περίπου και συνήθως ήταν συνεταιρικά. Για να λειτουργήσουν, χρειάζονταν πάντα τρεις ανθρώπους: τον «μηχανικό» που έβαζε τη ζύμη κάτω από την πέτρα να αλεστεί, αυτόν που γύριζε τον κύλινδρο και έναν που ήταν βοηθός του «μηχανικού». Για τη σκληρή αυτή εργασία οι ιδιοκτήτες έπαιρναν για λιοτριβιάρηδες συνήθως νέους και δυνατούς και με τους οποίους μοιράζονταν σε ίσα ποσοστά το λάδι που παρακρατούσαν από τον νοικοκύρη και ήταν πάντα το δέκα τοις εκατό.


Ο Νίκος Βασάλλος μαζί με το μάζεμα κλαδεύει μια ελιά.

Η βάσανος αυτή στο λιοτρίβι σταμάτησε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 όταν όλα τα λιοτρίβια της Λαγκάδας ταυτόχρονα σχεδόν έβαλαν μυλόπετρες που προμηθεύτηκαν από τη Μήλο και τις οποίες μετέφεραν μέχρι το χωριό από τον όρμο ομάδες ανδρών στον ώμο γιατί δεν είχε γίνει ακόμα ο αμαξιτός δρόμος. Σημειώνεται, πως ειδικά για τη μεταφορά αυτών των ασήκωτων πραγμάτων, όλοι οι άνδρες της Λαγκάδας προσφέρθηκαν ανιδιοτελώς και το γεγονός δηλώνει τη μεγάλη ανάγκη του χωριού για ένα εξελιγμένο ελαιοτριβείο και την εκτίμηση που είχαν στο λάδι.




Αργότερα, το 1969, μια ομάδα Αιγιαλιτών, ο Νίκος Κωβαίος, ο Νίκος Δενδρινός ή Νικολάρας, ο Νίκος Βασσάλος από τον Ποταμό αγόρασε συνεταιρικά μηχανήματα και εγκατέστησαν σε ένα κτίριο του Νικήτα Συνοδινού στον Κάμπο, το πρώτο μηχανοκίνητο ελαιοτριβείο στην Αμοργό το οποίο λειτούργησε για λίγα χρόνια, αντιμετωπίζοντας πάλι το πρόβλημα της μεταφοράς γιατί οι δρόμοι δεν είχαν κατασκευαστεί ακόμα και έκλεισε το 1982 όταν τέλειωσε το λιμάνι της Αιγιάλης. Από εκεί και πέρα και μέχρι σήμερα όλοι οι Αμοργιανοί εξυπηρετούνται από το μεγάλο, σύγχρονο ελαιοτριβείο του Γεωργικού Συνεταιρισμού στα Κατάπολα.




Ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετώπιζε οι Αιγιαλίτες με τις ελιές ήταν η πάντα η μεταφορά που εξαιτίας της έλλειψης δρόμων γίνονταν υποχρεωτικά με γαϊδούρια τα οποία κάθε σπίτι είχε απαραίτητα ένα και δύο. Σήμερα που έχουν επιτέλους κατασκευαστεί οι βασικοί δρόμοι στο νησί, τα λιόφυτα τα οποία είναι διασκορπισμένα εκτός από τον Κάμπο και σε όλες τις βορινές πλαγιές του επιβλητικού Κρούκελου καθώς και σε πολλές τοποθεσίες πίσω από τα Θολάρια,  εξυπηρετούνται από παλιά μονοπάτια που πατάνε μόνο τα γαϊδούρια. Αλλά αυτό το συμπαθές τετράποδο κοντεύει να εξαφανιστεί και από την Αμοργό που διατηρούσε μέχρι πρότινος ένα τεράστιο αριθμό ζωντανών. Τώρα λοιπόν που χρειάζονται είναι δυσεύρετα και όσα έχουν «εισαχθεί» από άλλα νησιά ή τη ηπειρωτική Ελλάδα δεν τραβάνε γιατί δεν μπορούν να προσαρμοστούν στο δύσκολο έδαφος. Τα αμοργιανά γαϊδούρια λένε αυτοί που γνωρίζουν το ζήτημα, έχουν μικρότερες οπλές από τα άλλα τα οποία δεν βγάζουν περισσότερες από 15 ημέρες περπάτημα και σακατεύονται.


Από τα χαρακτηριστικά πάλι της Αιγιάλης είναι ότι σε κάθε λιόφυτο υπάρχουν ένα – δυο ή περισσότερα δέντρα που είναι αφιερωμένα στην κοντινή εκκλησία, κάτι βεβαίως που το πολυεθνικό συνεργείο δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει γιατί συμβαίνει αυτό. «Έτσι το βρήκαμε από τους παλιούς, κι έτσι το συνεχίζουμε» μας είπε ο Νίκος Β. Βασσάλος, από τους πιο δημιουργικούς ανθρώπους της Αιγιάλης ο οποίος ζει μόνιμα στη Λαγκάδα του και εκτός από τον τουρισμό δραστηριοποιείται ακόμη με τις ελιές του πατρογονικού λιόφυτου, με περιβόλια, πουλερικά και ζώα.



Στο ελαιοτριβείο στα Κατάπολα, ο Νίκος αποτιμά τη σοδειά της χρονιάς


 
Οι παλιοί συνήθιζαν όταν έγραφαν στα παιδιά τους ένα τμήμα λιόφυτου να δίνουν και ένα – δυο δέντρα στον κοντινό άγιο ή για κάποια άλλη εκκλησία του χωριού έτσι ώστε να έχουν λάδι για τα καντήλια τους όλο το χρόνο. Γι’ αυτό οι ξένοι εργάτες εκτός από τα ελιές του Νίκου μάζευαν και από ορισμένα δέντρα που άλλα ήταν αφιερωμένα στον Άγιο Νικήτα, τη μητρόπολη του οικισμού Στρούμπος που είναι δίπλα στο Σηληνάρι και άλλα στην Αγία Τριάδα. Κάθε εκκλησία μάθαμε στη Λαγκάδα έχει τα δικά της δέντρα, άλλες λίγα, άλλες πολλά και η υποχρέωση που έχουν αναλάβει οι άνθρωποι που τις έχουν μέσα στα λιόφυτά τους, ξεπερνά και το μεγάλο εμπόδιο της εγκατάλειψης που διακρίνεται στα απομακρυσμένα και τα πιο δύσβατα μέρη. Μπορεί να μην μαζέψουν όλες τις ελιές, αλλά αυτές που είναι αφιερωμένες στις εκκλησίες θα βρουν τρόπο να τις μαζέψουν όλες!


Ελιές, ο θησαυρός της ελληνικής γης...


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο και ορισμένες φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στο ένθετο περιοδικό της εφημερίδας "Έθνος",  EXPLORE NATURE τον Δεκέμβριο του 2009.

ΑΘΗΝΑ, 01122009