Google+ Badge

Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΕΝΑ ΠΕΝΗΝΤΑΡΙΚΟ…


Ο Γιώργος είναι φίλος μου και πουλάει διάφορα ενδιαφέροντα παλαιά αντικείμενα στο Μοναστηράκι, σε μια θέση δίπλα στο σταθμό. Συχνά τον επισκέπτομαι, να δω τι κάνει και παράλληλα χαζεύω τον πάγκο του να δω και τι καινούργιο κινείται σε αυτή την πιάτσα, αλλά σπανίως αγοράζω οτιδήποτε, γιατί τελευταία με έπιασε κάτι που θέλω να απαλλαγώ από πολλά πράγματα που πιάνουν πολύτιμο χώρο στο σπίτι μου και βαραίνουν τον μικρό κόσμο μου…
Σε αυτές τις σκέψεις λοιπόν ήμουν σήμερα, μέρα δίσεκτη και πολλά εγκυμονούσα, σαν ξεφύλλισα ένα ταλαιπωρημένο άλμπουμ με χαρτονομίσματα και το μάτι μου έπεσε πάνω σε μια σειρά παλαιών ελληνικών χαρτονομισμάτων, από την μαύρη Κατοχή ίσα με τις ωραίες ημέρες που παρατήσαμε πανηγυρικά τη σεμνή δραχμούλα μας, περάσαμε με ένα σωρό ελπίδες στο πολύφερνο ευρώ και τώρα κλαίμε τη μοίρα μας.

Πάνε κάτι χρονάκια από τότε που έγινε το κακό αλλά η θέα των χαρτονομισμάτων της δραχμής με ταξίδεψε όχι στο 2001 αλλά πιο πίσω ακόμα, στην παιδική ηλικία που το χαρτζιλίκι ξεκινούσε από δεκαρούλες και έφτανε το πολύ το δίφραγκο καμιά Κυριακή ή στο πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα στο λόφο. Σιγά –σιγά περάσαμε στο τάληρο, στο δεκάρικο κατόπιν και μια μεγάλη μέρα, δεν θυμάμαι πότε ήταν αυτή, βρέθηκε στα χέρια μου ένα ολόκληρο χάρτινο πενηντάρικο.

Τούτο έγινε γιατί αφ’ ενός πρέπει να είχα μεγαλώσει αρκετά και κατά δεύτερον γιατί είχαν ανοίξει οι οικοδομικές δουλειές του πατέρα μου και τα αγροτικά της μάνας μου, τους οποίους πάντα βοηθούσα κι έτσι ανταμείφθηκα με αυτό το νόμισμα για το οποίο ασφαλώς και καμάρωσα. Αυτό ήταν πάνω κάτω και το εισιτήριό μου για τον κόσμο των μεγάλων και απέκτησε συμβολικό ρόλο, ρόλο που δεν παραμέρισε ούτε το κόκκινο κατοστάρικο κατόπιν, ούτε το καφέ χιλιάρικο ύστερα.

Πέρα από συμβολικό όμως ρόλο το μπλε πενηντάρικο ήταν ένα σοβαρό νόμισμα με το οποίο μπορούσε ένας νεαρός εκείνης της εποχής να έχει εισιτήρια από το χωριό ως την κωμόπολη του Αγίου Γεωργίου και τσιγάρα για μια εβδομάδα (3 δραχμές ο ΑΣΣΟΣ φίλτρο, σοκολάτες ΙΟΝ (δυο δραχμές η μικρή), «Μικρούς Σερίφηδες» και «Μικρούς καουμπόηδες», «Κλασσικά Εικονογραφημένα», κανένα κουλούρι ή απλά να συχνάζει στα ποδοσφαιράκια του χωριού που πήγαινα σχολείο και σινεμά στου Μυλωνά με το φόβο πάντα του παιδονόμου - γυμνασιάρχη.

Ήταν μια περιουσία εκείνο το πενηντάρικο του οποίου το αντίκρυσμα ήταν μεγαλύτερο από την πραγματική αξία του νομίσματος κι έτσι έμεινε στην μνήμη μέχρι άλλαξαν εντελώς τα πράγματα και όταν μπήκε στη ζωή μας το ευρώ, δεν μπορέσαμε να βρούμε ένα ανάλογο να το συγκρίνουμε γιατί χάσαμε και τα αυγά και τα πασχάλια τα τελευταία χρόνια.

Τα πέντε ευρώ μπορεί να του μοιάζουν στο χρώμα, αλλά δεν φτάνουν πια ούτε για ένα κουτί τσιγάρα και άμα θέλεις και καφέ τότε πρέπει να βγάλεις δέκα ευρώ για να πάρεις ρέστα ένα απλό εισιτήριο για κάποιο μέσο. Με είκοσι ευρώ, δεν την βγάζεις μια έξοδο στην πόλη ενώ για να πεις ότι θα κάτσεις και σε ένα μπαρ, τότε μοιραία φτάνεις στο καφέ πενηντάρικο.

Τι είναι δηλαδή το σημερινό πενηντάρικο; Δυο κουτιά τσιγάρα, δυο εισιτήρια, ένας καφές και κανένα κουλούρι στο δρόμο, τρία σουβλάκια καιμια μπύρα το μεσημέρι στο «Προδόρπιο», μια εφημερίδα αν λάχει, ένας καφές στον «Ιανό» το απόγευμα, πιθανόν μια ταβέρνα για να γίνει κουβέντα και τέλος ένα ποτό στον «Ένοικο», είναι το αντίκρισμα του πενηντάρικου για μια συνηθισμένη μέρα στου 2012 στην Αθήνα.

Για να μην παρεξηγηθώ, ο λογαριασμός είναι κάπως ετεροχρονισμένος, αναφέρεται στα χρόνια που υπήρχαν δουλειές και έβγαινε εύκολα το πενηντάρικο, αν όχι ένα την ημέρα, σίγουρα αρκετά μέσα στην εβδομάδα και μαζεύονταν κάποιο σεβαστό ποσό που σου έδινε ένα αξιοπρεπή τρόπο επιβίωσης. Σήμερα, όπως ήρθαν τα πράγματα κάτι τέτοιο είναι πρακτικά αδύνατο να γίνει από τις χλωμές δουλειές και το χειρότερο, το πενηντάρικο είναι πλέον ένα χαρτονόμισμα που δεν ευδοκιμεί παρά σε ελάχιστες τσέπες και από εκεί μέσα δεν βγαίνει ούτε για αστείο πλέον…

Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

ΑΓΩΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΑΡΙΔΑ ΣΤΟΝ ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ


Η θάλασσα του Αμβρακικού άρχιζε εκεί που τέλειωνε το χωράφι τους και τα ψάρια ήταν τόσο πολλά που δεν ήταν απαραίτητο να έχει κάποιος καμιά μεγάλη βάρκα και πολλά εργαλεία για να βγάλει το φαγητό του σπιτιού και ένα μικρό μεροκάματο σε χρήμα αν υπήρχε βέβαια ή να τα αλλάξει με άλλα είδη που έβγαζε ο κόσμος από τον τόπο τους.

«Αυτή η θάλασσα δεν υπάρχει πια», μας είπαν με λίγα λόγια ο Γιώργος Αρίδας και η καπετάνισσα κυρά Ελένη που τους βρήκαμε ένα μεσημέρι τον περσινό Απρίλη δίπλα από το κακότεχνο καινούργιο λιμανάκι των Παλιάμπελων της Βόνιτσας να φροντίζουν μόνοι τους την «Κυριακή» τους, το ωραίο πριάρι που τους ζει τριάντα χρόνια τώρα και να το βάφουν με ένα λαμπερό κόκκινο χρώμα πριν το ρίξουν πάλι θάλασσα για να αρχίσουν την επομένη πάλι τον αγώνα για ένα μεροκάματο που είναι αμφίβολο αν μπορεί να βγει πλέον.  

Γιος και εγγονός ψαρά ο Γιώργος (1946) ξεκίνησε από παιδί τη σχέση του με τη θάλασσα.  Μαθητής θυμάται πως πέταγε την τσάντα του σχολείου και έτρεχε στις τράτες πρώτα και κατόπιν έμαθε την τέχνη του ψαρά κοντά στον πατέρα του Νίκο που είχε μια μικρή βάρκα χωρίς όνομα. Αυτή την αντικατέστησε κατόπιν με μια μεγαλύτερη, τον  «Άγιο Γεώργιο» αλλά δεν έμελε να τον χαρεί πολύ γιατί καθώς δεν είχαν λιμάνι, τον έσπασε μια φουρτούνα ενώ τον ίδιο, τον διέλυσε ένα εγκεφαλικό και εγκατέλειψε πολύ νωρίς αυτόν τον κόσμο.
Ήταν μια εποχή θυμάται ο Γιώργος που οι βάρκες τους ήταν κάποιες πρόχειρες κατασκευές και τον πάτο τους τον έφτιαχναν μόνοι τους οι ψαράδες που ακόμη μοίραζαν τη ζωή τους στη θάλασσα και στο χωράφι, και μόνο για σοβαρές επισκευές πήγαιναν στους μαστόρους. Για μηχανή, ούτε λόγος γιατί κανένας δεν είχε τα απαιτούμενα χρήματα να την αγοράσει.


Με πανιά και τέσσερα κουπιά τις κινούσαν και τα λίγα δίχτυα τους ήταν από νήμα (κουρελόνημα το έλεγαν γιατί με αυτό έκανα και κουρελούδες) το οποίο ήθελε συνέχεια μπάλωμα γιατί σχίζονταν εύκολα και μετά από κάθε ψάρεμα έπρεπε να το πλύνουν με γλυκό νερό και να το απλώσουν να στεγνώσει καλά γιατί αλλιώς σάπιζε και που θα έβρισκαν χρήματα να τα αντικαταστήσουν. Τα πάνινα δίχτυα εκείνης την εποχή τα φρόντιζαν κυρίως οι γυναίκες των ψαράδων οι οποίες μάλιστα ήξεραν και να τα πλέκουν και να τα αρματώνουν όπως οι άντρες.


Έτσι έκανε και η κυρά Ελένη, αγρότισσα από το ίδιο χωριό που παντρεύτηκε ο Γιώργος τον 1971 και όπως μας είπε «με το ρύζι από το γάμο στα μαλλιά της» μπήκε στην ψαρόβαρκα και ενώ δεν ήξερε τίποτα για τη θάλασσα, δίπλα στον άντρα της έμαθε τα πάντα και μοίραζε το χρόνο της στις δουλειές του σπιτιού, το μεγάλωμα των παιδιών και στο ψάρεμα.
Πως ήταν εκείνα τα χρόνια το ψάρεμα στον Αμβρακικό; Ο Γιώργος Αρίδας περιγράφει ένα χαμένο παράδεισο για τους ψαράδες και μια θάλασσα που έπηζε από τα ψάρια. «Εκείνη την εποχή είχαμε 50 μέτρα δίχτυα και βγάζαμε χιλιάδες ψάρια. Τα ρίχναμε στη θάλασσα και για να φάμε έξω, πηγαίναμε και σηκώναμε την άκρη, πιάναμε όσα θέλαμε και τα υπόλοιπα τα απολάγαμε πάλι. Τόσα πολλά ψάρια είχε ο Αμβρακικός. Τώρα δεν μπορείς να πιάσεις τίποτα από τη μούτηλη (λάσπη) που σκέπασε το βυθό και έχει πάχος πολλά μέτρα.

Χάσαμε τα πάντα. Δεν ξέρω τι έγινε και ο Αμβρακικός έπιασε τόση λάσπη. Χάθηκαν μέχρι και οι πίνες. Τις πιάναμε με το γυρί, φορτώναμε το πριάρι και γεμίζαμε τις καρότσες των αγροτικών. Από τότε που γέμισε ο βυθός λάσπη, χάθηκαν και τα μύδια και όλα τα όστρακα που τους απέδιδαν πολλά κατά την περίοδο των νηστειών. Τότε είχε σαργό, τσιπούρα αλανιάρα, λαμπίτσες, λαβράκια, μαυρίτσες που τις έπιανες στο χέρι και γλιστρούσαν ενώ τώρα τις πιάνεις και βρωμάνε από τη λάσπη, μπαρμπούνια, κουτσουμούρες, ότι ήθελες είχε εκείνη η θάλασσα.
Πιάναμε όσα ψάρια θέλαμε και τα δίναμε στην «Αποθήκη» στη Βόνιτσα και στα μαγαζιά. Άλλα δίναμε και άλλα τα πετάγαμε πάλι στη θάλασσα γιατί δεν τα έπαιρνε ο κόσμος αφού δεν είχε λεφτά τότε. Ήθελε με ένα αυγό και τρία δάχτυλα λάδι στο μπουκάλι να πάρει ψάρια. Με μια οκά σιτάρι ήθελε να πάρει ένα κιλό ψάρια».

Υπήρχε πολλή φτώχεια εκείνα τα χρόνια στον κόσμο αλλά ο πλούτος της θάλασσας προκαλεί το Γιώργο ο οποίος  αποφασίζει το 1967 να  ασχοληθεί αποκλειστικά με τη θάλασσα και παίρνει από τον συγχωριανό του ψαρά Θόδωρο Γεραναστάση την «Κυριακή» με τον οποίο έχουν τα ίδια χρόνια στη θάλασσα η οποία είχε κατασκευαστεί στο Πέραμα της Λευκάδας και ξεκινάει να δουλεύει με αυτή σε όλο τον Αμβρακικό.
Την ίδια εποχή που σε όλη την Ελλάδα αλλάζουν τα πράγματα, από τα Παλιάμπελα αρχίζουν επίσης επαγγελματικά πλέον το ψάρεμα και αποκτούν σιγά – σιγά  σύγχρονα εργαλεία, ο αδερφός του Βύρων, οι Νίκος και Θεοδόσης Μητσούρας, ο Κώστας Ζήσης και στο διβάρι της Ρούγας, οι Νίκος Θεοδόσης, Θωμάς Μητσούρας, Θωμάς Καλιακώστας κ.ά.

Απ’ όλη αυτή τη γενιά των μεγάλων ψαράδων από τα Παλιάμπελα, ελάχιστοι έχουν μείνει μέχρι σήμερα ακόμα στη θάλασσα. Κάποιοι τα παράτησαν λόγω ηλικίας, ο Κώστας Ζήσης πέθανε και συνεχίζουν τα παιδιά του ο Γιάννης και ο Ηλίας, αλλά τα πράγματα δεν είναι όπως τα παλιά χρόνια και είναι πλέον αμφίβολο αν μπορούν να ζήσουν από τη θάλασσα.

«Να βγω έξω», λέει ο Γιώργος «αλλά τι να πιάσω πια; Σουπιές δεν έχει, ούτε καλαμάρια, ούτε μπαρμπούνια. Θα πάω μόνο να πιάσω καμιά γαρίδα. Άμα χαθεί και η γαρίδα από τον Αμβρακικό, τελειώσαμε. Είναι το τελευταίο πράγμα που ψαρεύουμε. Άμα χαθεί, θα πεθάνουν οι ψαράδες από την πείνα γιατί και στη στεριά πλέον δεν έχει τίποτα να κάνουν».

Την ίδια κατάσταση βιώνουν και οι άλλοι ψαράδες της γενιάς του και το μέλλον, μέσα στην περίοδο μάλιστα της οικονομικής κρίσης περιγράφεται δυσοίωνο πλέον για όλους. Ο Γιώργος και η Ελένη έχουν δυο παιδιά που δουλεύουν υδραυλικοί στην Αθήνα και όπως όλοι πλήττονται από την ανεργία. Έτσι όμως που έχουν τα πράγματα πλέον στον Αμβρακικό και με την ελάττωση της αλιείας είναι ιδιαίτερα παράτολμο να επιστρέψουν και να αναλάβουν την «Κυριακή» τώρα μάλιστα που ο πατέρας τους πλησιάζει προς τη σύνταξη. Ο Γιώργος λέει πως είναι διατιθειμένος να φτιάξει ένα μεγαλύτερο καίκι για να μπορέσουν να δουλέψουν καλύτερα αλλά δεν είναι βέβαιο ότι θα συνεχίσει να υπάρχει ακόμα γαρίδα,

Η ερώτηση που έκανα στον Γιώργο, σχετικά με το πόσα ψάρια έβγαζε τα παλιά, καλά χρόνια πήγε να σκοντάψει στα φόβους που γέννησε η οικονομική κρίση. «Α, με ρωτάς όπως  για την περαίωση», σχολίασε με χαμόγελο αλλά με δυο λόγια μου έδωσε να καταλάβω πως δεν πρόκειται να ξαναγυρίσουν εκείνες οι εποχές αν δεν αλλάξει αμέσως ο κόσμος ολόκληρος και ξαναδούμε όλοι τη ζωή μας από την αρχή. Γι’ αυτούς ο Αμβρακικός ήταν όλη η ζωή και τον βλέπουν μέρα με τη μέρα να πεθαίνει και κανέναν δεν νοιάζει.

Δεν είναι μόνο τα ποτάμια που μπαζώνουν τον κόλπο με λάσπη και σκουπίδια, είναι και η βρωμιά που βγαίνει από τους κλωβούς των ιχθυοκαλλιεργειών που επεκτείνεται επικίνδυνα σε όλο το βυθό. Είναι και το κλείσιμο της μπούκας του κόλπου από το λιμάνι της Πρέβεζας που δεν αφήνει να μπουν τα νερά από το Ιόνιο να ανανεωθεί ο κόλπος, είναι ένα σωρό προβλήματα που λίγο το ένα, λίγο το άλλο οδηγούν τη θάλασσα στη νέκρωση και τους ψαράδες στην απελπισία και τη φτώχεια...

Μια σκηνή παλιά όσο η θάλασσα...

Έμεινα αρκετή ώρα στην αμμουδιά να παρακολουθώ το ζευγάρι των Αριδαίων να φροντίζει με τρυφερότητα την γαίτα «Κυριακή» που δεν είναι τόσο τα χρόνια της που τους υποχρεώνουν να τη φροντίζουν κάθε τρίμηνο αλλά η ίδια η φύση της θάλασσας με τους οργανισμούς της που κολλάνε στο σώμα της και τη βαραίνουν. Δεν συνηθίζουν να την καίνε όπως σε άλλα μέρη αλλά τη βάφουν τακτικά με το ωραίο κόκκινο χρώμα «Μοράβια» που αρέσει στο Γιώργο που γράφει και πολύ όμορφα στο μουντό νερό που έχει συνήθως ο κόλπος.

Είναι μικρή και τη βολεύονται, μας είπε η κυρά Ελένη από τα χέρια της οποίας περνάει ένα – ένα τα ξύλα της «Κυριακής» πριν τα πιάσει ευλαβικά, σαν οστά προγόνων ο Γιώργος και τα βάλει στη θέση τους, εκεί που το καθένα έχει ένα ρόλο και σκοπό. Τελετουργικά αργή η κίνηση, έχει και σκοπό τον έλεγχο κάθε κομματιού που συνθέτει χωρίς καρφιά βέβαια το σώμα της όμορφης γαίτας που όπως δείχνει είναι από τα πιο σεβαστά μέλη του σπιτιού τους και η βάση του νοικοκυριού τους εδώ και σαράντα ολόκληρα χρόνια.

Τελευταίο κομμάτι που έβαλε με πολλή προσοχή ο Γιώργος στην «Κυριακή», μόλις η γαίτα γλίστρησε στο νερό, ήταν το τιμόνι γιατί ήταν στα ρηχά και θα κόλλαγε στο λασπωμένο βυθό.  Έπιασε κατόπιν τα μακριά κουπιά και ανοίχτηκε λίγο για να βάλει μπροστά τη μηχανή και να τη φέρει στη θέση της στο λιμάνι έτοιμη για την επόμενη ημέρα που θα βγει πάλι στη δουλειά του όπως κάνει σαράντα χρόνια τώρα…



Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

ΤΟ ΑΔΕΙΟ «ΜΥΑΛΟ» ΤΟΥ ΒΥΘΟΥ


Αυτό το περίεργο πράγμα που κρατάμε, εγώ με τον μπάρμπα Γεράσιμο Κούρτη, τον πιο παλιό ψαρά της Βόνιτσας, πέρσι το Μάιο μπροστά από το ιχθυοπωλείο του Αλέξη Μασούρα, ήταν κάποτε ένας ζωντανός οργανισμός ο οποίος, αν και δεν σκέφτονταν όπως ο Homo Sapiens, είχε όμως τη νοημοσύνη της επιβίωσης κι έτσι διατηρήθηκε εκατομμύρια χρόνια μέχρι που οι συνέπειες της ρύπανσης της θάλασσας και η απληστία του ανθρώπου τον έστειλαν στη λίστα με τα εξαφανισθέντα…

Όπως καταλαβαίνετε, πρόκειται για ένα είδος σφουγγαριού που ζούσε μέχρι πριν από λίγα χρόνια στον Αμβρακικό κόλπο και που μοιάζει εκπληκτικά με τον ανθρώπινο εγκέφαλο όταν αυτόν απογυμνώσουμε από το οστέινο περίβλημα που τον προστατεύει για να λειτουργεί σωστά και προς όφελος όχι μόνο του ανθρώπου που τον κουβαλά αλλά και των υπολοίπων γύρω. Λίγο πολύ αυτή η λειτουργία έχει επικρατήσει να λέγεται «κοινός νους» και υποτίθεται πως ή εξέλιξη τον έκανε κτήμα των περισσότερων ανθρώπων γιατί αλλιώς τίποτα δεν θα λειτουργούσε σωστά και ο κόσμος μας θα ήταν μια αδυσώπητη ζούγκλα.

Να όμως που τα δραματικά γεγονότα τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα, έρχονται να μας διαψεύσουν σε βαθμό μάλιστα τέτοιον που εύκολα μπορούμε να παραδεχτούμε πως σε κάποια μυαλά, η νοημοσύνη έχει χαθεί, όπως και απ’ αυτόν το νεκρό σπόγγο. Απολιθωμένος όπως κατάντησε δεν μπορεί να εννοήσει ούτε μια λέξη από τον πίνακα με τις αθλιότητες που προκάλεσαν οι άθλιοι πολιτικοί μας και οι ακόλουθοί τους και που έχουν γίνει καθημερινότητα σε μια ζωή η οποία όλο και περισσότερο μοιάζει με εκείνη με το σκοτεινού και λασπωμένου βυθού που για όλα τα είδη κανόνας της επιβίωσης είναι να κατασπαράζει τον ένα το άλλο…


ΣΤΗΝ ΠΤΩΣΗ ΤΩΝ ΧΑΡΤΑΕΤΩΝ


Γιορτή όλων των αέρηδων σήμερα, που καλούνται να βοηθήσουν με τις κινήσεις τους τούς χαρταετούς να ανέβουν ψηλά στον αιθέρα και των ουρανών βέβαια που χαίρονται αυτά τα όμορφα έργα των ανθρώπων με τα χρωματιστά χαρτιά και τις μακριές ουρές γιατί γίνονται η αφορμή για να σηκώσουν μια μέρα το χρόνο ψηλά τα μάτια να μετρήσουν τις αόρατες δυνάμεις των στοιχείων της φύσης και του καιρού καθώς και το άπειρο του σύμπαντος.
Παιδικό παιχνίδι ασφαλώς οι χαρταετοί που αρέσει όμως και στους μεγάλους, είναι έθιμο να σηκώνονται σήμερα ψηλά και με το γεγονός αυτό νομίζουμε πως εγκαινιάζεται η άνοιξη και φυσικά η περίοδος της μεγάλης σαρακοστής που οδηγεί στο Πάσχα και την ανάσταση. Για τη σαρακοστή είναι παραπάνω από βέβαιο ότι θα τη ζήσουμε ενώ για την ανάσταση, και καταλαβαίνετε φαντάζομαι τι εννοώ, δεν είμαι και τόσο βέβαιος πως θα έρθει σύντομα.

Αυτά είναι ζητήματα που θα μας απασχολήσουν το μήνα που έρχεται και ανάλογα πιστεύω πως όλοι θα κινηθούμε. Σήμερα που ξημέρωσε η Καθαρά Δευτέρα με κακοκαιρία, αυτό που νομίζω θα απασχολήσει πολλούς είναι οπωσδήποτε τα νηστίσιμα και οι λαγάνες και το πέταγμα του χαρταετού που είναι δεμένο με την ημέρα, πράγμα καθόλου εύκολο γιατί πρέπει να συνδυαστούν ένα σωρό πράγματα για να μπορέσει να ανέβει κάπως ψηλά. Όπως και να έχει όμως και ανεξάρτητα από την επιτυχία ή όχι το πετάγματος, όλοι θα δηλώσουν ικανοποιημένοι και θα ευχηθούν και το χρόνου με καλύτερο καιρό από τον σημερινό. Σημασία όμως κατά τη γνώμη μου και μάλιστα μεγάλη έχει και ο τόπος που θα επιλέξει ο καθένας να πετάξει αετό. Γιατί οπωσδήποτε αλλιώς είναι να πετάς χαρταετό πάνω από την τρισάθλια πόλη που λέγεται Αθήνα ή σε μια περιοχή με ασχήμιες και αλλιώς σε ένα τόπο που οι παρεμβάσεις του ανθρώπου πάνω στο περιβάλλον είναι ελάχιστες έως μηδαμινές.




Προσωπικά εγώ (εντελώς άσχετος με το άθλημα αλλά καλός παρατηρητής) πρόπερσι παρακολούθησα το πέταγμα των χαρταετών στην Αθήνα, συγκεκριμένα στου Φιλοππάπου και μου άρεσε πάρα πολύ που εκατοντάδες Αθηναίοι με τα παιδιά τους είχαν καταφέρει να πλημμυρίσουν τον αττικό ουρανό με αυτά τα πολύχρωμα χαρτιά. Με στεναχωρούσε όμως ότι αυτοί που ξέφευγαν από τα χέρια τους, πήγαιναν και έπεφταν πάνω σε παρατημένες βρώμικες ταράτσες ή μπλέκονταν σε τίποτα επίσης ακαλαίσθητες εγκαταστάσεις κεραιών.
Τούτο όμως δεν είδα πέρσι στην Αμοργό, στους παρατημένους μύλους πάνω από τη Χώρα και τους τρομερούς γκρεμούς που προστατεύουν το μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας, μια μέρα μάλιστα που φυσούσε πολύ δυνατά και δύσκολα ανέβαιναν οι χαρταετοί στον ουρανό αλλά όσοι το κατάφερναν έβλεπαν τον ίσκιο τους στο πέλαγος και κάποιοι που ξέφευγαν από τα χέρια των ανθρώπων, έπεφταν σαν βολίδες και βούλιαζαν στον κάτασπρο αφρό σαν αληθινοί αετοί της θάλασσας και δεν τους ένοιαζε πλέον αν θα ξανασηκωθούν γιατί στο σύντομο αυτό πέταγμά τους είχαν καταφέρει να θαυμάσουν ένα μοναδικό τοπίο…


ΑΘΗΝΑ, 270220102

Για χαρταετούς στην Αθήνα: https://www.facebook.com/ilias.provopoulos/media_set?set=a.1360212442753.2054302.1154808196&type=3

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

ΕΝΑ ΚΟΥΤΙ ΜΕ ΜΕΓΑΛΗ ΙΣΤΟΡΙΑ


Το είδα χθες στο Μοναστηράκι, σε ένα πάγκο από τους ευκαιριακούς παλαιοπώλες μαζί με διάφορα άλλα αντικείμενα, το παλιό τσίγκινο κουτί μιας ολλανδικής εταιρείας που εμπορεύονταν είδη ζαχαροπλαστικής να είχε στις πλευρές του σταμπωμένα τέσσερα πρόσωπα που απ’ ότι ξέρω έπαιξαν σημαντικό ρόλο στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και οι αποφάσεις τους καθόρισαν την εποχή που ακολούθησε.



Επρόκειτο για τον 28ο Πρόεδρο των ΗΠΑ, Γούντροου Γουίλσον, τον άγγλο Πρωθυπουργό Λουντ Τζορτζ, τον στρατάρχη της Γαλλίας Φερδινάδο Φος  και τον βασιλιά Αλβέρτο 2ο. Οι δυο πρώτοι συμμετείχαν , μαζί με το γάλλο πρωθυπουργό Ζορζ Κλεμανσό υπέγραψαν τη συνθήκη των Βερσαλλιών, ο Φος υπήρξε ο στρατάρχης των Συμμάχων ενώ για τον βασιλιά, συμπαθάτε με που δεν κατάφερα σήμερα να βρω πολλά στοιχεία.
Η συνθήκη των Βερσαλλιών (1919) είναι η Συνθήκη ειρήνης που τερμάτισε επίσημα τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ανάμεσα στην Αντάντ (γαλλ. Entente) και την Γερμανική Αυτοκρατορία. Μετά από έξι μήνες διαπραγματεύσεων, που έλαβαν χώρα στη Διάσκεψη Ειρήνης του Παρισιού, η συνθήκη υπεγράφη ως συνέχεια της ανακωχής της 11ης Νοεμβρίου 1918 του δάσους της Κομπιένης. Παρότι υπήρχαν πολλές διατάξεις στη Συνθήκη, μία από τις πιο σημαντικές όριζε ότι η Γερμανία αποδεχόταν την πλήρη ευθύνη για την έναρξη του πολέμου και, σύμφωνα με τα άρθρα 231-248, αποδεχόταν να πληρώσει πολεμικές αποζημιώσεις σε διάφορες χώρες.
Τι σημαίνουν όλα αυτά; Πολλά αν αναλογιστούμε την πορεία που έκανε αυτό το κουτί, από το ολλανδικό εργοστάσιο σε διάφορα σπίτια και κουζίνες ενενήντα τόσα χρόνια μέχρι τον πάγκο στο Μοναστηράκι για να πωλείται ως συλλεκτικό αντικείμενο. Σε όλο αυτό τον καιρό πρέπει να κατασκευάστηκαν δισεκατομμύρια κουτιά για διάφορα προϊόντα, αλλά αυτό που μετέφερε  ένα αισιόδοξο μήνυμα για τους νικητές των Γερμανών και οπωσδήποτε ένα γλυκό περιεχόμενο για κάθε πικραμένο ίσως, κατάφερε και επέζησε να το μεταφέρει ακόμη και να ζητάει γι’ αυτό ο παλαιοπώλης 50 ευρώ!!!

ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΡΕΜΟΣ ΖΩΝΤΑΝΟΙ…



Θα περνούσε η ζωή μου χωρίς να είχα ακούσει ζωντανά τον Βοσκόπουλο αλλά τούτο απεφεύχθη χάρη ενός καλού φίλου που μας κάλεσε προχθές να πάμε μαζί στο κέντρο «Διογένης» που τραγουδούσαν ο μέγας Τόλης με τον επίσης μεγάλο Αντώνη Ρέμο.

Το γιατί δεν πήγα ποτέ να ακούσω τον Τόλη οφείλεται σε πολλούς λόγους, ο κύριος όμως ήταν μια ρηχή κριτική από το χώρο της αριστεράς κυρίως που ξεκίνησε από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και θεωρούσε μη αξιόλογο αυτού του είδους το λαϊκό τραγούδι και βεβαίως τους τραγουδιστές του τους οποίους ποτέ δεν αναγνώρισε την προσφορά τους σε ένα πολιτισμό που εξελίσσονταν, χωρίς να χαμπαριάζει αυτού του είδους τις αντιλήψεις. Η αντίληψη αυτή με είχε νωρίς διαποτίσει κι εμένα και ομολογώ ότι μέχρι σήμερα ακόμη δεν έχω απαλλαγεί από τις προκαταλήψεις και τον περιορισμούς της γενικά προς την τέχνη.
Είναι μακρά κουβέντα αυτά τα πράγματα και δεν είναι του παρόντος να αναπτυχθεί γιατί όπως καταλαβαίνετε όλοι δεν πρόκειται να βγει άκρη και θα χάσουμε το χρόνο μας. Σημασία έχει ότι πήγα να ακούσω για πρώτη φορά τον Τόλη Βοσκόπουλο και διαπίστωσα πως παρ’ ότι έχει μεγαλώσει αρκετά και στο παρουσιαστικό του δεν είναι εκείνο το παλληκάρι που βλέπουμε ακόμη συχνά πυκνά στην τηλεόραση να παίζει ποικίλους ρόλους και κυρίως του ρομαντικού εραστή, η φωνή του παραμένει καμπάνα όπως ήταν και στα νιάτα του και ενθουσιάζει ακόμη το ακροατήριο που προχθές το βράδυ στο «Διογένη», τον μέσο όρο ηλικίας του χαρακτήριζε η φρεσκάδα και ο νεανικός ενθουσιασμός.

Βγήκε πολύ αργά και είπε πολλά τραγούδια, όλα μεγάλες επιτυχίες του παρελθόντος τα οποία αγαπήθηκαν πολύ από τον κόσμο και μπορούν να θεωρηθούν κλασσικά πλέον και κάποια στιγμή έσμιξε στην πίστα με τον Αντώνη Ρέμο, τον οποίο ειλικρινά λέω, δεν τον ήξερα παρά μόνο σαν όνομα στις ειδήσεις και δεν μπορούσα να τον ξεχωρίσω από κάποιον άλλο αν τον άκουγα να τραγουδά. Κάποια τραγούδια τα είχα ακούσει αλλά δεν ήξερα ότι τα τραγουδούσε ο Ρέμος, ούτε πάλι ήξερα πολλά για τη ζωή του όπως του Βοσκόπουλου για παράδειγμα , που ο βίος του ήταν ανάγνωσμα σε συνέχειες στα λαϊκά περιοδικά κάποτε.
Τέλος πάντων χάρηκα πολύ που είδα και άκουσα ζωντανά και τον Αντώνη Ρέμο, έναν πολύ καλό τραγουδιστή και με πολύ δυνατή παρουσία στη σκηνή και επιτέλους κατάλαβα γιατί ενθουσιάζει τόσο πολύ τους νεότερους και βεβαίως τα κορίτσια, αλλά ξαναλέω, θαύμασα τον Τόλη και παραμέρισα όλες τις προκαταλήψεις που είχα γι’ αυτόν τον μεγάλο τραγουδιστή μέχρι σήμερα που μεταξύ άλλων με ταξίδεψε νοσταλγικά και στα νιάτα μου.

Όσο τώρα για τις εκκρεμότητες που έχουν και οι δυο με την εφορία και άλλα, δεν άκουσα τίποτα να συζητάνε εκεί χθες το βράδυ και φαντάζομαι πως όποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να μάθει τα σχετικά πατώντας τα ονόματά τους στο Google και θα ενημερωθεί καταλλήλως πριν προβεί σε σχόλια του τύπου «χρωστάνε και είναι ελεύθεροι»…

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2012

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΜΙΑΣ ΛΕΥΚΗΣ ΠΟΡΣΕ


Καταμεσήμερο στο Θησείο, στις Μουριές συγκεκριμένα, βλέπω τον κόσμο που ήταν στην Αδριανού να παραμερίζει αλλά δεν βλέπω λόγω ύψους τι ήταν αυτό που το έσπρωχνε. Όλοι παραμέρισαν, μικροπωλητές, παλαιτζήδες, παπατζήδες και στριμώχτηκαν στην άκρη για να περάσει μια λευκή Πόρσε με ξένες πινακίδες που οδηγούσε ένας τύπος με μια νεαρή δίπλα του χωρίς να δίνει καμιά σημασία στις ειρωνείες και τα βρισίδια που μάζευε από τον κόσμο γιατί αυτός θέλοντας να κάνει το κομμάτι του, τους χάλαγε τη βόλτα και χάζεμα στην πόλη.
Ήταν πράγματι πολύ τυχερός ο τύπος γιατί δεν βρέθηκε κανένας εκεί από τους γνωστούς που πρωτοστατούν στο εμπάργο των γερμανικών προϊόντων και θα γίνονταν πανηγύρι ή καμιά ομάδα από εκείνους με τα σφυράκια που ρημάζουν την πόλη. Αλλά τι λέω; Αυτοί δεν βγαίνουν όλες τις ώρες για δουλειά ούτε και για δύσκολο αντικαταπιταλιστικό αγώνα…

ΤΑ ΖΟΜΠΙ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΒΟΥΛΗ


Δεν νομίζω πως υπάρχει κάποιος που να περπάτησε στους δρόμους της Αθήνας που έζησε σήμερα μια αληθινή ανοιξιάτικη μέρα -την πιο ζεστή της χρονιάς που διανύουμε νομίζω- και να κατάλαβε πως ήταν παραμονή της Αποκριάς, όσον αφορά τον στολισμό κάποιων καταστημάτων αλλά και από την παρουσία μεταμφιεσμένων και μασκαράδων στο δρόμο.  
Πραγματικά, σε μια μεγάλη βόλτα που κάναμε σήμερα στο κέντρο της Αθήνας, από την Ακαδημίας ως το Μοναστηράκι, την Ερμού και το Σύνταγμα, δεν πρέπει να είδαμε παραπάνω από καμιά δεκαριά παιδάκια να κυκλοφορούν ντυμένα και έμοιαζε σαν να οι γονείς τους να τα έβγαλαν έτσι ντυμένα στο δρόμο κάνοντας λάθος τόπο και ημέρα.

Οι περισσότεροι φορούσαν τα καθημερινά τους και κουβαλούσαν στο πρόσωπό τους την απογοήτευση που έχει γίνει σήμα κατατεθέν πια της πόλης. Οι κινήσεις τους ήταν αργές, χωρίς κανένα νεύρο και καμιά αισιοδοξία αφού όλοι έχουμε πια εμπεδώσει πως τίποτα δεν πρόκειται να συμβεί τα επόμενα χρόνια για να ξανάρθει η αξιοπρέπεια τουλάχιστον πάλι στη ζωή μας και η σιγουριά ότι για αυτό που κάνουμε θα έχει κάποια ελάχιστη αξία και δεν θα αμφισβητηθεί από τους επικυρίαρχους που μας φόρτωσαν οι άθλιοι πολιτικοί μας.
Δεν θα ξαναγυρίσουμε πάλι στο ίδιο θέμα με το πολιτικούς, όλοι έχουμε καταλάβει πια τι ζημιά έχουν κάνει στην Ελλάδα και είναι κάτι που δεν πρόκειται να ξεχάσουν ποτέ οι Έλληνες και ελπίζω να τους αντιμετωπίσουν όπως πρέπει όταν έρθει η ώρα τους.

Τους πολιτικούς, ή μάλλον τη Βουλή που τους στεγάζει λοιπόν θυμήθηκαν σήμερα καμιά πενηνταριά νέοι και νέες και μια το ήθελε η μέρα με τα μασκαρέματα και τα σχετικά δρώμενα προσπάθησαν να κάνουν ένα αποκριάτικο επεισόδιο στον Άγνωστο Στρατιώτη, ντυμένοι ζόμπι και χασάπικο. Η ομάδα τους συγκεντρώθηκε στο σιντριβάνι της πλατείας και αφού πέρασαν τη διέξοδο που είχε αφήσει η Αστυνομία στα διπλά κιγκλιδώματα για να περνούν οι τουρίστες, στάθηκαν για λίγα λεπτά μπροστά στους τσολιάδες αλλά δεν πρόλαβαν να κάνουν τίποτα από ότι νομίζω θα ήθελαν, γιατί απομακρύνθηκαν αμέσως από τους αστυνομικούς και μάλιστα χωρίς να αντιδράσουν καθόλου ή να φωνάξουν έστω ένα σύνθημα και ξαναγύρισαν στην πλατεία.  
Ήταν οι μόνη παρέα που θυμήθηκαν σήμερα πως είναι Αποκριές και θέλησαν με τον τρόπο τους να τιμήσουν με τον τρόπο τους την ημέρα και με το μασκάρεμά τους τούς πολιτικούς...   

Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

ΤΑ ΚΑΛΑ ΤΗΣ ΛΕΡΟΥ ΣΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ


H Λέρος είναι ένα νησί που έχω επισκεφτεί πολλές φορές, έχω γράψει αρκετά πράγματα για τον τόπο και τους ανθρώπους της και δημιούργησα καλές φιλίες με πολλούς Λεριούς.
Τον τελευταίο καιρό όμως λόγω της γνωστής κατάστασης που επικρατεί στην Ελλάδα, δεν έχω καταφέρει να πάω ούτε μια φορά στο νησί και γι’ αυτό ήταν μια ευχάριστη έκπληξη σήμερα που είδα στην έκθεση Health Care με παραδοσιακά προϊόντα απ’ όλη την Ελλάδα στο σταθμό του μετρό στο Σύνταγμα, τον φίλο Γιάννη Κυπραίο, την καλύτερο κατά γενική ομολογία ζαχαροπλάστη της Λέρου, να έχει δημιουργήσει μια ωραία γωνιά με τα δικά του προϊόντα (αμυγδαλωτά, παραδοσιακή πατσαβουρόπιττα, γλυκά κουταλιού) και άλλους γλυκούς πειρασμούς φτιαγμένα με την πείρα του και από τα χέρια του

Μαζί με τα γλυκά του Γιάννη, αυτός που θα επισκεφτεί τη γωνιά της Λέρου θα βρει επίσης και άλλα προϊόντα του νησιού (βιολογικό χυμό ντομάτας, παστές σαρδέλες και γαύρο, μαρινάτα χταπόδια, τυρί στο λάδι και στο μούστο, αυγοτάραχο, βολβούς, κάπαρη, μέλι και κρασί) όλα με τη φροντίδα και την επιμέλεια που διακρίνει τους Λεριούς παραγωγούς.
Όλα αυτά τα καλά της Λέρου θα τα βρείτε από αύριο το πρωί μέχρι την Κυριακή το βράδυ στη γωνιά που έχει δημιουργήσει ο Γιάννης στο Σύνταγμα και όπως άκουσα θα είναι εκεί και το άλλο Σαβατοκύριακο στην επόμενη θεματική έκθεση που θα στηθεί σε αυτό το χώρο.   

Ο "ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΣ" ΤΗΣ ΑΙΓΙΑΛΗΣ


 Ένα από τα έθιμα, που ευλαβικά τηρείται μέχρι και τις μέρες μας στην Αιγιάλη της Αμοργού, έχοντας τις ρίζες του στην Τουρκοκρατία, είναι αυτό του «Καπετάνιου».


Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, την Τυρινή, όλα τα νέα παλληκάρια από τα 4 χωριά της Αιγιάλης (Θολάρια, Λαγκάδα, Όρμο και Ποταμό) μαζεύονται στην κεντρική πλατεία της Λαγκάδας, τη «Λόζα», για να πάνε στην Παναγία την Επανοχωριανή, όπου εκεί ο Πρεσβύτερος της Λαγκάδας θα διαλέξει ανάμεσά τους τον Καπετάνιο.  Τα παλιά τα χρόνια την επιλογή αυτή την έκανε ο παπάς του χωριού.  Η επιλογή αυτή σημαίνει, πως ο συγκεκριμένος νέος είναι ένας νέος καλός, ικανός και άξιος για να γίνει Καπετάνιος, που κατά κάποιον τρόπο συμβολίζει τον πρώτο νέο της Αιγιάλης.


Στην εκκλησία υπάρχουν όργανα, που επενδύουν μουσικά την όλη διαδικασία με παραδοσιακούς σκοπούς.  Μετά την επιλογή, ο νέος θα φορέσει την παραδοσιακή φορεσιά του καπετάνιου, με τη βοήθεια των φίλων του, οι οποίοι ντυμένοι και αυτοί παραδοσιακά, θα αποτελέσουν τη συνοδεία του Καπετάνιου.  Ένας από όλους τους νέους της συνοδείας χρίζεται «Μπαϊραχτάρης», που είναι ο αρχηγός της πομπής, που θα συνοδεύσει τον Καπετάνιο στην πλατεία της Λαγκάδας. 


Αυτός είναι που θα ετοιμάσει και το «μπαϊράκι», ένα κοντάρι, που στην κορυφή του καρφώνουν ένα μεγάλο κομμάτι μπακαλιάρο, ένα καρβέλι ψωμί κι ένα μικρό κεφάλι τυρί.  Το τυρί συμβολίζει την Τυρινή, ενώ ο μπακαλιάρος και το ψωμί την έναρξη της Σαρακοστής.  Κατά την Τουρκοκρατία, όμως, το κοντάρι αυτό συμβόλιζε και το λάβαρο της Επανάστασης, όπου οι ντόπιοι μην μπορώντας να το σηκώσουν ευθέως μπροστά στον κατακτητή, έβρισκαν αυτό τον τρόπο να το κάνουν.  Εικάζεται μάλιστα πως από εδώ ξεκίνησε και η έκφραση «σήκωσε μπαϊράκι».


Αφού όλα είναι έτοιμα, έχει στολιστεί και το άλογο ή το μουλάρι που θα μεταφέρει τον Καπετάνιο, η πομπή ξεκινάει.  Μπροστά ο Μπαϊρακτάρης, από πίσω τα όργανα και οι τραγουδιστάδες, οι στιχοπλόκοι δηλαδή της Αιγιάλης, που πλέκουν στιχάκια για την ημέρα και τον Καπετάνιο και τα τραγουδούν στον Αποκριανό σκοπό, πιο πίσω το άλογο με τον Καπετάνιο και τη συνοδεία του και τέλος ο κόσμος, που παρακολουθεί τα δρώμενα.


Τραγουδώντας η πομπή φτάνει στην είσοδο της Λαγκάδας, την «Πορτάρα», όπου εκεί περιμένουν οι κοπελιές, φορώντας τις παραδοσιακές στολές του νησιού.  Μία από αυτές θα γίνει η Καπετάνισσα, μετά από επιλογή του Καπετάνιου.  Μπαίνουν λοιπόν και αυτές στην πομπή πίσω από τον Καπετάνιο και τότε θα ξεκινήσει η πορεία μέσα στα σοκάκια του χωριού, για να δουν όλοι το νέο Καπετάνιο.  Τα σπίτια και τα μαγαζιά είναι ανοιχτά και όλοι κερνούν όλη την πομπή, η οποία τελικά καταλήγει στη «Λόζα». 


Τα όργανα παίρνουν θέση στην μέση της πλατείας κι έρχεται η ώρα που ο Καπετάνιος θα διαλέξει την Καπετάνισσά του.  Αφού εκείνος χορέψει τον πρώτο χορό της ημέρας με τους φίλους του,  κάνει την επιλογή της Καπετάνισσας, πετώντας της το μαντήλι του.  Τα παλιά τα χρόνια που τα πράγματα ανάμεσα στα ζευγάρια ήταν δυσκολότερα, η επιλογή του Καπετάνιου σήμαινε και τη δημοσιοποίηση κάπου κρυφού δεσμού.  Στις μέρες απλά σημαίνει επιβεβαίωση.



Μετά την επιλογή αρχίζει το φαγοπότι και ο χορός στη μέση της πλατείας.  Το γλέντι θα κρατήσει μέχρι οι καμπάνες του χωριού να σημάνουν τον εσπερινό.



Σημείωση: Το κείμενο είναι από το πληροφοριακό υλικό του ξενοδοχείου Aegialis Hotel & Spa στην Αιγιάλη όπου μπορείτε να απευθυνθήτε για περισσότερες πληροφορίες σε ότι αφορά τη διαμονή σας. Τηλ. 2285073393, 73107. info@aegialis.gr , www.amorgos-aegialis.com.



Πέμπτη, 23 Φεβρουαρίου 2012

ΕΝΑΣ ΔΑΝΕΙΚΟΣ ΚΟΚΚΙΝΟΛΑΙΜΗΣ


Πήγα σήμερα το μεσημέρι ως το καφενείο στην ταράτσα του Hondos Center στην Πλατεία Αμερικής κι εκεί που χάζευα την Αθήνα μέσα στη σκονισμένη ατμόσφαιρα, να σου ένας κοκκινολαίμης ήρθε και κούρνιασε στα φυλλώματα των διακοσμητικών φυτών που υπάρχουν εκεί αναζητώντας προφανώς κανένα ψίχουλο, όπως κάνουν και τα σπουργίτια.

Μόλις τον πήρα είδηση έβαλα το χέρι στην τσέπη να πιάσω τη μικρή Cannon G9 που βοηθάει κάπως σε αυτές τις περιπτώσεις, ετοιμάστηκα αλλά τον άτιμο δεν ήθελε με τίποτα να βγει σε ένα σημείο να τον «πιάσω». Όλο πίσω από κάτι φύλλα κρύβονταν και πετούσε σαν αόρατος από κλαρί σε κλαράκι. Ήμουν σε ετοιμότητα και περίμενα για πάνω από δυο λεπτά αλλά κάποια στιγμή, βγήκε πίσω από ένα φοίνικα και κάνοντας μια βουτιά στο κενό προς τα δέντρα ενός οικοπέδου εκεί κοντά και χάθηκε αφήνοντας με χωρίς ούτε ένα κλικ.
Φυσικά ο κοκκινολαίμης δεν είναι σαν τα αδίστακτα σπουργίτια που δεν κάνουν πίσω με τίποτα όταν δουν ψίχουλα οπουδήποτε και αν για μια στιγμή εμποδιστούν, θα πάνε παραπέρα και θα ξαναγυρίσουν για να τα φάνε αλλά ένας αριστοκράτης του πτερωτού κόσμου που δεν καταδέχεται να κάνει αυτές τις γυφτιές. Κι ακόμα, με τις αστραπιαίες κινήσεις του δείχνει πως δεν του αρέσει η δημοσιότητα και ο πολύς κόσμος γύρω του.

Έτσι λοιπόν, αν και το ήθελα πολύ, δεν μου έδωσε την ευκαιρία να τον «πιάσω» με το φακό μου και γι’ αυτό σε τούτο εδώ το μικρό σημείωμα δανείστηκα μια ωραία φωτογραφία του Tsimoulis Odysseas από την ομάδα NATURE OF MAKEDONIA and THRACE- BIRDS- MAMALS-HABITAT να σας μεταφέρω τουλάχιστον την αίσθηση που μπορεί να έχει κάποιος όταν βλέπει ένα κοκκινολαίμη στη βεράντα ενός καφενείου πάνω στην Πατησίων, κάτι που βέβαια δεν πρέπει να είναι σπάνιο αλλά να συμβαίνει συχνά εκεί όπως και αλλού στην πόλη στην οποία βρίσκουν καταφύγιο και τροφή το χειμώνα πολλά πουλιά του δάσους και των κήπων.

Η ΚΑΜΕΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΞΕΡΑΜΕΝΟ ΣΤΕΦΑΝΙ


Στην κεντρική είσοδο μιας παλιάς διώροφης κατοικίας της οδού Καλύμνου, στην πεδινή Κυψέλη, θα κρέμεται ακόμη το ξεραμένο το στεφάνι του περασμένου Μάη μέχρι να δώσει τη θέση του στο καινούργιο εφέτος, έχοντας συντροφιά μια κάμερα παρακολούθησης.
Δεν γνωρίζω τη νοικοκυρά ή τον νοικοκύρη που τηρούν το ωραίο έθιμο του στολισμού της πόρτας με λουλούδια από τον πιο όμορφο του μήνα του χρόνου, καταλαβαίνω όμως ότι προσπαθεί να διατηρήσουν όχι μόνο την παράδοση, αλλά και την αισθητική της εποχής τους. Το αποτέλεσμα όμως δείχνει πως η προσπάθειά τους δεν αποδίδει - πιθανόν γιατί έχει αλλάξει η ποιότητα των χρωμάτων που βάφουν σήμερα τους τοίχους ή γιατί το φως της πόλης να μην είναι το ίδιο όπως στα χρόνια της νιότης τους, κάποιες δεκαετίες πίσω.

Μπορεί όμως και να μην συμβαίνει τίποτα απ’ αυτά που λέω και απλά να μην πιάνει το πρόχειρο φρεσκάρισμα, ούτε πάνω στη γερασμένη πρόσοψη του σπιτιού, ούτε και στην παλιομοδίτικη πόρτα η οποία δεν νομίζω πως είναι και από τις ασφαλέστερες, ανεξάρτητα από την περιοχή που αυτή βρίσκεται και για το λόγο αυτό οφείλει την ύπαρξή της η κάμερα – παλαιάς τεχνολογίας και ευκόλως αφαιρούμενη από οποιονδήποτε θέλει να κάνει κάτι.  
Περί ασφάλειας λοιπόν η ύπαρξη της κάμερας είναι μάλλον αναποτελεσματική αλλά μπορεί να παίζει ένα άλλο ρόλο, να παρακολουθεί μόνο το στεφάνι και να ενεργοποιείται αν κάποιος επιχειρήσει να το αφαιρέσει από τη θέση του καθώς αυτό μπορεί να έχει μεγαλύτερη αξία από πολλά άλλα για τη νοικοκυρά ή τον νοικοκύρη αυτού του σπιτιού…

ΤΟ «ΘΑΥΜΑ» ΣΤΗ ΛΙΜΝΗ ΠΛΑΣΤΗΡΑ




Σας είχα πει χθες πως επρόκειτο να ανεβάσω μια σειρά φωτογραφιών από την παγωμένη λίμνη Πλαστήρα και νιώθω λίγο εκτεθειμένος που δεν τα κατάφερα. Συμπαθάτε με, ήταν πολλές και παράλληλα έπρεπε να κάνω και λίγη δουλειά γιατί τα περιοδικά που απόμειναν ανοιχτά είναι λίγα και πρέπει να προσέχουμε γιατί από αυτά βγάζουμε ένα κομμάτι ψωμί.    



Τέλος πάντων, έβγαλα τις υποχρεώσεις αυτές και να σήμερα είμαι σε θέση να ανεβάσω τριάντα φωτογραφίες από αυτό το θαύμα του χειμώνα, τον πάγο δηλαδή που κάλυψε από άκρη σε άκρη την επιφάνεια της λίμνης. Το γεγονός δεν είναι καινούργιο, κάθε φορά που πέφτει τόσο πολύ η θερμοκρασία η λίμνη παγώνει αλλά ποτέ μέχρι σήμερα σε τέτοια έκταση και φυσικά σε τόσο μεγάλη διάρκεια. Πάγωνε για λίγες μέρες ένα κομμάτι της, δεν αργούσαν όμως οι βροχές και οι νοτιάδες να λιώσουν τον πάγο κι έτσι πολύ γρήγορα αποκαθίσταντο τα πράγματα και η ζωή της λίμνης συνέχιζε όπως ήταν πάντοτε.





Θα μπορούσα βέβαια να φτιάξω ένα μεγάλο κείμενο αλλά αυτό θα μας έτρωγε πολύ χρόνο γιατί θα ήθελε πολύ κέντημα και στόλισμα, πράγμα το οποίο θα γίνει πολύ σύντομα γιατί θα αποτελέσει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο σε ότι γράφω για τη λίμνη Πλαστήρα και πρόκειται να συγκεντρωθούν σύντομα σε ένα τόμο. Γι’ αυτό απόψε θα περιοριστώ σε λίγες φωτογραφίες από διάφορα σημεία της λίμνης που βρίσκεται ο πάγος καθώς και άλλα ενδιαφέροντα γύρω από το φαινόμενο.




Ήταν μια εμπειρία σπάνια για όποιον πρόλαβε να το κάνει αυτές τις ημέρες το γύρο της παγωμένης λίμνης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσίαζε η πλευρά του φράγματος, στη Μούχα που τα νερά είναι κοντά στο δρόμο και το τοπίο έμοιαζε σαν αρκτική θάλασσα και βεβαίως το πανόραμα από το Νεχώρι που τα σπίτια του ήταν σκεπασμένα με πάνω από ένα μέτρο χιόνι. Το ίδιο ήταν και στον Μπελοκομύτη που είναι από τα ψηλότερα χωριά στην περιοχή.





Σαν μεγάλη πίστα πατινάζ για πάγο ήταν όμως και η πλάζ του Λαμπερού, όπου πάνω από τα παγωμένα νερά είχε πέσει και λίγο φρέσκο χιόνι και όλη η επιφάνεια ως το κέντρο της λίμνης ήταν σαν είχε πασπαλιστεί με ζάχαρη άχνη. Πουθενά δεν φαίνονταν κανένα σημάδι, ούτε από πουλιά πάνω στον πάγο όπως γίνεται σε τέτοιες περιπτώσεις σε άλλες λίμνες του βορά ,γιατί όπως μας είπε ο μπάρμπα Λάμπρος Εγγλέζος, εξαίρετος αμπελουργός, σπουδαίος ψαράς και απόμαχος κυνηγός από την Καστανιά, τα παπιά και τα άλλα πουλιά προτιμάνε την αναγεννημένη Κάρλα όπου βρίσκουν ευκολότερα τροφή στα γύρω χωράφια.











Η παγωμένη λίμνη έγινε για λίγες μέρες ένας ιδιαίτερος προορισμός απόλαυσης αλλά και γνωριμίας με το ελληνικό τοπίο που σπάνια συμβαίνουν τέτοιας μεγάλης κλίμακας φαινόμενα, όπως του πάγου και οπωσδήποτε προβληματίζουν τους κατοίκους που μένουν μόνιμα εκεί και θυμούνται ανάλογες καταστάσεις, στο όχι και πολύ μακρινό παρελθόν. Τότε όμως ήταν πολύ διαφορετικά τα πράγματα και παρά τις δυσκολίες που είχαν στην επικοινωνία, είχαν ως ένα βαθμό εξασφαλίσει την επάρκεια των βασικών αγαθών και βεβαίως τότε υπήρχε ακόμη σε κάθε χωριό μια δυνατή κοινότητα ανθρώπων που μπορούσε να αντιμετωπίσει όποιο έκτακτο πρόβλημα προέκυπτε σε κάποιο μέλος της.









Τώρα τα περισσότερα χωριά είναι σχεδόν έρημα και μόνο σε ορισμένα μπορεί κάποιος να δει κανένα τζάκι να καπνίζει και ακόμα να λειτουργεί καφενείο όπου βρίσκουν καταφύγιο και παρέα, όσοι δεν λένε να αφήσουν τα χωριά των Αγράφων να πάνε να ξεχειμωνιάσουν στον κάμπο και στις πόλεις. Ακρίτες μιας ζωής που κοντεύει να ξεχάσει η Ελλάδα που παλεύει να βρει ένα δρόμο εξόδου από την κρίση και δεν μπορεί να εννοήσει πως δεν χρειάζεται να ψάξει πολύ, γιατί παντού υπάρχουν ακόμη σημάδια που μας οδηγούν στην εποχή που όλα ξεκινούσαν από την αρχή για το νοικοκύρεμα του τόπου και την προκοπή έστω και μια ιδιότυπη ανάγνωση του τοπίου που κοιμάται κάτω από το βαρύ χιόνι.