Google+ Badge

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΘΟΔΩΡΑΣ ΣΔΟΥΚΟΥ



Ήρθε η ώρα να σας αποκαλύψω τι έκανα τόσες μέρες στα χωριά του Γράμμου και χάθηκα μέσα στις γιορτές και από τα δίκτυα και από παντού. Βέβαια δεν ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα εκεί θα είναι σίγουρα η δεκάτη και πρέπει να πω πως αισθάνομαι σαν το χωριό μου καθώς εκεί έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους και έχω δημιουργήσει καλές φιλίες.

Εννοείται πως έχω γράψει και ένα σωρό κείμενα γι’ αυτόν τον τόπο και τους ανθρώπους του, κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε διάφορα περιοδικά και έντυπα, την εποχή βέβαια που αυτά κυκλοφορούσαν μέσα στις εφημερίδες και στα περίπτερα. Η εποχή αυτή δυστυχώς τελείωσε και είναι νωρίς ακόμα να πω πως θα συνεχίσω να δημοσιεύω στις ιστοσελίδες τέτοια κείμενα και φωτογραφίες και βεβαίως να μπορώ να ζω και από αυτά που γράφω.

Έτσι λοιπόν αναγκαστικά περνάω σε μια άλλη μορφή έργου που ήθελα από καιρό, το γράψιμο δηλαδή κάποιων βιβλίων που έχουν να κάνουν με τους τόπους και τη μνήμη των ανθρώπων, όπως αυτό για τον Μιχάλη Ρούσσο στον Ασφοντυλίτη της Αμοργού. Αυτό ήταν το πρώτο και είχα σχεδιάσει το δεύτερο που το θέμα του είναι τα «σύνορα», πραγματικά και μεταφορικά, σε κάθε τόπο, στη ζωή, στην ψυχή, στην καρδιά, στη μνήμη εν τέλει.

Ο τόπος που είναι αφιερωμένο αυτό λοιπόν το βιβλίο είναι τα χωριά της μεθορίου στο Γράμμο, εκεί όπου τα σύνορα καθόρισαν τη ζωή ολοκλήρων κοινοτήτων, ιδιαίτερα κατά την δεκαετία του 1940 – 1950, στην Κατοχή, την Αντίσταση, τον Εμφύλιο και φυσικά την μετεμφυλιακή Ελλάδα για να καταλήξουν σήμερα να είναι μια κούφια έννοια, αφού κανείς δεν τα υπολογίζει, κανέναν δεν εμποδίζουν να τα διαβεί προς όλες τις κατευθύνσεις και το χειρότερο, ελάχιστοι έχουν απομείνει εκεί οι Έλληνες που βαραίνουν τη μνήμη τους.

Το υλικό του βιβλίου, τα κείμενα δηλαδή, προέρχονται από σημερινές αφηγήσεις των ανθρώπων που είδαν απ’ αυτά τα σύνορα τους Ιταλούς να επιτίθενται στην Ελλάδα και τα πέρασαν κατόπιν να πάνε στη γείτονα χώρα να προμηθευτούν τρόφιμα κατά την περίοδο της Κατοχής. Αργότερα από τα ίδια σύνορα πολλοί πέρασαν να γλυτώσουν από τις μάχες του εμφυλίου που μαίνονταν στα βουνά πάνω και μέσα στα χωριά τους.

Σαν τέλειωσε αυτή η μεγάλη εθνική τραγωδία, ολόκληρα χωριά τα πέρασαν μαζί με τους αντάρτες και αντάμωσαν τους άλλους που είχαν καταφύγει στην Αλβανία και όλοι μετά μαζί σκόρπισαν στους τέσσερις ανέμους των «Λαϊκών Δημοκρατιών» για να τα ξαναπεράσουν για να γυρίσουν ύστερα πίσω στα ρημαγμένα χωριά τους μετά από χίλια βάσανα και πολλά χρόνια. Πολλοί ήταν όμως κι εκείνοι που δεν πρόλαβαν να τα περάσουν στη λήξη του εμφυλίου και άφησαν τις ζωές τους στις πλαγιές του Γράμμου και αρκετοί πάλι που δεν τους έμελλε να τα ξαναδιαβούν να γυρίσουν κάποτε στα σπίτια τους.

Όλα αυτά είναι ένα κομμάτι της ιστορίας του τόπου που μου τα αφηγήθηκαν οι άνθρωποι που την έζησαν και ανάμεσά τους η 90χρονη κυρά Θεοδώρα Σδούκου, η Αχιλλέϊνα όπως την αποκαλούν οι συγχωριανοί της για τον άντρα της τον Αχιλλέα που τελευταία φορά τον είδε τα Χριστούγεννα του 1947 και ποτέ δεν έμαθε σε ποια πλαγιά του Γράμμου σκοτώθηκε να πάει να τον κλάψει. Η ίδια βρέθηκε μαζί με τα τρία παιδιά της στην Αλβανία όπου και γέννησε το τελευταίο, την Σταυρούλα. Οι δυο γιοί μεγαλύτεροι γιοί της μεταφέρθηκαν στις παιδουπόλεις της Ουγγαρίας και την Αχιλλέϊνα την άφησαν να επιστρέψει στο χωριό της, τη Λυκόραχη με τον μικρότερο γιό της και την κόρη της το 1958 και να τα βρει όλα ρημαγμένα.



Η μνήμη της κυρά Θεοδώρας, είναι ο ιστός που θα πλεχτούν για να δημιουργηθεί το βιβλίο και άλλες ανάλογες ιστορίες για τα σύνορα και μέχρι τη δημιουργία του βιβλίου, συχνά – πυκνά θα μαθαίνεται γι’ αυτή καθώς και για τον τόπο που θα πρέπει να τον γνωρίσετε...

- Στη φωτογραφία, η κυρά Θοδώρα κατεβαίνει μετά την επίσκεψη στο ρημαγμένο σπίτι της, στην παλιά Λυκόραχη, τον κεντρικό δρόμο του παρατημένου χωριού, στην πλαγιά κάτω από τις Αρένες, στα σύνορα που πια δεν υπάρχουν…