Google+ Badge

Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΚΑΛΥΒΙ ΣΤΑ ΛΙΒΑΔΙΑ

 
Στη δυτική είσοδο της Μεγάλης Κάψης, ένα ωραίο χωριό στις ανατολικές πλαγιές του Τυμφρηστού και λίγο κάτω από την ελατοσκεπή κορυφή του Αγίου Παντελεήμονα, όπου εξαιτίας κάποιων αχρονολόγητων ερειπίων που μόλις διακρίνονται κάτω από τις ρίζες του δάσους θρυλείται ότι κάποτε ήταν μεγάλο κάστρο και μοναστήρι τρανό, είναι μια σειρά από ελαφρώς επικλινή χωράφια, ορισμένα από τα οποία είναι μάλιστα και ποτιστικά από το αυλάκι που έρχεται από το ρέμα Χαρώνη και όλη περιοχή καλείται Λιβάδια.  

Εκεί παλαιότερα οι Μεγαλοκαψιώτες καλλιεργούσαν στα μεν ξηρικά χωράφια σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι, φακές και ρεβίθια ενώ στα ποτιστικά έφτιαχναν κήπια με λογής κηπευτικά, κυρίως δε φασόλια που ήταν πάντα και το βασικό πιάτο στη λιτό τραπέζι τους. Στα ίδια κήπια φύτευαν επίσης ντομάτες,άλλα κηπευτικά, κολοκύθια ενώ στις άκρες τους είχαν και αρκετά καρποφόρα δέντρα, κερασιές κυρίως, βυσσινιές, κάποιες αχλαδιές και βεβαίως πολλές καρυδιές που τις σήκωνε πολύ ο τόπος και απέδιδαν πάντα αρκετό καρπό.
Έτσι πρόλαβα να γνωρίσω πριν από κάποιες δεκαετίες αυτό το κομμάτι της γης του χωριού μου αλλά με τα χρόνια, λόγω της εγκατάλειψής του από τους ανθρώπους του που αναζήτησαν αλλού καλύτερη τύχη, τα περισσότερα χωράφια εκεί ερημώθηκαν και το τελευταίο που απέμεινε να καλλιεργείται μέχρι πριν από λίγα χρόνια ήταν αυτό της οικογένειας Γουλοδήμου, μιας προκομμένης αγροτοκτηνοτροφικής οικογένειας του χωριού. Ο Κώστας Γουλοδήμος μάλιστα, εκτός του ότι ήταν και ένας καλός παραδοσιακός κτηνοτρόφος ήταν και από τους ανθρώπους που ήξεραν πάρα πολλά πράγματα για την ιστορία του χωριού και τους ανθρώπους του έφυγε πριν από 20 τόσα χρόνια από τη ζωή και το κοπάδι, μειωμένο κάπως καθώς και τα χωράφια ανέλαβε η γυναίκα του Μαρίκα μέχρι πρόπερσι που λόγω γήρατος τα εγκατέλειψε όλα.

Από το θάνατο του Κώστα Γουλοδήμου και μετά, ότι απόμεινε από μεγάλο κοπάδι μεταφέρθηκε από τη Μαρίκα και τα παιδιά τους στο στάβλο δίπλα στο σπίτι στο χωριό και έτσι εγκαταλείφθηκε το μεγάλο καλύβι που είχε φτιάξει με υλικά από τον ίδιο τον τόπο, κάτω από τον μεγάλο έλατο και λίγο πιο πάνω τη χωματένια γούρνα που πότιζαν τα κήπια τους και τα ζωντανά τους. Αυτό το«καλύβι», όπως το λέμε στο χωριό από τη στιγμή που έφυγε το αφεντικό, δεν το πρόσεξε κανένας και στις μέρες μας είναι έτοιμο να πέσει γιατί το υλικά που το κατασκεύασε δεν αντέχουν πλέον στο χρόνο και η βροχή, ανίκητη δύναμη σε τέτοιες περιπτώσεις το έλιωσε.

Και το έλιωσε γιατί ο Κώστας, ο τελευταίος μιας γενιάς συγχωριανών που μπορούσαν να φτιάξουν ένα τέτοιο καλύβι, το έφτιαξε σαν να ήταν διαρκώς δίπλα του και να προλάβαινε κάθε τι που θα το υπονόμευε. Φυσικά και θα μπορούσε όταν το έφτιαχνε να χρησιμοποιήσει νέα υλικά, όπως τσιμέντο,τσιμεντόλιθα, σίδερα, τσίγκους αλλά δεν το έκανε. Ο λόγος, σίγουρα το κόστος αυτών των υλικών αλλά πιστεύω και γιατί ήθελε να το φτιάξει τους τοίχους με υλικά που έβγαλε από το κοντινό δάσος όπως οι πρόγονοί του και να χρησιμοποιήσει επίσης αντί για τσίγκια, λαμαρίνες που έβγαλε από παλιά και τρύπια βαρέλια. Αυτός ο τρόπος της χρησιμοποίησης των λαμαρίνων από τα παλιά σιδερένια βαρέλια σε τοίχους, φράχτες ακόμη και στέγες ήταν πολύ συνηθισμένος τότε στα χωριά από τους ανθρώπους που δεν είχαν την άνεση να αγοράσουν καινούργια.
Εν ολίγοις, το καλύβι του Κώστα Γουλοδήμου ήταν μια κατασκευή που δεν κόστισε σχεδόν τίποτα στο δημιουργό του, ούτε και οι πρόκες γιατί ήταν όλες ισιωμένες από αυτές που εύρισκε στις οικοδομές και στα δημόσια οδικά έργα της περιοχής. Όλη δε η κατασκευή στηρίχθηκε σε μεγάλους στύλους (φούρκες)που προμηθεύτηκε από το κοντινό καστανόδασος καθώς από το ίδιο ξύλο ήταν και τα δοκάρια που στήριξαν τη στέγη. Οι τοίχοι του καλυβιού άλλοι ήταν με πέλες,μικρά δηλαδή σανίδια από ξύλο ελάτου που δεν είχε ρόζους και τα οποία έβγαιναν με ένα χτύπημα με το τσεκούρι και άλλοι από μικρά πηχάκια, καρφωμένα πυκνά και στις δυο πλευρές του τοίχου και ανάμεσά τους είχε βάλει λάσπη ανακατωμένη με κοπριά και άχυρα, ένα μείγμα που στον κάμπο το χρησιμοποιούν στην κατασκευή των πλινθιών για τα σπίτια. Στην περίπτωση, πέλες είχε βάλει στη νότια πλευρά που επηρεάζεται περισσότερο από τους ύπουλους για κάθε κατασκευή από χώμα νοτιάδες και μπαγλατή, όπως λένε τη μέθοδο με τα πηχάκια και τη λάσπη ανάμεσά τους, στα βορινά. Σε κάποια δε σημεία, για περισσότερη ασφάλεια του τοίχου, είχε καρφώσει λαμαρίνες από βαρέλια και κομμάτια από παλιά τσίγκια.

Τα χωρίσματα στο εσωτερικό καθώς και τα παχνιά τα έφτιαξε με λεπτά κλαριά από καστανιά και μέλεγο που κι αυτός αφθονεί στην περιοχή ενώ οι πόρτες ήταν άλλες από πέλες και άλλες από κομμάτια παλιών σανιδιών. Παράθυρα εννοείται πως το καλύβι δεν είχε και μόνο στις περιπτώσεις που έπεφτε πολύ παγωνιά έβαζε ένα κομμάτι από παλιά λινάτσα να κόβει κάπως το κρύο. Στη σκεπή τέλος, έβαλε κάποια καινούργια τσίγκια καθώς και σε κάποια σημεία λαμαρίνες από παλιά βαρέλια, τις τρύπες των οποίων βούλωσε με πίσσα για να μην πέφτει νερό στο εσωτερικό του «καλυβιού». Την πόρτα, ασφαλώς και την έφτιαξε με ιδιαίτερη προσοχή, καρφώνοντας μεγάλα σανίδια σε ένα πλαίσιο που στηρίζονταν σε παλιακούς σιδερένιους μεντεσέδες φτιαγμένους στο γύφτο.

Έτσι έφτιαχναν τα «καλύβια» για τα ζωντανά στα χωράφια παλιότερα οι χωριανοί μου, με τα ίδια υλικά που χρησιμοποίησε ο Κώστας Γουλοδήμος και το καινούργιο στην περίπτωση ήταν τα τσίγκια και οι λαμαρίνες.Στη θέση αυτών των υλικών παλαιότερα έβαζαν πέλες ή σάλωμα, χόρτο δηλαδή που έβγαζαν μετά το θερισμό από το κριθάρι και κυρίως από τη σίκαλη. Ένα ανάλογο καλύβι είχε φτιάξει και ο Σπύρος Πιτσοθανάσης (Καραϊνοσπύρος), μια εμβληματική φυσιογνωμία της παράδοσης του τόπου κοντά στην παλιακά εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, στο βουνό Χοντρογιάννη αλλά αυτή έλιωσε πριν από πολλά χρόνια και ούτε καν φαίνεται που ήταν. Μόλις έφυγε ο Καραϊνοσπύρος, την κατάπιαν τα βάτα και τα αγριόδεντρα. Ακόμη και τα τσίγκια που ήταν φτηνά, σκούριασαν και έλιωσαν.
Σημασία έχει και γι’ αυτό τούτη η μικρή αναφορά, είναι πως αυτοί οι άνθρωποι, ήταν οι τελευταίοι μιας εποχής που οι ανάγκες τους για στέγαση, τόσο των κοπαδιών όσων και των ίδιων ικανοποιούνταν με ότι πρόσφερε η φύση δίπλα τους. Στην περίπτωση, το δάσος και η το έδαφος. Τα υλικά, ξύλα,πέτρες, χώμα, χόρτα μόλις τέλειωνε η χρήση της κατασκευής, έμειναν στον τόπο και χωνεύονταν από τα στοιχεία της φύσης ενώ στην περίπτωση μιας καταστροφής,πυρκαγιά για παράδειγμα που ήταν πολύ συνηθισμένο φαινόμενο, την επομένη ημέρα ο κτηνοτρόφος ή ξωμάχος αγρότης ξεκινούσε με το τσεκούρι του για το δάσος και ανάλογα με τις απαιτήσεις του, σε λίγες μέρες ήταν έτοιμος να ξαναφτιάξει καλύβι.

Το καλύβι του Γουλοδήμου όμως έμεινε ορφανό και από νοικοκύρη και από κοπάδι κι έτσι χωρίς κανένας πια να του δίνει σημασία άρχισε να καταρρέει καθώς τα νερά από τη στέγη, μη έχοντας αλλού διέξοδο γιατί βούλωσε από τα χόρτα και τα φύλλα το αυλάκι που τα ε΄διωχνε μακριά από τους τοίχους,υπονόμευσαν σιγά – σιγά τα θεμέλια και τα ξεσάρισαν. Έτσι έφυγε μια πέτρα,ακολούθησε μια άλλη και όλες μαζί μια μέρα, έλυσαν την τοιχοποιία και οι τοίχοι του καλυβιού βρέθηκαν στο κενό. Είναι ζήτημα χρόνου πλέον να πέσουν και τούτο σίγουρα θα γίνει με το πρώτο βαρύ χιόνι που θα πέσει στην περιοχή.
Ο λόγος αυτός της καταστροφής αυτών των καλυβιών εντέλει είναι και η αιτία να μην βρίσκουμε σήμερα στα περισσότερα σημεία της ορεινής Ελλάδας, τέτοιου είδους κατασκευές και άλλες αγροτοποιμενικές εγκαταστάσεις ενώ στα νησιά όπου πρώτη ύλη ήταν η πέτρα και μόνο η πέτρα, σώζονται δεκάδες τέτοιες κατασκευές και μαρτυρούν μια εποχή κατά την οποία ανθούσε μια άλλη κοινωνία που την χαρακτήριζε με η φτώχεια αλλά η εφευρετικότητα των ανθρώπων μπορούσε να δώσει λύσεις που δεν είχαν κανένα κόστος και συνέπειες για το περιβάλλον γύρω τους.

ΕΘΝΟΣ - ΚΥΝΗΓΙ, 23072013