Google+ Badge

Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

ΜΙΑ ΠΙΝΕΛΙΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ...


Από τη Λίμνη Πλαστήρα χθες, βρέθηκα πρωί – πρωί σήμερα στη Χαλκίδα, μια πόλη που έχω να επισκεφτώ πολλά χρόνια και ο λόγος δεν ήταν βέβαια να θαυμάσω ή να προβληματιστώ για την κίνηση των νερών στον Εύριπο ούτε να εμπνευστώ από την πόλη του μέγιστου Γιάννη Σκαρίμπα. Αυτά τα άφησα για μια άλλη φορά αυτά που δεν θα με πιέζει η δουλειά…

Για δουλειά βρέθηκα λοιπόν στη Χαλκίδα, για να συναντήσω το σπουδαίο ναυπηγό Νίκο Βλαβιανό, να δω το καρνάγιο του, να συζητήσουμε για θέματα της δουλειάς του και να ανιχνεύσω τους προβληματισμούς αναφορικά με την διάσωση και ανάδειξη της παραδοσιακής ελληνικής τέχνης της ναυπηγικής. Περάσαμε όμορφα και επαναλάβουμε τη συνάντησή μας κι άλλες φορές για να φτιάξουμε ένα θέμα που να μας ικανοποιεί όλους.

Πριν πάμε στο καρνάγιο, περάσαμε από ένα σημείο του λιμανιού όπου ήταν αραγμένα δυο από τα ωραία σκάφη που έχει κατασκευάσει να μου εξηγήσει ορισμένα πράγματα και να τα φωτογραφήσουμε. Εκεί μου έκλεψε λίγο το ενδιαφέρον η σκηνή της προετοιμασίας ενός αγωνιστικού σκάφους από μια παρέα νέων παιδιών και η στιγμή του απόπλου τους.

Επρόκειτο για ένα σκάφος, όπως μου είπε ο Νίκος που προετοιμάζεται για τους αγώνες που θα γίνουν την άνοιξη στη θάλασσα της Χαλκίδας και πως και πολλές άλλες παρέες κάνουν το ίδιο έτσι ώστε οι Χαλκιδαίοι να έχουν καλή παρουσία σε αυτή την ωραία διοργάνωση.

Βλέποντας το σκάφος να βγαίνει από το λιμάνι με ανοιγμένα τα πανιά του σκέφτηκα πόσο χρόνο χάνουμε, κι εμείς και οι νεότεροι ασχολούμενοι με ένα σωρό ανούσια και ανώφελα πράγματα στη ζωή μας. Αντί να παίρνουμε ένα σκαφάκι, όπως τα παιδιά της παρέας και να βγαίνουμε στη θάλασσα να ανοίξει λίγο το μάτι μας και η ψυχή μας, έχουμε ρίξει άγκυρα σε μια γκρίζα καθημερινότητα που την κάνει ακόμα πιο βαριά και μαύρη η κρίση που μας οδήγησαν κάποιοι, οι οποίοι σίγουρα δεν άνοιξαν ποτέ στη ζωή τους ένα πανάκι σε οποιοδήποτε σκάφος και να νιώσουν έστω για μια στιγμή το άνοιγμα στο αληθινό πέλαγος.

ΟΤΑΝ ΜΙΑ ΓΑΤΑ ΠΡΟΗΓΕΙΤΑΙ ΣΤΗ ΒΟΛΤΑ....



Άρχισε να μου αρέσει η ιστορία με τις γάτες και τις γατοιστορίες και όπου βρω γάτα πλέον, τη στοχεύω με το φακό μου και ανάλογα με τη φωτογένεια της κάθε μιας είναι και το αποτέλεσμα. Το δύσκολο όμως είναι να την πιάσω τη στιγμή της δράσης αλλά όπως θα δείτε στη συνέχεια, με βοηθάει ο θεός των φωτογράφων κι έτσι έπαψα δεν παραπονιέμαι.

Όπως στην περίπτωση αυτής της ωραίας τιγρέ γάτας που είδα στον Αμάραντο να κάνει παρέα με τον σκύλο και να έχει το πρώτο χέρι στις κινήσεις τους. Σταματούσε η γάτα, σταματούσε και ο σκύλος και έκανε ότι έβλεπε από την συντρόφισσά του. Ξεκινούσε η γάτα, από πίσω ο σκύλος και πρόσεχε να μη κάνει ούτε ένα βήμα πιο μπροστά. Αν αυτός έκανε κάποιο λάθος, η γάτα γύριζε και τον κοιτούσε με νόημα. Τη στιγμή δε που κατάλαβε πως τους έκανα «θέμα» τον πήρε με την ουρά της από το πλάι και τον απομάκρυνε με ύφος σαν να ήθελε να τον προστατεύσει τη σχέση τους από την αδιακρισία του φακού...


ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ, 29112009

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2011

ΟΙ ΩΡΑΙΕΣ ΓΑΤΕΣ ΣΤΟΝ ΑΜΑΡΑΝΤΟ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ



Υπολόγισα πριν από λίγες μέρες στην Αμοργό ότι οι περισσότερες γάτες ήταν καστανές, «αιγιόγατες» τις χαρακτήρισε μια φίλη και συμφωνώ μαζί της. Στα Άγραφα αυτές τις μέρες και συγκεκριμένα στο χωριό Αμάραντος διαπίστωσα πως από τις ντόπιες γάτες, οι περισσότερες είναι γκρίζες και λίγο περισσότερο θρεμμένες από αυτές του νησιού.

Το ότι έχουν επικρατήσει τώρα οι γκρίζες δεν μπορώ να το γνωρίζω. Μάλλον είναι πιο ανθεκτικές από τις μαύρες ή τις άσπρες, ή μπορεί να έχουν τέτοιο τρίχωμα εξαιτίας της προσαρμογής τους στο φυσικό περιβάλλον του τόπου, όπως οι καστανές της Αμοργού.

Γιατί όμως είναι πιο θρεμμένες από του νησιού το καταλαβαίνω πολύ καλά και μπορώ να σας το πω. Οι γάτες του Αμαράντου δεν περιμένουν το καίκι να φάνε ή ότι προκύψει από το τραπέζι της ταβέρνας αλλά φροντίζουν οι ίδιες την τροφή τους κυνηγώντας ποντίκια και ερπετά στα σπίτια και στα χωράφια και παραμονεύοντας πουλάκια στους θάμνους και στις στέγες και άμα τύχει και περισσέψει λίγο φαγητό από το τραπέζι, ποτέ δεν το απαξιώνουν.

Είναι καταπώς πιο ανεξάρτητες κι έτσι όχι μόνο επιβιώνουν αλλά έχουν και την αίσθηση του χορτάτου, πράγμα που δεν συμβαίνει με τίποτα στα νησιά που ο χειμώνας είναι μια φοβερή εποχή γι’ αυτά τα ωραία ζωντανά τα οποία βλέπουμε να κυκλοφορούν αποστεωμένα και απελπισμένα και τον αριθμό τους να μειώνεται συνεχώς ως την άνοιξη.


ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ, 29112011

ΤΟ DCV, Η ΜΑΡΩ ΚΟΥΡΗ ΚΑΙ ΕΓΩ…


Γυρίσαμε χθες το βράδυ από ένα εξαιρετικό ταξίδι στη λίμνη Πλαστήρα και ήρθε η ώρα της αποτίμησης ενός έργου που κάναμε στην περιοχή καθώς και στην πόλη της Καρδίτσας.

Η Μάρω Κουρή όπως είδα δούλεψε πολύ καλά και είμαι βέβαιος πως θα απολαύσετε τις φωτογραφίες και τα κείμενά της σύντομα σε κάποιο από τα έντυπα που συνεργάζεται. Τα δικά μου μάλλον θα αργήσετε να δείτε γιατί αυτή τη φορά περιορίστηκα μόνο σε μια ανάγνωση του τόπου και επαφές με ανθρώπους και άρχισα να σχεδιάζω μια έκδοση που θα δουλέψω το χειμώνα και πιστεύω ως του χρόνου τέτοιο καιρό θα την έχω ολοκληρώσει.

Μιας και μιλήσαμε χθες για μπεκάτσες, σας διαβεβαιώνω πως ένα μεγάλο κεφάλαιο θα είναι αφιερωμένο σε αυτές, στο κυνήγι της και στους κυνηγούς της περιοχής. Προχθές μάλιστα πήρα το βάπτισμα του πυρός, όχι στο κυνήγι γιατί δεν μπορώ να στοχεύσω αφού το αριστερό μου μάτι είναι χαλασμένο από μια πέτρα στα παιδικά μου χρόνια, αλλά στην παρακολούθηση αυτού του σπουδαίου πτηνού στο δάσος και ομολογώ πως γύρισα στο ξενοδοχείο ξυλιασμένος από το κρύο και την ακινησία. Δεν πειράζει όμως, κάτι τέτοια πράγματα θέλουν και τις ανάλογες θυσίες και φυσικά αντοχές.

Έχουμε καιρό λοιπόν να μιλήσουμε γι’ αυτά αλλά δεν μπορώ να σχολιάσω τώρα την περίπτωση του θρυλικού 2CV της Μάρως μετ οποίο ταξιδέψαμε και λύσω τις απορίες ορισμένων φίλων αναφορικά με το αν χωράω μέσα σε ένα τέτοιο αυτοκίνητο. Ομολογώ πως ήταν η πρώτη φορά που έκανα ένα τόσο μακρινό ταξίδι με τέτοιο αυτοκίνητο και δεν έδωσα σημασία αν ήταν λίγο στενάχωρο για τα πόδια μου. Προσαρμόστηκα αμέσως και πήρα άριστα και από τη Μάρω σαν συνοδηγός και γνώστης απίθανων λεπτομερειών της διαδρομής, όπως φωλιές πουλιών στα δέντρα, κάμερες τροχαίας, ξεχασμένοι δρόμοι, εικονίσματα, επικίνδυνες στροφές και παγίδες από πάγο και ένα σωρό άλλα χρήσιμα και ενδιαφέροντα για ένα ταξίδι και βεβαίως σημαντικά για έναν σοβαρό συνοδηγό.

Όσον αφορά τώρα το 2CV της Μάρως, πρέπει να πω πως πρόκειται για ένα θηριώδες αυτοκίνητο, ευέλικτο και δυνατό αλλά κάπως ευάερο και δύσκολο στο να βλέπεις από τα παράθυρά του αλλά όλα αυτά είναι ζήτημα συνήθειας και ένας συνοδηγός πρέπει εκπληρώνει το ρόλο του όπως και στην περίπτωση άλλων μεγάλων αυτοκινήτων.

A, όλη την ημέρα που γυρίζαμε στην περιοχή της λίμνης δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος να μας άνει μια φωτογραφία μαζί με το ηρωϊκό αυτοκίνητο και τούτο έγινε κατορθωτό στον Αμάραντο και το ρόλο του φωτογράφου ανέλαβε ο Τάσος.

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

Η ΜΑΡΩ ΚΑΙ Ο ΚΥΡ ΣΤΕΦΑΝΟΣ



Ξεκινήσαμε χθες το μεσημέρι με το μοναδικό και ηρωϊκό μωβ 2CV της Μάρως Κουρή από την Αθήνα με προορισμό τη λίμνη Πλαστήρα -όπου η καλή συνάδελφος θα κάνει ένα ωραίο αφιέρωμα- και μετά την Εθνική Οδό με τα πολλά και πανάκριβα διόδια, ακολουθήσαμε το δρομολόγιο που αρέσει σε μένα (από το Καστρί της Φθιώτιδας και μέσω της Ξυνιάδας στον Κέδρο) και φτάσαμε αφού είχε νυχτώσει πια για τα καλά στην Καρδίτσα.

Το καλύτερο που είχαμε να κάνουμε εκεί πριν ξεκινήσουμε για το Νεοχώρι, όπου και η βάση των σημερινών εξορμήσεων μας στην περιοχή της λίμνης, ήταν να περάσουμε από τον «Έλατο», το πιο διάσημο πατσατζίδικο της Καρδίτσας και όχι μόνο, για να πω μια καλησπέρα και να συστήσω στη Μάρω τον κυρ Στέφανο Θεολόγη, τον άνθρωπο σύμβολο για τα Άγραφα και την Καρδίτσα και όπως βλέπετε, τα υπόλοιπα εξελίχθηκαν πάνω από τη βιτρίνα της κουζίνας και όπως κατάλαβα, βρήκαν τον τρόπο να τα πούνε μεταξύ τους…

Σάββατο, 26 Νοεμβρίου 2011

Η ΜΥΡΩΔΙΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ


Η όσφρηση είναι μια αίσθηση η οποία από τον καπνό των τζακιών που καίνε στα ορεινά χωριά προσλαμβάνει σε όλη τη διάστασή της την αίσθηση του χειμώνα και οι πιο ευαίσθητοι στη μύτη μπορούν μάλιστα να καταλάβουν από τι δέντρο τα ξύλα είναι αναμμένα στο παραγώνι. Όπως ελατίσια, κέδρινα, καστανίσια και άλλα γιατί όντως κάθε ξύλο όταν καίγεται έχει και διαφορετική μυρωδιά αλλ’ αυτό νομίζω είναι μια αίσθηση που κανένας πια δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει γιατί έχουμε χάσει την επαφή μας με τη φύση.

Πέραν της όσφρησης τώρα, ο καπνός των τζακιών δημιουργεί και μια άλλη ιδιαίτερη αίσθηση: ότι το σπίτι που καπνίζει κατοικείται και ότι ο καπνός που ανεβαίνει πάνω από ένα χωριό δηλώνει πως αυτό είναι ζωντανό και οι άνθρωποί του έχουν κάποιες σοβαρές δραστηριότητες ή μπορεί να λειτουργεί κι ένας φούρνος ακόμη. Όλα αυτά βεβαίως λειτουργούσαν και ήταν σημαντικά όταν τα χωριά ήταν ζωντανά και βεβαίως οι άνθρωποι έκαιγαν ξύλα και όχι πετρέλαιο ή γκάζι που δεν αφήνουν ούτε ιδέα καπνού στον αέρα.

Από την άλλη τώρα πλευρά, η απουσία του καπνού από ένα τζάκι δηλώνει ότι αυτό το σπίτι δεν κατοικείται πια και το χειρότερο ότι οι άνθρωποι που έμειναν κάτω από τη στέγη του πέταξαν κάποια μέρα στον ουρανό της μικρής τους πατρίδας. Και τα σβησμένα τζάκια είναι δυστυχώς ένα φαινόμενο που κυριαρχεί πλέον σε κάθε ορεινό χωριό και είναι το πιο πικρό σχόλιο που μπορεί να κάνουμε για την ερημιά που επικρατεί πια σε όλη την ορεινή πατρίδα.

ΑΘΗΝΑ, 26/11/2011

Ο «ΓΟΡΓΟΠΟΤΑΜΟΣ» ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ



Επέτειος της ανατίναξης της γέφυρας του Γοργοποτάμου ήταν η χθεσινή μέρα και είδα πως σε πολλούς τοίχους «άνθισαν» αναφορές και σχόλια πάνω σε ένα γεγονός που η καπηλεία του από την δεξιά και την αριστερά το υποβάθμισε τραγικά και η αντιπαράθεση περί της πρωτοβουλίας της ανατίναξης και της συμμετοχής ορισμένων εκ των πρωταγωνιστών του μας ταλάνισε τόσα χρόνια και φυσικά δεν συνέτισε κανέναν από τους νεότερους.

Κι ας έχει αποδειχθεί από τους ιστορικούς αλλά και απ’ όσους έζησαν από κοντά τα πράματα πως επρόκειτο περί μιας κούφιας πράξης των Άγγλων που εισήγαγαν την Ελλάδα με τον τρόπο τους στον φρικτό εμφύλιο που ακολούθησε και όλοι γνωρίζουμε τα αποτελέσματά του καθώς βεβαίως και τον ρόλο όλων των πλευρών στην αιματοχυσία.

Έτσι κούφια βλέπω και επιπόλαια την ανάσυρση από το χρονοντούλαπο την περίπτωση και την επιστράτευσή της στο «νέο ΕΑΜ» που ονειρεύονται πολλοί εναντίον των Γερμανών «νεοκατακτητών» χωρίς να λογαριάσουμε πως κάπου εκεί κοντά, η ίδια γη είναι το ίδιο όπως τότε γόνιμη για να βλαστήσει και ο «Εφιάλτης» της νέας εποχής που ζούμε…



ΤΟ ΖΕΙΜΠΕΚΙΚΟ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ….



Ο «ΙΑΝΟΣ» είναι ένας χώρος από τον οποίο όταν είμαι στην Αθήνα και φυσικά βγαίνω στο κέντρο περνάω τουλάχιστον μια φορά και όταν έχει εκεί κάποια εκδήλωση φίλων ή άλλες που με ενδιαφέρουν πηγαίνω κατευθείαν εκεί. Εν ολίγοις είναι ένα από τα στέκια μου και περνάω πάντα καλά με τους ανθρώπους που συναντώ, γνωρίζω και μιλάω μαζί τους.

Και τούτο γιατί ο «ΙΑΝΟΣ» είναι ένας φιλικός χώρος όχι μόνο για μένα αλλά για όποιον διαβεί την πόρτα του βιβλιοπωλείου ή ανεβεί τα σκαλιά της μεγάλης αίθουσας εκδηλώσεων. Χάρη δε αυτής της καλής ατμόσφαιρας, πολλές μουσικές εκδηλώσεις εξελίσσονται και σε κανονικά γλέντια απ’ όπου δεν υπολείπεται και ο χορός.

Όπως προχθές στην παρουσίαση του ψηφιακού δίσκου του Κώστα Σμοκοβίτη με τον τίτλο «Επτά», η παρουσίαση εξελίχθηκε σε μια γνήσια λαϊκή βραδιά και ο καλός μας φίλος Βασίλης Χατζηιακώβου, ο «άνθρωπός μας» στον ΙΑΝΟ έφτασε σε κέφι και χόρεψε ένα ζεϊμπέκικο που πολλοί θα ζήλευαν. Τον χαρήκαμε και θέλουμε και επανάληψη…

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ



Μόλις πρόλαβα μετά την ΕΣΗΕΑ απόψε να πάω στον ΙΑΝΟ όπου μια εκλεκτή παρέα λογοτεχνών, ο Απόστολος Δοξιάδης, ο Γιάννης Μπασκόζος και ο Χάρης Βλαβιανός θα μιλούσαν για το καινούργιο βιβλίο του Γιώργου Σκαμπαρδώνη «Περιπολών περί πολλών τυρβάζων» (Εκδόσεις Παττάκη) και τους άκουσε με ενδιαφέρον ο κόσμος που γέμισε την αίθουσα.

Όπως είναι φυσικό, μίλησε και ο Γιώργος τον οποίο ομολογώ πως είναι ένας από τους ανθρώπους που ζηλεύω για τον τρόπο που γράφει, για αυτά που γράφει και γιατί όχι και γι’ αυτά που είπαν οι άλλοι γι’ αυτόν. Τον άκουγα και δεν τον χόρταινα να λέει για το πώς γράφει και μόλις σας καληνυχτίσω με τούτη τη μικρή σημείωση, παίρνω το βιβλίο στα χέρια μου και θα επανέλθω να σας πω τι ωραία πράγματα διάβασα στις σελίδες του.

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

Ο ΜΑΚΗΣ ΒΑΖΕΙ «ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ ΝΤΙΒΑΝΙ»…



Τον συνάδελφο Μάκη Ανδρονόπουλο τον γνωρίζω από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 και δουλέψαμε μάλιστα μαζί στην εφημερίδα «Κέρδος». Στα κατοπινά χρόνια οι δρόμοι μας χώρισαν αλλά πάντα μας συνέδεε μια καλή φιλία και όταν συναντιόμασταν ανοίγαμε ωραίες συζητήσεις για πράγματα της δουλειάς αλλά και για ευρύτερα θέματα, τα οποία όπως ήξερα ο Μάκης τα προσέγγιζε με τον δικό του τρόπο και ετοίμαζε ένα βιβλίο.

Μετά από τόσα χρόνια, φίλοι πολλοί απόψε συγκεντρωθήκαμε στην αίθουσα της ΕΣΗΕΑ να ευχηθούμε καλοτάξιδο το βιβλίο του Μάκη «Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟ ΝΤΙΒΑΝΙ» (Εκδόσεις Αλεξάνδρεια) και χαρήκαμε την ωραία εκδήλωση στην οποία μίλησαν οι καθηγητές Κοινωνικής Ψυχολογίας Θάλεια Δραγώνα, Σύγχρονης Ιστορίας Αντώνης Λιάκος, ο συνταγματολόγος Κώστας Μποτόπουλος και η κριτικός λογοτεχνίας Κατερίνα Σχινά.

Το ωραίο βιβλίο του Μάκη το έχω διαβάσει από το καλοκαίρι και σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα. Θα σας βοηθήσει και σας να δείτε τα πράγματα της τελευταίας δεκαετίας της Ελλάδας με ένα διαφορετικό μάτι και να βγάλετε συμπεράσματα για πολλά απ’ όσο έγιναν, γίνονται και άλλα που μέλει να δούμε στα μάτια μας τα χρόνια που έρχονται.

ΤΑ "ΕΠΤΑΚΙΛΑ" ΣΤΑΦΥΛΙΑ ΤΗΣ ΑΜΟΡΓΟΥ



Δεν είναι δα και παράδοξο να δούμε σε διάφορα μέρη της Ελλάδας αυτό τον καιρό σταφύλια να κρέμονται από μια κληματαριά. Συνήθως πρόκειται για ειδικές ποικιλίες που ωριμάζουν αργά ή αντέχουν στο κρύο και στη βροχή. Υπάρχουν δε και περιπτώσεις που αυτά διατηρούνται τυλιγμένα με μια σακούλα, πάνινη παλιότερα ή πλαστική τώρα.

Υπάρχει όμως και μια ποικιλία, τα λεγόμενα επτάκιλα, των οποίων μια κληματαριά είδα προχθές στον Όρμο της Αιγιάλης, πάνω από την είσοδο του καταστήματος τουριστικών και ειδών τέχνης του Γιώργου Βασάλλου «Σηληνάρι» που ωριμάζουν από το φθινόπωρο ως την άνοιξη αν είναι ευνοϊκή γι’αυτά η θερμοκρασία και κυρίως η ηλιοφάνεια του τόπου.

Τα επτάκιλα λοιπόν σταφύλια, ευδοκιμούσαν σε όλα τα νησιά των Κυκλάδων, ιδιαίτερα δε στην ηλιόλουστη Σχοινούσα και ωρίμαζαν σταδιακά ως τον Μάρτιο που σταματούσε το αμπέλι να παράγει και άρχιζε την νέα περίοδο βλάστησης και καρποφορίας τον Σεπτέμβριο.

Ήταν μια ευλογία για τους κατοίκους των νησιών αυτά τα σταφύλια και ικανοποιούσαν τις ανάγκες τους για φρέσκα φρούτα όλο το χειμώνα αλλά η καλλιέργειά τους εγκαταλείφθηκε εντελώς σχεδόν μαζί με άλλα σημαντικά για την οικονομία του Αρχιπελάγους προϊόντα. Αντί αυτών πλημμύρισε η αγορά και βρίσκουμε πλέον νωπά σταφύλια μέχρι το Πάσχα, σταφύλια τα οποία έχουν κυριολεκτικά βομβαρδιστεί με χημικά και ποτιστεί με ένα σωρό φάρμακα μέσα στα ψυγεία και τα οποία σίγουρα δεν κάνουν και τόσο καλό στον άνθρωπο.

Ο λόγος που εγκαταλείφθηκε η καλλιέργειά τους και δεν εμφανίζονται καν στην αγορά, όπως μου είπε ο καλός φίλος Κώστας Χασούρης -εξαίρετος αμπελουργός από την Πάρο- είναι ότι αυτά τα απλά, ιθαγενή σταφύλια τα οποία δεν υπολείπονται σε τίποτα των άλλων σε θρεπτική αξία, δεν είχαν αγοραστική δύναμη γιατί ήταν λίγο άσχημα, δηλαδή φυσικά…

ΑΘΗΝΑ, 25/11/2011

ΟΙ ΒΟΥΚΑΜΒΙΛΙΕΣ ΤΗΣ ΛΑΓΚΑΔΑΣ



Δεν χρειάζεται να γυρίσουμε σήμερα προς τα πίσω τις σελίδες του ημερολογίου για να ξυπνήσουμε σε μια καλοκαιριάτικη μέρα, άντε και λίγο φθινοπωρινή με ανθισμένες βουκαμβίλιες σκαρφαλωμένες πάνω στην κληματαριά και γλάστρες με βασιλικούς στην κορύφωση της βλαστικής περιόδου.

Αρκεί μια βόλτα στον κεντρικό δρόμο της Λαγκάδας (προχθεσινή φωτογραφία) να νιώσουμε μια στιγμή πως δεν περπάτησε καθόλου ο χρόνος – μόνο το βοριαδάκι θα μας δώσει να καταλάβουμε πως ήδη τελειώνει ο Νοέμβρης και όπου να’ ναι έρχονται τα Χριστούγεννα και πιθανόν, δεν θα χρειαστεί στολισμό η ωραία ταβέρνα του Λουδάρου.

Το ίδιο πάνω κάτω πρέπει να πω πως είναι οι περισσότερες αυλές και δρόμοι στη Λαγκάδα αυτές τις ημέρες και τούτο δεν είναι καθόλου παράξενο και σίγουρα οφείλεται στην φροντίδα που έχουν από τις νοικοκυρές του ωραίου αυτού χωριού της Αιγιάλης. Και είναι επίσης όμορφα να περπατάει κανείς στους δρόμους της που μετά το δυνατό αέρα σκεπάζονται από ελαφρό στρώμα λουλουδιών που έχουν πέσει από τα κλαδιά τους.

Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Η ΕΚΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΖΕΡΜΙΑ



Ύστερα από δεκάχρονη απουσία, ο Γιάννης Τζερμιάς, σπάει την πολύχρονη σιωπή του. Ο ζωγράφος στη νέα του θεματική κλείνει τον προηγούμενο κύκλο Κ(Χ)ρόνος των τραγωδιών, Μήδεια, Φιλοκτήτης, Αίας & Αγαμέμνων με την τραγωδία Οιδίπους.

Ο τίτλος της έκθεσης, Οιδίπους: "Εικόνες μετά την τύφλωση", παραπέμπει στην αιώνια πάλη και εναλλαγή, του φωτός και του σκότους, που με αυτά ο ζωγράφος εικονοποιεί τις μνήμες του τραγικού ήρωα.Σε πίνακες και σχέδια, μικρών και μεγάλων διαστάσεων, ταξιδεύει τον θεατή, στον τονικό χωροχρόνο του ήρωα, με έργα σύμβολα, μέχρι της τελικής κάθαρσης.

Από το Δελτίο Τύπου.

Διάρκεια έκθεσης έως 21 Ιανουαρίου 2012.

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΣΤΟ ΜΕΓΔΟΒΑ


Κόσμος από όλα τα χωριά του Μέγδοβα, από τον κάμπο και την Καρδίτσα έρχεται στο πανηγύρι της Παναγίας.

Πως, πότε και γιατί χτίστηκε το μοναστήρι της Παναγίας (Γενέσιον) στην κρυφή τοποθεσία πάνω από το ρου του Μέγδοβα και αντίκρυ στις ψηλές κορφές των Αγράφων, κανένας ακριβώς δεν γνωρίζει. Κάποια στοιχεία μας μαρτυρούν πως τούτο έγινε στα χρόνια του 16ου αιώνα αλλά δεν γνωρίζουμε ποιοι άνθρωποι το έχτισαν και ποια κοινωνία συγκροτούσαν.

Στα χωριά του Μέγδοβα το έθιμο να χορεύει πρώτα ο παπάς κρατάει ακόμη.

Στα χρόνια που ακολούθησαν πληθαίνουν ασφαλώς τα στοιχεία για το ρόλο του κατά τις πολεμικές και ειρηνικές εποχές αλλά και πάλι δεν είναι αρκετά καθώς από τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα το μοναστήρι ορφανεύει από μοναχούς και οι εκτάσεις που κατείχε στη γύρω περιοχή απαλλοτριώνονται και μοιράζονται στους ντόπιους ξωμάχους. Αυτή η εποχή αχνοφαίνεται ακόμη στη μνήμη λίγων ντόπιων οι οποίοι μιλάνε και για ένα μοναχό, το Συμεών (στη δεκαετία του 1920 – 1930) ενώ προσφάτως εκδηλώνεται κάποιο ενδιαφέρον από ορισμένους μοναχούς για την επανίδρυσή του.




Ο Γιώργος Κουσιάνας πηγαίνει πάντα στο πανηγύρι να βοηθάει τον πατέρα του Ηλίας Κουσιάνας ο οποίος είναι από τους παλαιότερους κτηνοτρόφους στη Νεράιδα.

Πέρα απ’ όλα αυτά τα οποία ασφαλώς αφορούν την τοπική ιστορία και πολλούς μάλιστα ενδιαφέρουν, το στοιχείο εκείνο που κράτησε ζωντανή τη μνήμη του Μοναστηριού είναι το πανηγύρι της Παναγίας που γίνεται από την παραμονή της 8ης Σεπτεμβρίου και κρατάει ως αργά το απόγευμα της εορταστικής ημέρας, την ώρα που πέφτει η νύχτα.

Ο Λάμπρος Βούλγαρης από τα Σαραντάπορα με τον ξάδελφό του Νεκτάριο μελετούν την παραγγελία για ψητό…
Η ιδιαιτερότητα αυτού του πανηγυριού είναι ότι είναι το τελευταίο του καλοκαιριού και αφορά τους κατοίκους μιας μεγάλης περιοχής, της κοιλάδας του μέσου ρου του ποταμού Μέγδοβα όπου βρίσκονται τα χωριά, Νεράϊδα, Καροπλέσι, Γιαννουσεϊκα, Μολόχα, Κλειτσός, Δάφνη και άλλα καθώς και τα Σαραντάπορα με όλους τους οικισμούς τους και οι κάτοικοι των οποίων εύρισκαν σε αυτό την ευκαιρία να ανταμώσουν, να γιορτάσουν, να επικοινωνήσουν και φυσικά να κανονίσουν τις δουλειές τους ενόψει του χειμώνα.

Η ορχήστρα που έπαιξε στο πανηγύρι: Από αριστερά, Δημήτρης Μανούκας, Ηλίας Ζυγούρης, Γιώργος Σούφλας, Ηλίας Αποστολάκος, Βαγγέλης Τσιάρας, Κωνσταντίνος Βασιλάκος.

Σε αυτό το αντάμωμα φυσικά και συμμετείχαν και κάτοικοι από πιο απομακρυσμένες περιοχές, ειδικά των χωριών που βρίσκονται στα ριζά των Αγράφων και παρουσία τους εκεί είχε να κάνει με την πίστη αλλά και για την διεκπεραίωση πολλών υποχρεώσεων που είχαν αναπτύξει μεταξύ τους με τους κατοίκους της προαναφερόμενης περιοχής η οποία μέχρι κάποιες δεκαετίες πριν αναφέρονταν ως Δήμος Δολόπων και ανήκε στην Ευρυτανία. Ιδιαίτερο δε ρόλο έπαιζε στο αντάμωμα αυτό και διευκόλυνε τους επισκέπτες η μεγάλη στράτα που διέσχιζε την περιοχή και ανέκαθεν ένωνε την Αιτωλία με την Καρδίτσα και περνούσε υποχρεωτικά από το Μέγα Γεφύρι, το οποίο δεν υπάρχει πια εξαιτίας μιας λάθος ενέργειας του ενικού στρατού κατά την περίοδο του εμφυλίου.

Κατά παράδοση ο Σπύρος Μακρής πιάνει πάντα για να ψήσει μια μεριά ψηλότερα από τους άλλους και μαζί με τα σφάγια φτιάχνει και μια σούφλα κοκορέτσι.

Το πανηγύρι αυτό, όσο θυμούνται και οι παλαιότεροι της περιοχής δεν σταμάτησε ποτέ να γίνεται εκτός από ένα – δυο από τα χρόνια του Εμφυλίου που σφοδρά ταλαιπώρησε όλα τα χωριά των Αγράφων. Στα παλαιότερα χρόνια ξεκινούσε από το απόγευμα της παραμονής όπου το κύριο χαρακτηριστικό του ήταν το γλέντι και το ψήσιμο των ζωντανών που κατά κάποιο τρόπο ήταν και παραμένει ένα μέσο συναγωνισμού μεταξύ των κτηνοτρόφων για το ποιος θα ψήσει το μεγαλύτερο και βεβαίως και καλύτερα γιατί η κριτική επιτροπή η οποία απαρτίζεται από τους ντόπιους είναι αυστηρή και τις συνέπειες μιας κακής φήμης κανένας δεν ήθελε να τις φορτωθεί μέχρι το επόμενο πανηγύρι που θα μπορούσε να αποδείξει το αντίθετο.

Ο Κώστας Θάνος με τη γυναίκα του Ορθοδοξία που στάθηκε δίπλα του και τον βοήθησε στο ψήσιμο όλη την ημέρα.

Στα αιγοπρόβατα εξάλλου στηρίζονταν πάντα η οικονομία της περιοχής και λιγότερο στη γεωργία. Σε αυτό βοηθούσε πολύ και η χλωρίδα που αποτελείτε από δρυς κυρίως και πουρνάρια και άλλους θάμνους ειδικά στην θεόρατη και δύσκολη πλαγιά απέναντι από το χωριό Νεράϊδα που καλείται Φλίτσιος και ήταν φυσικά ο παράδεισος των κατσικιών.

Αυτά ήταν το καμάρι των ντόπιων και η χλιμάρα τους. Χλιμάρα έλεγαν και λένε την κατάσταση εκείνη μιας πολυμελούς οικογένειας ή ενός νοικοκυριού το οποίο ζει πάντα με το άγχος της ανεπάρκειας ή οποία δεν θεραπεύεται με τίποτα. Όση δουλειά και να τράβαγαν οι άνθρωποι, υπήρχε ένα όριο που δεν τους άφηνε να δούμε άσπρη μέρα και βέβαια να χορτάσουν από μπομπότα (καλαμποκίσιο ψωμί) αφού το σταρένιο ήταν τόσο λίγο και οι νοικοκυρές το έβγαζαν στην άκρη για να κάνουν τα πρόσφορα της εκκλησίας.

Ο Κώστας Αυγέρης τεμαχίζει το ψητό κάτω από το βλέμμα των τσελιγκάδων Τσιγαριδαίων και του Μήτσου Μονάντερου που μια ζωή ασχολήθηκε με τα ζωντανά και το ψήσιμό τους.

Έτσι πορεύτηκαν οι κάτοικοι της περιοχής και σαν άλλαξαν τα πράγματα, εδώ και τριάντα πάνω κάτω χρόνια οι περισσότεροι πήραν τα μάτια τους και έφυγαν, άλλοι για τον κάμπο και άλλοι μακρύτερα, στην Αθήνα και στις ξένες χώρες μετανάστες.

Η νοσταλγία όμως για την μικρή τους πατρίδα ποτέ δεν έσβησε και κάθε καλοκαίρι επιστρέφουν στα χωριά τους, πολλοί φτιάχνουν ακόμα κήπους, φροντίζουν κάπως τα παρατημένα καρποφόρα δέντρα και αρκετοί μένουν μέχρι αργά το φθινόπωρο να μαζέψουν τα καρύδια και τα κάστανα από τα περιβόλια τους.

Ο Τάσος Δήμου από τη Ραχούλα εκτός από το ψητό φημίζεται για την τέχνη του στο κοκορέτσι

Οι περισσότεροι όμως μένουν στα χωριά μέχρι της Παναγίας (στις 8 Σεπτεμβρίου) για να ζήσουν με τους συγχωριανούς που κατοικούν μόνιμα στα χωριά, για άλλη μια φορά το πανηγύρι που ξεκίνησαν, άγνωστο πότε οι πρόγονοί τους και τους το άφησαν με την υποχρέωση να το συνεχίσουν μέχρι ν’ αλλάξει για πάντα ο κόσμος – αν έρθει ποτέ αυτή η ώρα…

Ο Τάσος Δήμου από τη Ραχούλα εκτός από το ψητό φημίζεται για την τέχνη του στο κοκορέτσι


Φέτος μάλιστα που το πανηγύρι έπεφτε μεσοβδόμαδα και πολλοί από τον κάμπο και τις πόλεις δεν μπόρεσαν να πάνε, ούτε πάλι εξαιτίας των αλλαγών που επέφερε ο «Καλλικράτης» στην Τοπική Αυτοδιοίκηση και έπαψε το φαινόμενο να σπαταλούν οι τοπικοί επίσημοι πολύτιμο χρόνο σε χαιρετισμούς και ρηχή προπαγάνδα, το πανηγύρι ήρθε επιτέλους στα ίσια του και έμοιαζε πολύ με εκείνα που γίνονταν πριν από πολλά χρόνια.

Πάντα στο πλευρό του Σπύρου Μακρή είναι η γυναίκα του Σοφία και τον βοηθάει ακόμα και στην ψησταριά που στήνει στο πανηγύρι.
Τούτο φάνηκε ιδιαίτερα στα πρόσωπα των ανθρώπων που χάραζε κάπως πιο βαθιά η εποχή της λιτότητας που ζούμε και της αβεβαιότητας που επικρατεί. Κάποιες φιγούρες επίσης, τόσο από κάποιους γέροντες αλλά και πολλές ηλικιωμένες γυναίκες που δεν άλλαξαν θαρρείς καθόλου στο πέρασμα των χρόνου τόνιζαν ακόμη περισσότερο το χρώμα μιας εποχής που ενώ πιστεύαμε πως πέρασε ανεπιστρεπτί, να’ την πάλι μπροστά μας.

Στο κλίμα αυτό κινήθηκε η ορχήστρα που έπαιξε παλιά αλλά και καινούργια τραγούδια και χόρεψαν με τη σεμνότητα που υπαγορεύει πλέον η ελαφριά τσέπη, οι μερακλήδες και παρέες που ήθελαν μέχρι αργά το απόγευμα.

Κόσμος από όλα τα χωριά του Μέγδοβα, από τον κάμπο και την Καρδίτσα έρχεται στο πανηγύρι της Παναγίας

Εκείνο όμως που πάλι έδειξε πως ο παραδοσιακός χαρακτήρας του πανηγυριού παραμένει ακόμα ζωντανός ήταν οι ψησταριές που έστησαν οι ντόπιοι κτηνοτρόφοι κάτω από τα πλατάνια. Παλιότερα ξεκινούσαν να ψήνουν τα σφάγια από το βράδυ της παραμονής σε μακριές ξύλινες σούβλες. Πήγαιναν εκεί αποβραδίς, άναβαν φωτιές με ξύλα βελανιδιάς, έριχναν κανένα κρεατάκι στα κάρβουνα και με τσίπουρο, ούζο και κρασί άρχιζαν το γλέντι με τα «όργανα» που έπαιζαν οι συγχωριανοί τους μέχρι την ώρα που άρχιζε το πρωί ο παπάς τη λειτουργία. Τότε σταματούσαν και έβγαζαν τα ψητά από τις σούβλες να τα λιανίσουν και να τα πουλήσουν και μετά άρχιζαν πάλι το γλέντι ως το απόγευμα.

Σταφύλια και σύκα από τη Δαφνοσπηλιά έφερε να πουλήσει στο πανηγύρι η κυρά Γαρυφαλιά Θάνου
Ήταν άλλες βέβαια οι αντοχές των ανθρώπων και άλλες οι συνήθειές τους στη διασκέδαση και το γλέντι. Ο μπάρμπα Γιάννης Καραμέτος (1924) μας αφηγήθηκε πως στα νιάτα του το διήμερο του πανηγυριού, το πέρναγε χορεύοντας. Το ίδιο έκαναν και οι περισσότεροι χωριανοί αφού σε αυτό τον τόπο όλοι είχαν το χορό μέσα τους και σε τούτο τους βοηθούσε το γεγονός πως ο ίδιος τόπος έβγαζε και καλούς μουσικούς, σαν τους Τσιτσιμπαίους, τον Γιώργο Λυρίτση και βγάζει ακόμα, όπως τον Γιώργο Σούφλα από το Καροπλέσι και άλλους.

Από εκείνην την εποχή έμεινε η νοσταλγία για τα παλιά χρόνια και φυσικά οι ψησταριές που δίνουν το ξεχωριστό χρώμα στο πανηγύρι και αποτελούν για τους κτηνοτρόφους μια ευκαιρία να βγάλουν μερικά χρήματα από τα ζωντανά τους χωρίς να παρεμβάλλεται ο έμπορος ή ο χασάπης. Και τούτο βέβαια κάνουν με εξαιρετική συνέπεια και προσοχή γιατί όπως προαναφέρθηκε οι κριτές στο ψήσιμο αλλά και αυτοί που θα καταναλώσουν είναι οι συγχωριανοί τους και πρέπει να προσέχουν πολύ.


Ένα φίλο του από τα διπλανά χωριά βρήκε ο Κωνσταντής Θάνος από τη Νεράϊδα και έπιασαν κουβέντα για τα περασμένα…
Από την παλιά εποχή ως τα σήμερα σαφώς και έχουν γίνει κάποιες σημαντικές αλλαγές, όπως οι σούβλες που από ξύλινες έγιναν σιδερένιες ή ότι το ηλεκτρικό μοτεράκι απάλλαξε τον μάρτυρα που ψήνονταν επί ώρες πάνω από τη θράκα αλλά η ουσία της ψησταριάς παραμένει η ίδια και το σημαντικότερο, η φροντίδα και το ψήσιμο του σφαχτού, πράγματα για τα οποία ξεχώριζαν και ακόμα ξεχωρίζουν όλοι οι κτηνοτρόφοι στο Μέγδοβα.





Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΦΩΣ ΤΟΥ ΝΟΕΜΒΡΗ ΣΤΗΝ ΑΜΟΡΓΟ



Γράφω συνέχεια για τους ανθρώπους, τα ζωντανά και τις ομορφιές της Αμοργού και πολλοί είναι εκείνοι που νομίζουν πως είναι η πατρίδα μου ή τουλάχιστον έχω από αυτό το νησί κάποια συμφέροντα.

Ούτε το ένα ομολογώ είναι αληθές, ούτε και το άλλο βεβαίως. Μπορώ να πω όμως πως πρώτη πατρίδα μου είναι ο Τυμφρηστός και για δεύτερη έχω υιοθετήσει την Αμοργό και φυσικά ούτε τη μια μπορώ να αλλάξω, ούτε και την άλλη…

Για τον Τυμφρηστό δεν έχω να πω κάτι αυτή τη στιγμή αλλά για την Αμοργό που γύρισα χθες και την νοιώθω ακόμη να κυκλοφορεί σε όλες τις αισθήσεις μπορώ να γράψω ένα σωρό ωραία πράγματα αλλά προς το παρόν θα σταθώ μόνο σε μια στιγμή – στο φως του προχθεσινού μεσημεριού πάνω από τη Χώρα που εξαϋλωνε το λευκό των όγκων στις δυο εκκλησίες και έβαφε με τα πιο βαθιά χρώματα μια επίμονη στην ανθοφορία μπουκαμβίλια.

Δεν ήταν φως του καλοκαιριού που έλιωνε πάνω στην λευκή επιφάνεια, δεν ήταν φως της άνοιξης που λάμπει στους δροσερούς αιθέρες, δεν ήταν φως απόβρεχου να μυρίζει όλος ο κόσμος ασβέστη και μυριστικά από τις γλάστρες και τις στεγνές ταράτσες αλλά μια ένα μείγμα του με ήρεμο βοριά που δημιουργούσε μια απόλυτη διαφάνεια πάνω από τη Χώρα.

Μια διαφάνεια που μόνο το μάτι θα μπορούσε να νιώσει αλλά ευτυχώς που υπάρχουν και οι φωτογραφικές μηχανές που ότι μπορούν κάνουν, αλλά είναι καλές για να μοιραζόμαστε αυτές τις μοναδικές στιγμές και να μας κάνουν να αγαπάμε περισσότερο την Αμοργό, τις Κυκλάδες, το Αιγαίο και όλη την Ελλάδα…

ΑΘΗΝΑ, 23/11/2011

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Η ΣΚΙΑ ΜΙΑΣ ΜΑΥΡΗΣ ΓΑΤΑΣ


Θα μπορούσαν να γραφτούν δεκάδες σελίδες για τις γάτες ενός νησιού αλλά επειδή τρέχουν κι ένα σωρό άλλα πράγματα στην αληθινή ζωή και βεβαίως έμεινα κάπως πίσω στην ενημέρωση από τοίχους και «τοίχους», αφήνω τις γάτες της Αμοργού στη χειμερινή αγωνία τους και επιστρέφω μαζί σας στη σκληρή πραγματικότητα του κόσμου μας.


Φυσικά και θα υπάρξει συνέχεια με τα γατοκείμενα της Αμοργού, πιθανόν και άλλων νήσων αν προκύψει μέσα στο χειμώνα, αλλά θα «κλείσω» προς το παρόν αυτό το έργο με ένα πανάρχαιο ερώτημα το οποίο για να απαντηθεί χρειάζεται και τη συμβολή ενός εικαστικού τουλάχιστον που να κατέχει κάπως από τέχνη για να έχουμε ικανοποιητικό αποτέλεσμα.


Το ερώτημα που τίθεται είναι τι χρώμα ή απόχρωση μπορεί να έχει η σκιά μιας μαύρης γάτας και ως παράδειγμα βάζω δυο σχετικές φωτογραφίες που τράβηξα προχθές στην είσοδο της Χοζοβιώτισας με ιδανική τη γωνία του φωτός και εξαιρετικό το αποτέλεσμα της δυνατής αντίθεσης άσπρου – μαύρου πάνω στους φρεσκοασβεστωμένους τοίχους.
....................
Οι όποιες απαντήσεις σας, θα συμβάλλουν ασφαλώς στην απάντηση αναφορικά με την τέχνη αλλά θα βοηθήσουν και τα μέγιστα για τα σχετικά γατοκείμενα που τη χαρά της δημιουργίας τους μπορούμε θα μοιραστούμε μόλις έρθει πάλι η ζωή μας στα ζύγια της…

ΑΜΟΡΓΟΣ, 22112011

Ο ΑΡΧΗΓΟΣ ΤΗΣ ΓΑΤΟΠΑΡΕΑΣ



Χωρίς να το πάρω καν είδηση, έκανα αυτές τις μέρες στην Αμοργό ένα φωτογραφικό πορτφόλιο με τις αδέσποτες γάτες σε διάφορα σημεία και το γεγονός έχει την εξήγησή του καθώς και σε τούτο το νησί, τώρα που χειμώνιασε, αυτές είναι οι μόνες ψυχές που κυκλοφορούν παντού και δίνουν με την παρουσία τους την αίσθηση του βιωμένου χώρου.

Οι περισσότερες απ’ αυτές είναι παρατημένες από τους κυρίους ή τις κυρίες της τα καλοκαίρια και κατάφεραν να επιβιώσουν στις πολύ δύσκολες συνθήκες του χειμώνα τρεφόμενες από τα λιγοστά σκουπίδια των επίσης λιγοστών νοικοκυριών που είναι ανοιχτά αυτό τον καιρό στο νησί και κάποιες με ξηρά τροφή που τους δίνουν ορισμένοι φιλόζωοι.

Οι μόνες γάτες που δεν αντιμετωπίζουν πρόβλημα τροφής στην Αμοργό ή έχουν σίγουρο το μερίδιό τους όταν επιστρέφουν τα καίκια από το ψάρεμα, είναι οι γάτες των λιμανιών. Ο αριθμός τους όπως έχω παρατηρήσει εδώ και λίγα χρόνια παραμένει σταθερός ενώ κάποιες απ’ αυτές, μάλλον οι γάτοι, έμοιαζαν να έχουν αρκετά χρονάκια στην πλάτη τους και πολλά, εμφανή σημάδια στα αυτιά τους από τους ερωτικούς και άλλους καυγάδες.

Η σταθερότητα του αριθμού τους σίγουρα έχει να κάνει με κάποιο έλεγχο της παρέας του λιμανιού από τις προαναφερόμενες γάτες ή γάτους που βρίσκονται στην κορυφή κάποιας ιεραρχίας και δεν διστάζουν καθόλου να επιβάλλουν αυστηρούς κανόνες στην προσχώρηση νέων μελών για να διατηρήσουν όσο μπορούν την επάρκεια στην διατροφή τους.

Είμαι βέβαιος πως γίνονται αυτά στη γατοπαρέα του λιμανιού των Καταπόλων αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω ποιος ήταν ο αρχηγός μέχρι που χθες αποκαλύφθηκε από μια φωτογραφία που δείχνει τον άρχοντα του λιμανιού να κοιμάται στο πάνω σκαλί μιας κατασκευής και δυο άλλους από κάτω να φυλάνε άγρυπνοι, ο ένας από την αριστερά πλευρά και ο άλλος από τη δεξιά μη φανεί ο αντίπαλος ή το καϊκι με τα ψάρια…

ΑΜΟΡΓΟΣ, 21112011

ΕΝΑ ΚΟΥΒΑΡΙ ΠΕΙΝΑΣΜΕΝΕΣ ΓΑΤΕΣ



Μια και πιάσαμε από το πρωί κουβέντα για γάτες, ας δώσουμε μια συνέχεια με αυτά τα συμπαθή τετράποδα, ειδικά για εκείνα που δεν είναι του σπιτιού αλλά του δρόμου, τα οποία ενώ θα έπρεπε να είναι ευτυχισμένα γιατί ζουν εντελώς ελεύθερα, αντιθέτως είναι πιο δυστυχισμένα, πιο ευάλωτα στους κινδύνους και το ίδιο εξαρτημένα με τις οικόσιτες εξαιτίας της αδυναμίας της εύρεσης τροφής στους κήπους, τα χωράφια ή και στα χωριά.

Έτσι λοιπόν αυτές οι γάτες, οι ελεύθερες μπορεί να πεινάνε διαρκώς αλλά αυτό δεν τις εμποδίζει να πολλαπλασιάζονται ασύδοτα και να πλημμυρίζουν τα σοκάκια και τις πλατείες των πόλεων ή τα λιμάνια των νησιών. Φυσικά και στα μεταξύ τους ζευγαρώματα δεν υπάρχουν περιορισμοί αναφορικά με την ράτσα ή το είδος κι έτσι βλέπουμε διάφορα ωραία και απροσδόκητα αποτελέσματα, ειδικά στα χρώματά τους του τριχωτού τους.

Τούτο βέβαια εξαρτάται από τη δύναμη του αρσενικού, του γάτου που μέσα από φοβερές μάχες και καυγάδες με τους άλλους θα διεκδικήσει την πρωτοκαθεδρία στο κοπάδι των ελεύθερων θηλυκών και θα διαιωνίσει δια τους πολλαπλασιασμού τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του. Στην περίπτωση φυσικά και κυριαρχεί ο γάτος που δεν είναι μόνο ο πιο δυνατός αλλά εκείνος που διαθέτει και μια προσαρμοστικότητα στις καταστάσεις.

Στην περίπτωση του κοπαδιού από τις γάτες, που έπεσαν με τα μούτρα στην τροφή που τους έριξε πρωί – πρωί ο Λευτέρης Γαβαλάς στον Όρμο Αιγιάλης, βλέπουμε πως από τις δεκαπέντε οι μισές και παραπάνω έχουν το ίδιο χρώμα, ανοιχτό καστανό και τούτο επιβεβαιώνει τις παραπάνω σκέψεις για τους προγόνους τους, αρσενικούς και θηλυκούς, αλλά, για να είμαστε δίκαιοι, δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ποιο από τα δυο φύλλα ευθύνεται γι’ αυτό.

Σημασία έχει πως είναι πολύ ισχυρό και δεν είναι απίθανο κάποια μέρα όλες οι γάτες της Αιγιάλης να καταλήξουν να έχουν το ίδιο καστανό χρώμα. Όσο φυσικά υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Λευτέρη για παράδειγμα που τις νοιάζονται χειμώνα καλοκαίρι γιατί τελικά αυτές, ανεξάρτητα από χρώμα και ράτσα, είναι οι μόνες υπάρξεις που ζωντανεύουν είτε μόνες, είτε σε ομάδες τα σιωπηλά χωριά στην ύπαιθρο χώρα και τα άδεια λιμάνια των νησιών

ΑΜΟΡΓΟΣ, 22112011

ΕΝΑΣ ΠΟΛΥ ΕΞΥΠΝΟΣ ΓΑΤΟΣ


Ένα από τα στοιχεία των μοναστηριών, επί πολλοίς παρεξηγημένο και εν ολίγοις άνεργο εξαιτίας των δηλητηρίων που ξεπαστρεύουν τους ποντικούς, είναι οι γάτες οι οποίες κατά κοπάδια συγκεντρώνονται στις πύλες τους περιμένοντας κάποιον να τις ταίσει...


Αυτό συμβαίνει και στο μοναστήρι της Παναγίας της Χοζοβιώτισας όπου καμιά εικοσαριά γάτες  –γατάκια καλοκαιρινής γενιάς τα περισσότερα- βρίσκονται σε συνεχή αναμονή τροφής ή οποία κάθε μέρα έρχεται πάντα στην ώρα της όταν ένας μοναχός ανοίγει την πόρτα και τους μοιράζει ξηρά τροφή για να ζήσουν και αυτά τα πλάσματα του θεού.

Οι γάτες φυσικά θα έβρισκαν άλλο τρόπο να επιβιώσουν, αλλά δυστυχώς έξω στο ύπαιθρο έχουν εξαφανιστεί οι ποντικοί εξαιτίας της εγκατάλειψης των καλλιεργειών κι έτσι περιμένουν την τροφή από τους μοναχούς ή τίποτα αποφάγια από το τραπέζι τους αν τύχει. Γι’ αυτό και συγκεντρώνονται στην είσοδο και περιμένουν να ακούσουν την πόρτα να ανοίγει και σαν δουν ότι ο μοναχός κρατάει κάτι γι’ αυτές αμέσως τον περικυκλώνουν.
Στο σημείο όμως εκείνο του μοναστηριού το γδέρνει κυριολεκτικά ο βοριάς και η διαβίωσή τους το χειμώνα δεν είναι βεβαίως και ότι το καλύτερο για τη συνέχιση του είδους τους. Έτσι, πολλές αφήνουν τον μάταιο αυτό κόσμο της διαρκούς πείνας και πετάνε στους ουρανούς των γάτων  όπου οπωσδήποτε και γι’ αυτές θα είναι καλύτερα τα πράγματα.

Μέχρι τότε όμως έχουν να παλέψουν ασφαλώς με τη δίψα, πρόβλημα το οποίο πάλι οι μοναχοί λύνουν και με το κρύο που εκεί δεν αστειεύεται. Σε αυτό το ζήτημα κανένας δεν μπορεί να τις βοηθήσει εκτός και αν η εμπειρία τους, καταλάβουν πως κάποια στοιχεία του πολιτισμού των ανθρώπων μπορούν και αυτές να τα εκμεταλλευτούν δεόντως και να περνάνε καλύτερα γιατί το να μπουν στο μοναστήρι, ούτε να το σκέφτονται.

Όπως για παράδειγμα ο πανέξυπνος γάτος της φωτογραφίας που βρήκε τον προβολέα που φωτίζει το μοναστήρι τη νύχτα ως ένα πρώτης τάξεως σώμα θέρμανσης και καρφώθηκε δίπλα του μέχρι αυτό να σβήσει και να έρθει η σειρά του ήλιου να ζεστάνει το κοκαλάκι του περιμένοντας πότε θα ανοίξει η πόρτα να έρθει το συσσίτιο από τα χέρια του μοναχού.

ΑΙΓΙΑΛΗ – BLUE STAR NAXOS, 22/11/2011

Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΧΟΖΟΒΙΩΤΙΣΑΣ



Οπωσδήποτε και χθες το βράδυ, στον εσπερινό και την παράκληση που ακολούθησε η ατμόσφαιρα ήταν ιδιαίτερα κατανυκτική ενώ σήμερα το πρωί περισσότερο εορταστική, καθώς δεκάδες αμοργιανοί και πιστοί από άλλα μέρη κατέκλυσαν το λιγοστό χώρο (ο οποίος τελικά αποδεικνύεται ιδιαίτερα μεγάλος τέτοιες μέρες) και παρακολούθησαν τη λειτουργία με τη δέουσα σοβαρότητα που απαιτεί αυτή η μεγάλη μέρα στο Μοναστήρι.


Όλοι πέρασαν και άναψαν κερί στην μικρή εκκλησία και μετά κάθησαν είτε στις δροσερές στοές, είτε στους εξώστες που βλέπουν το πέλαγος να ακούν τη λειτουργία που συμμετείχαν όλοι οι ιερείς του νησιού χοροστατούντος του μητροπολίτη Θήρας, Αμοργού και νήσων κ. Επιφανίου ο οποίος κατά τα προηγούμενα χρόνια διετέλεσε ηγούμενος στο Μοναστήρι της Χοζοβιώτισας.


Μετά το πέρας της λειτουργίας μοιράστηκαν στους προσκυνητές γλυκά καθώς και φαγητό, μπακαλιάρος τηγανητός και μπακαλιάρος πατατάτο που μαγείρευαν εκεί όλη τη νύχτα καθότι η περίοδος αυτή υπαγορεύει νηστεία και όλοι κάθησαν, είτε στους εξώστες, είτε στον χώρο μπροστά από την πύλη του μοναστηριού να φάνε κάτω από έναν ιδιαίτερα ζεστό νοεμβριάτικο ήλιο και αγναντεύοντας το πέλαγος που έλαμπε απ’ άκρη σε άκρη.


Φέτος πρέπει να πούμε δεν είχε το πανηγύρι της Παναγίας τον περσινό και τον προπέρσινο κόσμο, γιατί έπεφτε εργάσιμη ημέρα και επειδή βεβαίως δεν βόλεψαν τα δρομολόγια των πλοίων πολλούς από την Αστυπάλαια που συνηθίζουν να έρχονται στην Αμοργό κάθε τέτοια μέρα. Αντιθέτως σημαντική ήταν η παρουσία φέτος πολλών Παριανών και φυσικά κατοίκων από τα διπλανά μικρά νησιά που θεωρούν τη Χοζοβιώτισα και δική τους Παναγία.


Τούτο δεν εμπόδισε βεβαίως να γίνει το πανηγύρι με τη δέουσα λαμπρότητα και να το απολαύσουν όλοι, ντόπιοι και ξένοι και να ευχηθούν όλοι μαζί και του χρόνου με υγεία και περισσότεροι...

Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΣΠΟΡΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ



Πολλοί που έχουν μεγαλώσει στα χωριά και βεβαίως έχουν κάποια ηλικία, ασφαλώς και θυμούνται ότι στη λειτουργία της Παναγίας σήμερα όλες οι γυναίκες των αγροτών πήγαιναν στην εκκλησία ένα στολισμένο πιάτο με βρασμένους σπόρους πάντων των ειδών να τους ευλογήσει ο παπάς για να έχουν αντοχή και καλή απόδοση στη σοδειά το καλοκαίρι.
Γι’ αυτό και η γιορτή αναφέρονταν ως της Παναγίας της Μεσοσπορίτισσας, καθώς παρεμβάλλονταν στο μέσον περίπου της περιόδου των οργωμάτων και της σποράς και ήταν πάντα μια ημέρα που οι αγρότες άφηναν τα αλέτρια και πήγαιναν να εκκλησιαστούν.

Αυτά γίνονταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια, πριν απαξιωθεί εντελώς η παραδοσιακή αγροτική ζωή και πριν βέβαια τη λειτουργία της ευχής του παπά την αναλάβουν με τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα οι πολυεθνικές εταιρείες που ρημάζουν τον κόσμο.
Είναι ασφαλώς και άλλοι λόγοι για τους οποίους εγκαταλείφθηκε αυτό το ωραίο έθιμο το οποίο έδινε και έναν άλλο τόνο στην ημέρα αλλά πρόπερσι (2011) χάρη ενός αφιερώματος που θα κάναμε σε μια εφημερίδα για τους Καραγκούνηδες του θεσσαλικού κάμπου, καταφέραμε και το αναβιώσαμε εν μέρει στο κεφαλοχώρι της Καρδίτσας, Παλαμάς.

Εκεί λοιπόν, αρκετές ήταν οι γυναίκες, ώριμες αλλά και νέες που έβρασαν τα σπόρια (πολύσπορα τα λένε στον κάμπο) και τα έφεραν στην εκκλησία να ευλογηθούν με σκοπό να τιμήσουν την ημέρα αλλά παρακινηθούν και οι άλλες συντοπίτισσές τους να το κάνουν κι έτσι να μη χαθεί αυτό το ωραίο έθιμο της παραδοσιακής ζωής των Ελλήνων αγροτών.

ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ, 21112011


Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

ΕΝΑΣ ΝΕΟΣ ΜΟΥΣΙΚΟΣ ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΑΛΗ



Στην Αμοργό πηγαίνω για πολλούς λόγους και οι περισσότεροι διακρίνονται καθαρά στις δημοσιεύσεις που συχνά κάνω, είτε στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης είτε στο δίκτυο μέσα από τις σελίδες του actimon.blogspot.com. Δημοσιεύσεις που αποτελούν πλέον και την πρώτη ύλη για τη δημιουργία κάποιων βιβλίων στη σειρά των «Μικρών Πατρίδων».

Για να φτάσω όμως σε μια δημοσίευση φυσικά και απαιτείται η καλή γνωριμία με την περιοχή που επισκέπομαι και η συγκέντρωση πολλών στοιχείων τα οποία αντλούνται από τη επιτόπια παρατήρηση, την περιπλάνηση στις εξοχές και στα χωριά και κυρίως από το διάλογο με τους ντόπιους ανθρώπους με τους οποίους περνώ αρκετές ώρες μαζί τους.

Αποτέλεσμα αυτής της δουλειάς είναι να δημιουργήσω αρκετές γνωριμίες και φιλίες οι οποίες δεν εξαντλούνται στα περιθώρια μιας απλής δημοσίευσης. Έτσι για παράδειγμα στην Αμοργό γνωρίζω εκτός από πολλούς ψαράδες, αγρότες και κτηνοτρόφους, τους μουσικούς που βεβαίως και δεν είναι λίγοι, καθώς οι Αμοργίνοι έχουν τη μουσική στο αίμα τους και λίγο –πολύ δεν υπάρχει κανένας που να μην έχει ασχοληθεί με κάποιο όργανο.

Έτσι χάρηκα πολύ χθες το βράδυ, όταν είδα μαζί με τον Σταμάτη Γιαννακόπουλο, τον εξαιρετικό βιολιτζή και τον Νικόλα Βαζαίο στο σαντούρι – τραγούδι που έπαιξαν στο ξενοδοχείο «Αιγιαλίς»,σε μια ωραία εκδήλωση προς τιμή των φίλων από την Πάρο που ήρθαν στην Αμοργό για τη γιορτή της Παναγίας, ανάμεσά τους και τον γιο του Νικόλα, τον Παναγιώτη να παίζει βιολί και να τραγουδά κάποια παραδοσιακά τραγούδια.

Ο Παναγιώτης ο οποίος είναι μαθητής Λυκείου, πήρε λίγα μαθήματα στο βιολί από τον Σταμάτη αλλά έχοντας ένα πολύ καλό μουσικό αυτί και ένα ιδιαίτερο τρόπο να μαθαίνει , προχωρά μόνος του και όπως φάνηκε τα πάει πολύ καλά. Τελειώνοντας το Λύκειο θα ανέβει στην Αθήνα όπου θα παρακολουθήσει μαθήματα μουσικής και είναι βέβαιο πως το επόμενο καλοκαίρι θα τον δούμε σε κάποιο από τα πολλά μαγαζιά της Αμοργού να παίζει.

Από τα τραγούδια δε που αγαπάει πολύ ο Παναγιώτης, είναι η πασίγνωστη «Πιτσιρίκα» του θείου του Λευτέρη Βαζαίου την οποία, λόγω ηλικίας βεβαίως, ερμηνεύει με ένα άλλο, πιο αθώο και ήμερο τρόπο και κατά πως εξαγνίζει σε μεγάλο βαθμό το παρεξηγημένο σουξέ των Μικρών Κυκλάδων με το οποίο όπως θυμάμαι, ακόμα και οι πιο σοβαροφανείς είχαν μπει στον πειρασμό να το τραγουδήσουν και να το παραγγείλουν στις ορχήστρες.

ΤΟ ΛΙΟΜΑΖΩΜΑ ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΑΛΗ



Το συνεργείο του λιομαζέματος στην ώρα της δουλειάς και σε μια αναμνηστική φωτογραφία μετά το τέλος μιας κουραστικής αλλά γόνιμης μέρας.

Από την αρχή της ιστορίας μέχρι σήμερα, στα λιόφυτα που σκεπάζουν τον κάμπο της Αιγιάλης δίνεται κάθε Νοέμβριο η μεγάλη μάχη για το λάδι του σπιτιού και του αγίων τα καντήλια και στην οποία συμμετέχουν όλοι οι άνθρωποι ανεξαιρέτως.


Ο Κλάους είναι ελβετός, αρχιτέκτων τοπίου και κάθε χρόνο έρχεται στην Αιγιάλη να μαζέψει ελιές γατί θεωρεί αυτή τη δουλειά υψηλή αισθητική...

Ο Κλάους από την Ελβετία είναι αρχιτέκτονας τοπίου και επισκέπτεται την Ελλάδα περισσότερα από 40 χρόνια· τα τελευταία δέκα όμως επιλέγει να έρθει κάθε Νοέμβριο στην Αμοργό στο λιομάζωμα γιατί του αρέσει και παράλληλα απολαμβάνει τη φθινοπωρινή αμοργιανή φύση. Αυτός βεβαίως και δεν έχει και τόση ανάγκη το μεροκάματο, όσο η Μαρία και ή Άννα από τη Βουλγαρία, ο Κούμπα από την Πολωνία και ο Ανδρέας με τον Φανούρη από την Αλβανία. Ούτε και ο νεαρός γάλλος Λώρη η ο δάσκαλος της μουσικής Γιάννης το κυνηγάνε, αλλά όλοι μαζί αποτέλεσαν πριν από λίγες ημέρες το πολυεθνικό συνεργείο που «χτένισε» τις ελιές στο περιποιημένο κτήμα του Νίκου Β. Βασάλου, στο Σηληνάρι της Λαγκάδας.


Είναι ζήτημα αν απ’ όλους ένας ήξερε πριν από λίγα χρόνια κατά που πέφτει η Λαγκάδα ή αν είχε ασχοληθεί παλιότερα με το μάζεμα των ελιών. Όλοι όμως τα κατάφεραν μια χαρά και καθώς φέτος βοήθησε αρκετά και ο ήπιος καιρός, έδειχναν ικανοποιημένοι σαν έπεφτε το σύνθημα για την αποχώρηση από το λιόφυτο. Εκείνη τη στιγμή όμως που έπρεπε να φορτωθούν ο Προκόπης και η Αραπίνα, τότε φαίνονταν οι διαφορές μεταξύ των εθνικοτήτων καθώς οι μόνοι που γνώριζαν πως φορτώνεται ένας γάιδαρος ήταν οι δυο Αλβανοί οι οποίοι καμάρωναν μάλιστα γι’  αυτή την επιδεξιότητά τους η οποία τους έδινε πόντους για την αναζήτηση εργασίας.  



Φυσικά και οι προαναφερόμενοι δεν ήταν οι μόνοι που μάζεψαν φέτος ελιές στην Αιγιάλη, πολλοί άλλοι ευρωπαίοι και κυρίως βαλκάνιοι έβγαλαν μεροκάματο, γιατί η παραγωγή ήταν μεγάλη και τα ντόπια χέρια δεν επαρκούσαν ή απουσίαζαν. Το ίδιο συνέβαινε και στα παλιότερα χρόνια και αντί Αλβανών και Γάλλων, τα αιγιαλίτικα λιόφυτα γέμιζαν εργάτες που έρχονταν από τα κοντινά νησιά, Ηρακλειά, Σχοινούσα και το Κουφονήσι και δούλευαν από νύχτα σε νύχτα μόνο για μια οκά λάδι! Σήμερα που ένα κιλό λάδι κάνει δεν κάνει τέσσερα ευρώ και το μεροκάματο ξεπερνάει τα σαράντα, η εγκατάλειψη των ελιών θεωρείται λογική αλλά κάτι τέτοιο δεν το χωρά το μυαλό των Αιγιαλιτών που θεωρούν ακόμη τις ελιές κομμάτι της ζωής τους. Οι περισσότερες μάλιστα έχουν ηλικία πάνω από 200 – 300 χρόνια, υπάρχει μάλιστα μια στο λιόφυτο του Βασσάλου που όπως υπολογίζουν πρέπει να είναι φυτρωμένη εκεί τουλάχιστον 2.500 χρόνια. Από την εποχή δηλαδή που ήκμασαν οι αρχαίες πόλεις της Αμοργού αυτό το μνημειακό δέντρο, το οποίο διατηρεί και τα σημάδια μιας φωτιάς από το παρελθόν, έδινε τις μικρές ελιές του στους Αμοργίνους.


Αυτά τα σπουδαία λοιπόν δέντρα που στήριξαν εκείνες τις παλιές κοινωνίες είναι οι πραγματικοί μάρτυρες της ιστορίας της Αμοργού και αν είχαν στόμα πολλά θα έλεγαν για τους ανθρώπους που γνώρισαν τόσους αιώνες, τις συνήθειές τους, τις ανάγκες τους, τις χαρές και τις λύπες τους. Αυτό βέβαια που δεν θα περίμεναν ποτέ είναι να αντικατασταθούν τα χέρια με ένα μακρύ κοντάρι που στην άκρη του έχει μια θορυβώδη σβούρα με πολλά πλαστικά κρόσια που εισχωρούν στο φύλλωμα του δέντρου και αποκολλούν τον καρπό και τα δάκτυλα από πλαστικά επίσης χτένια. Είναι ασφαλώς μια ευρεσιτεχνία που λιγοστεύει τον κόπο και περιορίζει τις ακροβασίες, αλλά ακυρώνει όλους τους κλασικούς ήχους του ελαιώνα, αποκλείει την κουβέντα των ανθρώπων μεταξύ τους και διώχνει μακριά τα πουλιά που πλημμυρίζουν τις λαγκαδιές και τους θάμνους της περιοχής αυτή την εποχή.





Παλιότερα, το λιομάζεμα στη Λαγκάδα ήταν μια κοινή για το χωριό γιορτή καθώς όλοι κατέβαιναν στα λιόφυτα και για να ξεχάσουν τον κόπο, έπιαναν το τραγούδι, έκαναν πειράγματα μεταξύ τους και γνωριμίες. Ήταν πράγματι ένας μήνας το χρόνο που όλοι οι κάτοικοι, μικροί και μεγάλοι ασχολούνταν με τις ελιές. Οι νοικοκυρές φρόντιζαν να έχουν έτοιμα παξιμάδια για ολόκληρο το μήνα, πολλοί μάλιστα ήταν αυτοί που έσφαζαν και το χοίρο τους από τον Σεπτέμβριο για να έχουν παστό κρέας και καβουρμά να τρώνε κατά αυτή την περίοδο. Το φαγητό τους στο λιόφυτο συμπληρώνονταν ακόμη και από παστά αλλά και φρέσκα ψάρια που τους έφερναν οι τρατάρηδες κι έτσι κανένας δεν έλειπε από τη μεγάλη μάχη της συγκομιδής.


Το συνεργείο του λιομαζέματος σε ένα διάλειμα κολατσίζει

Όταν λέγαμε «πάμε για ελιές», μας αφηγήθηκε η κυρά Ρήνη Βασσάλου, σήμαινε και μια ιδιαίτερη προετοιμασία του καλαθιού που απαραίτητα είχε μέσα μια ποδιά και ένα μακρύ σχοινί. Την μεγάλη ποδιά από κατσίκισιες τρίχες την οποία κατάργησαν αργότερα τα ελαιόπανα, τη χρησιμοποιούσαν να βάζουν μέσα τον καρπό που τραβούσαν με τα χέρια και το σχοινί να ανεβαίνουν στα ψηλά κλωνιά, όπου δεν έφτανε η σκάλα. Επειδή τότε δεν κλάδευαν όπως σήμερα αυστηρά τα δέντρα αλλά άφηναν τα κλωνιά τους να ψηλώσουν, έπιαναν δυο – τρία μαζί και τα έδεναν με το σχοινί, πατούσαν σε αυτό το σκαλοπάτι και έφτιαχναν ένα άλλο παραπάνω έτσι ώστε να φτάσουν όσο πιο ψηλά μπορούσαν. Αυτό το σκαρφάλωμα από κόμπο σε κόμπο ήταν εξαιρετικά επικίνδυνο και πολλοί, ανάμεσα τους και η κυρά Ρήνη κάποτε, το πλήρωναν κατά καιρούς με σοβαρά κατάγματα και ανεπανόρθωτες ζημιές.


Ο Νίκος Βασάλλος, ακουμπά στην πιο αρχαία ελιά του λιόφυτου

Εκείνα τα χρόνια δεν έπρεπε να μείνει ούτε κουκούτσι στο λιόφυτο και μάζευαν τις ελιές μια – μία από το έδαφος. Κατόπιν η μεταφορά τους γίνονταν πάλι μέσα σε τραγίσια τσουβάλια στα πρωτόγονα λιοτρίβια του χωριού που εκείνη την εποχή αριθμούσε έξι και τα οποία μέχρι το 1960 περίπου και συνήθως ήταν συνεταιρικά. Για να λειτουργήσουν, χρειάζονταν πάντα τρεις ανθρώπους: τον «μηχανικό» που έβαζε τη ζύμη κάτω από την πέτρα να αλεστεί, αυτόν που γύριζε τον κύλινδρο και έναν που ήταν βοηθός του «μηχανικού». Για τη σκληρή αυτή εργασία οι ιδιοκτήτες έπαιρναν για λιοτριβιάρηδες συνήθως νέους και δυνατούς και με τους οποίους μοιράζονταν σε ίσα ποσοστά το λάδι που παρακρατούσαν από τον νοικοκύρη και ήταν πάντα το δέκα τοις εκατό.


Ο Νίκος Βασάλλος μαζί με το μάζεμα κλαδεύει μια ελιά.

Η βάσανος αυτή στο λιοτρίβι σταμάτησε τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 όταν όλα τα λιοτρίβια της Λαγκάδας ταυτόχρονα σχεδόν έβαλαν μυλόπετρες που προμηθεύτηκαν από τη Μήλο και τις οποίες μετέφεραν μέχρι το χωριό από τον όρμο ομάδες ανδρών στον ώμο γιατί δεν είχε γίνει ακόμα ο αμαξιτός δρόμος. Σημειώνεται, πως ειδικά για τη μεταφορά αυτών των ασήκωτων πραγμάτων, όλοι οι άνδρες της Λαγκάδας προσφέρθηκαν ανιδιοτελώς και το γεγονός δηλώνει τη μεγάλη ανάγκη του χωριού για ένα εξελιγμένο ελαιοτριβείο και την εκτίμηση που είχαν στο λάδι.




Αργότερα, το 1969, μια ομάδα Αιγιαλιτών, ο Νίκος Κωβαίος, ο Νίκος Δενδρινός ή Νικολάρας, ο Νίκος Βασσάλος από τον Ποταμό αγόρασε συνεταιρικά μηχανήματα και εγκατέστησαν σε ένα κτίριο του Νικήτα Συνοδινού στον Κάμπο, το πρώτο μηχανοκίνητο ελαιοτριβείο στην Αμοργό το οποίο λειτούργησε για λίγα χρόνια, αντιμετωπίζοντας πάλι το πρόβλημα της μεταφοράς γιατί οι δρόμοι δεν είχαν κατασκευαστεί ακόμα και έκλεισε το 1982 όταν τέλειωσε το λιμάνι της Αιγιάλης. Από εκεί και πέρα και μέχρι σήμερα όλοι οι Αμοργιανοί εξυπηρετούνται από το μεγάλο, σύγχρονο ελαιοτριβείο του Γεωργικού Συνεταιρισμού στα Κατάπολα.




Ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετώπιζε οι Αιγιαλίτες με τις ελιές ήταν η πάντα η μεταφορά που εξαιτίας της έλλειψης δρόμων γίνονταν υποχρεωτικά με γαϊδούρια τα οποία κάθε σπίτι είχε απαραίτητα ένα και δύο. Σήμερα που έχουν επιτέλους κατασκευαστεί οι βασικοί δρόμοι στο νησί, τα λιόφυτα τα οποία είναι διασκορπισμένα εκτός από τον Κάμπο και σε όλες τις βορινές πλαγιές του επιβλητικού Κρούκελου καθώς και σε πολλές τοποθεσίες πίσω από τα Θολάρια,  εξυπηρετούνται από παλιά μονοπάτια που πατάνε μόνο τα γαϊδούρια. Αλλά αυτό το συμπαθές τετράποδο κοντεύει να εξαφανιστεί και από την Αμοργό που διατηρούσε μέχρι πρότινος ένα τεράστιο αριθμό ζωντανών. Τώρα λοιπόν που χρειάζονται είναι δυσεύρετα και όσα έχουν «εισαχθεί» από άλλα νησιά ή τη ηπειρωτική Ελλάδα δεν τραβάνε γιατί δεν μπορούν να προσαρμοστούν στο δύσκολο έδαφος. Τα αμοργιανά γαϊδούρια λένε αυτοί που γνωρίζουν το ζήτημα, έχουν μικρότερες οπλές από τα άλλα τα οποία δεν βγάζουν περισσότερες από 15 ημέρες περπάτημα και σακατεύονται.


Από τα χαρακτηριστικά πάλι της Αιγιάλης είναι ότι σε κάθε λιόφυτο υπάρχουν ένα – δυο ή περισσότερα δέντρα που είναι αφιερωμένα στην κοντινή εκκλησία, κάτι βεβαίως που το πολυεθνικό συνεργείο δεν μπορούσε με τίποτα να καταλάβει γιατί συμβαίνει αυτό. «Έτσι το βρήκαμε από τους παλιούς, κι έτσι το συνεχίζουμε» μας είπε ο Νίκος Β. Βασσάλος, από τους πιο δημιουργικούς ανθρώπους της Αιγιάλης ο οποίος ζει μόνιμα στη Λαγκάδα του και εκτός από τον τουρισμό δραστηριοποιείται ακόμη με τις ελιές του πατρογονικού λιόφυτου, με περιβόλια, πουλερικά και ζώα.



Στο ελαιοτριβείο στα Κατάπολα, ο Νίκος αποτιμά τη σοδειά της χρονιάς


 
Οι παλιοί συνήθιζαν όταν έγραφαν στα παιδιά τους ένα τμήμα λιόφυτου να δίνουν και ένα – δυο δέντρα στον κοντινό άγιο ή για κάποια άλλη εκκλησία του χωριού έτσι ώστε να έχουν λάδι για τα καντήλια τους όλο το χρόνο. Γι’ αυτό οι ξένοι εργάτες εκτός από τα ελιές του Νίκου μάζευαν και από ορισμένα δέντρα που άλλα ήταν αφιερωμένα στον Άγιο Νικήτα, τη μητρόπολη του οικισμού Στρούμπος που είναι δίπλα στο Σηληνάρι και άλλα στην Αγία Τριάδα. Κάθε εκκλησία μάθαμε στη Λαγκάδα έχει τα δικά της δέντρα, άλλες λίγα, άλλες πολλά και η υποχρέωση που έχουν αναλάβει οι άνθρωποι που τις έχουν μέσα στα λιόφυτά τους, ξεπερνά και το μεγάλο εμπόδιο της εγκατάλειψης που διακρίνεται στα απομακρυσμένα και τα πιο δύσβατα μέρη. Μπορεί να μην μαζέψουν όλες τις ελιές, αλλά αυτές που είναι αφιερωμένες στις εκκλησίες θα βρουν τρόπο να τις μαζέψουν όλες!


Ελιές, ο θησαυρός της ελληνικής γης...


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το κείμενο και ορισμένες φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στο ένθετο περιοδικό της εφημερίδας "Έθνος",  EXPLORE NATURE τον Δεκέμβριο του 2009.

ΑΘΗΝΑ, 01122009