Google+ Badge

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2012

ΤΟΥΤΟ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ ΑΜΑ ΤΟΝ ΠΗΔΗΞΑΜΕ…



Καλά, τρομάξαμε σαν να μην έχουμε ξαναζήσει ποτέ άλλοτε στη ζωή μας χειμώνα, κάνουμε λες και ήρθαμε από άλλο πλανήτη όπου πάντα είναι καλοκαίρι και μας πειράζει που η θερμοκρασία έχει πέσει πολύ χαμηλά και τουρτουρίζουμε παντού, στη δουλειά που δεν λειτουργεί κεντρική θέρμανση, ακόμα και μέσα στο σπίτι μας λόγω έλλειψης πετρελαίου.

Χειμώνες έχουμε ζήσει πολλούς και μάλλον τους ξεχάσαμε γιατί ζούσαμε στην πλανήτη της φούσκας που έσκασε και μας άφησε με τα μισά και λιγότερα χρήματα που βγάζαμε τότε και μας γύμνωσε από την πλαστή ευμάρεια των ανέσεων που κάλυπταν όλες τις αισθήσεις μας και δεν μας άφηναν να απολάυσουμε τίποτα παραπέρα από τη στιγμή και τη ζούσαμε.

Τίποτα, το ζήτημα είναι ότι στη ζωή μας ξαφνικά επικράτησε αληθινός χειμώνας που μοιάζει σαν να έχει έρθει και ποτέ πια να μην ξαναφύγει γιατί, που αλλού θα εύρισκε καλύτερα από τη χώρα της φούσκας να ξαπλωθεί και να κάνει τα δικά του κι έτσι έχασε και την ομορφιά του και όσα καλά και ευεργετικά κουβαλούσε κάθε χρονιά στην αγκαλιά του.


ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 31122012

Ο ΠΡΩΤΑΘΛΗΤΗΣ ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ…



Λογιστεύει και ο Γενάρης, ένας ιδιαίτερα κρύος μήνας που τον έκανε πιο κρύο ακόμη η κατάσταση που ζούμε στην οικονομία αλλά και σε κάθε άλλη έκφραση της ζωής μας και το χειρότερο είναι ότι και ο Φεβρουάριος και όσοι άλλοι μήνες ακολουθήσουν, ανεξάρτητα αν είναι ζεστοί ή κρύοι, πάνω κάτω το ίδιο δύσκολοι θα είναι αφού όπως φαίνεται τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει στο εγγύς μέλλον.

Τίποτα… Κανένας δεν έμεινε ευχαριστημένος ούτε με τις γιορτές που πέρασαν –οι πιο μελαγχολικές γιορτές που έχει να θυμηθεί η Ελλάδα από το 1950 και δώθε- ούτε οι μέρες αυτού του μήνα είχαν κάτι που να ανεβάζει την ψυχή και να ταρακουνάει τις αισθήσεις εκτός από τον μιζέρια που βλέπαμε ο καθένας γύρω του είτε μέσα από το φίλτρο των ΜΜΕ που ούτε τα ίδια ξέρουν πώς να χειριστούν αυτή τη δύσκολη για την Ελλάδα περίοδο.

Έτσι λίγο πολύ χάσαμε τις ωραίες στιγμές του Γενάρη, ούτε το μεγαλύτερο φεγγάρι της χρονιάς απολαύσαμε γιατί είχαμε συνεχώς τα κεφάλια σκυφτά, ούτε τις αμυγδαλιές είδαμε να ανθίζουν φέτος λόγω του κρύου, πάγωσε και η διάθεσή μας λόγω της άδειας τσέπης βεβαίως να βγαίνουμε έξω και να πίνουμε κανένα ποτάκι και να τα λέμε με φίλους και να κοιτάμε γύρω μας μη συμβαίνει τίποτα ενδιαφέρον από τη μεριά του θηλυκού κόσμου.

Ο μόνος που φαίνεται έζησε αληθινά τον Ιανουάριο, όπως θέλει εξάλλου και η παράδοση αυτού του μήνα, ήταν ο μεγάλος παρδαλός γάτος της φωτογραφίας, γεμάτος πληγές και με κατεβασμένα τα αυτιά από τις μάχες με τους άλλους γάτους που είχε καρφώσει το βλέμμα του πάνω σε μια σεμνούλα γάτα σαλονιού όπως έδειχνε και έκανε μάλιστα πως δεν ήθελε. Καθώς μάλιστα ήταν γι’ αυτόν ζήτημα χρόνου να ορμήσει και να την βάλει κάτω ούτε καν γύρισε το κεφάλι να τον δούμε τουλάχιστον τι χρώμα μάτια έχει αυτός ο γενναίος του χειμώνα...

ΥΓ. Το ζευγάρι των γάτων το είδα χθες σε ένα παρκάκι κάπου στο Παλαιό Φάληρο καθώς ψάχναμε την ταβέρνα που γινόταν ο περίφημος χορός της Πρασιάς…

ΑΘΗΝΑ, 31012012

Δευτέρα, 30 Ιανουαρίου 2012

ΠΩΣ ΑΠΟΚΤΗΣΑ ΜΙΑ ΚΟΚΚΙΝΗ ΦΛΟΚΑΤΗ



Η οικονομική κρίση που δεν μας αφήνει να χαρούμε ούτε μια ώρα ζεστασιά λόγω της τιμής του πετρελαίου, εμένα τουλάχιστον με οδήγησε στο αναθεωρήσω και κάποια άλλα πράγματα, όσον αφορά και τα ρούχα που φοράμε αλλά κυρίως και τα σκεπάσματα από πρακτικής αλλά και από αισθητικής πλευράς σαν στοιχεία του σπιτιού.

Διαισθανόμενος θα έλεγα την κατάσταση με το κρύο αλλά και γιατί εκεί στα χωριά που γυρνάω βλέπω ένα σωρό φλοκάτες κουβέρτες στα σπίτια και στα σαλόνια, ρώτησα τη μάνα μου αν έχει να μου δώσει κάποια απ’ αυτές που είχε φτιάξει κάποτε η ίδια στα νιάτα της για την προίκα της. Μου απάντησε πως δεν μπορούσε πια να τις πλένει και να τις τινάζει και γι’ αυτό τις απέσυρε από την χρήση, τις έφαγε ο σκόρος και τις πέταξε κάποια μέρα.

Το γεγονός με στεναχώρησε κι μ’ έβαλε στην πρίζα να ψάχνω να βρω κάπου μια φλοκάτη κουβέρτα αλλά πουθενά, όλοι μου έλεγαν πως σταμάτησαν τα εργαστήρια να φτιάχνουν γιατί είναι ακριβές, γιατί δεν έχουν μαλλί, για ένα σωρό γιατί. Ακόμη και στα σπίτια, οι γυναίκες που ήξεραν να τις φτιάχνουν μεγάλωσαν και δεν μπορούσαν ενώ διέλυσαν τους αργαλειούς τους γιατί καμιά νεότερη δεν είχε σκοπό να κάτσει να τους δουλέψει. Έτσι και η τέχνη άρχισε να χάνεται και οι φλοκάτες να γίνονται σπάνιο είδος σε όλη την επικράτεια.

Το γεγονός άμα το καλοεξετάσουμε δεν είναι μόνο που χάθηκαν ο φλοκάτες που ασφαλώς είναι πιο ζεστές από κάθε άλλο συνθετικό κατασκεύασμα και μπορώ να το πω με την πείρα των τελευταίων κρύων ημερών, αλλά γιατί καταστράφηκε ένα ολόκληρο σύστημα παραγωγής που στηρίζονταν στο μαλλί το οποίο σαν πρώτη ύλη το διέθετε χωρίς κανένα κόστος κάθε νοικοκυριό που είχε στο μαντρί του ένα μικρό κοπαδάκι από πρόβατα.

Αυτό οι γυναίκες το έπλεναν το καλοκαίρι, το έξαναν και έστριβαν νήμα με ρόκες τις οποίες κουβαλούσαν σχεδόν παντού, το έβαφαν με ωραία φυτικά χρώματα (κάτι φωτεινά χρώματα που έβγαζαν οι φλούδες της κορομηλιάς!!!) και το χειμώνα που δεν είχαν πολλές δουλειές κάθονταν στον αργαλειό και έφτιαχναν σπουδαία και ζεστά σκεπάσματα.

Θα μπορούσαμε να πούμε ένα σωρό πράγματα με αφορμή την χαμένη τιμή μιας φλοκάτης κουβέρτας και θα καταλήγαμε σε ένα δοκίμιο για την καταστροφή της οικοτεχνίας που κύριο χαρακτηριστικό της ήταν η απαξίωση όλων των πρώτων υλών που δεν προέρχονταν από την αγορά και η εξάρτηση πλέον των νοικοκυριών από τα βιομηχανικά προϊόντα τα οποία έχουν ένα σημαντικό κόστος και το οποίο πρέπει από κάπου να αντληθεί.

Το θέμα όμως που απασχόλησε εμένα και με έκανε να ψάξω περισσότερο ήταν όταν την Πρωτοχρονιά βρέθηκα στο χωριό Επταχώρι της Καστοριάς όπου οι μεταμφιεσμένοι φορούσαν παλιές φλοκάτες και προβιές και το γεγονός με έκανε να ζηλέψω περισσότερο. Μιας δε και ήμουν στα χωριά του Γράμμου, όπου όλα τα σπίτια είναι γεμάτα φλοκάτες, άρχισα να ρωτάω τις κυράδες αν έχουν καμιά παλιά για πέταμα να βάλω τουλάχιστον στο πάτωμα του σπιτιού να χαίρομαι μόνο να την βλέπω και να ομορφαίνει το καθιστικό.

Σε μια αναζήτηση λοιπόν στο σπίτι της κυρά Κούλας Φασούλη, της αδερφής του φίλου Τάκη Φασούλη  που έχει φτιάξει το σπουδαίο λαογραφικό και όχι μόνο μουσείο στο Κεφαλοχώρι, ήρθε η κουβέντα και χωρίς να το σκεφτεί καθόλου, μου είπε πως θα μου δώσει μια γιατί έχει πολλές και αμέσως μου παρουσίασε μια ωραία κατακκόκινη διπλή φλοκάτη.

Το γεγονός έγινε διπλή χαρά σαν το έμαθε και η κυρά Θοδώρα Σδούκου και μου έδωσε άλλη μια μικρότερη, για καναπέ κι έτσι συμπλήρωσα το χειμωνιάτικο νοικοκυριό μου και νιώθω πως είμαι έτοιμος να ζήσω τώρα και πιο κρύες μέρες που λένε πως θα έρθουν τούτη την εβδομάδα τυλιγμένος με την κόκκινη φλοκάτη σαν αρκούδα να τη βγάλω καθαρή ως την άνοιξη και δεν αποκλείεται να αρχίσω να κυκλοφορώ με αυτή στην πλάτη και στην Ακαδημίας. Είδα έναν σήμερα να κυκλοφορεί με τραγίσιο τσόλι και τον θαύμασα για το θάρρος του...

ΜΙΑ «ΑΥΛΗ» ΔΕΝ ΧΩΡΕΣΕ ΤΗΝ ΠΡΑΣΙΑ…



Στην κοπή της πίτας, ο Πρόεδρος Στέφανος Σιαλμάς και μαζί του η Βάσω Χαλαστάνη, ταμίας του Συλλογου, ο Ανδρέας Χύτης γραμματέας και τα μέλη του ΔΣ Λάμπρος Χρυσαφογιώργος, Ηλίας Λιάσκος και Γιώργος Μάνδαλος.

 
H Πρασιά, (πρώην Ζελενίτσα), είναι ένα μεγάλο χωριό της Ευρυτανίας, στα σύνορα με το νομό Καρδίτσας που περισσότερο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως χωριό της Αργιθέας παρά του Απεράντιου και τούτο εύκολα διακρίνεται από τον χαρακτήρα των ανθρώπων της και φυσικά τον ιδιαίτερο πολιτισμό που ανέπτυξαν κάποτε και λίγα στοιχεία του παραμένουν ζωντανά και εμφανή ως τα σήμερα, ιδιαίτερα στη μουσική και στα πανηγύρια.


Για όποιον δεν πιστεύει, να το αδιαχώρητο στην αίθουσα της «Αυλής»…
Η Πρασιά επίσης είναι ένας τόπος, ιδιαίτερα πολυσχιδής και εκτεταμένος και με πολλούς συνοικισμούς, στην οποία μέλλει να ασχοληθώ συστηματικά πολλές μέρες της χρονιάς που μας έρχεται να συγκεντρώσω κάποιο υλικό που μπορεί να μας οδηγήσει ίσως και σε μια έκδοση. Για τούτο προσβλέπω πολύ στη βοήθεια των φίλων από την Πρασιά, φίλοι με τους οποίους πήγαμε χθες μαζί στο χορό του Πολιτιστικού Συλλόγους Πρασιάς «Το Κυπαρίσσι» σε μια ταβέρνα στο Παλαιό Φάληρο και στην οποία φυσικά και δεν θα ξαναπατήσουμε.

Η Κατερίνα Γιαννούλη αριστερά και στο χορό, μπροστά ο "θείος" Μένιος Παπαδημητρίου, ο Βασίλης Παπαδιάς και η Γιάννα Παπαδιά.

Η πρόσκληση για να πάω στο χορό ήταν από τον Δημήτρη Παπαδιά και τη Γιάννα Παπαδιά και πήγαμε μαζί με τον φίλο Μενέλαο Παπαδημητρίου από το Ανθηρό Αργιθέας και τη γυναίκα του Εύη και στο τραπέζι καθίσαμε με τον αδερφό του Δημήτρη Βασίλη, τον Ανέστη Νάκο, τον Κώστα Γούλα και την Αγγέλα Γιαννούλη με δυο φίλες της με καταγωγή κι αυτές από την Ευρυτανία.

Το φλουρί έπεσε στην Άννα Κουτέρη. Δίπλα της η Αρετή Πότσιου, κόρη του αείμνηστου μουσικού Γιώργου Πότσιου (Ζιαβλάνη).
Αναφέρω αμέσως για το τραπέζι γιατί όντως αποτελεί είδηση το ότι χθες στην ταβέρνα «Η Αυλή» κάπου στο Παλαιό Φάληρο, ιδρώσαμε να χωρέσουμε κι εμείς που πήγαμε για το χορό και ένα – δυο μεγάλα τραπέζια που γιόρταζαν γενέθλια μικρών παιδιών. Τούτο οφείλεται αφενός στην κακή συνεννόηση μεν του προεδρείου με τον μαγαζάτορα που σημειωτέον είναι και συμπατριώτης από το Λιθοχώρι αλλά και στην απερισκεψία, την απληστία και την αδιαφορία αυτού που ήθελε να χωρέσει τα πάντα σε μια μικρή αίθουσα. Αποτέλεσμα ήταν να φύγουν από το χορό παραπάνω από 30 άτομα και να δυσαρεστηθούν όλοι από το στριμωξίδι που προκάλεσε η αδυναμία του να αντιμετωπίσει το ζήτημα.

Τι κοιτάνε όλοι μαζί; Τίποτα περιμένουν να ξυπνήσει η μικροφωνική να παίξει η ορχήστρα και κάνουν τάματα στους θεούς της Αργιθέας.

Το γεγονός πέρα από το μπέρδεμα που έφερε σε όλους μας και την καθυστέρηση περίπου τριών ωρών να αρχίσει το πρόγραμμα, δείχνει και κάτι άλλο ιδιαίτερα ενδιαφέρον. Ο Πρόεδρος του Συλλόγου, Στέφανος Σιαλμάς είχε υπολογίσει πως, για ευνόητους λόγους, δεν θα ξεπερνούσαν τους 50 αυτοί που θα έρχονταν στο χορό αλλά να που διαψεύστηκε καθώς αυτοί που κατάφεραν να κάτσουν κι εκείνοι που έφυγαν αριθμούσαν όλοι μαζί τους 150.

Εξαιρετικοί μουσικοί οι Λιασκαίοι διασκέδασαν όμορφα τον κόσμο που χάρηκε χορό και ωραίο παραδοσιακό τραγούδι.
Γιατί έγινε αυτό; Η μια εξήγηση είναι ότι ήρθαν για την ορχήστρα (Λιάσκος Παναγιώτης βιολί, Λιάσκος Γιάννης τραγούδι και λαγούτο ο Αντώνης Φελέκης) η οποία όντως μπορεί να παίξει πολύ καλά τα τραγούδια που ακούνε οι Πρασιώτες αλλά και για να ξεπεράσουν την προπαγάνδα της μιζέριας που κυριαρχεί σε κάθε συζήτηση και επικοινωνία στη ζωή μας. Το κόστος της συμμετοχής ήταν δεκαπέντε ευρώ και ο Σύλλογος δεν έκανε λαχειοφόρο, γεγονός που λειτούργησε ανακουφιστικά για πολλούς από τους συμμετέχοντες που μπόρεσαν να συνδυάσουν την επικοινωνία με τους συγχωριανούς τους, την κυριακάτικη έξοδο σε ταβέρνα και φυσικά την διασκέδαση από την ορχήστρα που ήταν δωρεάν.


Δεν είχαμε όλοι μαντηλάκια, είχαμε όμως κόκκινα κασκόλ (Ο Δημήτρης και ο Κώστας Γούλας) αλλά δεν έκαναν για το χορό κι έτσι επιστρατεύτηκαν τα τραπεζομάντηλα…


Αφού λοιπόν ξεπεράστηκε το ζητηματάκι με την αίθουσα και αφ’ ότου έφυγαν οι παρέες που γιόρταζαν τα γενέθλια κάποιων βλαστών τους και μετά από αγωνιώδη προσπάθεια να λειτουργήσει η μικροφωνική του καταστήματος, άναψε το γλέντι και ο χορός. Η Λιασκαίοι αποδείχθηκαν εξαιρετικοί και είναι κατά τη γνώμη μου, οι συνεχιστές της μουσικής και του τραγουδιού των μεγάλων της περιοχής Γιώργου Λέκκου από τα Βραγγιανά Αργιθέας και Γιώργου Πότσιου (Ζιαβλάνη) από την Πρασιά. Ο ήχος τους θύμιζε γιορτή στην Πρασιά και το ευχαριστήθηκαν όλοι μέχρι αργά το απόγευμα που χόρευαν ασταμάτητα και φεύγοντας έδωσαν την υπόσχεση του χρόνου να βρουν ένα αλώνι γιατί η «Αυλή» δεν τους χωρούσε…




Ήθελα δεν ήθελα, έσυρα κι εγώ το χορό λίγα λεπτά και μου άρεσε. Χώρια δε πως πρέπει να αρχίσω να κουνάω τα πόδια μου γιατί από την Παρασκευή αρχίζω εντατικά μαθήματα…
Ο "θείος" Μένιος, που στο μεταξύ έγινε καλά, είχε την τιμητική του και στο χορό τον συνόδευσαν όλοι οι καλοί χορευτές της Πρασιάς, με πρώτο τον Βασίλη Παπαδιά (κάτω).

Δεν μένει λοιπόν να ευχηθούμε και του χρόνου καλύτερα και σε μεγαλύτερη αίθουσα αλλά ως τότε σίγουρα θα το διασκεδάσουμε κάποια μέρα το καλοκαίρι κάτω από τα πλατάνια και τις κορφές της Ζελενίτσας.

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2012

ΕΝΑ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑΤΑΚΙ ΠΟΥ ΠΕΡΠΑΤΑΕΙ…



Ας αναρωτηθούμε, πως, κάποιος που κατέβηκε από άλλο πλανήτη, καθώς θα περπατούσε στο δρόμο που οδηγεί στην Αετομηλίτσα, το ψηλότερο χωριό του Γράμμου και δίπλα από τον ιδιότροπο ποταμό Πριστίλαπη, έβλεπε το σιδερένιο εικονισματάκι της φωτογραφίας που δείχνει πως άρχισε να περπατάει με τα αδύναμα πόδια του, τι εντύπωση θα είχε;

Το πρώτο φαντάζομαι που θα έλεγε, θα ήταν πως και «τα εικονίσματα πήραν τα πόδια τους και φεύγουν από αυτόν τον άμοιρο τόπο που λέγετε ακόμη Ελλάδα». Και είναι σίγουρο πως θα το φωτογράφιζε και η φωτογραφία του «εικονίσματος που περπατάει» θα έκανε το γύρω του κόσμου, είτε μέσα από το δίκτυο ή μέσα από τα φωτογραφικά πρακτορεία που χρυσοπληρώνουν κάθε τι το εξωτικό και κυρίως αυτό που δημιουργεί αλγεινές εντυπώσεις του αναγνώστη οπουδήποτε στον κόσμο για την Ελλάδα και όχι μόνο βεβαίως.

Είπαμε όμως, στον δρόμο προς την Αετομηλίτσα είναι το εικόνισμα. Ένας ορεινός δρόμος που το χειμώνα πνίγεται στο χιόνι και απαιτείται η διάνοιξή του με ειδικά μηχανήματα εκχιονισμού τα οποία όταν μπαίνουν στο έργο, δεν μπορούν να ξέρουν αν δίπλα από το δρόμο και κάτω από το χιόνι βρίσκεται κάποια κατασκευή και καθώς προσπαθούν να το απομακρύνουν από το οδόστρωμα, μοιραία τις επηρεάζουν έως παραμορφώσεως – όπως και αυτό το γαλάζιο εικονισματάκι που βγήκε, ευτυχώς, μόνο με τα πόδια λυγισμένα.

Αυτό όμως δεν μπορεί να το ξέρει ο φωτογράφος που θα μοιράσει στον κόσμο τη φωτογραφία ενός εικονίσματος που περπατάει κι έτσι μπορεί να προκαλέσει, σίγουρα άθελά του και κοσμοσυρροή από τα πέρατα του πλανήτη, ανθρώπων να δουν το θαύμα και δεν αποκλείεται κάποιος πονηρός καλόγερος να ιδρύσει εκεί ακόμα και μοναστήρι και να πουλά τσίγκινα ομοιώματα από το εικόνισμα μήπως και επαναληφθεί το θαύμα και πάρουν τα πόδια τους και οι παράλυτοι (όπως στην Καινή Διαθήκη) και περπατήσουν…

ΚΕΦΑΛΟΧΩΡΙ (ΛΟΥΨΙΚΟ) ΚΟΝΙΤΣΑΣ, 290112

ΦΩΤΟΓΡΑΦΕΙΟΝ «Η ΔΥΣΤΥΧΗ ΕΛΛΑΣ»…



Μεσημεράκι σήμερα στην πλατεία Βικτωρίας και κάποιος, ευσυνείδητος φαντάζομαι κουλουράς πέταξε τα μουχλιασμένα κουλούρια του στο μαδημένο γκαζόν για να φάνε και τα περιστέρια της πόλης τα οποία, σύννεφο ολόκληρο όρμησαν να πάρει καθένα το μερίδιό του από αυτό το απρόσμενο δώρο αφού μεταξύ άλλων σταμάτησαν και τα κονδύλια σίτισής τους...

Το θέαμα ασφαλώς και προκάλεσε ένα αγοράκι που βρήκε σαν παιχνίδι να πηγαίνει να στέκεται πάνω από το σωρό των κουλουριών και να διώχνει με άγαρμπες κινήσεις τα πεινασμένα πουλιά. Μετά από δυο, τρεις, τέσσερις εφόδους τους, τα εξαθλιωμένα περιστέρια περιορίστηκαν στο να βλέπουν την τροφή τους κάτω από τον έλεγχο του αγοριού και ακροβολίστηκαν στα ρείθρα του πεζοδρομίου περιμένοντας τη στιγμή που θα κουραστεί να ορμήσουν πάνω σε αυτό που τους ανήκει, έστω και σε αποσύνθεση.

Καχύποπτος ο πιτσιρικάς μαζεύτηκε τη στιγμή που ένοιωσε να είναι στο επίκεντρο το φακού μου και απομακρύνθηκε σαν να είχε κάνει μια παράβαση που ούτε ο ίδιος δεν μπορούσε να εννοήσει - απλά ήθελε να παίξει και άθελά του δημιούργησε το γεγονός!!!

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

ΕΝΑΣ ΩΡΑΙΟΣ ΧΟΡΟΣ ΑΡΓΙΘΕΑΤΩΝ…



Το χορό σέρνει ο Κώστας Φλότσιος, ο μελύτερος τσέλιγκας στα βουνά της Αργιθέας και τον ακολουθούν οι πρόεδροι των Συλλόγων και άλλοι επίσημοι.

Αχ, μπορεί να σας παρέσυρα πριν από λίγο με την φωτογραφία με τα «παγωμένα δόντια» στο Πεντάκορφο της Κοζάνης και νομίσατε πως άφησα τα Εξάρχεια και πήρα πάλι τα βουνά. Τα φαινόμενα όμως απατούν καθώς κάποια πράγματα, κυρίως η δουλειά και η νέα εγκατάσταση καθώς με κρατάνε στην Αθήνα, όχι για πολύ ακόμα νομίζω…


Με την ευκαιρία λοιπόν πήγα χθες το βράδυ στο χορό που έκαναν οι συμπατριώτες από τα χωριά Λεοντίτο και Στεφανιάδα της Αργιθέας στο κέντρο «Όμορφη Νύχτα» στο Γαλάτσι. Και τα δυο χωριά αυτά είναι από τα αγαπημένα μου και τα έχω επισκεφθεί αρκετές φορές και το καλοκαίρι στις γιορτές και τα πανηγύρια αλλά και το καταχείμωνο, στο ωραίο πανηγύρι του Αγίου Χαραλάμπους, στις 10 Φεβρουαρίου στο οποίο ετοιμαζόμαστε πάλι να πάμε.



Γι’ αυτά τα χωριά καθώς και τα υπόλοιπα της Αργιθέας και τους ανθρώπους τους, θα έχουμε χρόνο να δούμε περισσότερα πράγματα όταν ξημερώσει η μέρα που οι «Μικρές Πατρίδες» θα αρχίσουν να εμφανίζονται κανονικά στο διαδίκτυο σαν μια ολοκληρωμένη επαγγελματική δουλειά και να μπορέσω να απλώσω το έργο που έχω κάνει μέχρι σήμερα.

Η ορχήστα και η Γιώτα Γρίβα στο τραγούδι

Σήμερα θα σταθώ με λίγα λόγια στο χορό που έκαναν τα δυο χωριά μαζί και τούτο εξαιτίας της καταραμένης κρίσης όπως όλοι καταλαβαίνετε. Το εγχείρημα όντως υπήρξε εντυπωσιακό στη συμμετοχή του κόσμου και οι παρέες γλέντησαν αργιθεάτικα μέχρι αργά τη νύχτα. Το γεγονός ενίσχυσε βέβαια και το χαμηλό κόστος της συμμετοχής και η κατάργηση κάποιων πολυδάπανων στοιχείων αυτών των χορών, όπως η λαχειοφόρος αγορά για παράδειγμα ενώ η τιμή συμμετοχής δεν φόβιζε κανέναν να πάει.

Η Ηλίας Πλαστήρας στο κλαρίνο και ο Λάμπρος Κουσιωρής στο τραγούδι

Αυτό όμως που σίγουρα θα προεξοφλούσε την επιτυχία του χορού ήταν η ορχήστρα και φυσικά οι τραγουδιστές που συμμετείχαν ανιδιοτελώς. Πρώτη και καλύτερη βέβαια η Γιώτα Γρίβα, πραγματικό αστέρι και φίλη μας ακόμα και στο Facebook απ΄όπου παρακολουθούμε το καλοκαίρι τις κινήσεις της και φυσικά ο μεγάλος Λάμπρος Κουσιωρής, ο τελευταίος μπορούμε να πούμε που κρατάει στο αργιθεάτικο τραγούδι των ύφος των μεγάλων δασκάλων Γιώργου Λέκκου και Γιώργου Ζιαβλάνη που πρόλαβα κι εγώ και τους άκουσα.

Ο Στέλιος Κωφός στο βιολί και ο Λάμπρος Κουσιωρής στο τραγούδι

Στο κλαρίνο ήταν ο Ηλίας Πλαστήρας, κι αυτός εξαίσιος και πολλά υποσχόμενος σε αυτή τη δύσκολη τέχνη και ο Γιώργος Γκόγκας στο βιολί, ο Δημήτρης Κωνσταντής στο λαγούτο και ο Διονύσης Ζώης στο ντέφι. Η βραδιά όμως το καλούσε και δεν μπορούσε να μην σηκωθεί και να ανέβει στο πάλκο και ο Στέλιος Κωφός, ένα από τα καλύτερα παραδοσιακά βιολιά σήμερα στην Θεσσαλία και στην Ελλάδα ολόκληρη.

Η Γιάννα και ο Δημήτρης Παπαδιάς χορεύουν μαζί με τους Αργιθεάτες
Με αυτή την ορχήστρα στο πάλκο, επόμενο ήταν να δημιουργηθεί καθαρό αργιθεάτικο κέφι και το γλέντι να κρατήσει μέχρι αργά τη νύχτα. Κι επειδή όταν λέμε αργιθεάτικο γλέντι, εννοούμε χορό, όλοι ανεξαιρέτως σηκώθηκαν και χόρεψαν εκτός βέβαια από μένα που άλλη μια φορά προφασίστηκα κούραση. Αυτό όμως στάθηκε αφορμή να με ψήσει η Γιάννα και να με βάλει να πηγαίνω να μάθω χορούς σε ένα σύλλογο στα Σεπόλια έτσι ώστε το καλοκαίρι που θα αρχίσουν τα πανηγύρια στα Άγραφα και την Πίνδο (ετοιμάζω βιβλίο να απαντήσω στον σύντροφο Πίττα) να πάψω να σέρνω τα βήματά μου στο τέλος του χορού.

 Ο Θανάσης Καραγιώργος κρατάει τη Ρούλα σε ένα γύρισμα του χορού


Σημείωση: Η Γιώτα Γρίβα που όλοι αγαπάμε και μας αρέσει το τραγούδι της, εμφανίζεται στο κέντρο «ΑΓΡΙΜΙΑ» ένα από τα ελάχιστα κλαρινάδικα που απόμειναν ανοιχτά στην Αθήνα κάθε Παρασκευή και μια από αυτές που έρχονται, λέμε να πάμε να την ακούσουμε και η πρόσκληση αφορά και πολλούς φίλους και φίλες που δεν την ξέρουν και θέλουν να την ακούσουν.

ΔΙΑ ΧΕΙΡΌΣ ΜΕΝΕΛΑΟΥ....




Ευτυχώς που βρέθηκε και ο Μενέλαος Παπαδημητρίου εκεί και λόγω μιας αδιαθεσίας δεν χόρεψε και έτσι μπήκα κι εγώ σε μια φωτογραφία με το ζεύγος Δημήτρη και Γιάννας Παπαδιά  με την οποία θα πηγαίνω να μαθαίνω χορό στα Σεπόλια και τον Δημήτρη Παπακώστα, πρώην δήμαρχο Αχελώου ο οποίος ετοιμάζεται να αρμενίσει πολιτικά πλέον σε άλλους ουρανούς…

ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ (ΠΑΝΩ ΚΑΤΩ) ΕΝΤΡΟΠΙΑ…



Από το δρόμο προς το Πεντάλοφο της Κοζάνης, η φωτογραφία με το χειμώνα να έχει βγάλει μεγάλα παγωμένα δόντια, τα οποία, όμως μη φοβάστε, δεν απειλούν, ούτε πρόκειται να δαγκώσουν κανένα απ’ όσους διαλέγουν αυτή τη διαδρομή να βγουν προς τα σύνορα.

Σαν ανέβει αργότερα η θερμοκρασία και λιώσουν, τότε θα φανεί πως σε αυτόν τον παγωμένο τοίχο δίπλα από το δρόμο, θα έχει περάσει ένας χρόνος ενώ ένα κομμάτι του θα είναι ήδη φερτή ύλη, στο βυθό του Θερμαϊκού που θα έχουν κουβαλήσει τα νερά του Αλιάκμονα.

Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2012

ΤΕΧΝΗ ΚΑΙ ΔΙΑΜΑΡΤΥΡΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΑΙΤΕΙΑ…



Μια και πιάσαμε χθες το θέμα με τους «επαίτες» τους «άστεγους» και τα σουβλατζίδικα που τους ταϊζουν, λες και κάναμε συνέχεια στα ρεπορτάζ της τηλεόρασης, ας δούμε και μια άλλη πλευρά της επαιτείας που αγγίζει το life style αλλά δεν μας ενοχλεί καθόλου. Αντιθέτως μας αρέσει και αν κρίνω από την αποδοχή του κοινού, οι πρωταγωνιστές βγάζουν καλό μεροκάματο στους εμπορικούς δρόμους της Αθήνας και στο Μοναστηράκι.

Εκεί λοιπόν είδα προχθές ένα ζευγάρι αλλοδαπών να ασχολούνται για παραπάνω από μισή ώρα με τη σκηνοθεσία της επαιτείας τους την οποία προέβαλαν σαν τέχνη ή και σαν διαμαρτυρία για κάτι που δεν κατάλαβα καλά και πιθανόν αν τους ακολουθούσα θα το έβλεπα από τις κινήσεις τους και τις αντιδράσεις αυτών που θα τους παρακολουθούσαν.

Επί μισή ώρα και παραπάνω λοιπόν, το ζευγάρι αφού ντύθηκε με ρούχα βαμμένα με μια ασημί μπογιά, σαν αυτή που βλέπουμε στις φόρμες των πυροσβεστών, φορτώθηκε διάφορα υδραυλικά εξαρτήματα, εξατμίσεις και άλλα περίεργα άρχισαν να βάφουν ο ένας τον άλλον στο πρόσωπο και στα χέρια με αποτέλεσμα να λάμπουν από το ασημί χρώμα.

Τις προετοιμασίες παρακολουθούσε αρκετός κόσμος και έλεγαν ο ένας το κοντό του και ο άλλος το μακρύ του για το θέαμα ενώ το ασημί ζευγάρι έγινε και θέμα για φωτογράφιση. Οι μόνοι που τους έβλεπαν με σκεπτικισμό ήταν δυο κοριτσάκια από κάποια βαλκανική χώρα φαντάζομαι που είχαν βγει κι αυτά στο δρόμο με ένα ψεύτικο ακορντεόν το ένα στα χέρια και με ένα κυπελάκι για τα ψιλά το άλλο. Στο βλέμμα τους, τη λίγη ώρα που κοντοστάθηκαν να δουν τους ασημένιους επαίτες, πλανιόταν μια μικρή στεναχώρια για τον ανταγωνισμό που με κανένα μέσο δεν θα μπορούσαν να παλέψουν όσο ωραία και να παίξουν με το φτηνό οργανάκι τους, όσο και να χαμογελάσουν στον ακροατή…

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2012

ΝΕΑ ΕΠΙΔΡΟΜΗ ΣΤΟΝ ΑΡΑΧΘΟ



Εκεί που όλοι πιστεύαμε πως ο Άραχθος, έστω και λαβωμένος από τα φράγματα που υψώθηκαν τις προηγούμενες δεκαετίες στο ρου του θα έμεινε ήσυχος από το Δίστρατο και πάνω ως τις πηγές του να κυλάει τα νερά του όπως θέλει, να που έρχεται ο ΥΠΕΚΑ Γιώργος Παπακωνσταντίνου και αγνοώντας την απόφαση 3858/2007 του Συμβουλίου Επικρατείας αλλά και τον από το 2003 περιφερειακό σχεδιασμό της Ηπείρου και αγνοώντας την καθολική αντίδραση κατοίκων και φορέων της περιοχής, παρουσίασε ένα νομοσχέδιο με το οποίο δίνεται το πράσινο φως στην περιβόητη «Μηχανική» να θάψει με το φράγμα Αγίου Νικολάου όπως λέγεται, και τον υπόλοιπο Άραχθο μέχρι το ιστορικό γεφύρι της Πλάκας.


Για το ζήτημα αυτό λοιπόν συγκεντρώθηκαν σήμερα στην αίθουσα της «Πανηπειρωτικής», βουλευτές, δήμαρχοι, εκπρόσωποι από αδελφότητες, συλλόγους και άλλων φορέων της Ηπείρου να ξεκινήσουν ένα νέο και όπως φαίνεται δύσκολο αγώνα ,αφού έχουν να κάνουν πια με την πλέον αδίστακτη πολιτική που εφαρμόζεται εναντίον του φυσικού αλλά και του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, όχι μόνο στον Άραχθο, που θέλει να ισοπεδώσει τα πάντα για το συμφέρον λίγων τεχνικών εταιρειών που λυμαίνονται την έρημη Ελλάδα.

Δεν μένει παρά να σταθούμε στο πλευρό των Ηπειρωτών και να αγωνιστούμε μαζί τους να γλιτώσει ο Άραχθος από τη νέα επιδρομή των εργολάβων εναντίον του…


ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΟΔΩΡΟ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟ


Τη Μακεδονία την γνώρισα κυρίως από της ταινίες του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Τη «μέσα Μακεδονία» και τους ανθρώπους της και έτσι πίστευα πως θα την έβλεπα στο μεγάλο ταξίδι που έκανα πριν από λίγες μέρες σε αυτό τον μοναδικό τόπο. Παρά δε την κακοκαιρία που είχε ενσκήψει, βρήκα πολλά που ταίριαζαν σε αυτά που κουβαλούσα στο μυαλό μου και λίγο – πολύ μου έλεγαν να ξαναδώ με την πρώτη ευκαιρία τις ταινίες ενός σπουδαίου σκηνοθέτη, του Θόδωρου Αγγελόπουλου από την ορεινή Μεσσηνία που κατάλαβε όσο κανένας άλλος τους βόρειους Έλληνες και φυσικά τους βορειότερους γείτονές μας.

Ο απροσδόκητος θάνατός του, επισπεύδει αυτή την σκέψη γιατί όντως ήταν ο καλύτερος οδηγός μου στην ανάγνωση του τοπίου τούτη τη φορά και στο μέλλον ελπίζω και των ανθρώπων, την ιστορία και την προσωπικότητα των οποίων πέρασε με μοναδικό τρόπο στην τέχνη του και στις παρακαταθήκες που μας άφησε.

Στη φωτογραφία, παρατημένο σπίτι με λεύκες, σε ένα χωριό κοντά στην Πτολεμαίδα.

Τρίτη, 24 Ιανουαρίου 2012

ΜΑΣ ΕΦΥΓΕ ΚΑΙ Ο ΒΟΣΚΟΣ ΤΗΣ ΚΕΡΟΥ…



Πέθανε χθες και κηδεύτηκε σήμερα στην μικρή του πατρίδα, τον Ποταμό της Αμοργού, ο Δημήτρης Αρτέμης, ο γνωστός και στους περισσότερους απ’ όσους πηγαίνουν στις Μικρές Κυκλάδες και ιδιαίτερα στα Κουφονήσια, ο «βοσκός της Κέρου».

Έτσι τον γνώρισα κι εγώ, πριν τριάντα περίπου χρόνια, γίναμε φίλοι και δεν ήταν λίγα τα κείμενα που αφιέρωσα σε αυτόν και την Κέρο. Την ίδια περίοδο η φίλη μας Μαρίνα Κουνενάκη γύρισε και μια ταινία με τίτλο «Τα αερικά της Κέρου» με ήρωες τον Δημήτρη κα τον Αντώναρο (Αντώνη Μαύρο) από το Κουφονήσι, γνωστός επίσης και μη εξαιρετέος για την αγάπη που δείχνει κι αυτός για τον τόπο του. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια αλλά η επικοινωνία μας ποτέ δεν σταμάτησε και δεν υπήρξε χρονιά να μην πατήσω στην Κέρο.

Ο Δημήτρης ήταν ο τελευταίος μιας σειράς βοσκών που είχαν τα κοπάδια τους στο ιερό νησί της Κέρου και ατύπως και ο φύλακας των εκεί αρχαιοτήτων. Η καταγωγή του ήταν από τον Ποταμό της Αμοργού και ο αδερφός του Μιχάλης είναι ο βοσκός του Ασφοντυλίτη ο οποίος με βοήθησε πάρα πολύ στη δημιουργία του βιβλίου «Κέντημα στην πέτρα…».

Το να είσαι βοσκός στην Κέρο δεν ήταν και εύκολο πράγμα γιατί πολλές φορές ο καιρός δεν σε αφήνει να περάσεις απέναντι στα Κουφονήσια κι έτσι πρέπει να έχεις προμήθειες για πολλές μέρες ενώ δύσκολο ήταν επίσης λόγω της έλλειψης νερού. Ο Δημήτρης όμως τα κατάφερνε κι έτσι πορεύονταν καλά το κοπάδι του το οποίο μόνο λίγες μέρες το χρόνο, στις γιορτές το άφηνε μονάχο του και πήγαινε στους δικούς του στην Αμοργό.

Πέρσι ο Δημήτρης αρρώστησε, νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο της Ρόδου όπου ζει μια κόρη του και παρέμεινε εκεί για να είναι κοντά στους γιατρούς. Δεν κατάφερε όμως να ξεπεράσει την αρρώστια του και έσβησε μακριά από την Κέρο και το κοπάδι του. Μαζί του έκλεισε και η τελευταία σελίδα της ποιμενικής ζωής πάνω σε αυτό το νησί, όπως αυτή διατηρήθηκε και ήρθε μετά από χιλιάδες χρόνια ως τις μέρες μας.



Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

ΤΟ ΓΥΑΛΙΣΜΑ ΜΙΑΣ ΔΡΑΧΜΗΣ



Τον πέτυχα χθες στο Μοναστηράκι, τον φίλο μου Γιώργο που έχει ένα καρότσι στη γωνία της Πλατείας και της οδού Ηφαίστου που πουλάει διάφορα πράγματα αξίας και τον οποίο γνωρίζω πάνω από τριάντα χρόνια, να κάνει μια συνηθισμένη γι’ αυτόν δουλειά: να γυαλίζει διάφορα παλαιά νομίσματα, όπως αυτή την τσίγκινη δραχμή του Καποδίστρια.

Φυσικά και με το σύρμα που την τρίβει, σίγουρα θα προκαλέσει διάφορα τραύματα πάνω στο ανάγλυφο του νομίσματος αλλά δεν είναι δα και ο πάγκος του μαγαζί από τα ακριβά που γδέρνουν τους συλλέκτες με την τιμή των αντικειμένων που διαθέτουν. Αυτός πουλάει διάφορα πράγματα που αγοράζει ή προμηθεύεται απ’ εδώ και από εκεί κι έτσι ικανοποιεί κι εκείνους που θέλουν κάτι αλλά δεν μπορούν να το αγοράσουν «του κουτιού», όπως λέγεται και ικανοποιούνται με τα δεύτερα. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως και στου Γιώργου τον Πάγκο μπορεί κάποιος να βρει τους «θησαυρούς» που έχει στη σκέψη του αλλά αυτό απαιτεί καθημερινές επισκέψεις στο Μοναστηράκι και τακτική επικοινωνία μαζί του.

Η τσίγκινη δραχμή του Καποδίστρια που γυάλιζε ο Γιώργος, πουλιέται τουλάχιστον ένα ευρώ ή και δυο, ανάλογα με τις ζημιές που έχει στην επιφάνειά της και η εικόνα με έβαλε σε σκέψεις του είδους: τι θα γίνει αν γυρίσουμε πίσω στη δραχμή και τι θα απογίνουν τα ευρώ που το αντίτιμό τους είναι όπως όλοι γνωρίζουμε 340 παλιές δραχμές και κάτι ψιλά, όπως κανόνισαν οι πολιτικοί μας αφέντες τότε, την εποχή των παχιών αγελάδων.

Δεν μπορώ να σας μεταφέρω όλη την κουβέντα που κάναμε εκεί χθες το μεσημέρι αλλά όπως κατάλαβα, η κατάσταση με το ευρώ θα είναι όπως με τις εγγλέζικες λίρες, οι οποίες έπαιξαν το ρόλο του σκληρού νομίσματος έναντι της αδύναμης τότε δραχμής κατά την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία και οι περισσότερες και πλέον σημαντικές αγοραπωλησίες ή καταθέσεις στις τράπεζες γινόταν σε εγγλέζικες λίρες ανεξάρτητα αν αυτές γυάλιζαν ή όχι και τα οποία ευρώ, θα τα βρίσκουμε πλέον είτε στη μαύρη αγορά ή στα ταμεία των τραπεζών, όπως κάνουν και τώρα οι αληθινοί νοικοκυραίοι για να είναι ασφαλείς…

ΑΘΗΝΑ, 25012012



ΤΙ ΘΕΛΟΥΝ ΟΙ ΦΟΡΜΕΣ ΕΚΕΙ ΨΗΛΑ;



Στο Μοναστηράκι και στο παζάρι γενικώς, ότι είναι για πούλημα το έχουν απλωμένο κάτω στο δρόμο, πάνω σε τσόλια και μουσαμάδες ενώ κάποιες φορές, ορισμένα απ’ αυτά τα πράγματα τα τοποθετούν σε τίποτα ετοιμόρροπα ράφια ή τα κρεμάνε στα κάγκελα ή σε τοίχους αν βρίσκονται βέβαια κοντά στο χώρο που δικαιούται κάθε ένας μικροπωλητής.

Το γεγονός έχει την εξήγησή του: οι άνθρωποι, εκτός από εκείνους που κατεβαίνουν για αντίκες και παλαιά αντικείμενα, συνήθιζαν να πηγαίνουν στο Μοναστηράκι και στα μαγαζιά της οδού Αθηνάς να παίρνουν και ρούχα από δεύτερο χέρι ή απλά ρούχα της δουλειάς τα οποία δεν ήθελαν δα και καμιά ιδιαίτερη προσοχή στην προβολή τους, εκτός πάλι αν επρόκειτο για μοντέρνα ή από εκείνα που αρέσουν και ενθουσιάζουν την εκάστοτε νεολαία και από αυτά είναι γεμάτη σε όλο το μήκος της η οδός Ηφαίστου και οι παράδρομοί της.

Έτσι λοιπόν, μην σας φανεί παράξενο άμα δείτε (αν φυσικά σηκώσετε κεφάλι ψηλά) να κρέμονται από τον ουρανό ενός δρόμου, στην Άστιγγος συγκεκριμένα, φόρμες της δουλειάς σε διάφορα χρώματα που υποθέτω πως δηλώνουν και τη μορφή της εργασίας πολλές φορές, όλες καινούργιες που περιμένουν να βρουν στο σώμα του αγοραστή, το ρόλο τους.

Προσπάθησα να καταλάβω γιατί ο έμπορος έχει κρεμάσει ψηλά τις φόρμες της δουλειάς, τόσο που να μην μπορεί να τις φτάσει ο πελάτης που θέλει να τις αγγίξει, να νιώσει το ύφασμα στην αφή του, να τις δοκιμάσει αν μπορεί για να δει αν του κάνουν, να ρωτήσει και τον διπλανό του αν και αυτού του αρέσουν και φυσικά να κάνει τα απαραίτητα παζάρια πριν αποφασίσει να πάρει μια που του αρέσει.

Προσπάθησα ομολογώ να βρω μια εξήγηση αλλά έμεινα με την απορία και στο τέλος κατέληξα σε δυο απόψεις, η μια θέλει τις φόρμες της δουλειάς σαν ένα είδος που κανέναν δεν ενδιαφέρει γιατί δεν μπορεί να βρει δουλειά, η άλλη πως μένουν στα αζήτητα γιατί κανένας πάλι δεν θέλει φορώντας τες να δηλώσει και το είδος της δουλειάς που κάνει και ο τελευταίος, ο συμβολικός νομίζω πως είναι εκεί ψηλά κρεμασμένες σαν σημάδια μιας εποχής που οι άνθρωποι πρέπει να ξαναμπούν για να βρουν ένα σωστό προορισμό...

Κυριακή, 22 Ιανουαρίου 2012

ΕΝΑΣ ΠΑΙΧΝΔΙΑΡΗΣ ΜΑΥΡΟΣ ΣΚΥΛΟΣ..



Σαν καινούργιο τον είδα, αυτόν τον τεράστιο μαύρο σκύλο σήμερα στο Μοναστηράκι καθώς οι κινήσεις του δεν τον έδειχναν σαν αδέσποτο με εμπειρία στην πιάτσα και επί πλέον γυάλιζε η τρίχα του σαν να τον είχαν πλύνει και στεγνώσει πριν από μια ώρα.

Ακόμη, αντί να είναι απλωμένος στον ήλιο όπως οι άλλες παρέες σκύλων, αυτός έπαιζε με το άδειο μπουκάλι με το οποίο προσπαθούσε ένα αγόρι που έπαιζε εντελώς, μα εντελώς άτεχνα, κάποιο θολό βαλκανικό σκοπό με μια πλαστική φλογέρα, να γεμίσει το θέαμα προκειμένου να συγκινήσει κανέναν περαστικό και να μαζέψει κανένα ψιλό. Ο σκύλος όμως το είχε δει σαν παιχνίδι και λίγο πολύ χάλαγε το «μαγαζί» όπου στο τέλος το αγόρι αναγκάστηκε να παρατήσει τη θέση του καταμεσίς στην πλατεία να απαλλαγεί από τον παιχνιδιάρη σκύλο που με τίποτα δεν ήθελε να καταλάβει τις ανάγκες του μουσικού…

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2012

ΠΩΣ ΕΓΙΝΕ ΤΟ ΚΟΨΙΜΟ ΜΙΑΣ ΛΕΥΚΑΣ



Βρέθηκα νωρίς προχθες το πρωί στην οδό Σισίνη στην γωνία της οποίας με την οδό Ηριδανού βρίσκονται τα ιατρεία των δημοσιογράφων -ποιος θυμάται τα περίφημα «Παπάκια» εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80 που έδωσαν τη θέση τους στο κτίριο του ΕΔΟΕΑΠ;- και έγινα μάρτυς της εκτέλεσης μια λεύκας (καβάκι) που έφτανε στο ύψος του τρίτου ορόφου της απέναντι πολυκατοικίας, από ένα συνεργείο του Δήμου Αθηναίων.

Η εκτέλεση της λεύκας, φυσικά και δεν έγινε χωρίς προειδοποίηση και οι εργάτες είχαν στα χέρια τους τη γνωμάτευση του γεωπόνου που υπέγραφε ότι αυτό το ψηλό δέντρο έπρεπε να κοπεί από τη ρίζα γιατί έχει γεράσει και έχει αρχίσει να γίνεται επικίνδυνο για τους περαστικούς και τα αυτοκίνητα που σταθμεύουν από κάτω του.


Έτσι λοιπόν ήρθε το γερανοφόρο όχημα, βρήκε μια άκρη να μην εμποδίζει και τόσο την κυκλοφορία, ύψωσε τον ειδικό κλουβί με δυο εργάτες που άρχισαν να το κόβουν αρχίζοντας από τα ψηλότερα κλαριά και σιγά – σιγά κατεβαίνοντας προς τα κάτω μέχρι που έφτασαν, τεμαχίζοντας τον χοντρό κορμό στο ύψος του ανθρώπου από το δρόμο. Η δουλειά απαιτούσε ιδιαίτερη προσοχή γιατί δίπλα από το γερανοφόρο όχημα αιωρούνταν καλώδια του δημοτικού φωτισμού της πόλης.

Το γεγονός της κοπής του δέντρου προχθές το πρωί σε ένα δρόμο των αθηναϊκών Ιλισίων έγινε αξιοθέατο για αρκετή ώρα των περαστικών και σημείο εκνευρισμού των οδηγών γιατί εμπόδιζε την κυκλοφορία. Έγινε επίσης και αφορμή πολλών ερωτήσεων στο συνεργείο σχετικά με το κόψιμο του δέντρου, ερωτήσεις που στην συντριπτική τους πλειοψηφία πήγαζαν από την άγνοια της πραγματικής ζωής ή την αφέλεια περί της φύσης των δέντρων και του προορισμού τους στους δρόμους των πόλεων ή στην ύπαιθρο και τα δάση ακόμα.


Ακούστηκαν πολλά: για το λίγο πράσινο της πόλης που καταστρέφει ο Δήμος, για τη σκιά που θα λείψει από την πολυκατοικία, για τα πουλιά που δεν θα βρίσκουν κλαδιά να κάνουν τις φωλιές τους και άλλα πολλά, που συνθέτουν ένα κλασσικό διάλογο του δρόμου. Κάποιοι μίλησαν για τα ωραία καυσόξυλα που προέκυψαν από το κόψιμο του δέντρου, επηρεασμένοι φαίνεται από τα ρεπορτάζ της τηλεόρασης σχετικά με την τιμή του πετρελαίου. Αυτοί και αν ήταν παντελώς άσχετοι γιατί γνωρίζουν πως το ξύλο της λεύκας δεν κάνει για το τζάκι παρά μόνο για καφάσια φρούτων και παλέτες εμπορευμάτων.

Έγινε ότι έγινε χθες με τη λεύκα στα Ιλίσια. Αλλά τι γύρευε ένα τέτοιο δέντρο στην οδό Σισίνη; Απλά, κάποιος είχε την έμπνευση να το φυτέψει εκεί πριν σαράντα περίπου χρόνια και η οποία, παρά το γεγονός ότι δεν είναι δέντρο που ενδημεί σε τέτοια μέρη μεγάλωσε γρήγορα γιατί οι ρίζες της δε βρήκαν βέβαια τίποτα φλέβες νερού από τον καταπλακωμένο αρχαίο ποταμό Ηριδανό, αλλά ρωγμές στο δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης και σιγά – σιγά έφτασε το ύψος της μέχρι τον τρίτο όροφο.


Μεθοδικά λοιπόν και μεγάλη προσοχή έκοψαν τα κλαριά και κατέληξαν στον κορμό, ο οποίος τεμαχισμένος φανέρωσε και τη ζωή του δέντρου, ήτοι τους τραυματισμούς όταν αυτό ήταν μικρό, τα σημάδια από τις αλυσίδες που έδεναν αργότερα τα μηχανάκια, ακόμα και τις κιτρινίλες από τα ούρα των δεκάδων σκύλων που αφόδευσαν πάνω του. Στοιχεία που όλα μαζί, προφανώς και λειτούργησαν ώστε αυτό, αρρωστήσει μια ώρα αρχύτερα από το προσδοκώμενο χρόνο στη ζωή μιας λεύκας καβάκι.


Η υπόθεση τελείωσε γρήγορα και όπως μου υποσχέθηκε ο επικεφαλής του συνεργείου, θα μου τηλεφωνήσει όταν θα πάνε να κόψουν κανένα άρρωστο φοίνικα, κόψιμο το οποίο φαντάζομαι θα είναι εξ’ ίσου θεαματικό, μπορεί και περισσότερο από μια άρρωστη λεύκα η οποία κόπηκε γιατί απλά ήταν επικίνδυνη ενώ των φοινίκων γίνεται για να μην εξαπλωθεί η αρρώστια που τους αφανίζει από το αθηναϊκό και όχι μόνο τοπίο και η οποία οφείλεται σε ένα έντομο που ήρθε στην Ελλάδα από κάποιο εξωτικό μέρος, την εποχή που κολυμπούσαμε στο δανεικό χρήμα και μας έλειπε ο ίσκιος μιας μεγάλης φοινικιάς…



Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

ΕΝΑ ΠΕΤΡΙΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ



Έγραφα χθες, στο ξεκίνημα κάποιων δημοσιεύσεων για τα χωριά του Γράμμου, τα Μαστοροχώρια, που επισκέφθηκα τις περασμένες μέρες πως τα περισσότερα είναι σχεδόν άδεια από ανθρώπους και πολύ σπάνια μπορεί κάποιος να δει ένα τζάκι να καπνίζει, σημάδι πως το σπίτι είναι ανοιχτό, έστω και για εκδρομή το Σαββατοκύριακο.


Ένα απ’ αυτά τα χωριά είναι και το Γανναδιό, από τα ομορφότερα χωριά της επαρχίας Κόνιτσας αλλά και από τα πιο ερημωμένα συνάμα – καμιά δεκαριά άνθρωποι κατοικούν εκεί όλο το χρόνο και μόνο το καλοκαίρι γεμίζει κάπως με κόσμο, κόσμο που δεν φτάνει με τίποτα να το ζωντανέψει και να του δώσει έστω και για λίγο την παλιά του κίνηση.

Σε αυτό το χωριό, του οποίου οι κάτοικοι ήταν κάποτε εμπορευόμενοι και μάστορες θα δούμε μοναδικά πέτρινα σπίτια, δρόμους, γέφυρες και δημόσια κτίρια, όλα να ρημάζουν από την απουσία των ανθρώπων αλλά όποιος φτάσει εκεί την ώρα που κανένας κάτοικός του δεν κινείται, ένα πετρωμένο πρόσωπο από το αγκωνάρι της εκκλησίας των Ταξιαρχών, θα τον προϋπαντήσει και θα καλωσορίσει τον ξένο που πήγε να θαυμάσει το Γανναδιό.

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

ΕΝΑΣ ΚΑΘΟΛΟΥ ΗΣΥΧΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ



Σας είχα υποσχεθεί πως σιγά – σιγά θα ανέβαζα διάφορες φωτογραφίες από το μεγάλο μου ταξίδι στα χωριά του Γράμμου τις ημέρες των εορτών. Τώρα που απέκτησα πάλι σταθερή βάση στα Εξάρχεια και δίκτυο βεβαίως, αρχίζω με κάποιες που δηλώνουν έναν άγνωστο για πολλούς τόπο, ειδικά κατά την περίοδο του χειμώνα που όπως και να έχει, είναι δύσκολο να περπατηθεί λόγω του χιονιού και του πάγου αλλά το κυριότερο είναι ότι τα περισσότερα χωριά είναι σχεδόν άδεια από ανθρώπους και είναι απίθανο ακόμα και τζάκι να καπνίζει.

Τούτο βέβαια δεν ακυρώνει την δύναμη του Γράμμου και δεν μειώνει καθόλου το μεγαλείο της φύσης του η οποία πάντα προκαλεί όποιον θέλει να τη γνωρίσει και να του φανερώσει τις ομορφιές από κάθε σημείο της. Το ζήτημα λέω είναι πως τις προσλαμβάνει κάποιος και το βεβαίως βλέπει πίσω από την ερημία ή την σιωπή του χιονισμένου τοπίου ή τα σημάδια που φανερώνονται ανάλογα με τις εκάστοτε κλιματολογικές συνθήκες που επικρατούν.

Όπως για παράδειγμα με την συμβολή του φοβερού ποταμού Πριστίλιαπη που μαζεύει νερά από τη λεκάνη απορροής της Αετομηλίτσας και καταλήγει στον Σαραντάπορο κοντά στη μεριά της Φετόκου. Εκείνες τις ημέρες η Πριστίλιαπη δεν είχε πολύ νερό αλλά όπως διηγούνται οι ντόπιοι δεν είναι λίγες οι φορές που η κοίτη της γεμίζει από άκρη σε άκρη και ο θόρυβος και οι δονήσεις που δημιουργεί, δίνουν την εντύπωση πως πρόκειται να διαλυθεί από τη μια στιγμή στην άλλη ο τόπος και να ξημερώσει μετά το χαλασμό, ένας άλλος καινούργιος κόσμος, σαν αυτόν που δεν θα έχει ξαναδούν ανθρώπων, πουλιών και ζώων μάτια…

ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ, ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΕΙΣ…



Είδα χθες να περνάει το μπλοκ «ΔΕΝ ΠΛΗΡΩΝΩ» μπροστά στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη και περίμενα να το ακολουθήσει ένα άλλο, με επικεφαλής κάποιους υπουργούς ή επιτελείς υπουργείων έστω ή άλλους μανδαρίνους του κράτους με πανό που να γράφουν «ΔΕΝ ΣΑΣ ΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ» ή «ΣΑΣ ΤΑ ΠΑΙΡΝΟΥΜΕ» αλλά μάταια περίμενα μέσα στο τσουχτερό κρύο.

Γιατί όσο και να έχει, οι διαδηλωτές με τις πορτοκαλί σημαίες πραγματικά δεν έχουν και δεν μπορούν να πληρώσουν ενώ οι άλλοι, αυτοί που κοιτάνε τις πορείες πίσω από τα κατεβασμένα στόρια και μέσα από τις οθόνες των κρυφών ή φανερών καμερών, έχουν και παραέχουν από αυτά που σωρό τα μαζεύουν και με το ζόρι από τον κόσμο και τα κρατάνε κρυμμένα στα υπόγεια των τραπεζών και τα μοιράζουν όπου και όπως θέλουν και φυσικά δεν δίνουν λογαριασμό σε κανέναν. Μόνο τον στέλνουν και περιμένουν να εισπράξουν…

Με την ευκαιρία, αρχίζω να αμφιβάλλω αν δείχνει σωστά ο στρατηγός με το δάχτυλό του και υποψιάζομαι πως κάποιος κάποτε έβαλε το «δάκτυλό» του και αντί της Βουλής ή των Ανακτόρων ας πούμε, δείχνει το Λυκαβηττό και τα πεύκα του. Αλλά πάλι, σάμπως και τον κοιτάει κανένας όταν περνάει μπροστά του και θυμάται τις περιπέτειές του;

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2012

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΘΟΔΩΡΑΣ ΣΔΟΥΚΟΥ



Ήρθε η ώρα να σας αποκαλύψω τι έκανα τόσες μέρες στα χωριά του Γράμμου και χάθηκα μέσα στις γιορτές και από τα δίκτυα και από παντού. Βέβαια δεν ήταν η πρώτη φορά που πήγαινα εκεί θα είναι σίγουρα η δεκάτη και πρέπει να πω πως αισθάνομαι σαν το χωριό μου καθώς εκεί έχω γνωρίσει πολλούς ανθρώπους και έχω δημιουργήσει καλές φιλίες.

Εννοείται πως έχω γράψει και ένα σωρό κείμενα γι’ αυτόν τον τόπο και τους ανθρώπους του, κείμενα που δημοσιεύτηκαν σε διάφορα περιοδικά και έντυπα, την εποχή βέβαια που αυτά κυκλοφορούσαν μέσα στις εφημερίδες και στα περίπτερα. Η εποχή αυτή δυστυχώς τελείωσε και είναι νωρίς ακόμα να πω πως θα συνεχίσω να δημοσιεύω στις ιστοσελίδες τέτοια κείμενα και φωτογραφίες και βεβαίως να μπορώ να ζω και από αυτά που γράφω.

Έτσι λοιπόν αναγκαστικά περνάω σε μια άλλη μορφή έργου που ήθελα από καιρό, το γράψιμο δηλαδή κάποιων βιβλίων που έχουν να κάνουν με τους τόπους και τη μνήμη των ανθρώπων, όπως αυτό για τον Μιχάλη Ρούσσο στον Ασφοντυλίτη της Αμοργού. Αυτό ήταν το πρώτο και είχα σχεδιάσει το δεύτερο που το θέμα του είναι τα «σύνορα», πραγματικά και μεταφορικά, σε κάθε τόπο, στη ζωή, στην ψυχή, στην καρδιά, στη μνήμη εν τέλει.

Ο τόπος που είναι αφιερωμένο αυτό λοιπόν το βιβλίο είναι τα χωριά της μεθορίου στο Γράμμο, εκεί όπου τα σύνορα καθόρισαν τη ζωή ολοκλήρων κοινοτήτων, ιδιαίτερα κατά την δεκαετία του 1940 – 1950, στην Κατοχή, την Αντίσταση, τον Εμφύλιο και φυσικά την μετεμφυλιακή Ελλάδα για να καταλήξουν σήμερα να είναι μια κούφια έννοια, αφού κανείς δεν τα υπολογίζει, κανέναν δεν εμποδίζουν να τα διαβεί προς όλες τις κατευθύνσεις και το χειρότερο, ελάχιστοι έχουν απομείνει εκεί οι Έλληνες που βαραίνουν τη μνήμη τους.

Το υλικό του βιβλίου, τα κείμενα δηλαδή, προέρχονται από σημερινές αφηγήσεις των ανθρώπων που είδαν απ’ αυτά τα σύνορα τους Ιταλούς να επιτίθενται στην Ελλάδα και τα πέρασαν κατόπιν να πάνε στη γείτονα χώρα να προμηθευτούν τρόφιμα κατά την περίοδο της Κατοχής. Αργότερα από τα ίδια σύνορα πολλοί πέρασαν να γλυτώσουν από τις μάχες του εμφυλίου που μαίνονταν στα βουνά πάνω και μέσα στα χωριά τους.

Σαν τέλειωσε αυτή η μεγάλη εθνική τραγωδία, ολόκληρα χωριά τα πέρασαν μαζί με τους αντάρτες και αντάμωσαν τους άλλους που είχαν καταφύγει στην Αλβανία και όλοι μετά μαζί σκόρπισαν στους τέσσερις ανέμους των «Λαϊκών Δημοκρατιών» για να τα ξαναπεράσουν για να γυρίσουν ύστερα πίσω στα ρημαγμένα χωριά τους μετά από χίλια βάσανα και πολλά χρόνια. Πολλοί ήταν όμως κι εκείνοι που δεν πρόλαβαν να τα περάσουν στη λήξη του εμφυλίου και άφησαν τις ζωές τους στις πλαγιές του Γράμμου και αρκετοί πάλι που δεν τους έμελλε να τα ξαναδιαβούν να γυρίσουν κάποτε στα σπίτια τους.

Όλα αυτά είναι ένα κομμάτι της ιστορίας του τόπου που μου τα αφηγήθηκαν οι άνθρωποι που την έζησαν και ανάμεσά τους η 90χρονη κυρά Θεοδώρα Σδούκου, η Αχιλλέϊνα όπως την αποκαλούν οι συγχωριανοί της για τον άντρα της τον Αχιλλέα που τελευταία φορά τον είδε τα Χριστούγεννα του 1947 και ποτέ δεν έμαθε σε ποια πλαγιά του Γράμμου σκοτώθηκε να πάει να τον κλάψει. Η ίδια βρέθηκε μαζί με τα τρία παιδιά της στην Αλβανία όπου και γέννησε το τελευταίο, την Σταυρούλα. Οι δυο γιοί μεγαλύτεροι γιοί της μεταφέρθηκαν στις παιδουπόλεις της Ουγγαρίας και την Αχιλλέϊνα την άφησαν να επιστρέψει στο χωριό της, τη Λυκόραχη με τον μικρότερο γιό της και την κόρη της το 1958 και να τα βρει όλα ρημαγμένα.



Η μνήμη της κυρά Θεοδώρας, είναι ο ιστός που θα πλεχτούν για να δημιουργηθεί το βιβλίο και άλλες ανάλογες ιστορίες για τα σύνορα και μέχρι τη δημιουργία του βιβλίου, συχνά – πυκνά θα μαθαίνεται γι’ αυτή καθώς και για τον τόπο που θα πρέπει να τον γνωρίσετε...

- Στη φωτογραφία, η κυρά Θοδώρα κατεβαίνει μετά την επίσκεψη στο ρημαγμένο σπίτι της, στην παλιά Λυκόραχη, τον κεντρικό δρόμο του παρατημένου χωριού, στην πλαγιά κάτω από τις Αρένες, στα σύνορα που πια δεν υπάρχουν…

ΘΑ ΑΡΧΙΣΩ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ!!!



Πέρασα ένα ολόκληρο απόγευμα κλαίγοντας τη χαμένη δουλειά πολλών μηνών σαν διαπίστωσα πως είχε σβήσει ο μισός δίσκος του υπολογιστή και ως διαβάσατε, το απέδωσα στο κακό μάτι και μάλλον είχα δίκιο. Αυτό το λέω με κάθε βεβαιότητα γιατί μόλις απομακρύνθηκα από το συγκεκριμένο χώρο και επέστρεψα στη βάση μου, άνοιξα τον υπολογιστή και ξαφνικά όλα επανήλθαν όπως ήταν το πρωί σαν τον έκλεισα.

Τίποτα δεν έλειπε και κυρίως οι φωτογραφίες από τα Ραγκουτσάρια στην Καστοριά, όπου ομολογώ πως ξεπάγιασαν τα χέρια μου αλλά δεν γινόταν να χάσω ένα τόσο ωραίο θέμα από το οποίο ανεβάζω μια φωτογραφία να σας ζεστάνω από τώρα για το τι θα δείτε σαν αρχίσω τις δημοσιεύσεις γι’ αυτή την ωραία γιορτή και βεβαίως όταν φτιάξω τα θέματα για τα περιοδικά. Και επί πλέον να γιορτάσουμε και το ξεμάτιασμα του υπολογιστή που δεν αποκλείεται να έγινε από κάποιον άνθρωπο που ξέρει να ξεματιάζει και σκέφτηκε την κατάστασή μου. Τον ευχαριστώ και τον παρακαλώ να έχει το νου του κι άλλη φορά…