Google+ Badge

Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΟΥ ΜΠΑΡΜΠΑ ΠΑΝΟΥ


Τα χρόνια που βαδίζω στις «Μικρές Πατρίδες», είτε στα βουνά είτε στα νησιά, έχω γνωρίσει κάποιους μοναδικούς ανθρώπους που ενώ πίστευα πως αυτοί είναι τα αθάνατα στοιχειά της πατρίδας τους και ότι θα τους έβλεπα πάντα μπροστά μου όταν επισκεπτόμουν ένα τόπο, έρχεται η στιγμή που κι αυτούς τους κατευοδώνουμε  στο τελευταίο ταξίδι τους…
Έτσι θα γίνει και σήμερα με τον μπάρμπα Πάνο Κουτσιούμπα (1915 - 2012) από την Ανατολική Φραγκίστα Ευρυτανίας, ένα δυνατό σαν έλατο γέροντα που έφυγε χθες πλήρης ημερών και με το μυαλό να τριγυρίζει ως την τελευταία στιγμή, στα βουνά που περπάτησε, στις πλαγιές που βόσκησε τα κοπάδια του και στο χωριό του που ποτέ δεν εγκατέλειψε.

Μόνο δυο φορές έφυγε μακριά από την Ανατολική Φραγκίστα ο μπάρμπα Πάνος. Μια φορά το 1937 που πήγε κληρωτός στρατιώτης στο Σύνταγμα των Τρικάλων και άλλη μια σαν επιστρατεύτηκε να πολεμήσει τους Ιταλούς στην Αλβανία απ’ όπου μετά την κατάρρευση του μετώπου γύρισε, όπως οι περισσότεροι στρατιώτες εξάλλου, με τα πόδια στο χωριό για να συνεχίσει τη ζωή μέσα στην Κατοχή, την Αντίσταση και τον εμφύλιο.

Ο μπάρμπα Πάνος μαζί με τον μπάρμπα Παύλο Μπόνια (1914) ήταν οι ληξίαρχοι της μνήμης ενός χωριού που έζησε δέκα χρόνια σχεδόν, από το 1940 ως το 1950 μια εκπληκτική αλλά συνάμα και τραγική περίοδο της ελληνικής ιστορίας και όποιος τους άκουγε να μιλάνε για τα παλιά, ένοιωθε σαν μαθητής ιστορίας τουλάχιστον και πίσω από τα λόγια τους διέκρινε τη βαθιά αγάπη για την πατρίδα αλλά και το παράδειγμα που δεν έπρεπε να επαναληφθεί γιατί ο τόπος είχε την ανάγκη της παρουσίας και της δύναμης όλων.

Ο μπάρμπα Πάνος γεννήθηκε τσοπάνος και με τη γκλίτσα στο χέρι πέθανε ήσυχα χθες έχοντας δίπλα του την γυναίκα του Αλίκη και τα έξι παιδιά του. Όλα τα χρόνια που έζησε ήταν πίσω από το κοπάδι του, από τα πιο καλά φροντισμένα, λένε όλοι στην Ανατολική Φραγκίστα και με αυτό πόρεψε και πρόκοψε την οικογένειά του. Αυτό ήταν και ο καημός του τα τελευταία χρόνια που δεν μπορούσε να κάνει μια και να ανέβει στην κορφή στο Καμαράκι ή να το σαλαγίσει πάνω προς τα πουρνάρια της Σωτήρας. Έβγαινε στο μπαλκόνι και αγνάντευε τον τόπο και θυμόταν τα παλιότερα χρόνια που όλος ο τόπος αντηχούσε από τα κυπροκούδουνα, τα βελάσματα και τα κυπροκούδουνα και νοσταλγούσε.

Από εκεί που θα πάει τώρα, στον ουρανό της Ευρυτανίας θα βλέπει καλύτερα τον τόπο και φαντάζομαι κάθε πρωί θα μετράει πόσα γιδοπρόβατα θα σκαρίζουν και πόσοι τσοπαναραίοι θα ακολουθάνε τα κοπάδια και θα περιμένει να γεμίσει πάλι ο τόπος από ζωή, όπως όταν αυτός τον γνώρισε πριν από ένα σχεδόν αιώνα που είδε το φως του κόσμου στην Ανατολική Φραγκίστα που από σήμερα η απουσία του θα την βαραίνει…