Google+ Badge

Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΠΟΛΥ ΠΑΝΟΥ ΣΤΟΥΣ ΛΑΪΚΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ…


 
Με το θάνατο της Πόλυ (Πολυτίμης) Πάνου κλείνει σιγά - σιγά μια εποχή· η ανεπανάληπτη εποχή του ελληνικού λαϊκού τραγουδιού. Με τους μικρούς «αποχαιρετισμούς», κάθε μέρα των δεκάδων ανωνύμων λαϊκών ανθρώπων, αυτών δηλαδή που η ζωή κύλησε απλά, αληθινά και με μέτρο, «λαϊκά» αν θέλουμε να χρησιμοποιήσουμε τον χαρακτηρισμό χωρίς όμως να τον αναλύσουμε εδώ, αποσύρεται στους ουρανούς η πρώτη μεταπολεμική γενιά και αφήνει πίσω της μνήμες, μικρά - μεγάλα έργα και ποικίλες υποθήκες.

Με τον αποχαιρετισμό της Πόλυ Πάνου, από τους οικείους της, τους φίλους και όσους την αγάπησαν και τραγούδησαν τα τραγούδια της, από τη μπάντα του Δήμου Πειραιά, νωρίτερα το απόγευμα από το Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, της μεγάλης κυρίας, της Αρχόντισσας του λαϊκού τραγουδιού, του «θηλυκού Καζαντζίδη», όπως την αποκαλούσε ο αείμνηστος Πάνος Γεραμάνης, μετρήθηκαν και οι άνθρωποι που σημάδεψαν αυτή την εποχή και έγιναν ινδάλματα και μύθοι που η λάμψη τους κρατάει πολλές δεκαετίες και θα συνεχίσει όσο υπάρχουν λαϊκοί άνθρωποι, λαϊκές συνήθειες, λαϊκά μαγαζιά και φυσικά λαϊκή καρδιά και διάθεση.

 
Την Πόλυ όμως δεν την αποχαιρέτησαν με μπουζούκια και λαϊκά τραγούδια οι συνάδελφοί της, μουσικοί και τραγουδιστές· θα τους συναντήσει όλους αυτούς που έπαιξαν μαζί της σε όλα τα πάλκα και τα μαγαζιά, στους ουρανούς, είπε στον επικήδειο ο Στέλιος Πλακίτσης. Εκεί, για να την υποδεχτούν, είπε, ο Πάνος Γεραμάνης, έχει ετοιμάσει μια μεγάλη συναυλία, με όλους τους καλλιτέχνες όπως έγραφε κάποτε και η ρεκλάμα του «Φαληρικού». Ο Πάνος θα είναι στη γωνία, αγχωμένος για το αν θα πάνε όλα καλά και θα παίξουν και θα τραγουδήσουν για το καλωσόρισμα της Πόλυ, ο Καζαντζίδης, ο Μπιθικώτσης, ο Τσιτσάνης, ο Γαβαλάς, ο Χιώτης, η Μοσχολιού, η Σακελλαρίου, η Μπέλλου, ο Καλδάρας, ο Τζουανάκος, ο Καραμπεσίνης και τόσοι άλλοι αλησμόνητοι που έφτιαξαν και τραγούδησαν ανεπανάληπτα τραγούδια και τους λάτρεψε πολύς κόσμος τα χρόνια που πέρασαν.


Δεν μπορώ να πω αν ήταν πολύς ο κόσμος που την αποχαιρέτισε, όπως για παράδειγμα τον Καζαντζίδη, τη Μοσχολιού ή άλλους, γιατί πράγματι, αυτή η γενιά των λαϊκών ανθρώπων καθώς και των καλλιτεχνών, έχει λιγοστέψει πολύ και κάθε μέρα λιγοστεύει περισσότερο. Για το ποιος τώρα ήρθε στο Α’ Νεκροταφείο να την αποχαιρετήσει, δεν μπορώ να πω με σιγουριά γιατί δεν τους ξέρω όλους. Είδα όμως τον Νταλάρα, τον Κοινούση, την Καίτη Γκρέυ. Είδα και τα στεφάνια, κάτασπρα που έστειλαν, ο πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, ο Υπουργός Πολιτισμού Πάνος Παναγιωτόπουλος και πολλοί άλλοι που την τίμησαν για τελευταία φορά με αυτόν τον τρόπο. Ανάμεσά τους οι ο Σύλλογος Φίλων Στέλιου Καζαντζίδη Εύβοιας "Υπάρχω" που για την περίπτωση, διάβαζε και ένα σχετικό ποιηματάκι, όπως συνηθίζει.

 
 
 
Μετά την νεκρώσιμη ακολουθία, η σορός της Πόλυς Πάνου μεταφέρθηκε για ταφή, στο Νεκροταφείο Νέας Φιλαδέλφειας. Καλό της ταξίδι, στους ουρανούς των λαϊκών μουσικών …

 
 
ΑΘΗΝΑ, 30092013
 



 

Η «ΔΙΕΘΝΗΣ» ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΡΑΒΙΔΕΣ ΤΗΣ ΣΟΥΗΔΙΑΣ


O πρόεδρος του Συλλόγου Κώστας Λύτης, διαβάζει τα λόγια των τραγουδιών
σε μια κυρία που φοράει το στέμμα των Βίκινγκ, όπως το απαιτεί η γιορτή.
Δεν μου φτάνουν, ομολογώ,  τα τρεξίματα ανά την Ελλάδα και τα περπατήματα στην Αθήνα, απλώνω τώρα τις δραστηριότητές μου και πέρα από τα σύνορα και γι’ αυτό βρέθηκα προχθές σε μια ωραία εκδήλωση που είχε διοργανώσει ο δραστήριος «Ελληνοσουηδικός Σύνδεσμος» στην Πλάκα, όπου η έδρα τους και η εκκλησία τους.
 
Η Έλενα Χαλκουτσάκη (αριστερά), ο Κώστας Φριτζήλας (δεξιά) με δυο μέλη της ελληνοσουηδικής
παροικίας και η Vana Inglessi στο κέντρο, κάτω από το φαναράκι της γιορτής. 

Η αφορμή ήταν η «Γιορτή της Καραβίδας» (δείτε παρακάτω το σχετικό  σημείωμα της Έλενας Χαλκουτσάκη, β’ γραμματέως του Συλλόγου) στην οποία πέρασα πολύ καλά και γνώρισα ανθρώπους που ζουν στην Ελλάδα, Έλληνες και Σουηδούς. Χώρια δε που γνώρισα και την εξαιρετική ταράτσα του κτιρίου τους (Δαιδάλου 18) στολισμένη με φαναράκια και με θέα στους Στύλους του Ολυμπίου Διός και τη φωτισμένη Ακρόπολη. Εκεί λοιπόν φάγαμε, όπως θέλει το έθιμο βραστές καραβίδες και ήπιαμε κάμποσες βοτκίτσες για να έρθουμε στο κέφι. Εκτός από τις καραβίδες, οι οποίες ήρθαν από τη Σουηδία γι’ αυτό το λόγο, η γιορτή προυποθέτει και να πουν οι παρόντες και ορισμένα εύθυμα τραγουδάκια, γραμμένα για αυτή τη γιορτή, στα σουηδικά βεβαίως τα όποια είχαν φροντίσει να κυκλοφορούν σε φωτοτυπίες για να μη πει κανένας πως δεν τα ξέρει.  Όταν δε «ανάψει", λόγω βότκας βεβαίως το κέφι, δεν είναι καθόλου παράξενο να ακουστούν και κάποια χριστουγεννιάτικα τραγούδια, αλλά εκείνο το τραγούδι που έκλεψε την παράσταση και μου άρεσε περισσότερο απ’ όλα ήταν μια παραλλαγή της επαναστατικής «Διεθνούς» για τη σουηδική ρακή. Σας το μεταφέρω, όπως το μετέφρασε στα ελληνικά η αρχιτέκτων Έλενα Χαλκουτσάκη για να το μάθουμε όλοι. Να σημειώσουμε, πως για τη γιορτή που έγινε φέτος στην ωραία ταράτσα του Συλλόγου, βοήθησαν όλοι και κυρίως, τα μέλη του προεδρείου Σέρστιν Βεντελίν, α' γραμματέας και Μαρίνα Περδίκη, ταμίας.  

Στιγμιότυπο από τη "Γιορτή της Καραβίδας" στον Ελληνοσουηδικό Σύλλογο
Στιγμιότυπο από τη "Γιορτή της Καραβίδας" στον Ελληνοσουηδικό Σύλλογο
Σημειώνουμε, πως αυτός που άρχιζε το τραγούδι, φορά ένα παραδοσιακό καπέλο των βίκινγκ και μιας και ήταν λίγο σκοτεινά, ο πρόεδρος του Συλλόγου Κώστας Λύτης, είχε προσαρμόσει και ένα φακό κεφαλής, σαν αυτό που φοράνε για να διαβάζουν στα λεωφορεία, για να βλέπουν τους στίχους. Από πλευράς μου εύχομαι και του χρόνου στο Σύλλογο και για την αφεντιά μου, να γιορτάσω τις καραβίδες στη Σουηδία.

 Η «Διεθνής» σε παραλλαγή για τη ρακή

(με βάση το φυλλάδιο με τραγουδάκια της «Γιορτής της Καραβίδας» του Ελληνο-Σουηδικού 28.9.13):

«Κι’ άλλο ποτό στο ποτήρι
  κι’ άλλα ποτήρια στο τραπέζι μας
  κι’ άλλα τραπέζια στη γιορτή
  κι’ άλλες γιορτές στη γη
  κι’ άλλες γαίες με φεγγάρι
  κι’ άλλα φεγγάρια στον Άρη
  κι’ άλλες παρελάσεις στη Σκόνε*
  κι’ άλλη Σκόνε και Θεός φυλάξει»

 *Σκόνε, η νοτιώτερη επαρχία της Σουηδίας με ιδιαίτερη νοοτροπία και κυρίως διάλεκτο.


Η Έλενα Χαλκουτσάκη, μου εξηγεί τι λέει η "Διεθνής" για τη ρακή.

 

   «Η ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΑΡΑΒΙΔΑΣ»  

   

ΜΙΑ ΚΕΦΑΤΗ ΣΟΥΗΔΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΓΙΟΡΤΗ

 

H Norea Samuelson βρίσκεται στην Ελλάδα για διακοπές και βρέθηκε κι αυτή
και ομόρφηνε τη "Γιορτή της Καραβίδας" με τον αέρα μιας νεαρής Σουηδέζας.

 

Η σουηδική καραβίδα του γλυκού νερού έχει χρώμα καφε-πράσινο  και ένας τύπος της, μάλιστα, έχει δαγκάνες που φωσφορίζουν.  Μετά το βρασμό γίνεται κατακόκκινη. Ο γιορτασμός της γιορτής της καραβίδας του γλυκού νερού, που αφθονούσε στις άπειρες λίμνες και ποτάμια της Σουηδίας, (κυρίως της κεντρικής και νότιας) ανάγεται στην εποχή πριν την βιομηχανική επανάσταση και γινόταν πάντα τον Αύγουστο.

Πως προέκυψε το έθιμο αυτό;  Οι χωρικοί, μετά την κουραστική εποχή της σοδειάς, όταν τελείωναν οι «σκυλίσιες μέρες»,  ένοιωθαν την ανάγκη να ξεδώσουν με απλές γιορτές στο ύπαιθρο κάτω από το αυγουστιάτικο φεγγάρι. Αργότερα, συνεχίστηκαν οι λαϊκές αυτές γιορτές, γιατί, μετά την πρώτη εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, κυρίως οι εργατικές τάξεις, παρόμοια με αυτές της αριστοκρατίας, ήθελαν  τις δικές τους παράλληλες γιορτές, χωρίς τους τύπους και τις επισημότητες της φεουδαρχίας. Κατά τα τέλη του 1800, οι γιορτές της καραβίδας προορίζονταν κυρίως για τις αντροπαρέες, στις αρχές όμως του 1900 αρχίζει όλη η οικογένεια να συμμετέχει.
Μία κυριολεκτική ιεροτελεστία, που βασίζεται στη λατρεία των παραδόσεων, διέπει το ψάρεμα και την προπαρασκευή της καραβίδας, που στο τραπέζι συνοδευόταν πάντα με σναπς και μπύρα στα πολύχρωμα και διακοσμημένα με φαναράκια τραπέζια.

Με το λυκόφως, έβγαιναν στις λίμνες και τα ποτάμια οι μικρές ψαράδικες βάρκες με φαναράκια και οι ψαράδες τοποθετούσαν τις ειδικές παγίδες στο βυθό για να πιάσουν τις καραβίδες. Με το χάραμα ήταν πάλι εκεί και  τις μάζευαν σε κουβάδες. Έβραζαν τις καραβίδες  σε αλατισμένο νερό με μάραθο αλλά και άλλα μυρωδικά, σύμφωνα με παμπάλαιες συνταγές. Το βράδυ στο τραπέζι, πίνοντας, τραγουδούσαν ειδικά χιουμοριστικά τραγουδάκια, που ανέβαζαν το κέφι της παρέας.                        
Από τα παλιά χρόνια οι καραβίδες αποτελούσαν συστατικό για βραστά και πατέ, ενώ ήδη από το 1755 ένα ειδικό λουκάνικο με ψωμί, καραβίδες, βασιλικό και θυμάρι αναφέρεται σε βιβλία συνταγών. Μαρτυρίες περιγράφουν ότι ακόμη και στον βασιλιά Gustav Vasa άρεσαν οι βρασμένες καραβίδες, μέσα σε παχύ και μυρωδάτο ζωμό. Κατά το 1800 ήταν η χρυσή εποχή της καραβίδας, που αφθονούσε στα ποτάμια και τις λίμνες της Σουηδίας και θεωρούνταν φθηνή τροφή. Τη χρονιά έβγαζαν 700.000 ως 800.000  κουβάδες κυρίως στη λίμνη Γιέλμαρεν.  Όταν, όμως,  ήρθε η πανώλη της καραβίδας στα τέλη του 1870, αναφερόταν σημαντική μείωση της σοδειάς της καραβίδας.

Ως και τη δεκαετία του 1970 στη Σουηδία ίσχυε αυστηρά ο κανόνας της «πρεμιέρας της καραβίδας», που γινόταν μία συγκεκριμένη ημερομηνία στα μέσα περίπου του Αυγούστου, οπότε άρχιζαν τα μαγαζιά να τη διαθέτουν ακριβώς μετά τα μεσάνυχτα της μέρας εκείνης, ενώ κόσμος έκανε εναγωνίως απ΄έξω ουρά. Σήμερα η αυστηρότητα αυτoύ του εθίμου δεν ισχύει.
Δυστυχώς όμως η υπεραλίευση στις ημέρες μας, έκανε τη σουηδική καραβίδα κάτι σπάνιο και ακριβό. Οι περισσότερες καραβίδες που καταναλώνονται στη Σουηδία προέρχονται από την Κίνα, την Τουρκία, την Ισπανία, την Αμερική και άλλες χώρες, που τις καλλιεργούν και τις συσκευάζουν ήδη βρασμένες μέσα σε ζωμό με μάραθο και, ως κατεψυγμένες, τις εξάγουν στη Σουηδία και τις διαθέτουν σε πολύχρωμα κουτιά.

Στο εμπόριο υπάρχουν άπειρα συνοδευτικά μπιχλιμπίδια, κυρίως χάρτινα αξεσουάρ με πολύχρωμες εικόνες με ήλιους, καραβίδες κλπ καθώς και φαναράκια. Όλα τα παραπάνω πρέπει απαραίτητα να κοσμούν το χαρούμενο τραπέζι της γιορτής της καραβίδας!
ΕΛΕΝΑ ΧΑΛΚΟΥΤΣΑΚΗ


ΑΘΗΝΑ, 29092013

ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΟΥ


Άσπρα σταφύλια, σε κρεββατίνα.Το 2009 ήταν μια εξαιρετική χρονιά.
 
Έπιασα χθες να σας γράφω για τους καρπούς που παράγει το χωριό μου, η Μεγάλη Κάψη στη Δυτική Φθιώτιδα και σας ανέφερα πολλά για καρύδια, κάστανα και μήλα. Άφησα απ’ έξω τα σταφύλια γιατί είναι ένα ξεχωριστό κεφάλαιο καθώς στις μέρες μας έχει χαθεί εκείνος ο πλούτος των σταφυλιών που μάζευαν οι χωριανοί μου κάποτε το φθινόπωρο.

Όσο και να φαίνεται παράξενο σε πολλούς να μιλάμε για σταφύλια σε ένα χωριό ορεινό, που στην κορυφή του αρχίζει η ζώνη της ελάτης, εντούτοις είχε μεγάλη παραγωγή στα χωράφια που ήταν χαμηλά ρος το ποτάμι, τον Σπερχειό, στα Δρέματα, στη Μυξηράδα απέναντι και στο άνυδρο σχεδόν χωματόβουνο Μαυρογιάννη, που υψώνεται ακριβώς μπροστά στο χωριό, στον ανατολικό ορίζοντά του και ήταν ιδανικό για κλήματα.
Συστηματική καλλιέργεια αμπελιών δεν είχαν οι χωριανοί και η έννοια αμπέλι ήταν σχεδόν άγνωστη, αλλά εφάρμοζαν ένα σύστημα με κρεββατίνες σε πολλά κατωφερή τμήματα των χωραφιών ή σε σημεία που δεν καλλιεργούσαν τίποτα άλλο για την εξοικονόμηση εδάφους και βοσκών ή ανέβαζαν τα κλήματα πάνω σε φούρκες κι εκεί ψηλά αυτά άπλωναν τα κλαριά τους. Τα δε ξύλα για τις κρεββατίνες και οι φούρκες ήταν πάντα καστανίσια γιατί άντεχαν περισσότερο στο σάπισμα και σπανίως κέδρινα. Μια άλλη μέθοδος ανάπτυξης των κλημάτων ήταν το άπλωμά τους πάνω στα δέντρα, βελανιδιές κυρίως αλλά εκεί ήξεραν πως τη μισή παραγωγή θα την μοιράζονταν με τα πουλιά γιατί πολλές φορές δεν έφταναν να κόψουν τα σταφύλια ούτε με τη μακρύτερη σκάλα που μπορεί να είχε κάποιος στο χωριό.

Μαύρα σταφύλια σκαλωμένα πάνω σε ένα δέντρο

Ο τρύγος γινόνταν συνήθως προς τα τέλη του Σεπτεμβρίου και ακολουθούσαν όλο το τυπικό, πάτημα, τράβηγμα, βράση στα βαρέλια, γύρισμα αναλόγως βέβαια και με τις καιρικές συνθήκες και φρόντιζαν πάντα να έχουν καθαρά βαρέλια, από καστανιά και αυτά τα οποία κάθε χρόνο έλυναν, «έκαιγαν» και ξανάδεναν ο Γιάννης και ο Μήτσος Διπλάρης που κατείχαν την τέχνη του βαρελά. Τέλος φρόντιζαν να ενισχύσουν και τα τσίπουρα με ότι αγρίδια έμειναν πάνω στα δέντρα και έβγαζαν τα τσίπουρα περί τα μέσα του Νοέμβρη που άρχιζαν οι βροχές και έπεφταν και οι αντάρες για να κρύβουν τα λαθραία καζαναριά.

Ένα τσαμπί ώριμα λευκά σταφύλια λάμπει, το φθινόπωρο του 2009.

Εννοείται πως δικό τους κρασί και τσίπουρο δεν έβγαζαν όλοι οι χωριανοί, για διαφόρους λόγους και κυρίως γιατί δεν φρόντιζαν να έχουν κλήματα. Τα μαγαζιά του χωριού, Μήτσος Δπλάρης, Γιώργος Ξαγάρας και Γιώργος Παπαγιάννης (Κατσιακογιώρος), όσο θυμάμαι πριν από πενήντα περίπου χρόνια έπαιρναν σταφύλια από την Παλαιοβράχα ή άλλα μέρη και έβγαζαν ένα μέρος από το κρασί που ήθελαν και τσίπουρο. Όταν τους τελείωνε, βολεύονταν με τίποτα εμφιαλωμένα εκείνης της εποχής ενώ ακόμη είχε μεγάλη πέραση και το ούζο ή μπύρες το καλοκαίρι. Σημειώνουμε πως εκείνα τα χρόνια, λόγω οικονομικής στενότητας, οι χωριανοί μου δεν κατανάλωναν πολλά κρασιά και τσίπουρα στα καφενεία.
Οι ποικιλίες που καλλιεργούσαν τότε χωρίζονταν σε δυο είδη, διάφορα άσπρα σταφύλια που τα είδη τους είχαν εγκληματιστεί από πολλά χρόνια στο τοπικό περιβάλλον και ανάλγα μαύρα. Τα μαύρα ήταν πιο διεδομένα και ανθεκτικά, υπάρχουν ακόμη χαμένα στο δάσος και στις παρυφές των παρατημένων χωραφιών κλήματα που καρπίζουν αλλά δεν προλαβαίνει να τα δοκιμάσει άνθρωπος γιατί τα ρημάζουν τα πουλιά και τα ποντίκια. Τα μαύρα επίσης ήταν και πιο δυνατά, κόλλαγαν τα χέρια και μοσχοβολούσε ο τόπος στο μάζεμά τους και κατά συνέπεια έφτιαχναν και καλύτερο κρασί. Τα άσπρα ήταν πιο ευαίσθητα και τα είχαν συνήθως πάνω σε κρεββατίνες κοντά στα σπίτια και ήταν τα μόνα που φρόντιζαν με κανένα ψέκασμα με γαλαζόπετρα και λίγο θειάφι. Παρ’ αυτά σπάνια έφταναν να ωριμάσουν χωρίς να πάθουν τίποτα και τα κράταγαν μόνο για τα τσίπουρα.

Ένα κλήμα με μαύρα σταφύλια, σκαρφαλωμένο πάνω σε μια δαμασκηνιά

Σήμερα από όλα αυτά τα κλήματα ελάχιστα υπάρχουν και ακόμη πιο λίγα είναι αυτά από τα οποία μαζεύουν σταφύλια για κρασί. Από αυτά που έχουμε στα χωράφια μας, πρέπει να μαζεύουν οι γονείς μου καμιά τριακοσαριά κιλά μαύρα και λίγα άσπρα και μαζί με τα σταφύλια που αγοράζουν φτιάχνουν κάθε χρόνο το κρασί του σπιτιού. Την τελευταία δε χρονιά που θυμάμαι να ήταν το κρασί της χρονιάς από δικά μας σταφύλια και μάλιστα ήταν ο πρώτος τρύγος που βοήθησα, ήταν το 1967 που βγάλαμε από τα κλήματα στα Δρέματα, σχεδόν ένα τόνο μαύρα ολόγλυκα σταφύλια. Σήμερα σε αυτό το χωράφι, όχι κλήματα δεν υπάρχουν αλλά ούτε που ήταν φαίνεται κάποιο ίχνος.

ΑΘΗΝΑ, 30092013

Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

ΕΝΑΣ «ΠΑΙΖΩ - ΔΡΟΜΟΣ» ΣΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ


 
Με τα «ταξίδια», νοερά και πραγματικά κοντεύω να ξεχάσω τι συμβαίνει στη γειτονιά, δηλαδή στα Εξάρχεια και όταν λέω τι συμβαίνει, δεν εννοώ αυτά που περνάνε στα δελτία ειδήσεων αλλά τα καθημερινά, τα απλά που κάνουν οι γείτονες και με τη δράση τους ομορφαίνουν τη γειτονιά και δίνουν άλλη πνοή και χρώμα στους δρόμους της.
Έτσι συγκεκριμένα, σήμερα ήταν μια ωραία στιγμή για την απελπισμένη από τα γνωστά προβλήματα, οδό Θεμιστοκλέους όταν στη γωνία αυτού του δρόμου και της Δερβενίων (πεζόδρομοι και οι δύο) στήθηκε με πρωτοβουλία της κίνησης «Εξάρχεια σε κίνηση» χαριστικό - ανταλλακτικό παζάρι σχολικών ειδών και παιδικών βιβλίων ενώ παράλληλα υπήρξε και πρόβλεψη για δημιουργική απασχόληση, από τη Ματίνα, για τα παιδιά που πήγαν εκεί με τους γονείς τους και τους δασκάλους και όπως διαπίστωσα πέρασαν καλά.



Με το σύνθημα «ΠΑΙΖΩ - ΔΡΟΜΟΣ» η κίνηση θέλει να δώσει μια άλλη πνοή στη γειτονιιά και με τις δράσεις της και τις συναντήσεις της (Κάθε Δευτέρα στις 7.30 το απόγευμα στο κηπάκι της Τσαμαδού) να απομακρύνει και να ακυρώσει όλα αυτά που δυσφημούν τα Εξάρχεια και βαραίνουν τη ζωή των μόνιμων κατοίκων τους και των επισκεπτών. Ας βρεθούμε κι εμείς δίπλα τους και μαζί τους για να κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε.
 
ΑΘΗΝΑ, 29092013

ΟΙ ΠΑΛΙΕΣ ΜΗΛΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΟΥ…


 
 
 
Το χωριό μου, η Μεγάλη Κάψη Φθιώτιδας, στις ανατολικές πλευρές του Τυμφρηστού είναι χτισμένο σε υψόμετρο 700 με 800 μέτρα και έχει απεριόριστη θέα προς τον κάμπο του Σπερχειού και τον Μαλιακό κόλπο. Το υψόμετρό του και το κλίμα του, το καθιστούν ιδανικό για καλλιέργειες καρποφόρων δέντρων, καρυδιές κυρίως και καστανιές αλλά και πολλές μηλιές , κερασιές και κυδωνιές. Με τούτο το μικρό σημείωμα θα μιλήσω λίγο για τις μηλιές.
Οι μηλιές που πρόλαβα στο χωριό μου και μερικές υπάρχουν ακόμη, είναι ποικιλίες που στο πέρασμα των χρόνων έχουν προσαρμοστεί απόλυτα στο περιβάλλον της περιοχής και οι καρποί τους ήταν πηγή ευημερίας και πλούτου καθώς οι συγχωριανοί μου εμπορεύονταν τα μήλα στον κάμπο της Λαμίας . Όταν λέμε εμπορεύονταν δεν ήταν πάντα το κέρδος τους σε χρήματα αλλά τις περισσότερες φορές τα αντάλασσαν με σιτάρι, καλαμπόκι και καπνό.

Αυτά τα δέντρα κράτησαν στη ζωή τον κόσμο του χωριού αλλά και όσους κατέφυγαν εκεί στα χρόνια της Κατοχής και της Αντίστασης, ακόμα και του Εμφυλίου. Η δε καρποφορία τους ήταν αποτέλεσμα της φροντίδας που τύχαιναν αλλά και την προστασία τους από τα ζωντανά και γι΄αυτό τον κίνδυνο τα άφηναν να ψηλώσουν αρκετά έτσι ώστε να μη φτάνουν τους καρπούς οι κατσίκες και οι αγελάδες. Υπήρχαν δε δέντρα που έφταναν και έξι και οχτώ και δέκα μέτρα ύψος και το μάζεμα των μήλων γίνονταν με σκάλες. Κάποιων από αυτά η παραγωγή έφτανε πολλές φορές τους 2 - 3 τόνους και τα όποια χάρη στη φροντίδα που τύχαιναν από τους ανθρώπους, διατηρούνταν μέχρι το τέλος της άνοιξης.
Δεν κράτησε όμως πολύ η εποχή της καρποφορίας τους και της υποστήριξης των συγχωριανών μου γιατί κάποια χρόνια, εκεί γύρω στο ’60 θυμάμαι επέδραμαν οι «ειδικοί» και με τις απόψεις τους για την παραγωγή και τη βελτίωση της ποιότητας έλεγαν (είχαν και τις ευλογίες της Πολιτείας και των εταιρειών που είχαν αντικείμενο τα γεωργικά μηχανήματα, φάρμακα και άλλα) έπεισαν τους χωριανούς να τις κόψουν και να φυτέψουν άλλες. Χωρίς πληροφόρηση αυτοί, προχώρησαν αμέσως στην κοπή των δέντρων και φύτεψαν καινούργια που όμως ήθελαν αρκετά χρόνια και ιδιαίτερες φροντίδες να αποδώσουν. Στο μεταξύ, γιγαντώθηκε η αστυφιλία και τα περισσότερα από αυτά τα δέντρα ξεράθηκαν γιατί πολλοί νοικυκυραίοι έφυγαν να βρουν την τύχη τους μακριά από το χωριό.


Σήμερα από αυτά τα παλαιά δέντρα, ελάχιστα έχουν μείνει και καρπίζουν ακόμη, όπως κάποιες φιρικιές και λίγες ξυνομηλιές. Κάποιες μεγάλες φιρικιές έχουν στο παλιό κτήμα του Μήτσιου Λουκόπουλου και φροντίζουν η Ελευθερία και ο Νίκος Σαρόγλου  (απ’ αυτό το κτήμα και οι φωτογραφίες) ενώ ορισμένες άλλες υπάρχουν σε άλλα χωράφια του χωριού. Μια από αυτές τις μηλιές είναι και αυτή που βλέπετε στη φωτογραφία, στο κτήμα του μακαρίτη Κλεάνθη Κραββαρίτη ενώ αυτές με τους καρπούς είναι από τη μεγάλη φιρικιά που επιμένει ακόμη να καρπίζει, στο Πάρκο Καλατζή, δίπλα από το παλιό σχολείο…

ΑΘΗΝΑ, 29092013

Σάββατο, 28 Σεπτεμβρίου 2013

OI «12 + 1 ΦΥΣΙΟΓΝΩΜΙΕΣ» ΤΗΣ ΕΛΕΑΝΝΑΣ ΜΑΡΤΙΝΟΥ


 

Μόλις που προλαβαίνετε, αλλά πιστεύω πως σήμερα το «Art Bar poems n crimes», ήτοι το βιβλιοπωλείο «Γαβριηλίδης» (Αγίας Ειρήνης 17, στο Μοναστηράκι) θα μείνει μέχρι αργά ανοιχτό να δείτε την ωραία έκθεση της ζωγράφου Ελεάννας Μαρτίνου “12 + 1 φυσιογνωμίες». 
Άργησα ομολογώ να πω δυο λόγια για την έκθεση που εγκαινιάστηκε στις 21/09  γιατί έτρεχα στα νησιά και την πήρα είδηση μόλις προχθές που πήγα στην παρουσίαση στον ίδιο χώρο του βιβλίου του Γιώργου Ίκαρου Μπαμπασάκη «12 φυσιογνωμίες» (Εκδόσεις Γαβριηλίδης) που περιέχει κείμενα που περιέχει κείμενα για τους Χρήστο Βακαλόπουλο, Θωμά Γκόρπα, Roberto Bolanio, Τάσο Δενέγρη, Γιώργο Κ. Καραβασίλη, Μάνια Καραϊτίδη, Νίκο Καορύζο, Μιχάλη Κατσαρό, Thomas Pynchon, Κύριλλο Σαρρή, Θάνο Σταθόπουλο και Αλέξανδρο Σχοινά. Τους ίδιους, νεκρούς και ζώντες, η Ελεάννα μετέφερε με τον δικό της εικαστικό τρόπο σε ένα κάδρο και δημιούργησε με μια σειρά πορτραίτων, την έκθεση που κατά κάποιο τρόπο συμπληρώνει το βιβλίο του Ίκαρου και διαβάζεται παράλληλα, ευθέως ή αντιστρόφως.

- Για όσους δεν προλάβουν την έκθεση (τελειώνει σήμερα) μπορούν να την γνωρίσουν μέσα από ένα ιδιαίτερα προσεγμένο βιβλίο με τον τίτλο «12 + 1 φυσιογνωμίες» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Γαβριηλίδης».

ΑΘΗΝΑ, 28092013

ΡΑΝΤΕΒΟΥ ΓΙΑ ΧΟΡΟ ΣΤΟ POLIS ART CAFE


 
Μέχρι χθες ξέραμε πως κάθε Παρασκευή στο Polis Art Café, στο αίθριο του Αρσακείου - Στοά του Βιβλίου (Πεσματζόγλου 5) στο κέντρο ακριβώς της Αθήνας έδιναν το ραντεβού τους, όσες κι όσοι τους αρέσει ο χορός salsa ή φροντίζουν να μάθουν πηγαίνοντας σε κάποια σχολή και τα Σάββατα, όσες κι όσοι τους αρέσει το τανγκό εκεί έδιναν το ραντεβού τους.
Χθες όμως τα πράγματα άλλαξαν, προς το καλύτερο! Η salsa έπιασε το κέντρο της «Στοάς του Βιβλίου» και στο αίθριο πήγαν οι swingers, μια άλλη μεγάλη ομάδα χορού και ανθρώπων που αγαπούν αυτό το είδος και έτσι, όλο το συγκρότημα του Αρσακείου, γέμισε μουσικές και το κυριότερο νεολαία που όπως είδα, του έδωσε του χορού και κατάλαβε. Αυτό δε που μου άρεσε περισσότερο είναι ότι εκτός από τους φανατικούς του ενός ή του άλλου είδους χορού, πολλοί ήταν που δοκίμαζαν τις ικανότητές τους και στις δυο πίστες, με μόνο διάλειμμα το ανεβοκατέβασμα της μαρμάρινης σκάλας που ενώνει αυτούς τους δυο ωραίους χώρους του αθηναϊκού κέντρου.

 
 
Έτσι χθες το Αρσάκειο με τις τόσες μνήμες και την ιστορία έγινε ένας χαρούμενος χώρος συνάντησης νέων που αγαπούν το χορό και ήταν κατά τη γνώμη αρκετών που το συζήτησα, ο μόνος ζωντανός χώρος στο κέντρο της Αθήνας που προσπαθεί με κάθε τρόπο να ξεπεράσει τις δυσκολίες της εποχής και να διαλύσει τα σκοτάδια που το πλάκωσαν τον τελευταίο καιρό. Πίσω από αυτές τις ενέργειες, αναζητήστε τους πρωτεργάτες αυτών των εκκδηλώσεων, τον Σωτήρη και τον Βασίλη καθώς και όλα τα παιδιά που δουλεύουν στο Polis και στους υπεύθυνους των σχετικών σχολών χορού.
 

ΑΘΗΝΑ, 28092013

 

ΤΙ ΑΠΟΓΙΝΟΝΤΑΙ ΤΑ ΚΟΥΤΣΟΥΡΑ ΤΩΝ ΦΟΙΝΙΚΩΝ;


 
Καλά, θα που πείτε, δεν με αγγίζουν τα σοβαρά της ημέρας που ξημέρωσε και που δηλώνουν, αν μη τι άλλο, ότι αυτή τη φορά το Κράτος πήρε στα σοβαρά κάποια πράγματα και λειτούργησε αποτελεσματικά. Θέλω να πιστεύω πως θα συνεχίσει έτσι ώστε να έχουμε και χρόνο και διάθεση να θέτουμε ερωτήματα για τα παράξενα ή τα αυτονόητα…
Πέρα όμως από αυτά, είχα κατά νου, από χθες το απόγευμα που τράβηξα τη φωτογραφία σε ένα πεζοδρόμιο στην αρχή της Αχαρνών, απέναντι από το εκεί Γυμνάσιο, να θέσω το ερώτημα: Που πάνε τα κούτσουρα των πεθαμένων φοινίκων ή γιατί αυτός (αυτοί) που έκοψαν το φοίνικα, τα άφησαν δίπλα στους κάδους των απορριμάτων; Φυσικά την ώρα που πέρασα από εκεί μόνο ένας αλλοδαπός ήταν μέσα στο μικρό παρκάκι απ’ όπου έλλειπε ο φοίνικας που έβλεπα κάθε φορά που περνούσα από εκεί από τότε που ήρθα στην Αθήνα και θα ήταν μάταιο να τον ρωτήσω. Το ίδιο μάταιο πιστεύω θα ήταν να απευθυνθώ και σε κάποια υπηρεσία του Δήμου να μάθω τι έγινε εκεί πέρα κι έτσι προχώρησα προς τα κάτω, στο Σταθμό Λαρίσης όπου ήταν ο προορισμός μου, στην Κεντρική Βιβλιοθήκη του Δήμου.

Πιθανόν, σκέφτηκα, όταν κόβουν τους άρρωστους φοίνικες (ολόκληρο δάσος πρέπει να έκοψαν τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα και για να το καταλάβετε το μέγεθος θυμηθήτε πόσοι ήταν μόνο γύρω από την Τριλογία στην οδό Πανεπιστημίου) μαζεύουν τα κούτσουρα και τα δίνουν, για να μην πάνε χαμένα, σε κάποια μάντα που πουλάει καυσόξυλα που τόσο πολύτιμα και ακριβά μάλιστα είναι το χειμώνα. Την περίπτωση όμως να τα αφήσουν δίπλα στους κάδους των σκουπιδιών και να τα πάρει κάποιος διερχόμενος να τα βάλει στη σόμπα του να ζεσταθεί δεν την φαντάστηκα ποτέ, γιατί όσο και να έχει, τα κούτσουρα από τους φοίνικες δεν είναι σανίδια από συσκευασίες και άλλα υλικά που μαζεύουν οι αναρίθμητοι «ανακυκλωτές» από την Ασία ή την Αφρική που οργώνουν κάθε μέρα την Αθήνα. Το να τα άφησαν πάλι εκεί για να κάθονται όσοι περιμένουν να περάσει κάποιο λεοφωρείο είναι απίθανο γιατί δεν υπάρχει στάση σε αυτή την κατεύθυνση αφού η Αχαρνών είναι έξοδος από την πόλη. Το ερώτημα πάντως παραμένει και όποιος ξέρει κάτι, ας με ενημερώσει…

ΑΘΗΝΑ, 27092013

Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2013

Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ


 
Δεν μπορώ να μην πως, πως ήταν μια αποκάλυψη η αποψινή επίσκεψη της ομάδας «ΚΑΘΕ ΣΑΒΒΑΤΟ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ», στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη, στο Σταθμό Λαρίσης. Οι υπαλληλοι του Δήμου μαζί με την αντιδήμαρχο Πολιτισμού, Νέλλη Παπαχελά και τον φίλο μας Ελευθέριο Σκιαδά με την μεγάλη εμπειρία στα πράγματα του Δήμου, μας πρόσεξαν, μας περιποιήθηκαν και μας ξενάγησαν για πολλή ώρα στους θησαυρούς της βιβλιοθήκης και τέλος,όλοι μαζί (όσοι από τους Καθεσαββατιανούς έμειναν λίγο παραπίσω) φωτογραφηθήκαμε με την μπάντα του Δήμου που στεγάζεται σε παρακείμενο χώρο και η οποία έπαιξε για μας ορισμένα όμορφα κομμάτια. Τους ευχαριστούμε και ευχόμαστε τα καλύτερα στη νέα σεζόν για τη βιβλιοθήκη και τους ανθρώπους που την αγαπάνε.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αύριο θα ακολουθήσει εκτενές ρεπορτάζ και πληροφορίες.
ΑΘΗΝΑ, 27092013

ΟΤΑΝ ΠΕΣΕΙ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ ΝΑ ΜΑΣ ΠΛΑΚΩΣΕΙ…


 
Καλησπέρα σας. Μόλις τώρα άνοιξα την οθόνη και παραλίγο να τρέξω να φορέσω αδιάβροχο να μη μουσκέψω από τα σταγονίδια, εδάφους - εδάφους πρώτα, από αυτά που απασχολούν την τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα αλλά πιο πολύ για τα σταγονίδια αέρος, ήτοι τα σταγονίδια των ψεκασμών από άγνωστα αεροπλάνα που όπως ισχυρίζονται κάποιοι δρουν υπονομευτικά για το κλίμα, τους ανθρώπους και τη ζωή. Όλη αυτή μάλιστα η κινδυνολογία στο διαδίκτυο, στολίστηκε με υπέροχες φωτογραφίες μακρόστενων στοιβάδων συννέφων, από αυτά που σχηματίζονται πίσω από τα αεροπλάνα.
Δεν ξέρω τι να πιστέψω, γιατί κανένας τελικά δεν επαναπαύεται στις απαντήσεις, των ειδικών και επί του προκειμένου των εκπροσώπων της Αεροπορίας (πολεμικής και πολιτικής) για το πως δημιουργούνται αυτά τα σύννεφα και γι’ αυτό κρατάω την ομορφιά που βλέπουμε κάποιες στιγμές να κυριεύει τον ουρανό, με απίστευτα χρώματα και μοναδικούς σχηματισμούς και ενδόμυχα εύχομαι, αν είναι να πέσει να μας πλακώσει, ς πέσει μια τέτοια ώρα και ας είναι και γεμάτος με όλα τα επικίνδυνα χημικά του κόσμου.  

(Η φωτογραφία χθεσινή, από τον ουρανό πάνω από το λιμάνι του Πειραιά την ώρα που τέλειωνε η ανοιχτή πρόβα της Λυρικής Σκηνής).
ΑΘΗΝΑ, 27092013

“CROSSROADS” ΣΤO POLIS ART CAFE


 
Άμα παίρνω τους δρόμους (και εφ’΄όσον δεν έχω υποχρεώσεις) ξεχνιέμαι να γυρίσω σπίτι και προσπαθώ να προλάβω όσο το δυνατόν περισσότερα απ’ αυτά που γίνονται στο δρόμο και μου αρέσουν βεβαίως ή αποτελούν «είδηση», αλλά και από τα άλλα, που γίνονται προγραμματισμένα σε γνωστούς χώρους και προτιμώ βεβαίως αυτούς που είναι στη γειτονιά και στο κέντρο της Αθήνας όπου πάω πάντα περπατώντας.

Χθες το απόγευμα, πήγα στο λιμάνι του Πειραιά να δω την ανοιχτή πρόβα της Λυρικής Σκηνής. Ανεβαίνοντας στην Αθήνα, πέρασα από το βιβλιοπωλείο «Γαβριηλίδης», στην Αγίας Ειρήνης 17, όπου παρουσιάζονταν το βιβλίο του Ίκαρου Μπαμπασάκη «12 φυσιογνωμίες», είδα και την ομώνυμη έκθεση της Ελεάννας Μαρίνου για τα οποία θα σας γράψω αργότερα απόψε και ανεβαίνοντας προς τα Εξάρχεια, πέρασα και από το Polis Art Café και πρόλαβα μια εξαιρετική μουσική εκδήλωση στη μέση.

 
 
Επρόκειτο για τη μουσική παράσταση “Crossroads”, ήτοι, ένα οδοιπορικό όπως το χαρακτηρίζουν οι συντελεστές του, σε διεθνή μουσικά σταυροδρόμια όπου το ισπανικό ταμπεραμέντο συναντά τη ρώσικη και μεξικάνικη λαϊκή μουσική, αισθαντικές ναπολιτάνικες καντσονέτες εναλλάσονται με παθιασμένα αργεντίνικα τάνγκος, αποσπάσματα από φημισμένα musicals συνυπάρχουν με αγαημένα ελληνικά τραγούδια του Γιαννίδη και του Θεοδωράκη. Τραγούδησε η Εύα Μιχελιδάκη, στο πιάνο και στο τραγούδι ήταν ο Κωνσταντίνος Καρυώτης ο οποίος έκανε και τις προσαρμογές των μουσικών κομματιών για πιάνο και φαγκότο καθώς και τις ενορχηστρώσεις, στο φαγκότο και το ακορντεόν ο Σπύρος Κωστής και στο πιάνο ο Κωστής Βομπίρης οι οποίοι χειροκροτήθηκαν θερμά από ένα ωραίο κοινό από το οποίο ορισμένοι βρήκαν να χορέψουν και μερικά κομμάτια τάγκο και μάλιστα υποδειγματικά.

Την επόμενη φορά, μην τους χάσετε. Και η παρουσία τους ήταν εξαιρετική και έδενε πολύ με το χώρο του αιθρίου του Πόλις, ένα από τους πιο ωραίους χώρους στο κέντρο της Αθήνας που προσφέρεται για κάθε είδους εκδηλώσεις και ενδιαφέρουσες συναντήσεις.

ΑΘΗΝΑ, 26092013

«M’ ΕΝΑ ΠΟΔΗΛΑΤΟ ΠΕΤΑΩ»… ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


 

«Πετάνε» τα ποδήλατα; Σε πραγματικές συνθήκες όχι - μόνο μεταφορικά χρησιμοποιούμε αυτή την έκφραση και κολλάει μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις.Όταν όμως πάνω σε αυτά κάθεται η φαντασία του ποδηλάτη και ιδιαίτερα όταν αυτός είναι εικαστικός καλλιτέχνης και ανεξάρτητα αν ξέρει ισορροπία ή τη στοιχειώδη χρήση των πενταλιών, τότε όχι μόνο πετάνε, αλλά και απογειώνονται…

Για να επιβειβαιώθητε όμως πως γίνεται έτσι, δεν έχετε παρά να πάτε μέχρι τη Δευτέρα το απόγευμα στο Πολιτιστικό Κέντρο «Μελίνα» και να δείτε από κοντά, όχι ποδήλατα και ποδηλάτες, αλλά πως είδαν γενικώς το ποδήλατο διάφοροι καλλιτέχνες και να «πετάξετε» κι εσείς μαζί τους.


Για την έκθεση μας μίλησε η Νέλλη Γιαχανατζή προχθές το απόγευμα, σε μια ωραία συνάντηση που είχαμε στο κέντρο και παρόντος του καλού φίλου Γιώργου Λένη ο οποίος ήταν και η αφορμή να περάσω να δώ την ωραία έκθεση.  



«Με τη θεματική έκθεση «μ΄ ένα ποδήλατο... πετάω»,συμμετέχει η εικαστική ομάδα greekartists.info σε συνεργασία με τον Οργανισμό Πολιτισμού Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων, στις δραστηριότητες του Δήμου Αθηναίων «πόλη χωρίς αυτοκίνητο», στο Πολιτιστικό Κέντρο «ΜΕΛΙΝΑ» έως και τη Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου με ελεύθερη είσοδο.

Για μια ακόμη φορά δεκαπέντε εικαστικοί καλλιτέχνες γίνονται «δέκτες» και «πομποί» των μηνυμάτων της εποχής τους. Η ανάγκη για εναλλακτικές δράσεις και ψυχική υγεία βρήκε τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα την διέξοδο σε ό,τι το ποδήλατο χαρίζει στον άνθρωπο ποδηλάτη, μόνο του ή σε ομάδα.

Συμμετέχουν : Ρένα Ανούση- Ηλία, Μάγδα Βαμβατήρα, Νέλλη Γιαχανατζή, Ράνια Γριμάλδη -Κορομηλά, Νίκος Δεσεκόπουλος,Γιάννης Καψιδάκης, Βασιλική Νάκου – Καψιδάκη, Γρηγόρης Κότσαρης, Μιχάλης Κότσαρης, Δήμητρα Κουμαντάκη, Φλοράνς Χριστάκη, Θόδωρος Παπαγιάννης, Σύνη Παπαγιάνη, Μιμή Πετροπούλου και Τάσος Ράλλης.

Τα εγκαίνια της θεματικής έκθεσης έγιναν την Τρίτη 17/9 . Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 30 /9 , ενώ οι ώρες λειτουργίας της θα είναι : Τρίτη έως Σάββατο 10.00-20.00, Κυριακή 10.00 -14.00. Τη Δευτέρα, 30 Σεπτεμβρίου η έκθεση θα είναι ανοιχτή ως τις 20.00».





Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την έκθεση «Μ’ ένα ποδήλατο… πετάω» δείτε σο www.greekartists.info.

 

H ΠΡΟΒΑ ΤΗΣ ΛΥΡΙΚΗΣ ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΑ



 
Από την απέναντι αποβάθρα έμοιαζε σαν κόσμος πολύς που περίμενε το μεγάλο πλοίο να επιβαβασθεί, να ταξιδέψει μακριά· όπου καθενός ποθούσε η ψυχή ή τον έσπρωχνε η Ανάγκη. Δεν ήταν όμως έτσι τα πράγματα χθες το απόγευμα στο λιμάνι του Πειραιά...

 Πλησιάζοντας την αποβάθρα της Πύλης 9, απ’ όπου αναχωρούν ή φτάνουν τα πλοία για Δυτικές Κυκλάδες, τη Σάμο και την Ικαρία, είδα να φεύγουν ήσυχα και ικανοποιημένοι, κάτι που φυσικά δεν θα συνέβαινε αν κάποιος τους ειδοποιούσε πως το πλοίο να τους πάρει δεν θα έρθει, οπότε θα υπήρχαν ένα σωρό αποδοκιμασίες, ενδεχομένως και φωνές απελπισίας. Δεν είναι απίθανο όμως να στεναχωρέθηκαν λιγάκι, καθώς μπορεί να περίμεναν να ακούσουν περισσότερη, αλλά το πρόγραμμα της Λυρικής προέβλεπε μόνο μιας ώρας πρόβα και μάλιστα εξαιρετική όπως μου είπαν κάποιοι φίλοι που πρόλαβα, με φόντο το λιμάνι με τα μεγάλα πλοία που φεύγουν για την Κρήτη.



Τι είχε γίνει όμως στην προβλήτα No 9 του πειραιώτικου λιμανιού χθες το απόγευμα;  Σας μεταφέρω το Δελτίο Τύπου (με αλλαγές μόνο στους χρόνους των ρημάτων) για να το μάθετε:
 «Μετά το πρόσφατο αφιέρωμα στην Μαρία Κάλλας που παρακολούθησαν πάνω από 5000 θεατές, αλλά και την ανοιχτή δοκιμή στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου, τον περασμένο Ιούλιο, την οποία παρακολούθησαν σχεδόν 3000 θεατές, η Εθνική Λυρική Σκηνή ανακοίνωσε μια νέα πρωτότυπη δράση σε έναν απρόσμενο χώρο. Χθες το απόγευμα, στις 18.00 το απόγευμα η Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και τέσσερις διακεκριμένοι μονωδοί  παρουσίασαν μια Ανοιχτή Δοκιμή για τα τρία πρώτα έργα της νέας καλλιτεχνικής περιόδου, στο Λιμάνι του Πειραιά και συγκεκριμένα στην Πύλη Ε9.

Ο ανερχόμενος μαέστρος Ζαν Κριστόφ Σαρρόν οι μονωδοί, Βασίλης Καβάγιας, Βασιλική Καραγιάννη, Ειρήνη Καράγιαννη και Γιάννης Χριστόπουλος και η Ορχήστρα της Εθνικής Λυρικής Σκηνής άφησαν για λίγο τις κλειστές αίθουσες των προβών της Λυρικής και κατέβηκαν στο Λιμάνι του Πειραιά -δίπλα στη θάλασσα- και ερμήνευσαν αποσπάσματα από τις όπερες Σταχτοπούτα του Ροσσίνι, Ριγολέττος του Βέρντι καθώς και από τον Καρυοθραύστη του Τσαϊκόφσκι.

Πρόκειται για μια δράση που εντάσσεται στην εξωστρεφή πολιτική της ΕΛΣ, με στόχο να φέρει τους κατοίκους, τους περαστικούς αλλά και τους επισκέπτες της πόλης μας σε επαφή με την πολυσύνθετη διαδικασία δημιουργίας και προετοιμασίας ενός σπουδαίου μουσικού έργου. Η Ανοιχτή Δοκιμή διήρκησε περίπου μια ώρα και οι θεατές που βρέθηκαν στο Λιμάνι του Πειραιά είχαν τη μοναδική ευκαιρία να απολαύσουν τις διάσημες μουσικές συνθέσεις των Ροσσίνι, Βέρντι, Τσαϊκόφσκι, άκουσαν τις οδηγίες και τις υποδείξεις του μαέστρου προς τους μουσικούς και τους μονωδούς αλλά και έζησαν από κοντά τη μαγική ατμόσφαιρα της προετοιμασίας μιας μεγάλης ορχήστρας.

Για πρώτη φορά η Εθνική Λυρική Σκηνή παρουσίασε μια μεγάλου βεληνεκούς δράση στον Πειραιά σε συνεργασία με τον Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς (ΟΛΠ) έχοντας σαν στόχο να φέρει την λυρική τέχνη κοντά στη ζωή της πόλης και μάλιστα σε μια περιοχή με περιορισμένη πολιτιστική δραστηριότητα».
 

- Μετά από αυτά, δεν μένει παρά να ευχηθούμε καλή επιτυχία στη Λυρική Σκηνή και τους ανθρώπους για φέτος και φυσικά καλές ακροάσεις για όλους από εμάς που θα την τιμήσουν με την παρουσία τους στις εκλεκτές παραστάσεις που έχει ετοιμάσει για τον φετινό χειμώνα.
ΑΘΗΝΑ,27092013



 
 

 
 

 
 

 
 

 
 

 
 

 

Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

ΣΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΩΝ ΚΑΤΑΠΟΛΩΝ ΣΤΗΝ ΑΜΟΡΓΟ

Φυσικά και δεν είναι εύκολο πράγμα να γνωρίσεις ένα λιμάνι μέσα σε λίγο χρόνο, πόσο μάλιστα αν θέλεις να μιλήσεις με όλους τους ανθρώπους που το κρατάνε ζωντανό, είτε ψαράδες είναι αυτοί, είτε ναυτικοί, είτε άλλοι επαγγελματίες που ολονών η ζωή και οι δραστηριότητες έχουν να κάνουν με τη θάλασσα. Όσο μικρό και αν είναι το λιμάνι, θέλει τελικά κι αυτό το χρόνο του και αρκετή προσπάθεια για να ανακαλύψεις εκείνα τα μικρά, ιδιαίτερα στοιχεία που το χαρακτηρίζουν.
Έτσι, σαν βρεθήκαμε στα Κατάπολα της Αμοργού, ένα λιμάνι με ιδιαίτερη σημασία για το νησί αλλά και με βαθιά ιστορία, στην ουσία δεν ξέραμε από να ξεκινήσουμε. Από το δίλημμα μας έβγαλε ο καπετάν Νικόλας Ψιακής, ο πιο παλιός ψαράς στον κόλπο ο οποίος μας μίλησε για την πρόσφατη ιστορία -100 χρόνων σχεδόν- μιας κοινότητας ψαράδων και ναυτικών μέσα στην οποία η οικογένειά του είχε ιδιαίτερη θέση. Έτσι έγινε η αρχή και σιγά – σιγά μέσα σε λίγες ώρες γνωρίσαμε αρκετούς ανθρώπους από τους οποίους ο καθένας μίλησε για το λιμάνι και τη θάλασσα από την δική του πλευρά. Φυσικά και υπάρχουν και άλλοι, οι οποίοι θα μιλήσουν και αυτοί όταν έρθει η σειρά τους. Ως τότε, ας κρατήσουμε τα λόγια αυτών ψαράδων που κουβεντιάσαμε μαζί τους και καημός όλων είναι να κρατηθεί η θάλασσα ζωντανή γιατί άμα πεθάνει, κοντά της θα σβήσει και το λιμάνι.



Ο καπετάν Νικόλας Ψιακής

και ο ωραίος «Γερονικόλας»

Η ιστορία των Ψιακήδων ξεκινάει από τη θάλασσα λέει ο καπετάν Νικόλας, ένας άνθρωπος που μέχρι σήμερα, ούτε μια ημέρα δεν έζησε μακριά της, ο οποίος δεν θεωρεί τον εαυτό του απόμαχο της ψαρωσύνης και όποτε μπορεί, ανοίγεται με το «Γερονικόλα» του έξω από τον κόλπο των Κατακόλων και γυρίζει πότε με λίγα, πότε με πολλά ψάρια στη μικρή σκάλα στο Ξυλοκερατίδι που όσα χρόνια ο ίδιος θυμάται, εκεί έδεναν πάντα τα καίκια τους η γενιά των Ψιακήδων.


Όλη του τη ζωή ο καπετάν Νικόλας Ψιακής την πέρασε στη θάλασσα στην οποία ακόμα παλεύει με τον «Γερονικόλα» που στολίζει τη σκάλα στο Ξυλοκερατίδι.
Σήμερα απόμεινε ο μόνος από την μεγάλη οικογένεια των Ψιακήδων που διέπρεψε στο ψάρεμα και σαν αρχίσει να μιλάει, θαρρείς πως θα ακούσεις ολόκληρη, όχι μόνο την ιστορία των προγόνων του, του πατέρα του και των αδερφών του, αλλά και όλων των υπολοίπων ψαράδων της Αμοργού. Οι πολύτιμες καταθέσεις του ξεκινούν πάντα από την προπολεμική Αμοργό, τότε που οι άνθρωποι που πρόλαβε να γνωρίσει, με ελάχιστα και πρωτόγονα εργαλεία κατάφερναν να χορταίνουν το νησί με ψάρι.
Ο κόπος τους φυσικά και ήταν μεγάλος, ούτε μπορούμε σήμερα να φανταστούμε πως πήγαιναν με τα κουπιά από τα Κατάπολα μέχρι τις Μακάρες και τα Αντικέρια και πως ταξίδευαν τα καίκια στις αγριεμένες θάλασσες μόνο με τα πανιά τους. Είναι εμπειρίες μια ζωής που δεν έχουν σημαδέψει μόνο τον καπετάν Νικόλα και τους δικούς του, αλλά ολόκληρη την Αμοργό και όποιος σήμερα τις ακούει νομίζει πως όλα αυτά έγιναν σε ένα άγνωστο τόπο, μια εποχή που λες δεν υπήρξε ποτέ!
Ο πατέρας του Γιάννης, θυμάται ο Νικόλας, είχε εκεί στα χρόνια του ’30 ένα μικρό βαρκάκι 4 μέτρων φτιαγμένο από τα χέρια του περίφημου καραβομαραγκού Μπαζαίου (Γιώργος Συνοδινός) και με το οποίο ψάρευε μαζί με τα αδέρφια του, Νικόλα, Αντώνη και Μιχάλη, ενώ πολύ σύντομα, μόλις ησύχασαν τα πράγματα μετά το 1945 στην παρέα προστέθηκε κι αυτός μαζί με το μεγαλύτερο αδερφό του Βασίλη. Στην ουσία, με αυτό το βαρκάκι προσπαθούσαν να ζήσουν τέσσερις οικογένειες σε μια εποχή που ούτε εργαλεία υπήρχαν, ούτε και χρήματα είχε ο κόσμος να αγοράσει ψάρια. Πέρα όμως από αυτό, καθώς οι βάρκες κινούνταν με τα κουπιά ακόμα ο «Γιάννης» είχε ανάγκη από δυνατά χέρια και ας μην μπορούσε να ταίσει καλά τα στόματα των έξι νοματαίων που περίμεναν να ζήσουν από τη θάλασσά τους.

Αυτό το βαρκάκι, όπως και τα περισσότερα εκείνη την εποχή δεν είχε όνομα αλλά οι Ψιακήδες υποχρεώθηκαν να το βαφτίσουν «Γιάννη» κατόπιν διαταγής των Ιταλών κατακτητών που για να μπορούν να ελέγχουν τις κινήσεις στο λιμάνι έπρεπε να ξέρουν ποιος έχει το κάθε σκάφος, που πηγαίνει και το έχει βεβαίως στο αμπάρι.
Οι ίδιοι πάλι, για το φόβο του σαμποτάζ υποχρέωναν τους ψαράδες να βγάζουν τις νύχτες τα κουπιά και να τα παραδίδουν για ασφάλεια στο Φρουραρχείο. Είχαν μάλιστα φτιάξει και φυλάκια, ένα στη Μύτη μπροστά από το λιμάνι και ένα άλλο στο Φανάρι και όποιο καίκι περνούσε από εκεί έδινε υποχρεωτικά τα στοιχεία του. Οι κατακτητές όμως είχαν και λόγο στην ψαριά, καθώς συγκέντρωναν όλα τα ψάρια από τους ψαράδες και έβαζαν κάποιους δικούς τους ανθρώπους να τα μοιράσουν στον κόσμο. Έτσι οι ψαράδες δεν έβλεπαν ποτέ πεντάρα τσακιστή στην τσέπη τους.
Από την άλλη μεριά όμως, με αυτό τον τρόπο χόρταινε ο πεινασμένος κόσμος ψάρι. «Πηγαίναμε» λέει Νικόλας, «το καλοκαίρι πίσω από την Αμοργό, κάτω από το Μοναστήρι της Χοζοβιώτισσας και ψαρεύαμε γοπί που εκεί ήταν άφθονο. Το βγάζαμε στο Μούρο και την Αγία Άννα και το φέρναμε κατόπιν φορτωμένο με ζώα στα Κατάπολα και το έπαιρναν οι Ιταλοί να το μοιράσουν. Κάναμε πολλές ώρες να φτάσουμε ως εκεί με το κουπί. Άμα είχε καιρουλάκι καλό, μπορεί να κάναμε και πανί. Αλλιώς, μας έβγαινε η ψυχή. Κουπί και αγάντα!».
Τον υπόλοιπο καιρό ψάρευαν μπροστά από τα Κατάπολα αλλά συχνά έφταναν και πέρα από τα Κουφονήσια. «Πηγαίναμε μέχρι εκεί που είναι κάτι νησάκια, προς τη Σχοινούσα. Εκεί πηγαίναμε και ψαρεύαμε τη νύχτα. Φεύγαμε από εδώ μόλις έπεφτε η μέρα και πηγαίναμε ως το Φανάρι. Αφού φτάναμε ως εκεί λέγαμε, δεν πάμε και στο Αντικέρι; Πάμε στο Αντικέρι. Αφού πηγαίναμε ως εκεί, δεν πάμε και στα νησάκια λέγαμε. Πηγαίναμε για πιο καλά. Πηγαίναμε εκεί, ψαρεύαμε καμιά ώρα πιάναμε λίγα ψαράκια, ίσια πάλι από εκεί κουπί, για εδώ. Ήταν πολύ κουραστική η ζωή τότε!».
Τη μεγάλη κούραση την διεσκάδαζε η καλή ψαριά καθώς τότε η θάλασσα ήταν γεμάτη. Έπιαναν μελανούρια, σάλπες, κοκκάλια, συναγρίδες αλλά ο κόσμος δεν είχε λεφτά και έτσι το μεροκάματο ήταν πενιχρό. Ο κόσμος τότε κοίταζε να χορτάσει με γοπί που αφθονούσε και ήταν και πιο εύκολο στο ψάρεμα. Πήγαιναν τα βράδια στα «αυλάκια» που είναι γεμάτες οι ακτές της Αμοργου και με την απόχη έπιαναν μέχρι και εκατό κιλά γοπί στην κάθε εξόρμηση. Ο καπετάν Νικόλας νοσταλγεί εκείνη την εποχή που έβγαζε το γοπί με το φτυάρι από τη θάλασσα και λέει πως εδώ και τέσσερα – πέντε χρόνια από τη θάλασσα της Αμοργού έχει χαθεί και η γόπα και το σαφρίδι.

Καθώς όμως μετά τον πόλεμο άλλαξαν τα πράγματα, το «Γιάννης» δεν χωρούσε πλέον τα έξι άτομα κι έτσι τη θέση του την πήρε ένα άλλο καίκι, λίγο μεγαλύτερο φτιαγμένο και αυτό από τον Μπαζαίο και αργότερα, το 1950 οι Ψιακήδες έφτιαξαν στη Σύρο ένα μεγάλο, το «Βασίλειο» στο οποίο έβαλαν, για πρώτη φορά μηχανή, μια μονοκύλινδρη «Παπαθανάση» και τότε αλάφρωσαν λίγο τα χέρια τους αλλά με τα δίχτυα δεν είχε αλλάξει τίποτα. Ήταν λίγα και τα έφτιαχναν μόνοι τους, όλη η οικογένεια, άντρες και γυναίκες έπλεκαν καθημερινά σπάγκο. «Έπρεπε να τα βάζουμε στον ήλιο κάθε μέρα να στεγνώνουν, τα σαπουνώναμε, τα μπαλώναμε. Δεν είχαμε περισσότερα από 500 μέτρα, μας έφταναν όμως γιατί υπήρχαν ψάρια. Αλλά έπρεπε να ασχολείται ολόκληρη η οικογένεια να έχεις πάντα καθαρό δίχτυ».Η οικογένεια είχε μεγαλώσει όμως πολύ και τον «Βασίλειο» τον παίρνουν τα αδέρφια του Γιάννη ενώ αυτός παίρνει ένα άλλο, τον «Τάσο» από τον Γιάννη Βεκρή από την Αιγιάλη το οποίο είχε μια μικρή μηχανή, ένα «Αξελουδάκι, ίσα – ίσα να μη τραβάς κουπιά» λέει. Στον «Τάσο» μπαίνουν τώρα όλα τα παιδιά του Γιάννη Ψιακή, και κοντά στους μεγαλύτερους τον Βασίλη και τον Νικόλα, μαθαίνουν τη θάλασσα και την ψαρωσύνη, οι μικρότεροι Αντώνης και Νικήτας.
Το 1953 τα πράγματα αλλάζουν, ο Νικόλας πηγαίνει να υπηρετήσει τη θητεία του στο Πολεμικό Ναυτικό -δυο χρόνια τα έβγαλε στο αντιτορπιλικό «Δόξα»- και σαν απολύθηκε μπάρκαρε στα γκαζάδικα και έκανε δυο χρόνια στον «Αντάρη» του Κουλουκουντή. Καθώς ο αδερφός του ο Βασίλης πάλι είχε μπαρκάρει κι αυτός, ο πατέρας τους δεν ασχολείται πια με το ψάρεμα και ο «Τάσος» γέρασε, διαλύθηκε.

Τα ταξίδια όμως για το Νικόλα δεν κράτησαν παρά μόνο δυο χρόνια και όταν ξεμπάρκαρε, είχε φροντίσει να βρεί έτοιμο ένα ωραίο καίκι 11 μέτρων που είχε παραγγείλει στη Σύρα που ονόμασε «Κατερίνα» και το οποίο είχε μηχανή «Παπαθανάση» 20 ίππων και για πρώτη φορά στο αμπάρι του, ψυγείο. Το Σεπτέμβριο του 1960 το ρίχνει στη θάλασσα και το φέρνει στην Αμοργό όπου το θαυμάζουν όλοι. Με όλα του η «Κατερίνα» του στοίχισε 35.000 χιλιάδες τότε
Στο καινούργιο σκάφος ο Νικόλας παίρνει τον πατέρα του για βοήθεια, ίσα – ίσα να του κρατάει το τιμόνι, καμιά φορά έπαιρνε και τον αδερφό του Νικόλα να τον βοηθάει, έπαιρνε όποιον έβρισκε. Τότε κάνουν την εμφάνισή τους τα πλαστικά δίχτυα, τα οποία κατάργησαν τα σπάγγινα και ευκόλυναν τη ζωή του ψαρά. Παράλληλα, το ψυγείο του δίνει τη δυνατότητα να λείπει ημέρες από τα λιμάνι και έτσι αρχίζει να πηγαίνει πιο πέρα από τα μικρά νησιά γύρω από την Αμοργό και φτάνει μέχρι την Άνυδρο, ένα μέρος που εκείνο τον καιρό ήταν ο παράδεισος των ψαράδων. Τα ψάρια εκείνη την εποχή τα έστελνε στον Πειραιά, στον μεγαλομανάβη Λιόση, πρώτα με το «Μοσχάνθη» και κατόπιν το «Μιαούλη» αλλά ποτέ δεν έμεινε ευχαριστημένος, όλο και κάτι τους έκοβε από την ψαριά ο μανάβης.
Την ίδια εποχή όμως αρχίζει να αγοράζει και ο κόσμος στην Αμοργό ενώ οι τουρίστες που φθάνουν και στην Αμοργό και καταναλώνουν ψάρια, τον υποχρεώνουν να σταματήσει τις αποστολές στον Πειραιά. Σήμερα λέει, από την Αμοργό στέλνουν μόνο μαρίδα οι τράτες γιατί εκτός του ότι έχουν χαθεί τα ψάρια, δεν συμφέρει πλέον να στείλεις καλά ψάρια εξαιτίας των υψηλών ναύλων που ζητάνε τα πλοία.

Στο μεταξύ, το 1965 παντρεύεται την Ουρανία Γαβαλά και φτιάχνουν ένα μαγαζί στο Ξυλοκερατίδι που άκουγε στο όνομα του πεθερού «Γαβαλάς» και ήταν από τα πρώτα ανάλογα που άνοιξαν και εξυπηρετούσε τους τουρίστες με καλό ψάρι και άλλα φαγητά. Σήμερα η ταβέρνα είναι ανοιχτή όλο το χρόνο, αλλά το χειμώνα δεν φτιάχνει πολλά φαγητά. Τα ψάρια που διέθετε στο μαγαζί, τα ψάρευε πολλές φορές μαζί με τη γυναίκα του. «Κλείναμε μία, δύο ανάλογα και την έπαιρνα και φεύγαμε εκεί στα νησάκια και το πρωί γύριζαν με 2 – 3 τελάρα μελανούρια, κοκκάλια…» θυμάται.
Το «Κατερίνα» ο καπετάν Νικόλας το κρατάει μέχρι το 1985 οπότε το αποσύρει και παραγγέλνει στο ναυπηγείο του Τζανή στη Σύρο το «Γερονικόλα» με τον οποίον πηγαίνει ακόμα στο ψάρεμα. Με το ίδιο καίκι ψαρεύει και ο γιος του Γιάννης, αλλά καθώς αυτός βλέπει πως η θάλασσα δεν έχει πια προκοπή το έχει γυρίσει στα φορτηγά κι έτσι ασχολείται μόνος του αλλά δεν παει πια όπως παλιά στην Άνυδρο, ούτε παίρνει μαζί του την κυρά Ουρανία. Το πολύ να φτάσει μέχρι τη Γραμβούσα, στο νότιο άκρο, μοναχός του δεν απομακρύνεται πια από την Αμοργό.
Ο καπετάν Νικόλας που όλη του τη ζωή την πέρασε στη θάλασσα και από αυτή έζησε, άρχισε να βλέπει από χρόνια της δεκαετίας του ’80 τα ψάρια να λιγοστεύουν. Την τελευταία πενταετία λέει πως τα πράγματα έχουν χειροτερέψει πολύ και κάθε χρόνος που περνάει είναι ακόμη πιο χειρότερος για τους ψαράδες. «Δεν μπορούμε να δούμε τι φταίει. Αυτά που ρίχνουν στα θάλασσα σκοτώνουν τα ψάρια» λέει αλλά τονίζει πως «μας έχουν ρίξει ρίξει και τις φώκιες. Τις βλέπεις πλέον να πέφτουν πάνω στα δίχτυα και να τα ρημάζουν. Είναι καμιά 15αριά πια γύρω από την Αμοργό».

Στη μνήμη του καπετάν Νικόλα, υπάρχουν μεγάλες ψαριές, τέτοιες που δεν μπορεί να πιστέψει κανένας πως γίνονταν όπως ένα καίκι κολιοί που έπιασαν μέσα στο λιμάνι το 1967 και πολλά μεγάλα ψάρια και θαλασσινά τέρατα. Αυτό που θα θυμάται όμως για πάντα ήταν ένα τεράστιο σκυλόψαρο, 12 μέτρα μήκος που μπλέχτηκε το 1968 στα δίχτυα και έσκασε. Όταν το έβγαλαν επάνω και το πήγαν στο μώλο να το γδάρουν μαζεύτηκε ο κόσμος να το δει και έμοιαζε με επιστράτευση. Το κήτος το πέταξαν πάλι στη θάλασσα και το κεφάλι του το έστειλαν στην Αθήνα μήπως και πάρουν καμιά επιδότηση, αλλά που τέτοιο πράγμα. Μικρότερα όμως σκυλόψαρα όταν έπιανε τα πουλούσε, τα έτρωγε ο κόσμος, όπως έτρωγε άλλοστε και τα σελάχια.
Δυο φορές πάλι κόντεψε να τον πάρει στο βυθό η θάλασσα. Μια φορά στον τελευταίο κάβο της Αμοργού προς το νοτιά με το «Κατερίνα» και την άλλη κάτω από το Μοναστήρι με το ίδιο καίκι. Με τα καίκια του πάλι, πριν μπει στα δρομολόγια ο «Σκοπελίτης» ο καπετάν Νικόλας έκανε διάφορα δρομολόγια, πήγαινε όταν χρειάζονταν ανθρώπους στα γύρω νησιά, μετέφερε ζωντανά σε ερημονήσια, πήγαινε τον ταχυδρόμο στην Κάτω Μεριά.
Τα καλά χρόνια για τον καπετάν Νικόλα πέρασαν, οι δυνάμεις του τον εγκαταλείπουν σιγά – σιγά, αλλά γι’ αυτόν υπάρχει ακόμα ο «Γερονικόλας» δεμένος πάντα μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του. Κάθε πρωί πηγαίνει και τον καλημερίζει, σαλτάρει μετά στην κουβέρτα του, ασχολείται με ότι υπάρχει στο σκάφος, χαιδεύει το τιμόνι του, ελέγχει τη μηχανή, φροντίζει τα δίχτυα του και σαν το επιτρέπει ο καιρός σηκώνει άγκυρα. Στην επιστροφή, τον δένει πάλι στη θέση του, τον καληνυχτίζει και κλείνει ραντεβού μαζί του το επόμενο πρωί.


Τώρα που άδειασε η θάλασσα

Τι να το κάνεις το όμορφο καίκι όταν γυρίζει με άδεια δίχτυα; Παρ’ αυτά ο Γιάννης επιμένει και έτσι κρατά την παράδοση που ήθελε πάντα τους Ψιακήδες στη θάλασσα

Από τα αδέρφια του καπετάν Νικόλα Ψιακή, ο Νικήτας ήταν εκείνος που έμεινε μέχρι τέλος στη θάλασσα και ο γιός του Γιάννης, που φέρνει και το όνομα του παππού, συνεχίζει μέχρι σήμερα να ψαρεύει με το «Νικόλαος» σε μια θάλασσα που έχει αδειάσει πλέον από ψάρια.
Το «Νικόλαος», ένα ωραίο τρεχαντήρι 11,50 μέτρων, το είχε πάρει ο πατέρας του, σαν χώρισαν τα αδέρφια, το 1983 από τις Σπέτσες, μεταχειρισμένο από έναν καπετάνιο που ήταν στα γαριδάδικα και το είχε φτιάξει να πηγαίνει βόλτες. Το πήρε λοιπόν ο Νικήτας, το έκανε αλιευτικό και κράτησε το ίδιο όνομα. Έχει αλλάξει 3 φορές μηχανή και τώρα έχει Νταεγού. Όταν το πήρε είχε Μερσεντές θαλάσσης.
Με τον καπετάν Νικήτα στο τιμόνι του «Νικόλαου» ο Γιάννης μαθαίνει από παιδί τη θάλασσα και το ψάρεμα. «Τότε πηγαίναμε» λέει «για ψάρεμα στα νησιά γύρω – γύρω, τα ερημονήσια. Μάκαρες, Δονούσα, Άνυδρο την Αμοργό γύρω – γύρω. Τότε είχε ψάρι, με λίγα εργαλεία και λίγα έξοδα έβγαινε το μεροκάματο. Πάντα κάναμε καλές ψαριές σε ποσότητα. Θα τύχαινε μια ημέρα να έχει συναγρίδες, θα τύχαινε να έχει τονάκια, θα τύχαινε να έχει μελανούρια, σκορπίνες. Ο πατέρας ήξερε τον τόπο, τη θάλασσα και μου έδειξε πολλά πράγματα. Έτσι έμαθα, από τον παλιό ψαρά».«Ο καπετάν Νικήτας» συνεχίζει ο Γιάννης να μιλά για τον πατέρα του, «ήταν από παιδάκι μέσα στη θάλασσα και η πείρα τον είχε κάνει ψαρά. Επειδή είχε πολλά ψάρια, τότε δεν χρειάζονταν να ξέρεις πολλά – πολλά. Όπου και να έβαζε τα δίχτυα τα γέμιζε. Υπήρχαν μέρη της θάλασσας που δεν πήγαινε δίχτυ γιατί δεν μπορούσε να μπει εκεί σκάφος. Τώρα, όλα δουλεύονται. Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν τόσα μηχανήματα, βυθόμετρα, πλότερ ώστε να ψάξει να βρει ένα μέρος βαθιά πολύ. Με τα σημάδια του βουνού πήγαινε. Έβλεπε το βουνό και πήγαινε».
Ο 30χρονος Γιάννης μεγάλωσε μέσα στο καίκι του πατέρα του και έβγαλε άδεια ψαρέματος μόλις πάτησε τα 16 χρόνια και από τότε είναι μονίμως μέσα στο «Νικόλαο». Από τότε δε που πέθανε ο καπετάν Νικήτας, το 2004, το πήρε στο όνομά του. Ο Γιάννης πρόλαβε τις μεγάλες ψαριές, όταν με λίγα μάλιστα εργαλεία οποιοδήποτε ψαράς είχε όρεξη για δουλειά μπορούσε να βγάλει αρκετά λεφτά. Τον ρωτήσαμε να μας πει τη διαφορά του σήμερα με 15 χρόνια πρίν. «Εκείνη την εποχή» λέει «βάζαμε με τον πατέρα 700 – 800 μέτρα δίχτυα και πιάναμε πέντε φορές πιο πολλά απ’ ότι πιάνουμε σήμερα με τρία χιλιόμετρα δίχτυα. Τα ψάρια έχουν ελαττωθεί μέχρι και 80% σε σύγκριση με τότε. Αυτό σημαίνει καταστροφή για το επάγγελμα που πλήττεται επίσης από τις αυξήσεις στα καύσιμα και στα υλικά, στους μισθούς των εργατών. Είναι ασύμφορο πλέον να βάλεις τη μηχανή μπροστά!».Που οφείλεται όμως αυτή η κατάρρευση; Ο Γιάννης μας απαντά αμέσως: «Στα πολλά εργαλεία, στα οργανωμένα σκάφη, μηχανότρατες, ανεμότρατες και τα λοιπά. Ότι εργαλείο μπει στη θάλασσα είναι γενικά καταστροφή. Απλώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν τα μέσα. Πώς να έβαζες δίχτυα πολλά αν δεν έχεις μηχάνημα να τα σηκώνεις. Από τότε που βγήκε το βίντσι, τα εργαλεία έγιναν πολλά. Βγήκαν τα βυθόμετρα. Δηλαδή η τεχνολογία είναι η καταστροφή της θάλασσας. Όλοι μας είμαστε υπαίτιοι. Όλοι μας. Δεν βάζω τον εαυτό μου απέξω. Κάθε ψαράς είναι υπεύθυνος γι’ αυτή την καταστροφή».Πόσα χρόνια πόσα χρόνια υπολογίζεις πως μπορείς να ψαρέψεις ακόμα, τον ρωτάμε.
«Το θέμα είναι ότι δεν θα μπορούμε πια να ψαρέψουμε γιατί εφόσον τα έξοδα θα συνεχίσουν να μεγαλώνουν, θα σταματήσουμε μονάχοι μας».


Ο καημός του παλιού χταποδά

Οι Ψιακήδες μπορεί να γεννήθηκαν μέσα στη θάλασσα, να όργωσαν τα κύματα και να έζησαν από τα ψάρια, δίπλα τους όμως στο Ξυλοκερατίδι είχαν γείτονες που με τον τρόπο τους έγραψαν και αυτοί τη δική τους στο ψάρεμα χωρίς ποτέ όμως να βγούνε με τη βάρκα τους έξω από τον κόλπο των Καταπόλων…
Ανάμεσα σε αυτούς είναι ο Γιώργος Μαύρος ο οποίος ναι μεν όλα του χρόνια δούλεψε σαν φούρναρης, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να είναι ο καλύτερος χταποδάς των Καταπόλων, τίτλο τον οποίο διατηρεί μέχρι σήμερα και ως φαίνεται, κανένας δεν πρόκειται να του τον αφαιρέσει καθώς λιγόστεψαν πολύ και τα χταπόδια.
Η κουβέντα με τον Γιώργο Μαύρο, έγινε την ίδια ημέρα που μιλήσαμε με τον Νικόλα Ψιακή και ξεκίνησε σαν τον ρώτησα τι κάνει όρθιος δίπλα σε μια καλυμένη από πλαστικό βάρκα που ήτανξ βγαλμένη έξω από τη θάλασσα στο Ξυλοκερατίδι.
Μου απάντησε πως ήταν δική του, ο καινούργιος «Γεώργιος» που αντικατέστησε τον παλιό, σαν τον έκανε κομμάτια πριν από 4 - 5 χρόνια η θάλασσα και πως είναι σκεπασμένη επειδή για λόγους υγείας δεν μπορεί πλέον να ψαρέψει. Αρρώστησε ξαφνικά και δεν μπόρεσε να χαρεί ούτε μια βόλτα με αυτή τη ωραία βάρκα. Έτσι, το μόνο που του έμεινε πλέον είναι να βρίσκεται δίπλα της και να ταξιδεύει νοερά στη θάλασσα και βεβαίως να λέει ιστορίες από τα περασμένα χρόνια για τα χταπόδια.
Η αφήγησή του ξεκίνησε με μια αναφορά, στον πιο σπουδαίο απ’ αυτόν χταποδά της παλιάς εποχής, τον Νικήτα Πετρά που έγραψε ιστορία με το γυαλί, το καμάκι και τη σαλαγκιά. Όλοι οι χταποδάδες αυτόν είχαν σαν παράδειγμα και τις μεθόδους του ακολούθησε και ο Γιώργος και με ένα μικρό βαρκάκι που είχε αγοράσει, μετά από τον πόλεμο από τον Χρήστο Ναύτη, έφτασε να πιάνει μέχρι 10 οκάδες χταπόδια την ημέρα. «Τα χταπόδια έζησαν τον κόσμο στα χρόνια της Κατοχής» λέει «γιατί ήταν εύκολο να τα πιάσεις μέσα στον κόλπο και δεν ήθελε και τίποτα σπουδαία εργαλεία. Ένα καμάκι έβρισκες οπουδήποτε ενώ σαλαγκιές έφτιαχνε ο καθένας με απλό σύρμα. Πήγαινε ο κόσμος με ότι βαρκάκια έβρισκαν, γιατί όλα τα καίκια τα είχαν επιτάξει οι Ιταλοί και με καθετές ψάρευαν κανένα χάνο και με τις σαλαγκιές χταπόδια. Έτσι χόρταιναν και έζησαν. Μετά τον πόλεμο, σαν ησύχασαν τα πράγματα και αποκτήσαμε καίκια και βάρκες, πιάναμε περισσότερα, τα ξεραίναμε και τα στέλναμε για πούλημα στον Πειραιά. Έτσι έβγαινε και λίγο μεροκάματο».Ο Γιώργος Μαύρος όταν ευκαιρούσε έπαιρνε τον «Γεώργιο», έκανε μια βόλτα μέσα στον όρμο και δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να γυρίσει χωρίς χταπόδι, ήξερε όλες τις μεριές που ήταν, όλα τα θολάμια αλλά σήμερα κι αυτός καταλαβαίνει πως στον κόλπο δεν υπάρχει χταπόδι ούτε για δείγμα κι έτσι αναπαύεται κάπως για την απαγόρευση που του έχουν επιβάλει οι γιατροί. Πως θα μπορούσε να γυρίσει αυτός ο μεγάλος χταποδάς με άδειο πλέον το καλάθι του;

Από την άλλη μεριά της θάλασσας



Άλλαξαν πολύ τα πράγματα τα τελευταία χρόνια στα ψαροκάικα τα οποία, από κάποια στιγμή και στο κατόπιν έπαψαν να λειτουργούν ως οικογενειακές επιχειρήσεις, όπως στην περίπτωση των Ψιακήδων και αναγκάστηκαν να πάρουν εργάτες και καθώς δεν εύρισκαν Έλληνες, σε αυτές τις θέσεις εργασία βρέθηκαν ξένοι, κυρίως Αιγύπτιοι.
Έτσι είναι και με τον Ουαλί Ιλ Σούσι, (1967), από το Ντομιάτι της Αιγύπτου που δουλεύει 12 χρόνια στις ελληνικές θάλασσες και έχει γνωρίσει όχι και λίγα καίκια και λιμάνια, από τη Σαλαμίνα που πρωτοήρθε, τη Θεσσαλονίκη, τα Κουφονήσια, άλλα νησιά και τελευταία στα Κατάπολα όπου ψαρεύει στις θάλασσες της Αμοργού με το καίκι «Δημήτριος» του καπετάν Γιάννη Σκοπελίτη, όταν βέβαια αυτός ευκαιρεί από τις υποχρεώσεις του θρυλικού «Σκοπελίτη» που εξυπηρετεί όλο το χρόνο τη συγκοινωνία από τη Νάξο στις Μικρές Κυκλάδες.
Ο Ουίλι κατάγεται από μεγάλη οικογένεια ψαράδων, ο παππούς του Μωχάμεντ μάλιστα είχε μαζί με τον αδερφό του, τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60 τη μεγαλύτερη ανεμότρατα στο Ντομιάτι, ήταν 16 μέτρα, την έλεγαν «Φιλφίλ» και όλοι οι ψαράδες περίμεναν πότε θα σαλπάρει πρώτος αυτος για να τον ακολουθήσουν. Τόσο βέβαιοι ήταν πως ο Μωχάμεντ θα έπεφτε πάνω σε μεγάλα κοπάδια από ψάρια.
Ο πατέρας του Ουαλί, Φαχντί δεν ακουλούσε το γέρο Μωχάμεντ που ζει ακόμα και φαντάζομαι θα έχει να πει, όπως και ο Νικόλας Ψιακής ένα σωρό ιστορίες για το ψάρεμα σε εκείνα τα νερά, και δούλεψε μέχρι που πέθανε στα μεγάλα καράβια. Ο Ουαλί που πήγε να συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση, τα βρήκε δύσκολα στην πατρίδα του και αναγκάστηκε να αναζητήσει μεροκάματο στην Ελλάδα. Η διαφορά γι’ αυτόν είναι ότι στην Αίγυπτο οι ψαράδες δουλεύουν με μερτικό στην ψαριά ενώ στην Ελλάδα, ανεξάρτητα από την ψαριά, παίρνουν μισθό ο οποίος όπως και να έχει είναι καλύτερος από την Αίγυπτο και κατά συνέπεια έχει μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη.
Έτσι έρχεται κάθε χρόνο στην Ελλάδα, μένει πέντε – έξι μήνες αναλόγως και επιστρέφει στο Ντομιάτι, οπου βρίσκεται η γυναίκα του Ράντα και τα δυο παιδιά τους, μένει λίγο μαζί τους και ξαναγυρίζει για μεροκάματο. Οι ειδήσεις όμως που φέρνει σχετικά με τα ψάρια, είναι το ίδιο απογοητευτικές. Κι εκεί τα ψάρια έχουν λιγοστέψει κατά πολύ και οι αιγύπτιοι ψαράδες δυσκολεύονται πολύ. Έτσι λοιπόν, δια στόματος Ουαλί μαθαίνουν και οι ντόπιοι πως το κακό δεν υπάρχει μόνο στις ελληνικές θάλασσες, αλλά σε όλη σχεδόν τη Μεσόγειο.

ΚΑΙ ΜΙΑ ΑΛΛΗ ΕΙΚΟΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ...


Οι βάρκες που έχουν φτερά και πόδια


Στις προηγούμενες αράδες γνωρίσατε μέσα από αφηγήσεις ανθρώπων που ζουν στα Κατάπολα το λιμάνι και κάποιες σελίδες της σύγχρονης ιστορίας του. Δεν είδατε όμως πουθενά δυο λόγια για τη μεγάλη παρέα από τις πολύχρωμες πάπιες που ζουν σε μια φωλιά κάτω από τα αρμυρίκια και αποτελούν τη πιο απρόοπτη και χαρούμενη συντροφιά του λιμανιού όλο το χρόνο. Όχι βέβαια γιατί δεν τις δίνουν σημασία οι Καταπολιανοί ή δεν τις υπολογίζουν. Όλοι ευτυχώς θεωρούν αυτονόητο πως οι πάπιες του λιμανιού είναι το ίδιο γνωστές με τον «Σκοπελίτη», για παράδειγμα. Πράγματι αυτά τα συμπαθή πουλιά ζουν εκεί όλο το χρόνο και μόνο σαν λυσσομανά η θάλασσα δεν κολυμπάνε δίπλα από τα αραγμένα σκάφη και δεν ψάχνουν να βρουν τροφή μέσα στα νερά. Ιδιαίτερα όταν δεν έχει καθόλου κύμα, τότε αρμενίζουν σαν πραγματικές βάρκες βαθιά μέσα στον κόλπο και καμαρώνουν σαν μικρός στόλος που κάνει παρέλαση μπροστά στην προκυμαία. Στην ουσία, σε αντίθεση με τις βάρκες αυτές ούτε καν τις ενδιαφέρει ο καιρός γιατί μόλις δουν τη θάλασσα να αγριεύει το παίρνουν στα πόδια και όπου φύγει – φύγει, χώνονται στη φωλιά τους. Ενώ οι βάρκες που δεν έχουν πόδια να περπατήσουν, υπομένουν δεμένες στο σχοινί τους και πολλές φορές το ξέσπασμα του καιρού αποβαίνει γι’ αυτές μοιραίο. Τότε είναι η μόνη στιγμή που οι βάρκες ζηλεύουν τις πάπιες που δεν μπορούν να τις ακολουθήσουν έξω από τον κόλπο γιατί τα μικρά ποδαράκια τους δεν αντέχουν σε τέτοιες αποστάσεις.

Το κείμενο και οι φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στο ένθετο στην εφημερίδα Έθνος περιοδικό "Σκάφος - Φουσκωτό" τον Σετέμβριο του 2009.