Google+ Badge

Σάββατο, 24 Αυγούστου 2013

ΟΙ ΠΑΛΙΟΙ ΣΠΟΡΟΙ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΕΛΕΝΗΣ…


 
Η Ελένη Κοντογιάννη ζει με τον άντρα της Βασίλη στο χωριό Καστανιά (Προυσσού) στην Ευρυτανία, ένα χωριό κρεμασμένο θαρρείς πάνω από τον δύσκολο ποταμό Κρικελοπόταμο και αριθμεί καμιά πενηνταριά μόνιμους κατοίκους, ηλικιωμένους ως επί το πλείστον που κατά κάποιο τρόπο ζουν ακόμη στον απόηχο της παραδοσιακής ζωής των ορεινών Ελλήνων.
Το ζεύγος Κοντογιάννη που οι ρίζες τους κρατάνε από το διπλανό χωριό Πρόδρομος,  έχει τέσσερα παιδιά (Γιώργος, Δημήτρης, Παναγιώτης, Αννούλα) από τα οποία, τα δυο πρώτα εργάζονται στο Καρπενήσι αλλά πηγαινοέρχονται συχνά στο χωριό και βοηθούν τον πατέρα τους που διατηρεί ένα μεγάλο κοπάδι από κατσίκια και τα άλλα δυο ζουν στη Λαμία. Φυσικά δίπλα στον Βασίλη και το κοπάδι είναι διαρκώς η Ελένη, η οποία προλαβαίνει και το νοικοκυριό και φυσικά τους κήπους με τα λαχανικά καθώς και την αυλή της που είναι γεμάτη με ωραία λουλούδια, τα περισσότερα από τα οποία ο σπόρος τους είναι παλαιός και προσαρμοσμένος απόλυτα στις κλιματολογικές συνθήκες της περιοχής.

Αυτά τα έμαθα πιάνοντας κουβέντα με την Ελένη σαν την είδα να ποτίζει ένα ωραίο βασιλικό, από αυτούς που λέμε χειμωνιάτικους και με έκπληξη άκουσα πώς κρατάει τον ίδιο σπόρο που πήρε από την συγχωρεμένη πεθερά της, Σαννούλα Κοντογιάννη που έζησε όλη της τη ζωή στο κοντινό στην Καστανιά χωριό Πρόδρομος. Χοντρικά υπολογίσαμε πως πρέπει να είναι ο ίδιος σπόρος πάνω από 120 χρόνια γιατί και η Σαννούλα, τον είχε κρατήσει από τη δική της μητέρα ενώ είναι πιθανό να έχει και περισσότερη ιστορία.

Το ίδιο μου είπε πως κάνει και με τις ντομάτες, τα άλλα κηπευτικά και βέβαια με τα καλαμπόκια για τα οποία έμαθα πως καλλιεργεί ακόμη τα λεγόμενα «κοντόροκα», ήτοι ένα είδος καλαμποκιού του οποίου το ξυλώδες εσωτερικό είναι πολύ μικρό ενώ οι σπόροι του πολύ μεγάλοι, οι μεγαλύτεροι από κάθε άλλο ιθαγενή ποικιλία καλαμποκιού και φυσικά δεν έχει καμιά σχέση με τα υβρίδια που υποχρέωσαν οι διάφοροι προπαγανδιστές των πολυεθνικών να καλλιεργούν οι Έλληνες αγρότες για να είναι διαρκώς εξαρτημένοι από αυτές και τα φυτοφάρμακα που απαιτούνται για την καλλιέργεια τους.

Η περίπτωση της Ελένης δεν είναι ασφαλώς δεν είναι μοναδική. Κι άλλες γυναίκες, πιο ώριμες αλλά και νεώτερες και σε πολλά σημεία της Ελλάδας που τα χαρακτηρίζει κάπως η απομόνωση αλλά κυρίως και πίστη των καλλιεργητών στην παράδοση που θέλει να κρατάνε τον σπόρο από τη δική τους παραγωγή και να τον φροντίζουν υποδειγματικά ώστε να παράγουν καρπούς που θα έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά κάθε χρόνο.

Στην περίπτωση επίσης σημασία έχει και το χωράφι ή ο κήπος που θα πέσει ο σπόρος και γι’ αυτό φροντίζουν κάθε χρόνο να το αλλάζουν ή αν δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα να το λιπαίνουν καλά με κοπριά από τα δικά τους ζωντανά και όχι με λιπάσματα γιατί στη συνείδησή τους δεν συμβιβάζεται η χρήση χημικών λιπασμάτων με τους παλιούς σπόρους.
Έτσι άθελά τους, οι γυναίκες αυτές συντελούν στη διατήρηση εκείνων των ποικιλιών σπόρων και ειδών που αν δεν είναι ιθαγενείς, έχουν όμως εξελιχθεί και προσαρμοστεί στο κλίμα των αναρίθμητων μικροτόπων που παρουσιάζει το ανάγλυφο της ελληνικής γης και κατά συνέπεια, θεωρούνται μοναδικές ανεξάρτητα από την παραγωγή τους.

Το γεγονός ασφαλώς και ενθουσιάζει εκείνους που θεωρούν ότι το μέλλον της σωστής διατροφής του ανθρώπου θα στηριχθεί σε αυτούς τους σπόρους και είδη, αλλά τον κύριο λόγο εδώ τον έχει η ανάγκη του πληθυσμού όλου του πλανήτη που μεγάλο μέρος του λιμοκτονεί και η επιστήμη βεβαίως που θα κάνει τις απαραίτητες έρευνες για να γίνουν πιο αποδοτικές αυτές οι καλλιέργειες και να ασχοληθούν περισσότεροι μαζί τους.


Όπως και να έχει όμως το πράγμα, είναι ζήτημα αν στο μέλλον θα συνεχίσουν να υπάρχουν γυναίκες σαν την Ελένη Κοντογιάννη και άλλες συγχωρινές της που θα πιστεύουν με αυτό τον ωραίο τρόπο στη δύναμη που έχουν οι σπόροι και τα μυστικά των καλλιεργειών που μεταβιβάζονται από γενιά σε γενιά συνεχίζοντας έτσι μια παράδοση και τρόπο ζωής που όπως δείχνουν τα πράγματα, δεν πρόκειται να επαναληφθεί ξανά…

 ΕΘΝΟΣ - ΚΥΝΗΓΙ, 21082013