Google+ Badge

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2012

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΦΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡ ΑΛΕΚΟΥ…



Αραιώνει δραματικά πλέον εκείνη η τρανή γενιά που πολέμησε πριν από εξήντα τόσα χρόνια για την Ελλάδα. Ο θάνατος καλεί την κλάση της στον ουρανό των ανταρτών, αυτών που ξεσηκώθηκαν τότε για να ελευθερωθεί η πατρίδα μας από τους κατακτητές και να χτιστεί κατόπιν ένας άλλος κόσμος, πιο δίκαιος, πιο ανθρώπινος και πιο αδελφωμένος…

Φεύγουν ένας - ένας και οι τελευταίοι αντάρτες. Έφυγε στα 87 του χρόνια και ο Αλέκος Βαβούλης, ο «καπετάν Λυκούργος» από την Καλαμάτα προχθές το ξημέρωμα χωρίς να το καταλάβει κανένας στο σπίτι. Έμοιαζε σαν να είχε προετοιμάσει το τελευταίο ταξίδι του και όπως μάθαμε από τους φίλους του, είχε τακτοποιήσει όλες του τις εκκρεμότητες στην αγορά, γιόρτασε των Φώτων τη γιορτή της γυναίκας του Θεώνης ανάμεσα σε όλα του τα παιδιά, τα εγγόνια και τους συγγενείς του και έκλεισε το βράδυ ευχαριστημένος τα μάτια του για να τα ανοίξει πάλι στον ουρανό σαν συναντήσει τους συντρόφους του αντάρτες.

Ο Αλέκος Βαβούλης ήταν ο πεθερός μου, ο πατέρας της Στάλης και τον αποχαιρετήσαμε χθες στην τελευταία έφοδο στον ουρανό με δάκρυα που ταιριάζουν μόνο στους καπεταναίους και μετά κάτσαμε όλοι μαζί και μιλήσαμε για όσα μας είχε πει για τη ζωή του και τις στιγμές του μεγάλου αγώνα που έζησε και όσα είχε δει στο διάβα της ζωής του.

Πλήρης ημερών και έργων, έφυγε και μας άφησε τις αφηγήσεις για την αντίσταση στην Καλαμάτα, στα βουνά της Ρούμελης, τις λαμπρές μέρες κοντά στον πρωτοκαπετάνιο Άρη, τις νύχτες στις φυλακές της Αίγινας, στη βιοπάλη κατόπιν και στο πεζοδρόμιο της Αιόλου που πέρασε 32 ολόκληρα χρόνια και το οποίο από χθες ορφάνεψε από την παρουσία του.

Εγώ επιπροσθέτως του οφείλω και ένα άλλο σπουδαίο πράγμα, τη γνωριμία με τον κόσμο της οδού Αιόλου γιατί εκεί, στη γωνία με τη Σοφοκλέους ο κυρ Αλέκος όπως τον έλεγαν όλοι, είχε ένα νόμιμο πάγκο και πουλούσε μέχρι πριν από λίγα χρόνια διάφορα πράγματα. Δεν ήταν λίγες οι φορές, ιδιαίτερα στα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’80 που πήγαινα να τον βοηθήσω κι έτσι μάθαινα ένα – ένα τις ιδιαιτερότητες της αγοράς και γνώρισα όλους τους τύπους που την χρωμάτιζαν και έμαθα κοντά τους πράγματα που με σημάδεψαν για την κατοπινή μου πορεία τόσο στη πόλη αλλά και στην ίδια τη δουλειά.

Η καλύτερή μας στιγμή, θυμάμαι, ήταν όταν κλείναμε το απόγευμα τον πάγκο και πηγαίναμε στο περίφημο ταβερνείο «Δίπορτο» χαμηλά στη Σοφοκλέους όπου μέχρι εκείνο τον καιρό ήταν η Μέκκα των επαγγελματιών και των επιτηδευματιών της παλιάς Αθήνας. Εκεί ο κυρ Αλέκος δεν ήταν ο μικροπωλητής της Αιόλου, αλλά γίνονταν πάλι ο καπετάν Λυκούργος και το χαίρονταν κι ο ίδιος και όλοι οι φίλοι του από την Αγορά και τους δρόμους που σαν έμαθαν το θάνατό του, ήρθαν χθες στο νεκροταφείο να το αποχαιρετήσουν όπως έπρεπε γι’ αυτόν τον σπάνιο άνθρωπο…