Google+ Badge

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

ΘΕΜΕΛΙΟ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟΥ Η ΤΟΠΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ


Στο πανηγύρι του Προδρόμου ο Ζιαβλάνης έπαιξε λίγα τραγούδια του τόπου αλλά έφταναν να θυμίσουν σε όλους σε ποια γωνιά της Ελλάδας ήμασταν....


Συνέντευξη με τον σπουδαίο βιολιστή του Απεράντιου Γιώργο Πότσιο ή Ζιαβλάνη όπως τον γνωρίζουν όλοι στα χωριά και τους συνοικισμούς γύρω από την Πρασιά, το Ραυτόπουλο και την Αργιθέα γιατί αυτός ο λαμπρός άνθρωπος, πέρα από το είναι ένας μεγάλος μουσικός που τιμά τη γνήσια δημοτική παράδοση είναι και ένας από τους ελάχιστους που έμαθε την τέχνη του στον τόπο του, μόνο σε αυτόν λάλησε όσα χρόνια παίζει το βιολί του κι εκεί ζει ακόμα, στο μικρό χωριό του το Κυπαρίσι της Πρασιάς


Εκεί λοιπόν στην αυλή του σπιτιού με την ωραία θέα σε όλη την έκταση της Πρασιάς, Ζελενίτσα για τους παλιότερους, κλείσαμε το ραντεβού μας την επομένη ημέρα του ωραίου πανηγυριού που έγινε του Αϊ – Γιαννιού στον Πρόδρομο όπου με τα λίγα τραγούδια που έπαιξε, έδωσε και το πραγματικό στίγμα του πανηγυριού καθώς είναι ο μόνος μουσικός που μπορεί ακόμα να παίξει και να τραγουδήσει όπως οι παλιοί δάσκαλοι και η τέχνη του στηρίζεται ακριβώς σε ακούσματα που ξεκινάνε πρίν από τη δεκαετία 1940 – 1950, από τον περίφημο Γιώργο Λέκκο από τα Βραγγιανά της Αργιθέας και σε δημοτικά τραγούδια που άκουσε εδώ και εβδομήντα τόσα χρόνια από τους γέροντες και τις γερόντισσες της μικρής του πατρίδας, της Ζελενίτσας. Τόσο παλιά, όσο σχεδόν και ο τρανός κόσμος των αγραφιώτικων βουνών και ο ρους του Αχελώου…
Κατ’ αρχήν πρέπει να ομολογήσουμε πώς για να ξεκινήσεις μια συνέντευξη με τον Ζιαβλάνη, όσα πράγματα κι αν ξέρεις γύρω από τη δημοτική μουσική και φυσικά το φυσικό και τον ανθρωπογενή χώρο όπου αυτή εκφράζεται, δεν είναι και εύκολο πράγμα γιατί αυτός ο άνθρωπος έχει κυριολεκτικά γράψει ιστορία με το βιολί του και με πέντε – δέκα τυπικές ερωτήσεις και μέσα σε δυο ώρες δεν μπορείς εύκολα να ακούσεις και να καταγράψεις και να μεταφέρεις της ζωής του τα πεπραγμένα. Και εκατό ερωτήσεις να του κάνεις, σε όλες μπορεί να απαντήσει με έναν πληθωρικά ειλικρινή, δυνατό και καθάριο λόγο και μια εβδομάδα να κάτσεις μαζί του πάλι δεν πρόκειται να χορτάσεις να γράφεις τα όσα έζησε, περπάτησε, είδε και τραγούδησε.

«Αντέγραψα το βιολί του Γιώργου Λέκου»


Στην ουσία, η συνέντευξη που αφορούσε την προσωπική του πορεία στο δημοτικό τραγούδι απλώθηκε στην καταγραφή της ιστορίας της μουσικής του τόπου, όπως αυτή εξελίχθηκε εκατό σχεδόν χρόνια γιατί η μνήμη του πάει ακόμα πιο πίσω, μια ιστορία με ένα σωρό ενδιαφέροντα στοιχεία και στην οποία πρωταγωνιστής είναι ο ακμαίος βιολιτζής Γιώργος Πότσιος ή Ζιαβλάνης. γιός του Δημήτρη Πότσιου και της Αρετής που γεννήθηκε το 1929 στο Κυπαρίσι.

Δέκα χρονών κιόλας, εντυπωσιασμένος από το βιολί του Γιώργου Λέκου που έπαιζε στο γάμο μιας κόρης του παπα Λάμπρου Αλβανού, κατάφερε και έφτιαξε ένα βιολί με τα πιο πρόχειρα υλικά που είχε στη διάθεσή του και με αυτό το απίθανο όργανο, ξεκίνησε μια ιδιαίτερα συνεπή ως προς την παράδοση πορεία που τον οδήγησε στην πάνδημη αναγνώριση και βεβαίως στην κορυφή της εκτίμησης των συντοπιτών του.
Με ένα ξύλο κερασιάς που πελέκησε μόνος του και με ένα πάφλα έφτιαξε το πρώτο του βιολί το λιανοπαίδι της Ζελενίτσας και για χορδές, έβαλε τρίχες από μια αγελάδα που είχε μακριά ουρά. Εκείνο το πρωτόγονο όργανο βεβαίως και δεν τον ικανοποίησε και αμέσως μετά, με ένα ξύλο από λούκα και τρίχες που τράβηξε κρυφά από την ουρά του του αλόγου του Βασίλη Κουτέρη, έφτιαξε συνεταιρικά με τον Θωμά Μυρεσιώτη ο οποίος διέθετε κρυφά τα εργαλεία του πατέρα του, το αμέσως επόμενο που σαφώς ήταν πιο εξελιγμένο και με το οποίο άρχισαν να εξασκούνται και να παίζουν. Για να συμπληρωθεί μάλιστα η παρέα, έφτιαξαν ένα επίσης πρωτόγονο ντέφι με ξύλο συκιάς, ένα κατσικοτόμαρο και για βρονταλίδια κομμάτια από ντενεκέ. Η πρώτη τους εμφάνιση μάλιστα ως μουσικών έγινε τον φθινόπωρο του 1940 στα ξεφλουδίσια του Δήμου Μυρεσιώτη. «Πήγαμε εκεί» θυμάται
«και κάτσαμε κάτω και αρχίσαμε να παίξουμε. Τους έρχονταν θάμα και αυτουνούς. Μας ήξεραν και δεν μας είδαν; Λοιπόν κάτσαμε κάτω. Ο Θωμάς είχε το ντέφι κι εγώ το βιολί. Τάμπα, τουμπα, τώρα τι λέγαμε: Τρεις τον πάγαιναν μαρί, αίντε… αλλά ξεκινήσαμε. Μας έδωσαν και από κανένα δίφραγκο ο λαός εκεί πέρα. Που να βρεις τάληρο τότε!».


Θεμέλιο τα τραγούδια που έλεγαν οι παλιοί

Η εμφάνιση των δυο παιδιών με τα όργανα τους στη Ζελενίτσα έτυχε ευνοϊκής υποδοχής από έναν κόσμο που δεν έβλεπε και πολλές φορές όργανα στα πανηγύρια, τους γάμους και τις διασκεδάσεις και σε αυτές τις περιπτώσεις εκφράζονταν μόνο με τραγούδια που αναφέρονταν κυρίως στην ηρωική παράδοση, του γάμου και των σχετικών της χαράς εκδηλώσεων. Αυτά τα τραγούδια, τα οποία σχεδόν θυμάται όλα ο Ζιαβλάνης, ήταν γι’ αυτόν το μεγάλο θεμέλιο για να στηρίξει την τέχνη του και οι ερμηνείες των ηλικιωμένων συγχωριανών του, το σχολείο της μουσικής που ποτέ δεν πήγε, όπως εξάλλου και το Δημοτικό που τον έκοψε ο μεγάλος πόλεμος του 1940.
Η ιστορία εκείνα τα χρόνια άλλαζε κάθε μέρα καινούργια σελίδα και ο Γιώργος Πότσιος που είχε πάρει στα σοβαρά το βιολί πλέον έπαιξε στην πλατεία του χωριού για τους πρωταγωνιστές όλων των εκφράσεων του αντιστασιακού αγώνα και συνόδεψε με τους ήχους του τα βήματα καπεταναίων, ανταρτών και κόσμου που πίστεψε πως άμα έφευγαν οι κατακτητές όλα θα γίνονταν καλύτερα στον τόπο!
Δεν ήρθαν όμως έτσι τα πράγματα και ένα χρόνο μετά το ξέσπασμα του Εμφυλίου, ο Γιώργος βρίσκετε μαζί με την οικογένειά του στη Σπολάϊτα του Ξηρόμερου όπου έμειναν μέχρι την άνοιξη του 1950, δέκα μήνες σχεδόν μετά τη λήξη του Εμφυλίου που επαναπατρίστηκαν στη Ζελενίτσα να αρχίσουν μια καινούργια ζωή.
Ο Γιώργος όταν έφυγε από τη Ζελενίτσα πήρε μαζί του και το όργανο και με αυτό «διασκέδαζε» τους ανταρτόπληκτους. Τι τραγούδια έπαιζε στους καταυλισμούς; «Από εκείνα» λέει με μια εξαιρετική μνήμη
«που άκουγε ο άλλος και έκλαιγε. Σπιτάκι μου… Σταμάτα! Πέστο άλλη μια βολά ρε Γιώργο… και το τράβαγαν το ντρίλινο το φουστάνι οι γριές, γιατί από μέσα είχαν μια σακουλίτσα σε μια τσεπούλα και έβαναν κανένα φραγκάκι. Δεν υπήρχε τίποτα. Και έλεγα εγώ. Σπιτάκι μου περήφανο στον κόσμο ξακουσμένο. Τόσο καιρό που σ’ άφησα και σ’ ηύρα ρημαγμένο. Δώστου κλάμα οι γριές. Πέστο άλλη μια βολά… Μόλις τους ανάφερνες το σπίτι έβλεπες τα κλάμματα… Και από όλο το χωριό -βγάζουμε τώρα συμπεράσματα- θέλεις να ήταν 3 - 4 σπίτια να χρειάζονταν; Τα άλλα δεν χρειάζονταν τίποτα. Ήταν χαγιάτια. Έτσι ήταν τα σπίτια τότε και έλεγε ο άλλος, έχω και σπίτι. Που τόχεις το σπίτι;».


Η καθιέρωση έγινε στο μεγάλο πανηγύρι

Ξενιτιά, φτώχεια και ταλαιπωρία αλλά ο Γιώργος όμως δεν μπορούσε να ησυχάσει με το φτιαχτκό βιολί και έβαλε στο μυαλό του να βρει ένα ευρωπαϊκό. Με ένα χιλιάρικο που κατάφερε να συγκεντρώσει από τα επιδόματα που έδιναν τότε στους ανταρτόπληκτους πήγε στην Άρτα που του είπε ο Δήμος Πρώτας από το Αργύρι ότι υπάρχει κατάστημα με βιολιά και αγόρασε ένα ιταλικό, το φθηνότερο που είχε το μαγαζί. Δοκίμασε και άλλα, αλλά ήταν απλησίαστα για τις δικές του δυνατότητες. Έτσι αρκέστηκε σε ένα ιταλικό ενώ το φτιαχτό, το άφησε στο μαγαζί του Χρήστου Λίντα στο Αμπελάκι της Αμφιλοχίας με σκοπό να πουληθεί σε όποιον το ζητούσε, αλλά ένας απατεώνας που ήξερε την περίπτωση του το έφαγε με πλαστό σημείωμα!
Επικεφαλής της πορείας των επαναπατριζομένων με το καινούργιο βιολί στα χέρια, ο Γιώργος έπαιζε χωρίς σταματημό χαρούμενα τραγούδια σε όλη τη διαδρομή μέχρι τη Ζελενίτσα την οποία όλοι οι χωριανοί όταν ξεπέζεψαν έβαλαν μπροστά να την αναστήσουν. Έτσι έφτασαν μέχρι τις 6 Αυγούστου, του Σωτήρος που είχαν πανηγύρι και για πρώτη φορά έπαιξε με κανονικό βιολί και το γεγονός αποτέλεσε μεγάλη στιγμή για όλο το χωριό. Από εκεί όμως, καθώς ο Γιώργος έγινε πλέον επίσημος βιολιτζής και άρχισε να γίνεται περιζήτητος σε γάμους και διασκεδάσεις και καθώς ο Θωμάς Μυρεσιώτης σταμάτησε να τον ακολουθεί, προέκυψε το πρόβλημα της παρέας. Γι’ αυτό ο Γιώργος πήρε τον Κώστα Τσιάμη και τον Κώστα Ζαχάκη στους οποίους πήρε στον ένα κιθάρα και στον άλλο ντέφι και έτσι δημιουργήθηκε η ομάδα που διασκέδασε επί μια δεκαετία τους συγχωριανούς στα πανηγύρια και έπαιξε σε όλους τους γάμους, καθώς όπως λέει «από τη στιγμή που φύτρωσε στην Πρασιά οργανοπαίχτης που είχε εκεί το γύρισμά του, άλλος έκανε χρόνια να φανεί!». Ούτε όμως ο Ζιαγκλάνης και η παρέα του έβγαιναν έξω από το δικό τους χώρο. Εκείνα τα χρόνια πήγαιναν στα Πετρίλια για να πάρουν νύφες, πήγαιναν όμως συχνά και στο Μεζήλο (Δροσάτο) στο πανηγύρι του Αϊ – Λιά, στη Στάνα, στο Ασπρόρεμα και φυσικά σε όλα τα πανηγύρια του Απεραντίου. Συχνά όμως γίνονταν μεγάλα γλέντια στο μαγαζί του χωριού, τα περισσότερα απρόοπτα.


Τα γλέντια στο μαγαζί και στα ξεφλουδίσματα


«Άμα ήταν μια επίσημη ημέρα» λέει ο Ζιαγκλάνης για τα γλέντια στα μαγαζιά του χωριού
«κατέβαινα στο μαγαζί. Έλεγα θα κατεβώ στο μαγαζί, μπορεί να έρθει κανένας. Θα πάρω και το όργανό μου, θα το κρεμάσω εκεί. Ή κοντά ήμουν. Άμα έβλεπα ότι υπάρχει διάθεση, ώπ, φέρτο το βιολί. Το έφερναμε εδώ και γίνονταν η διασκέδαση με τραγούδια του τόπου, τα παλιά, αυτά που μάθαινα».Στο μεταξύ απέκτησε καινούργιο βιολί, ευρωπαϊκό της φίρμας «Στραντισβάριους» και τρεις κλάσεις παραπάνω από το ιταλικό που είχε πάρει από την Άρτα. Το βιολί αυτό το αγόρασε από ένα μαγαζί στη Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο του 1954 που απολύθηκε από το στρατό και το έφερε στο χωριό. Η πρώτη εμφάνιση του βιολιού αυτού έγινε τον ίδιο μήνα στα ξεφλουδίσια του Αλέξη Χαλαστάνη στα Φουσιανά.
«Μαζεύτηκε» θυμάται «όλος ο συνοικισμός και ταπ ταπ το ξεφλούδισαν, το έδεσαν κρεματζάλες, το κρέμασαν όπου τους έλεγε το αφεντικό στο σπίτι, και σάρωσαν καταή και το έβαλαν… άιντε στο χορό. Ως το μεσημέρι της άλλης ημέρας χόρευαν. Από τη νύχτα. Κι από εκεί το έσκασα εγώ μετά κι ήρθα εδώ και το έκοψα στον ύπνο. Πήρα και κανένα κατοστάρικο, 150 δραχμές δεν ξέρω τι μου έδωσαν. Αλλά δεν είχα ντελφιτζήδες και τέτοια. Τραγούδαγα και έπαιζα. Σκέτος. Πότε να προλάβαινα… Σε επίσημα έτσι ξεφλουδίσματα, σε τέτοια άμα με χάλευαν δεν προλάβαινα να βρω ντελφιτζή. Δεν ήταν και σημαντικό».
Η ντελφιτζής ή καλύτερα η παρέα του Ζιαγκλάνη ήταν πάντα ένα πρόβλημα, ιδιαίτερα μετά την αποχώρηση λόγω γάμου του Κωνσταντίνου Τσιάμη και το ατύχημα του Κώστα Ζαχάκη. «Τι να κάμω εγώ μετά; Ντροχιάστηκα» λέει.
«Έπρεπε να έχω κάποιον βοηθό να πηγαίνουμε μαζί. Πάω με τον μικρότερο αδερφό μου το Νίκο και του έμαθα ντέφι. Του αγόρασα ντέφι, Καλής ποιότητας, το πήρα και 30.000! Άρχισα να τον διδάχνω ότι ήξερα. Από πού να τον διδάξω; Με δίδαξε κανένας εμένα; Αλλά ότι μου έκοβε. Έτσι θα το βροντάς, έτσι θα το βαρείς, έτσι εδώ. Όχι έτσι.. Έτσι. Εδώ. Και έμαθε όπως παίζω να έρχεται κοντά μου γκλαφνώντας όπως λέμε στο χωριό μου. Τον έμαθα. Ο οποίος τώρα έχει 500 σφάγια, είναι τσοπάνης επάνω αυτού, αλλά άμα τον χρειαστώ για καμιά διασκέδαση και του πω κλείστα κι έλα κάτω, θα ρθεί. Του παραγγέλνω. Καμιά φορά λέει: δεν αδειάζω, δεν μπορώ, δεν έρχομαι. Αυτά είναι ανθρώπινα. Αλλά είχα αυτόν να εργάζομαι. Δεν άδειαζε όμως από τα πράματα, τα βιολιά δεν θέλουν πράματα. Τι έκανα εγώ; Έκανα με τον Βασίλη Καλαμίδα, τον αδερφό του τον Αντώνη, έκανα με τον Γεωργούλα, έκανα με τα φυντάνια που ήρθαν από αλλού. Παλαιότερα πήγαινα και στη Μεγαλόχαρη με τα πόδια και έπαιρνα τον Αλέξανδρο Τσιαμπά. Πεθαμός! Ήρθα σε πολλά σημεία, παρόλο που είχα μεράκι για τη δουλειά μου, σε πολλά σημεία να παρακαλιόμαι, να λέω, μπα δεν είναι δουλειά, θα τα παρατήσω. Γιατί ήταν κουραστική άλλο που ήμουν 20 χρονών και δεν ένιωθα τίποτα τι κάνω. Είχε κούραση».


Ένας μουσικός που θα ξεχάσουμε τον ήχο του!

Με τους τελευταίους παραδοσιακούς μουσικούς του Απεράντιου ο Ζιαβλάνης έπαιξε σε πολλούς γάμους στο Αγρίνιο, το Ξηρόμερο ενώ συχνά πήγαινε να παίξει στην Ελάτεια, τον Έξαρχο, το Σχηματάρι και άλλα χωριά της Βοιωτίας όπου είναι εγκατεστημένοι οι περισσότεροι από τα χωριά του Απεράντιου και της Αργιθέας και κάποιες φορές κατέβηκε και έπαιξε και στην Αθήνα σε χορούς Συλλόγων αλλά δεν του άρεσε, τον κούραζε η διαδρομή.
Την ωραία τέχνη του Ζιαβλάνη δεν υπάρχει περίπτωση να την ακούσουμε σήμερα ούτε σε κασέτες, ούτε σε δίσκους γιατί ο ίδιος δεν τα πηγαίνει καλά με τις δημόσιες σχέσεις, με τα ταξίδια εκτός περιοχής και βεβαίως με τα μηχανήματα. Αν και του το έχουν ζητήσει πολλοί, ποτέ δεν κατάφερε να γράψει ούτε ένα τραγούδι σε κασέτα και όσοι τον γνωρίζουν, τον γνωρίζουν από το προσωπικό τους άκουσμα. Πάντως νομίζω πως πρέπει, όσο διατηρεί ακόμη την ακμή του να υπάρξει -με την πρωτοβουλία τίνος δεν ξέρω, ασφαλώς και κάποιος θα υπάρχει- μια κανονική ηχογράφηση του Ζιαβλάνη γιατί όπως αναφέρθηκε, είναι ο μοναδικός και ο τελευταίος μουσικός στον Απεράντιο και την Αργιθέα που παίζει όπως έπαιζαν οι παλιοί μουσικοί του τόπου μας.
(Στη φωτογραφία, δίπλα στον Ζιαβλάνη είναι ο Δημήτρης (Τάκης) Παπαδιάς που χάρη σ' αυτόν και τη φιλοξενία του βρέθηκα στον Πρόδρομο για το πανηγύρι).

Η εκτίμηση μιας μεγάλης πορείας

- Από όλη την πορεία σαν μουσικός είσαι ευχαριστημένος; Έβγαλες λεφτά;
- Είμαι ευχαριστημένος γιατί ποτέ δεν έλλειψε η στιγμή να κάνω το δικό μου κέφι. Πρώτον αυτό και δεύτερο, αν δεν θάχα τη δουλειά αυτή, δεν θάχα τόσους φίλους, δεν θα γνώριζα τόση κοινωνία. Τα δυο αυτά με ευχαριστούν. Λεφτά δεν έβγαλα πολλά, δεν αμείβονταν τότε τα όργανα. Τζάμπα δουλεύαμε. Τώρα μετά που άρχισε ο κόσμος να πιάνουν λεφτά για να ρίχνουν, άλλαξαν τα πράγματα, θέλουν φίρμες μεγάλες, εξελίξεις και αν σε χαλέψει και κανένας, βαριέσαι κιόλας. Γεράσαμε πια...


Σημειώση: Η συνέντευξη με τον Ζιαβλάνη έγινε στο Κυπαρίσι της Πρασιάς στις 30/08/2008, στα πλαίσια μιας σειράς επισκέψεων γνωριμίας με τους παλιούς μουσικούς με στόχο, τη δημιουργία μέσω των αφηγήσεών τους μιας έκδοσης που θα αφορά την προσωπίκή πορεία αυτών των ανθρώπων μέσα από πανηγύρια, γάμους, γιορτές και γλέντια στο χώρο της Ευρυτανίας, των Αγράφων, της Αργιθέας και της αντιπέρα όχθης του Αχελώου περιοχής, των Τζουμέρκων και τα Ραδοβυζίων.
Το κείμενο που διαβάσατε, δημοσιεύτηκε στις 24/09/08 στον "Ευρυτανικό Παλμό" και αποτελεί τμήμα μιας μεγάλης συνέντευξης με τον Ζιαβλάνη η οποία ως φαίνεται θα αποτελέσει μαζί με τις αφηγήσεις του Γιάννη Μάκκα από τον Κρέντη, του Γιώργου Χαλκιά από τη Δυτική Φραγίστα και του Νίκου Βλάχου από τον Ψηλόβραχο, το κέντρο αυτού του έργου και ενδεχομένως, αν βρεθεί κάποιος ή κάτι να βοηθήσει, θα συμπληρωθεί και με ένα δίσκο για να ακούμε τι θα διαβάζουμε...


ΑΘΗΝΑ, ΣΕΠ 2008