Google+ Badge

Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2013

ΟΤΑΝ ΕΝΑΣ ΠΛΑΤΑΝΟΣ ΦΟΡΑΕΙ ΓΡΑΒΑΤΑ…


 
Στον κόσμο τους τα δέντρα δεν χρειάζονται στολίδια, ούτε οι μόδες τους ταιριάζουν. Έχουν τα κλαδιά τους, τα φύλλα τους, τους καρπούς τους, το μπόι τους και με όλα αυτά ξεχωρίζουν το ένα από το άλλο στο δάσος, στις δεντροστοιχίες ή τους δεντρόκηπους. Καμιά φορά όμως αφήνουν τίποτα πιο αδύνατα κλαριά να στηριχθούν πάνω τους να ζήσουν ή ακόμα και τον άπληστο κισό να βυζάξει χυμούς από τα κορμιά τους για να μπορέσει κι αυτός να ζήσει κι ας τα πνίξει κάποια μέρα.
Με τη σειρά του έρχεται ο άνθρωπος και για λογαριασμό του, άλλοτε να κουρεύει όπως θέλει για να φτάνει τους καρπούς καλύτερα, άλλοτε τα περιορίζει σε πολύ μικρό χώρο για να τα εκμεταλλεύεται καλύτερα, τους αλλάζει τη φύση με εμβολιασμούς, τα προστατεύει από ζώα και άλλους κινδύνους με φράχτες και φυσικά, μπορεί με ένα πριόνι ή ένα τσεκούρι να τα σκοτώσει σε μια στιγμή και να τα κάνει αμέσως καυσόξυλα ή σανίδια για παλέττες.

Αυτά είναι μέσα στη φύση των δέντρων και τα υπομένουν όλα αγγόγυστα γιατί απλά δεν έχουν πόδια να σηκωθούν να περπατήσουν για να γλυτώσουν. Το ίδιο συμβαίνει και σαν ο άνθρωπος, εξασκώντας την απόλυτη εξουσία του πάνω στα δέντρα, αποφασίζει να τα στολίσει, όπως κάνουν για παράδειγμα τα Χριστούγεννα με τα λαμπάκια και άλλες ανοησίες που για λόγους ευκολίας τις αφήνουν όλο το χρόνο πάνω στα δέντρα να σαπίζουν τα πλαστικά καλώδια και τα κρέμονται σαν κουρέλια οι φτηνές πλαστικούρες.
Στην περίπτωση, ξεχωρίζει ο άγνωστος για μένα άνθρωπος, ο οποίος θέλησε με ένα τρόπο, να δώσει επισημότητα σε ένα νεαρό πλάτανο, λίγο έξω από το Αλεποχώρι της Δωρίδας και μάλλον τα κατάφερε, αλλά ξέχασε πως η γραβάτα δεν φοριέται όλες τις ώρες και τις ημέρες και σαν ξεχαστεί στο λαιμό κάποιου, εκτός από ότι γεμίζει σάλια και σάλτσες, καταλήγει να μοιάζει με στριμένο άντερο, όσο καλής ποιότητας ή οίκου κι αυτή είναι…

ΠΕΝΤΑΓΙΟΙ ΔΩΡΙΔΑΣ, 29102013

 

Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

ΟΙ ΩΡΑΙΕΣ ΑΤΑΞΙΕΣ ΜΙΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΠΙΑΣ


 
Οι κουτσουπιές είναι από τα δέντρα που μου αρέσουν πάρα πολύ όταν αυτά είναι ανθισμένα την άνοιξη, στο ύπαιθρο άτακτα απλωμένα στο δάσος ή στις δεντροστοιχίες της πόλης. Μου αρέσουν επίσης και το φθινόπωρο όταν είναι γεμάτες με τον καρπό τους που μοιάζει με ξερά φασόλια και με αυτόν κάποια ζωντανά του δάσους σίγουρα χορταίνουν.
Δεν μπορώ όμως να πω ότι μου αρέσουν όταν τις βλέπω ανθισμένες τον Οκτώβριο (σαν αυτή που είδα προχθές στο δρόμο που οδηγεί από τους Πενταγιούς στο Τρίστερνο) και μου προκάλεσε εντύπωση καθώς τούτο είναι φαινόμενο που σίγουρα έχει να κάνει με την αταξία του καιρού, ειδικά φέτος που δεν λέει ακόμα να κρυώσει και να πάμε στο χειμώνα.

Το γεγονός, αποτελεί και «είδηση» για τα ΜΜΕ που κάτι τέτοια τα τραβάνε μέχρι να σκάσουν χάρη της κυκλοφορίας των εντύπων παλαιότερα και της τηλεθέασης πλέον χωρίς βέβαια να εξετάσουν ή να ρωτήσουν κανέναν ειδικό ή ένα χωριάτη τουλάχιστον, απ’ αυτούς που ζουν ακόμη στην ύπαιθρο και γνωρίζουν αρκετά πάνω σε τέτοια ζητήματα.

Ένας από αυτούς με καθησύχασε κι εμένα που είδα τα λουλούδια της κουτσουπιάς σαν φοβερό προμήνυμα δεινών που θα ακολουθήσουν λέγοντάς μου, πως τούτο συχνά συμβαίνει με αυτά τα δέντρα και ορισμένα άλλα επίσης που ανθίζουν δυο φορές το χρόνο αλλά αυτό δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Μόλις τους περάσει η απρόοπτη αυτή διάθεση ανθοφορίας, πέφτουν αμέσως τα λουλούδια τους και συμορφώνονται με τα άλλα ομοειδή τους στον καιρό του χειμώνα και ανθίζουν πάλι την άνοιξη σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Μοιάζουν μου είπε με τις αταξίες της νεότητας που τα χρόνια που ακολουθούν τις σβύνουν από κάθε μυαλό και σώμα και όλα προχωρούν σαν να μην είχε συμβεί τίποτα…
ΠΕΝΤΑΓΙΟΙ ΔΩΡΙΔΑΣ, 29102013

ΟΙ ΟΔΥΝΗΡΕΣ ΜΝΗΜΕΣ ΤΗΣ ΚΑΤΟΧΗΣ



Λιγοστεύουν απελπιστικά οι άνθρωποι που έζησαν τον πόλεμο του ‘40, την Κατοχή μετά και την Εθνική Αντίσταση αργότερα και καθώς αποσύρονται πια υποχρεωτικά στους ουρανούς, μας αφήνουν παρακαταθήκη μνήμες· άλλοι πολλές, άλλοι λίγες καιανάλογα με τα έργα και τις δυνατότητες που είχε ο καθένας να αντιμετωπίσει τον εχθρό και τον κατακτητή.

Ένας από αυτούς που γνώρισα μόλις χθες, είναι ο Γιάννης Επαμ. Τσιώρης (1919) τον οποίο συνάντησα στο χωριό του, τους Πενταγιούς Δωρίδας. Ο κυρ Γιάννης, είναι ο μεγαλύτερος στην ηλικία από όλους τους Πενταγιώτες και φίλους των Πενταγιών που βρέθηκαν χθες εκεί και έγινε από όλους το πρόσωπο της ημέρας καθώς είχε αρκετά να πει γι’ αυτήν την τραγική περίοδο της χώρας μας και όσο τον βοηθούσε η μνήμη ανταποκρίνονταν.
Μας είπε πολλά· για τους χωριανούς που χάθηκαν στην Αλβανία αλλά κυρίως και για τη ζωή στην Αθήνα καθώς αυτόν ο πόλεμος τον βρήκε σπουδαστή στην Σιβιτανίδειο Σχολή και δεν πρόλαβε να πάει στο μέτωπο. Η Κατοχή τον βρήκε στην Καλλιθέα και μάλιστα δούλευε στην «Πειραϊκή - Πατραϊκή». Όταν έκλεισε το εργοστάσιο εξαιτίας της έλλειψης πρώτων υλών, η ειδικότητά του τον βοήθησε και έπιασε δουλειά σε ένα εργαστήριο πλαστικών και σαν δεν είχε δουλειά σύχναζε στο ζαχαροπλαστείο «Πικαντίλυ», στη γωνία Πανεπιστημίου και Κοραή που είχε ανοίξει από τα μέσα της δεκαετίας του ’30 ο αδερφός της μητέρας του, Κώστας Ψιμάρας με λεφτά που είχε φέρει από την Αμερική. Το ζαχαροπλαστείο αυτό παρά τις δύσκολες ημέρες που περνούσε η Αθήνα, παρέμεινε εντούτοις ένας χώρος που περνούσαν τις ώρες τους και συναντιούνταν πολλοί άνθρωποι, ακόμη και Γερμανοί.

Στο «Πικαντίλυ» δούλεψε κάποιον καιρό και ο αδερφός του Κώστας, φοιτητής της Νομικής ο οποίος μετά έπιασε δουλειά σε ένα περίπτερο που είχε ένας άλλος συγγενής τους, ο Σπύρος Μαραζιάρης, στην πλατεία Βάθη. Ο Κώστας έμεινε στη Γούβα, στο σπίτι της αδερφής τους Αθανασίας  Μαραζιάρη και καθώς ήξερε γράμματα, όταν δεν δούλευε βοηθούσε τον ανηψιό τους, στα μαθήματα.
Από αυτό το σπίτι έφυγε ένα απόγευμα και στον δρόμο τον έπιασαν οι «ράλληδες» και τον πήγαν στην Αστυνομία για «εξέταση» και δεν τον ξανάειδαν ζωντανό. Μετά από την «εξέταση» που έκαναν στον Κώστα οι «αστυνομικοί» τον έκλεισαν στις φυλακές Χατζηκώστα και από εκεί τον πήραν οι Γερμανοί και τον εκτέλεσαν, μαζί με πολλούς άλλους στους Αγίους Θεοδώρους την άνοιξη του 1944. «Μας είπαν πως τους σκότωναν και τους πέταγαν μέσα στους τάφους που τους έβαλαν να ανοίξουν οι ίδιοι», λέει ο κυρ Γιάννης ο οποίος ανέλαβε να μεταφέρει το πένθιμο μαντάτο στους γονείς του, Παρασκευή και Επαμεινώντα ο οποίος είχε γυρίσει στο μεταξύ από την Αμερική και ζούσαν εκεί χωρίς να ξέρουν τίποτα για τα παιδιά τους και χωρίς καμιά επικοινωνία με τον έξω κόσμο.

Έτσι ξεκίνησε περί τα μέσα Ιουλίου και έφτασε στην Άμφισα με ένα γκαζοζέν (αυτοκίνητο που κινούνταν με ατμό που έβγαινε από το κάψιμο ξύλων) και πήγε στο Γερμανικό Φρουραρχείο να πάρει άδεια να πάει στο χωριό. Του δόθηκε η άδεια αλλά έπρεπε να υπογράψει και ο γερμανός διοικητής της μονάδας που έδρευε στο Λιδωρίκι όπου πήγε με τα πόδια και στη μέση της διδρομής, στις Καρούτες συνάντησε πολύ κόσμο που είχαν υποχρεώσει οι Γερμανοί να φτιάξουν αμαξιτό δρόμο. Σαν έφτασε στο Λιδωρίκι, πήγε στους Γερμανούς και αφού τον εξέτασαν και τον ρώτησαν γιατί ήθελε να πάει στους ανταρτοκρατούμενους Πενταγιούς, ένας αξιωματικός που ήξερε λίγα ελληνικά, του έδωσε την άδεια. Εκεί είπε το τραγικό γεγονός στη μάνα και στον πατέρα του, έκαναν το μνημόσυνο του αδερφού του και έμεινε στο χωριό να τους κάνει συντροφιά.

Στο μεταξύ, στις 5 Αυγούστου ο ΕΛΑΣ έδωσε νικηφόρα μάχη με τους Γερμανούς στις Καρούτες και έπιασε 120 αιχμαλώτους τους οποίους έδεσε και καθώς είχαν  προορισμό την Ευρυτανία, πέρασαν από τους Πενταγιούς όπου στην πλατεία είχαν μαζευτεί όλοι οι χωριανοί και τους έβλεπαν. Τότε από ανάμεσά τους, ο γερμανός αξιωματικός που του έδωσε την άδεια στο Λιδωρίκι, σηκώθηκε και ζήτησε να του μιλήσει. Του είπε, «θυμάσαι, εγώ σου έδωσα την άδεια να έρθεις στο χωριό σου. Εσύ πρέπει τώρα να πεις να με αφήσουν ελεύθερο». «Είχαν ακούσει πως θα τους εκτελούσαν στο Καρπενήσι» λέει ο κυρ Γιάννης ο οποίος είχε νωπή την ανάμνηση της εκτέλεσης του αδερφού μου και το μόνο που είχε να του πει ήταν «ότι τώρα ο πόλεμος τέλειωσε για σένα». Θυμάται πως ο Γερμανός, ακούγοντάς τον δεν είπε τίποτα, μόνο χαμογέλασε.
Και έτσι ήταν. Μετά από δυο μήνες, οι Γερμανοί αφού έπνιξαν την Ελλάδα στο αίμα, αποχώρησαν αφήνοντας τραγικές μνήμες σε όλους και σε οριασμένους,όπως στην οικογένεια του Τσιώρη, ακόμη πιο τραγικές με την εκτέλεση του Κώστα.


Τα όσα μας είπε ο κυρ Γιάννης για την Κατοχή και την εκτέλεση του αδερφού του Κώστα, τα είπε στην πλατεία των Πενταγιών, απέναντι από το Ηρώο με τους πεσόντες σε όλους τους πολέμους και τελειώνοντας την κουβέντα, φανερά συγκινημένος έβγαλε από το πορτοφόλι του μια παλιά φωτογραφία με την μάνα του και τον Κώστα πριν από τον πόλεμο, την οποία κουβαλάει από τότε πάντα μαζί του για να τον θυμάται και να μνημονεύει τη θυσία του.

ΠΕΝΤΑΓΙΟΙ, 29102013

ΤΑ ΚΟΛΥΒΑ ΤΗΣ ΓΙΟΡΤΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ

 
Οι στολισμένες πανυχίδες για τους εορταζόμενους δίνουν τον διαφορετικό τόνο στην ημέρα και δεν αφήνουν κανένα περιθώριο για οποιαδήποτε παρεξήγηση
 
ΑΝΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ 
ΣΤΟ ΠΑΛΙΟ ΒΑΣΙΛΕΣΙ ΤΗΣ ΠΡΑΣΙΑΣ
 
Δεν είναι δα και συνηθισμένο φαινόμενο· σε κάποια απόμερα χωριά, όπως στο δυσπρόσιτο συνοικισμό Βασιλέσι της Πρασιάς στον Απεράντιο της Ευρυτανίας το οποίο πολλοί θεωρούν σβησμένο, να γίνεται μέσα στις αρχές του χειμώνα ένα ωραίο πανηγύρι και τον πρώτο λόγο να τον έχουν οι μόνιμοι κάτοικοί του…





Έτσι έγινε, ανήμερα του Αγίου Δημητρίου του 2008, όταν με τον Δημήτρη Παπαδιά από
τον γειτονικό συνοικισμό Πρόδρομος, είπαμε να γιορτάσουμε αυτή την αφιερωμένη στους Δημητράδες ημέρα στη μικρή εκκλησία του Αϊ - Δημήτρη στο παλιό Βασιλέσι. Ήταν νωρίς όταν φτάσαμε εκεί από το χωματόδρομο που περνάει μέσα από το δύστροπο ποτάμι που καλείται Βασιλόρεμα και ευτυχώς δεν είχε νερό γιατί αλλιώς θα έπρεπε να περπατήσουμε μια απότομη, άτεχνη ανηφοριά που βγάζει στην εκκλησία και πληγώνει σοβαρά το τοπίο και είχαμε χρόνο να παρατηρήσουμε το χώρο.

Άντρες – γυναίκες είχαν έρθει όλοι με τα καλά τους κι εκεί που περιμέναμε πως θα βλέπαμε μόνο γέροντες, με ευχάριστη έκπληξη διαπιστώσαμε πως μεταξύ των εκκλησιαζομένων ήταν και δυο – τρεις νέες γυναίκες, της μιας μάλιστα ο άντρας, είχε στα χέρια του την κορούλα τους, την Πόπη, ντυμένη εορταστικά σαν ροζ κουφετάκι. Η αργία φταίει, σκεφτήκαμε. Λίγο αργότερα όμως καταλάβαμε πως ναι μεν το τετραήμερο υποστήριξε κατά κάποιο τρόπο την παρουσία τους, αλλά οι επισκέψεις τους είναι τακτικές γιατί όλο και κάποιος πρέπει να ανοίγει την πόρτα του πατρικού σπιτιού και να λέει δυο κουβέντες στους γονιούς που μένουν μόνιμα στο χωριό.
.
Οι περισσότεροι άντρες φορούσαν το κλασικό καλό ρούχο της γιορτής, ύφασμα παντελόνι, πουκάμισο, σακάκι, φρεσκοξυρισμένοι όλοι ενώ οι γυναίκες, ταγιεράκι από έμπειρη μοδίστρα που κάνει πάντα πιο γλυκιές τις μεσόκοπες ενώ το χτένισμά τους ακολουθούσε την παλιά μόδα που δημιούργησαν κάποτε οι ντόπιες κομμώτριες και έκτοτε υιοθετήθηκε στην περιοχή. Κανένας πάντως δεν φορούσε τίποτα από τα καινούργια ρούχα -τζιν, φόρμες με διαφημιστικά σήματα, μπουφάν και άλλα τέτοια που αν μη τι άλλο, φαίνονται αταίριαστα και χαλάνε την εικόνα κάθε μιας γιορτής. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας ουδόλως αμφισβητήθηκε η «τάξη» του κόσμου. Οι άντρες έκατσαν εκεί που πρέπει, οι γυναίκες πίσω – πίσω και μπροστά τους τα παιδιά ενώ οι ψάλτες ήταν συγχωριανοί με έφεση την καλλιφωνία και στα τραγούδια.

Η μικρή εκκλησία, λόγω της απομόνωσης δεν είχε φωτισμό από ηλεκτρικό ρεύμα. Ένα γλυκό φως όμως ανέβαινε από το λιθόστρωτο πάτωμα κοντά στο τέμπλο όπου στη σειρά ήταν τοποθετημένες εννιά φωτισμένες πανυχίδες, όσες και οι οικογένειες του χωριού που είχαν ένα Δημήτρη ή μια Δημητρούλα, ανεξάρτητα αν οι εορτάζοντες ήταν παρόντες ή κάπου μακριά. Οι μανάδες είχαν φροντίσει να τους γιορτάσουν στην εκκλησία με πανυχίδες που είχαν φτιάξει με τον ίδιο τρόπο όπως παλιά και ας τις κατακρίνουν άλλες αυτά τα «σιτάρια» προορίζονται μόνο για τους πεθαμένους.
.
«Έτσι μάθαμε από τις μανάδες μας κι έτσι θα συνεχίσουμε» μας είπε η Διαμάντω Μάνταλου μια δραστήρια γυναίκα που κατοικεί στις Λαγκαδιές Προδρόμου και θεωρεί πως οι γιορτές και μάλιστα οι αυτές που γίνονται στα παλιά εξωκκλήσια του χωριού, πρέπει να γίνονται όπως παλιά. «Θα καταλαβαίναμε σήμερα αν ήταν του Άϊ Δημήτρη αν δεν ήταν οι πανυχίδες» λέει και ξεθυμαίνει με τις πρωτευουσιάνες που τα έχουν παρατήσει όλα και γι’ αυτό τίποτα δεν πάει καλά πλέον στον κόσμο.

Σε αυτό το απόμερο μέρος των Ευρυτανίας, το Βασιλέσι που οι θρύλοι το θέλουν ως αρχαίο βασίλειο, απ’ όπου προέρχεται λένε και το όνομά του, διατηρείται ακόμα αυτό το έθιμο με τις αμνημόνευτες ρίζες και απ’ ότι φαίνεται άντεξε και στην πολεμική ορισμένων κύκλων σχετικά με το αν η ευχή απευθύνονταν προς τους ζωντανούς ή τους πεθαμένους. Το θέμα όμως το είχε λύσει προ πολλού η ισχυρή τοπική παράδοση που δεν ήθελε να γίνονται μνημόσυνα την ημέρα που εορτάζει ο συγκεκριμένος ναός κι έτσι χωρίς το φόβο μη τις αποπάρει κανένας, οι γυναίκες δημιουργούν ωραίες πανυχίδες με βρασμένο σιτάρι και τριμμένο καρύδι που το στολίζουν με φέτες από κόκκινα μήλα και αν έχουν, γιατί είναι δυσεύρετα πλέον και με χρωματιστά κουφέτα και να μην δημιουργούνται παρεξηγήσεις τις βάζουν από την πλευρά της Παναγίας. Αναλόγως δε με τα άτομα της οικογένειας που εορτάζουν βάζουν και τα αναμμένα κεριά τα οποία μετά τη σχετική ευλογία ο ιερέας τα σβήνει με κόκκινο κρασί. Όταν σχόλασε η εκκλησία οι κυράδες πέρασαν μπροστά απ’ όλους που περίμεναν στην αυλή και προσέφεραν τις ωραίες πανυχίδες κουβαλώντας και χαρτοπετσέτες που έχουν υποκαταστίσει το κλασικό μαντήλι που συνήθιζαν να βάζουν οι παλιότεροι το «σιτάρι» όπως το λέμε και σε άλλα μέρη και από το οποίο, αν το χωριό είχε αρκετά ονόματα εκείνη τη μέρα, χόρταιναν και πολλοί από τους αδύναμους.
.
Μείναμε από τους τελευταίους και πήγαμε να φύγουμε όταν ο Βασίλης Ζευγωλάς, ο μοναδικός μαζί με τη γυναίκα του Χρυσούλα κάτοικος του οικισμού Παλιό Βασιλέσι και γείτονας της εκκλησίας, μας προσκάλεσε να περάσουμε από το σπίτι του να μας κεράσει για τη γιορτή του γιού του που ήταν στην Αθήνα. Δεν μπορούσαμε να πούμε όχι γιατί ο τρόπος της πρόσκλησης είχε κάτι από εκείνο το παλιό, ανεπιτήδευτο κάλεσμα που δεν έκανε εξαίρεση σε κανένα ξένο κι έτσι βρεθήκαμε σε ένα απλό, κατακάθαρο σπίτι και κάτσαμε στην αυλή μαζί με τους συγχωριανούς.




Το γλυκό που μας πρόσφεραν δεν μπορούσε να είναι τίποτα άλλο από μπακλαβάς που είχε φτιάξει η ίδια η νοικοκυρά και ντόπιο τσίπουρο που σέρβιρε η κόρη της που γι’ αυτό το λόγο είχε έρθει από το Καρπενήσι. Η κουβέντα στην αυλή ήταν σύντομη και στράφηκε γύρω από την κατάσταση της εκκλησίας η οποία χρήζει άμεσης επέμβασης γιατί θα πέσουν και οι τελευταίες από τις αγιογραφίες της και φυσικά για τα παλιά χρόνια, όταν σε όλη την Πρασιά ζούσαν πάνω από χίλια άτομα και του Άϊ – Δημήτρη γιόρταζαν και με όργανα, τον Γιώργο Ζιαβλάνη και τον Χρήστο Μάη.

Οι καιροί αυτοί όμως πέρασαν και σε όλο το Βασιλέσι δεν ζουν πάνω από 30 άνθρωποι μεγάλης κυρίως ηλικίας και για τους οποίους, το μικρό πανηγυράκι του Αι Δημήτρη γι’ αυτούς ήταν εφέτος η μεγαλύτερη γιορτή του χρόνου!

Η μικρή εκκλησία του Αι Δημήτρη στο παλιό Βασιλέσι έχει την ιστορία της αλλά και πολλά προβλήματα που θέλουν άμεση και σωστή αντιμετώπιση από τους ειδικούς





Οι Ζευγωλαίοι είναι οι πιο κοντινοί γείτονες του Αϊ Δημήτρη και στην αυλή τους κάνουν πάντα την πρώτη στάση οι χωριανοί να ευχηθούν για τον γιό του Δημήτρη.
Η Διαμάντω Μάνταλου δεν καμαρώνει μόνο για το όμορφο πιάτο της αλλά και για τον ντροβά της με τα παλιακά στολίδια που τον κρατάει ακόμα από την προίκα τηςΜέχρι να ακούσουν πως κοντεύει να τελειώσει η λειτουργία για να μπουν και αυτοί στην εκκλησία οι άντρες του χωριού προλαβαίνουν να πουν μερικές κουβέντες
 
Δεν μπόρεσε να πάει φέτος στο χωριό ο Δημήτρης της κυρά Παναγιώτας Πότσιου από το Κυπαρίσι αλλά η μάνα του μάζεψε γι’ αυτόν τις ευχές των συγχωριανών του.
 
Σκέφτεσαι καμιά φορά πως αν είχε η μικρή εκκλησία του Αι Δημήτρη είχε ηλεκτρικό, οι πανυχίδες με τα αναμμένα κεριά θα έχαναν τη μισή ομορφιά τους
 
Όποιος περπατήσει τους μαχαλάδες της Πρασιάς, σίγουρα θα καταλάβει γιατί αυτός ο κόσμος εκεί επιμένει να κρατάει με πείσμα τις πατρογονικές του παραδόσειςΟι ψηλές, απότομες και απάτητες κορφές των Πρασιώτικων βουνών στα κεντρικά Άγραφα στεγάζουν τον μικρό κόσμο που μένει ριζωμένος στο απόμακρο Βασιλέσι
 
Δεν είναι δα και πολλές οι μέρες του χρόνου που μπορούν να επισκεφθούν οι γειτόνισσες τους Ζευγωλαίους και η κυρά Χρυσούλα ξέρει πώς να τις ευχαριστήσει Η λειτουργία ήταν μόνο η αρχή για τη γιορτινή ημέρα και οι κυράδες του χωριού φεύγουν βιαστικά γιατί ξέρουν πως χωριανοί και φίλοι θα περάσουν και από το σπίτι
 
Έτσι το βρήκαν το έθιμο και έτσι θα το συνεχίσουν οι κυράδες της Πρασιάς που θέλουν τις πανυχίδες για τα ονόματα των δικών τους να τις ευλογεί ο παπάς.
 
Το πανηγυράκι του Αι Δημήτρη δίνει την ευκαιρία και σε πολλούς ξενιτεμένους να γυρίσουν αυτή τη μέρα στην Πρασιά και να χαρούν μαζί με τους χωριανούς τους.

- Το μικρό αυτό αφιέρωμα στο πανηγυράκι του Αγίου Δημητρίου στο παλιό Βασιλέσι της Πρασιάς δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό του Έθνους "EXPLORE NATURE" τον Νοέμβριο του 2009, εποχή που ακόμη κάτι τέτοια περιοδικά μπορούσαν να κυκλοφορούν. Από τότε και ύστερα, λόγω της κρίσης βεβαίως, αλλά και πολλών άλλων αιτιών, έσβησαν και το κενό τους, παρ' όλες τις προσπάθειες που καταβάλλονται από διάφορα δικτυακά μέσα δύσκολα αναπληρώνεται.

ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ ΣΤΑ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΑ ΒΑΡΔΟΥΣΙΑ


 
Λόγοι ανωτέρας, θα λέγαμε ανάγκης, με υποχρέωσαν να είμαι μακριά από το δίκτυο τις εορταστικές ημέρες που πέρασαν κι έτσι ούτε καμιά ανάρτηση δεν έκανα, ούτε και Χρόνια Πολλά έστειλα στις εορτάζουσες και τους εορτάζοντες αλλά να μην νομίζουν πως τους ξέχασα και νοερά βρέθηκα κοντά τους την ωραία γι’ αυτούς ημέρα. Τους σημερινούς χαιρετισμούς μου σας τους στέλνω από το ωραίο χωριό της Βορειοδυτικής Δωρίδας Πενταγιοί, απέναντι ακριβώς από τα επιβλητικά Βαρδούσια και σας προκαλώ να πάτε εκεί να δείτε πως το φθινόπωρο αρχίζει να κυριεύει αυτόν τον μοναδικό τόπο. Με την επιστροφή μου στην Αθήνα σας υπόσχομαι περισσότερες φωτογραφίες και κείμενα από αυτόν τον τόπο που ομολογώ με μάγεψε…
ΠΕΝΤΑΓΙΟΙ ΔΩΡΙΔΑΣ, 29102013

Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Η ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΙΜΒΡΙΑΚΟΥ ΛΕΞΙΚΟΥ


Από αριστερά: Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, Κωνσταντίνος Καρκανιάς, Ελένη Σελλά και Ξενοφών Τζαβάρας
 
Ήταν πολύ ενδιαφέρουσα η εκδήλωση που οργάνωσε χθες το απόγευμα το Διοικητικό Συμβούλιο για τη Διάδοση της Ελληνικής Γλώσσας, στην αίθουσα τέχνης «Δαίδαλος» του Ελληνοβρετανικού Κολλεγίου (Ρεθύμνου 2,Μουσείο) για την παρουσίαση του «Λεξικού του Ιμβριακού Ιδιώματος» του Ξενοφώντα Τζαβάρα.

 
Στην εκδήλωση που συντόνισε ο Πρόεδρος του Οργανισμού για τη Διάδοση της Εληνικής Γλώσσας Κωνσταντίνος Καρκανιάς,  μίλησαν: Ο καθηγητής Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, η καθηγήτρια Γλωσσολογίας του Τμήματος Τουρκικών και Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ελένη Σακκά και ο συγγραφέας του Λεξικού. Σύντομη παρέμβαση έγινε και από τον Νίκο Κύλο που εκπροσωπούσε το Σύλλογο Ιμβρίων που εξέδωσε το Λεξικό.
Τα όσα ειπώθηκαν από τους καθηγητές ανακοινώθηκε ότι θα δημοσιευτούν σύντομα από τους διοργανωτές  στη σελίδα www.odeg.gr  ενώ από πλευράς μου ανέλαβα να κάνω τις επόμενες ημέρες μια συνέντευξη με τον συγγραφέα του Λεξικού για να γνωρίσετε τον τρόπο που δούλεψε το σπουδαίο έργο του και φυσικά να έρθετε πιο κοντά στην Ίμβρο.

ΑΘΗΝΑ, 24102013

 

Τετάρτη, 23 Οκτωβρίου 2013

Ο "ΑΚΤΗΜΩΝ" ΞΕΠΕΡΑΣΕ ΤΙΣ 250.000 ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ


 
Είναι μεγάλη μέρα η σημερινή για τον «Ακτήμονα» καθώς τούτες τις στιγμές υπολογίζω, στο actimon.blogspot.com  που ξεκίνησε πριν από δυο χρόνια σαν χώρος όπου έγραφα διάφορα πράγματα που έβλεπα, άκουγα και φυσικά όσα προλάβαινα, σε μια εποχή που τα πάντα άλλαζαν, οι επισκέπτες (αναγνώστες πιο σωστά) ξεπέρασαν τις 250.000!!!

Ο αριθμός είναι εντυπωσιακός, με τιμά και με βάζει σε πιο βαριές υποχρεώσεις ενώ με υποχρεώνει σε μια νέα συνέπεια. Καθώς είδατε πως τελευταία ο «Ακτήμων» πέρασε από την προσωπική κειμενογραφία και παρατηρήσεις και σε μια μορφή ειδησειογραφικής προβολής. Τούτο κρίθηκε αναγκαίο γιατί μέσα στην κρίση που ταλανίζει τα ΜΜΕ, παραδοσιακά και νέα, πολλές ειδικές ειδήσεις και κάποια γεγονότα, ούτε καν αναφέρονται.
Τέτοιες ειδήσεις και γεγονότα ήταν κυρίως αυτά που κάποτε στην παλιά «Ελευθεροτυπία» στεγάζονταν κάτω από τον τίτλο των «Μικρών Πατρίδων» και αφορούσαν τον κόσμο της άλλης Ελλάδας και την κίνησή τους. Δυστυχώς οι «Μικρές Πατρίδες» δεν μπόρεσαν να συνεχίσουν την πορεία τους στην εφημερίδα και καθώς γι’ αυτές μονόδρομος ήταν η παρουσία τους στο δικτυακό χώρο πέρασαν μια μακρά περίοδο προσαρμογής και σιγά - σιγά άρχισαν να δηλώνουν το παρόν τους σε αυτό το νέο σύμπαν με την υπογραφή του «Ακτήμωνα» και φυσικά έτσι θα συνεχίσουν γιατί σε αυτόν χρωστάνε την ύπαρξή τους.

Ένα καινούργιο που επίσης θα παρατηρήσατε στον «Ακτήμονα» ήταν η προσοχή που έδωσε και σε πράγματα που αφορούν την Αθήνα, συγκεκριμένα την κίνηση στο ιστορικό κέντρο και τους ανθρώπους του και είναι αποτέλεσμα μιας διαφορετικής ματιάς πάνω σε ένα κόσμο που επίσης αλλάζει με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς και περιέχει εκπλήξεις. Και σε αυτό τον τομέα ο «Ακτήμων» θα προσπαθήσει να δηλώνει όσο μπορεί το παρόν του.

Έτσι λοιπόν φτάσαμε σήμερα να σβήνουμε όλοι μαζί 250.000 δικτυακά κεράκια, στα ασημένια γενέθλια και να εγκαινιάζουμε μια νέα περίοδο που πολύ σύντομα θα μας βγάλει σύντομα σε μια πιο οργανωμένη παρουσίαση των «Μικρών Πατρίδων» και του «Ακτήμονα» που δεν έχει λόγια να σας ευχαριστήσει για την προσοχή που δίνατε στις αναρτήσεις του στο blog αλλά και στο Facebook που λόγω της φύσης του επιστρατεύτηκε να τον υποστηρίξει.

Καλή πορεία να έχουμε όλοι στο δικτυακό σύμπαν που ανοίγεται όλο και πιο δυναμικά μπροστά μας και απαιτεί τον παρόν όλων μας…
ΑΘΗΝΑ, 23102013

ΕΝΑ ΩΡΑΙΟ ΒΙΒΛΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΗΝΟ


 
Μια γιορτή για την Τήνο ήταν η προχθεσινή παρουσίαση του βιβλίου της νεαρής αρχιτεκτόνισας Μαρίας Βιδάλη «Γη και χωριό - τα εξωκλήσια της Τήνου» που παρουσιάστηκε στο Ιωνικό Κέντρο στην Πλάκα και την τίμησαν με την παρουσία τους πολλοί Τηνιακοί, φίλοι της Τήνου και συνάδελφοί της.

Για το βιβλίο (Εκδόσεις ,μετά το χαιρετισμό που απήθυνε εκ μέρους της «Αδελφότητας Τηνίων Εν Αθήναις» η Φωτεινή Κελαδίτου, η Φοίβη Γιαννίση,επίκουρη καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ο Γιάννης Δρίνης, Δρ. Λαογραφίας, ο Δημοσθένης Δαββέτας, καθηγητής Φιλοσοφίας της τέχνης - Λογοτέχνης - Εικαστικός και ο Μάνος Στεφανίδης, επίκουρος καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών.

 
«To βιβλίο» μας είπε η Μαρία Βιδάλη, «πραγματεύεται ένα φαινόμενο των ημερών μας, αλλά βασίζεται παράλληλα σε μια μακρά ιστορική παράδοση. Δεν εστιάζεται σε συγκεκριμένη ιστορική περίοδο ή αρχιτεκτονική μορφολογία, αλλά περισσότερο επικεντρώνεται στη σημασία της συνέχειας της παράδοσης που περιβάλλει τα εξωκκλήσια και τα πανηγύρια τους. Μέσω της μελέτης αυτής θέλησα να επιχειρήσω μια συνδυαστική θεώρηση των τελετών σε σχέση με τη δομή του χωριού, την αρχιτεκτονική του τόπου, τη σχέση του χωριού με το τοπίο, με τη θρησκεία, τις παραδόσεις, και τη θέση του εξωκκλησιού στο τοπίο. Πιστεύω ότι μέσα από αυτή την προσπάθεια μπόρεσε να αποδοθεί η σχέση του εξωκκλησιού με τη ζωή του χωριού και την τοπογραφία του νησιού, καθώς και η σημασία τους στο πλαίσιο ενός ευρύτερου προβληματισμού ως προς τη σχέση της αρχιτεκτονικής με τον άνθρωπο. Το εξωκκλήσι τοποθετημένο έξω από την τάξη και τη δομή του χωριού, δημιουργεί μια νέα χωρική σχέση, αποτελεί ένα δεύτερο κέντρο του ανθρώπου μέσα στη φύση μέσω της θρησκείας. Ο άνθρωπος μέσα από τις τελετές, τα πανηγύρια και τις μετακινήσεις του προς το εξωκκλήσι δημιουργεί μια αλληλεπίδραση μεταξύ φύσης και χωριού και μια συνέχεια της παράδοσης στον σύγχρονο κόσμο».


 
Το βιβλίο του οποίου το σχεδιασμό έκανε ο Μιχάλης Παπαρούνης κυκλοφορεί από της Εκδόσεις «Futura», Χαριλάου Τρικούπη 72, Αθήνα. Τηλ. 2105226361 και future@otenet.gr.

Άλλες φωτογραφίες στο https://www.facebook.com/Ilias Provopoulos

Περισσότερα για την Τήνο: http://www.tinos360.gr, http://www.tinos.biz, http://www.vincenzo.gr

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

ΠΟΙΟΣ ΝΟΙΑΣΤΗΚΕ ΓΙΑ ΤΟΝ «ΜΙΚΡΟ ΑΝΤΟΥΑΝ;»


 
Τόσος θόρυβος, για τον «ξανθό άγγελο» ή την «τετράρχονη Μαρία» που σήμερα άκουσα πως ήταν πεντάχρονη ως εξάχρονη, δηλαδή το κοριτσάκι που «ανακάλυψαν» τυχαία στο συνοικισμό των Ρομά στα Φάρσαλα και αφυπνίστηκαν ξαφνικά οι πάντες και παντού για το πρόβλημα των παιδιών στους δρόμους της επαιτείας και ποιος ξέρει τι άλλο κακό και έφτασε το θέμα να γίνει πρωτοσέλιδο και πρώτη είδηση σε όλα τα ΜΜΕ του κόσμου.
Δεν θα ήθελα να συμβάλλω κι εγώ με τίποτα περισσότερο παρά με μια μικρή παρατήρηση πάνω στο θέμα. Γιατί δεν ενδιαφέρθηκε για παράδειγμα κανένας για το ποιος είναι ο χοντρούλης Αντουάν που έπαιζε ένα πλαστικό φλάουτο πριν από ένα χρόνο στην πλατεία Μοναστηρακίου και τον έπιασε ο σεμνός φακός μου να παίζει με ένα από τους πιο γνωστούς αδέσποτους σκύλους της Αθήνας; Ποιος αναρωτήθηκε ποιο ήταν αυτό το παιδί; Ποιος ρώτησε ποιοι είναι οι γονείς του,από πού ήρθε, που μένει και πως συντηρείται; Ποιος έψαξε να δει ποιοι το «προστατεύουν» και σε ποιους αποδίδει το ισχνό μεροκάματο του πεζοδρομίου; Ποια υπηρεσία τέλος πάντων ενδιαφέρθηκε να μάθει αν αυτό το παιδί είναι καλά, αν πρέπει να κάνει τίποτα ιατρικές εξετάσεις ή αν πρέπει να νοσηλευτεί κάπου.

Κανένας δεν έκανε τίποτα απ’ όλα αυτά γιατί απλά τόσα χρόνια έχουμε συνηθίσει το φαινόμενο της παρουσίας των μικρών παιδιών ατα φανάρια αν θυμούνται οι παλαιότεροι που περίσσευαν και ψιλά στους οδηγούς, στην επιτηδευμένη ή την ωμή επαιτεία στο κέντρο της Αθήνας και κυρίως στο Μοναστηράκι, στην «γραφικότητα» που έδιναν σε αυτούς τους χώρους τα τσιγκανόπαιδα της ημεδαπής ή των Βαλκανίων και της Ασίας.
Εν ολίγοις, όλα αυτά τα βλέπαμε γύρω μας αλλά δεν μας ένοιαζε καθόλου, τα θεωρούσαμε σαν ένα κομμάτι της εικόνας της πόλης που πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και γυρνούσαμε επιμελώς την πλάτη στο πρόβλημα που ούτως ή άλλως μια μέρα θα έσκαγε. Κι έσκασε με την «ξανθιά Μαρία» επειδή διέφερε από ένα σωρό άλλα άσχημα και κακοφτιαγμένα παιδιά από τα Βαλκάνια κυρίως γιατί το παρουσιαστικό της παραπέμπει σε άλλη χώρα και το θέμα δεν το πιάσαμε πάλι σωστά καθώς αυτό έγινε βορά των αδηφάγων ΜΜΕ και οι φωνές που ακούγονται είναι δυστυχώς εκείνες που καλύπτουν τις ψιθύρους της απόγνωσης αυτών των παιδιών και γιατί όχι, και αυτών που τα περιβλαλλουν.

Στην περίπτωση, η σιωπή που επιβάλλει η σωστή και πολιτισμένη αντιμετώπιση ήταν η πιο ενδεδειγμένη για να μην εκτίθενται και τα παιδιά αλλά και οι κοινωνικές ομάδες που ανήκουν. Αν γίνονταν η σωστή εφαρμογή του νόμου και η προσοχή των εντεταλμένων υπηρεσιών ήταν διαρκής τίποτα απ’ όλα αυτά δεν θα γίνονταν και οι ειδικές περιπτώσεις που πάντα συμβαίνουν, θα αντιμετωίζονταν με άλλο και πλέον διακριτικό τρόπο...
ΑΘΗΝΑ, 21102013

ΣΚΗΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΗΣ ΣΠΕΡΧΕΙΑΔΑΣ .Ι


 
Πήγα μετά από 36 χρόνια χθες στο μεγάλο ιστορικό παζάρι της Σπερχειάδας, της μεγάλης κωμόπολης της Δυτικής Φθιώτιδας και ένοιωσα ομολογώ μια χαρά όπως όταν πρωτοπήγα, το 1977 και θυμήθηκα πως αγόρασα, με χρήματα από μεροκάματα που έκανα στις οικοδομές,  ένα μπουφάν της μόδας για 300 δραχμές, ήτοι 80 σημερινά λεπτά του ευρώ!!!
Δεν ήταν μόνο αυτό, ένοιωσα πως ξαναβρέθηκα σε μακρινή στο παρελθόν εποχή καθώς ο κόσμος που ήταν εκεί κινούνταν σε ρυθμούς μακριά από τη θλιβερή πραγματικότητα της οικονομίας μας και χαίρονταν που εύρισκε να αγοράσει πράγματα ανεκτής αλλά και καλής ποιότητας σε απίστευτα χαμηλές τιμές και τούτο χάρη στους περιπλανώμενους εμπόρους.

Είδα ένα σωρό πράγματα που θέλει μέρες να τα γράψω και να σας δείξω φωτογραφίες, κάτι που θα κάνω από σήμερα το απόγευμα αλλά εκείνο που μου άρεσε περισσότερο ήταν η παρέα που έκανα με κάτι τσιγγάνους που εμπορεύονται χαλιά. Ξεκίνησα δειλά τη γνωριμία μου με αυτούς και πολύ προσεκτικά εξαιτίας του γνωστού θέματος με το «ξανθό κοριτσάκι» που μονοπωλεί το ενδιαφέρον των ΜΜΕ αυτές τις ημέρες και καταλήξαμε να γίνουμε μια παρέα όλοι και ανέλαβα μάλιστα να τους στείλω τις φωτογραφίες που τράβηξα σε ένα σωρό προορισμούς, από τα Μέγαρα ως τα Τρίκαλα, την Καρδίτσα και το Βόλο.
Το χαρήκαμε όλοι το παιχνίδι με τις ωραίες, όπως διαπίστωσα μετά φωτογραφίες γιατί εκείνη τη στιγμή είχα αλλού το νου μου και μια στιγμή που ήταν όλα τα πιτσιρίκια κοντά μου έψαξα κάποιον να μας βγάλει μια αναμνηστική φωτογραφία. Δεν βρήκα κανέναν γνωστό και ανέθεσα την φωτογράφιση σε ένα πιτσιρικά και ιδού το αποτέλεσμα…

Τους ευχαριστώ όλους και εύχομαι να τους βρω πάλι σύντομα σε κάποιο άλλο τόπο να συνεχίσουμε τις φωτογραφίες και φυσικά το ρεπορτάζ για τα υπέροχα ελληνικά παζάρια!
ΑΘΗΝΑ, 21102013

ΤΟ ΑΛΜΑΝΑΚ 2013 ΤΟΥ «ΠΟΙΕΙΝ»




Ο Βασίλης Χατζηϊακώβου προλογίζει την εκδήλωση του «ΠΟΙΕΙΝ»
και τον ακούνε ο Σωτήρης Παστάκας και ο Σπύρος Αραβανής
Καθώς φθινοπωριάζει και μαζεύονται όλοι στη δουλειά τους, βάζουν μπροστά και οι ποιητές να μας παρουσιάσουν το έργο τους και να μας ενημερώσουν αναφορικά με τις νέες εκδόσεις, τις νέες ιδέες που κυκλοφορούν, τα «ρεύματα» που έρχονται και φεύγουν καθώς και διάφορα άλλα που συνθέτουν ή αποσυνθέτουν τον ιδιαίτερο ποιητικό κόσμο τους.

Έτσι έγινε και προχθές, Τετάρτη 15/10 στο Polis Art Café”, όπου οι συνεκδότες του διαδικτυακού ποιητικού περιοδικού «ΠΟΙΕΙΝ», Σωτήρης Παστάκας και Σπύρος Αραβανής με αφορμή την παρουσίαση του «ΑΛΜΑΝΑΚ 2013» κάλεσαν κάποιους ποιητές και ποιήτριες να μιλήσουν και να ανταλλάξουν απόψεις για την ποίηση, την ποιητική τέχνη, τους χομπίστες ποιητές και στο ρόλο του «ΠΟΙΕΙΝ» που τους δίνει βήμα έκφρασης.


Ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, η μικρή Φαίδρα και η μητέρα της Γκέλυ Κιτσούδη
Ανάμεσά τους ήταν: ο Γιάννης Γκούμας, ο Βασίλης Λαλιώτης, ο Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, ο Γιάννης Ριτσώνης, ο Νίκος Βουτυρόπουλος, η Μπελίκα Κουμπαρέλλη, ο Παναγής Αντωνόπουλος, ο Ηρακλής Κακαβάνης, ο Θανάσης Τσιλιβός, ο Πάνος Νιαβής, η Καίτη Βασιλάκου, ο Χρήστος Μιχαήλ και άλλοι. Την εκδήλωση προλόγισε και συντόνισε με τον ωραίο τρόπο που μόνο αυτός διαθέτει, ο Βασίλης Χατζηϊακώβου ενώ την παράσταση έκλεψε όπως λένε, η μικρή Φαίδρα, κόρη της Γκέλυ Κιτσούδη και του Νίκου Βουτυρόπουλου η οποία συμμετείχε κι αυτή με τον τρόπο της και έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον Δημήτρη Τριανταφυλλίδη.
 
Ο Σωτήρης Παστάκας συνομιλεί με τον Γιάννη Γκούμα και τους ποιητές
Μετά την εκδήλωση στο “Polis” η συζήτηση συνεχίστηκε και έκλεισε με πολύ πεζό τρόπο, στο σουβλατζίδικο «Προδόρπιον», στη γωνία Ακαδημίας και Ασκληπιού, τη γωνία που λόγω του βιβλιοπωλείου «Πολιτεία» καθημερινά περνούν και συναντώνται όχι μόνο οι ποιητές αλλά και πολλοί άλλοι που ασχολούνται ή τους αρέσουν τα βιβλία και οι εκδόσεις...

ΜΙΑ ΠΑΡΕΑ ΑΠΟ ΦΩΤΟΓΕΝΕΙΣ ΓΑΤΕΣ


 
Παρατήρησα πως στα βουνά που τριγυρίζω: Άγραφα, Κίσαβος, Βελούχι τις τελευταίες ημέρες δεν υπάρχουν πολλές γάτες, όπως στα νησιά που γνωρίζω καλά, την Αμοργό, την Πάρο ή την Τήνο. Και αν υπάρχουν είναι λίγες και κυκλοφορούν μόνες στις αυλές, στους δρόμους ή στα χωράφια αν πρόκειται για γάτες - κυνηγούς που τρέφονται με τρωκτικά και ερπετά, όπως αυτές που έχει η μάνα μου στην αχυρώνα κοντά στο σπίτι μας στο χωριό.

 
Στα νησιά αντιθέτως, βλέπουμε όλόκληρα κοπάδια από αδύνατες γάτες στα λιμάνια που δημιουργούν πανικό σαν πλησιάσει κανένα ψαροκάϊκο και αρχίσει το ξεψάρισμα. Χώρια που καθώς λένε κάποιοι και με το δίκιο τους νομίζω, πολλοί είναι εκείνοι που τις παρατάνε σαν τελειώσουν οι διακοπές τους στο έλεος του χειμώνα και στη διάθεση των συντοπιτών τους για να τις ταίσουν. Πρόκειται για ένα γνωστό θέμα και ότι και αν πει κάποιος, η συμπεριφορά ορισμένων «φιλόζωων» απέναντι στις γάτες δεν πρόκειται να αλλάξει.  

Στα ορεινά χωριά πάλι ή σε αυτά του κάμπου που ξέρω, οι γάτες δεν είναι εύκολο να επιβιώσουν αδέσποτες γιατί και η τροφή είναι λίγη και επιπλέον υπάρχουν δεκάδες αγρία σκυλιά που τριγυρίζουν παντού και ως εκ τούτου, δεν έχουν χώρο ή απλά δεν φαίνονται λόγω του ότι οι χώροι είναι μεγαλύτεροι και χάνονται. Εξυπακούεται, ότι με την ίδια σκληρότητα τις παρατάνε κι οι εκεί παραθεριστές να βγάλουν πέρα το χειμώνα μόνες τους και ελάχιστες από αυτές τις ξαναβρίσκουν την άνοιξη. Σε γενικές γραμμές πάντως, οι αδέσποτες γάτες επιβιώνουν καλύτερα στις πόλεις και στα νησιά παρά στα βουνά.  

 
Έτσι μη σας φανεί παράξενο σαν περπατώντας σε ένα χωριού νησιού, δείτε κανένα τσούρμο γάτες να κυκλοφορεί στους δρόμους ή να είναι ξαπλωμένο σε καμιά αυλή ή να λιάζεται στις σκάλες. Ένα τέτοιο κοπαδάκι από γάτες και μάλιστα γάτες που θα μπορούσα να τις χαρακτηρίσω κοκέτες γιατί και φροντισμένες ήταν και με πολύ χάρη αντιμετώπιζαν το φακό, σε ένα σπίτι στο Φαλατάδο, το ωραίο χωριό της τηνιακής ενδοχώρας. Δεν φοβήθηκαν καθόλου σαν τις πλησίασα, αντιθέτως ήρθαν πιο κοντά και εξέτασαν τις προθέσεις μου, μου απάντησαν με μικρά ευγενικά νιαουρίσματα σαν τους μίλησα και χωρίς να τις παρακαλέσω, στήθηκαν με τη σειρά να φωτογραφηθούν σαν να ήταν μοντέλα ή τουλάχιστον γάτες από σπίτι που ξέρουν να τις προσέχουν και να τις φροντίζουν…

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2013

ΤΑ ΚΑΣΤΑΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΣΤΟ ΜΑΝΑΒΗ


 
Μιλάμε, λόγω εποχής βεβαίως συνέχεια για τα καρύδια και τα κάστανα και λέμε πόσο ωραίοι καρποί είναι, πόσο ωφέλιμοι για την υγεία και τη διατροφή μας και οπωσδήποτε λέμε και πόσο ακριβά προϊόντα είναι σε σχέση βέβαια με κάποια άλλα. Πράγματι, είναι κάπως ακριβά και στους καιρούς που ζούμε μπορεί η κατανάλωσή τους να φαίνεται σαν πολυτέλεια και σίγουρα αρκετοί θα είναι αυτοί που αποστρέφουν τα μάτια τους από τους πάγκους που πουλιούνται.

 
Αν τα βάλουμε όμως τα πράγματα κάτω και εξετάσουμε, εφ’ όσον βεβαίως παραδεχόμαστε πως είναι προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας, θα δούμε πως και είναι φθηνά και ότι ο παραγωγός δεν κερδίζει τόσα όσα φαίνονται στο ταμείο του μανάβικου. Πρώτα απ’ όλα οι καστανιές και οι καρυδιές δεν είναι δέντρα που μπορούν να στοιχηθούν όπως τα άλλα καρποφόρα, αλλά μεγάλα δέντρα, αυτόνομα τις περισσότερες φορές και δεν είναι εύκολο να ψεκαστούν με διάφορα εντομοκτόνα και άλλα φάρμακα που βοηθούν την καρποφορία να εξελιχθεί απρόσκοπτα. Είναι θέμα «περηφάνειας των δέντρων» λένε, αν και οι γεωπόνοι υποστηρίζουν το αντίθετο και πείθουν αρκετούς παραγωγούς,στις περιοχές όπου γίνεται συατηματική δεντροκαλλιέργεια και προχωρούν σε ψεκασμούς και άλλους τρόπους προστασίας. Έπειτα είναι και η λίπανση που αν γινόταν συστηματικά η τιμή των καρπών υποθέτω πως ήταν τριπλάσια από τη σημερινή. Έτσι, όσα θα μπορούσε να κερδίσει ο παραγωγός αν ακολουθούσε την πρακτική των ψεκασμών και της λίπανσης τα χάνει από τις διάφορες ασθένειες και την αδυναμία των εδαφών που είναι φυτεμένα τα δέντρα.

Το κυριότερο όμως είναι και ο κόπος των ανθρώπων να συλλέξουν τους καρπούς οι οποίοι λόγω της άτακτης και πολυήμερης ωρίμανσης (ειδικά τα κάστανα) δεν επιδέχονται ούτε μηχανική συλλογή και απαιτούν αρκετές καθημερινές επισκέψεις στα καστανοχώραφα γιατί ο μεγαλύτερος εχθρός αυτών των καρπών όταν είναι ώριμοι και πέσουν στο έδαφος είναι τα τρωκτικά εν γένει, τα άγρια πουλιά και τα τελευταία χρόνια τα αγριογούρουνα που έχουν γίνει μάστιγα για τα καστανοχώραφα και κάθε άλλου είδους χωράφια σε όλη την ορεινή Ελλάδα. Γι’ αυτό και μόλις ξημερώσει, στη Μελίβοια για παράδειγμα που έμεινα αρκετές ημέρες και παρακολούθησα τη συλλογή των καστάνων, όλοι πηγαίνουν στα καστανοχώραφα και μαζεύουν τα κάστανα τα οποία απαιτούν μια και δυο πολλές φορές βαθιές επικύψεις στο έδαφος με γυμνά χέρια για τους τολμηρούς ή με γάτια γιατί το κέλυφός τους (ζίνες ή ζούνες) είναι γεμάτο,σαν αχινός, με μεγάλα αγκάθια.

Αφού τα πιάσουν, τα ρίχνουν με προσοχή σε κουβάδες και μετά τα βάζουν σε τσουβάλια τα οποία ανοίγουν σαν φτάσουν στις αποθήκες τους και κάνουν διαλογή ανάλογα με το μέγεθος και την κατάστασή τους και τα βάζουν κατά ποιότητα. Πρώτη είναι εκείνα που δεν έχουν κανένα σκάσιμο στην επιφάνειά τους και ανάλογα με το μέγεθός τους ανεβαίνει και η τιμή τους. Μετά έρχονται τα σκασμένα, αυτά δηλαδή που παρουσιάζουν κάποια ρωγμή στην επιφάνειά τους και τα οποία είναι φθηνότερα γιατί δεν μπορούν να συντηρηθούν πολύ καιρό. Τελευταία έρχονται τα χαλασμένα, είτε από σκουλήκια,είτε από άλλους λόγους και τα οποία είναι πλέον εντελώς άχρηστα. Παλιότερα έτρεφαν με αυτά τα γουρούνια και άλλα ζωντανά αλλά αυτό δεν το κάνει πλέον κανένας.  Έτσι από το ένα κιλό κάστανα της συλλογής ελάχιστα, τα οποία αφού μπουν και περάσουν αρκετό καιρό στα ψυγεία, μετά  καταλήγουν στον πάγκο του μανάβη ή της λαϊκής και γι’ αυτό φαίνονται ακριβά...

 

Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

ΚΑΣΤΑΝΟΓΙΟΡΤΗ ΣΤΗ ΣΚΗΤΗ ΑΓΙΑΣ



 

Την 10η εκδήλωση «Τα δώρα της γης» διοργανώνει ο Περιβαλλοντικός Μορφωτικός Σύλλογος Σκήτης – Αγιοκάμπου σε συνεργασία με τον Δήμο Αγιάς και την Περιφέρεια Θεσσαλίας (Περιφερειακή Ενότητα Λάρισας). Στόχος αυτής είναι η ανάδειξη του τόπου τουριστικά και η προβολή όλων των προϊόντων του, με ιδιαίτερη έμφαση στο κάστανο, που προσφέρει στους κατοίκους μεγάλο, ανάλογα με τη χρονιά, οικονομικό όφελος.

Η καστανογιορτή, η οποία θα πραγματοποιηθεί αύριο, Κυριακή 20 Οκτωβρίου, στις 12 το μεσημέρι, στην πλατεία της Σκήτης, περιλαμβάνει και το 10ο Φεστιβάλ Γευσιγνωσίας, όπου θα λάβουν μέρος συνεταιρισμοί γυναικών και σύλλογοι με παραδοσιακά εδέσματα που θα έχουν σαν πρώτη ύλη αγροτικά προϊόντα, ενώ μια επιτροπή γευσιγνωσίας, αποτελούμενη από μαγείρους και διατροφολόγους, θα βραβεύσει τους συμμετέχοντες.

Το ταξίδι στις γεύσεις θα συνεχιστεί από τον μάγειρα Δημήτρη Γεωργούλα, ο οποίος θα μαγειρέψει μπροστά στον κόσμο εδέσματα με βάση αγροτικά προϊόντα, ενώ οι ζαχαροπλάστες των ζαχαροπλαστείων της Αγιάς «Μιχάλης» και «Δημηρούλης» θα ετοιμάσουν γλυκές λιχουδιές. Την εκδήλωση θα πλαισιώσει η διατροφολόγος, διαιτολόγος Γεωργία Μαυρογιάννη με ομιλία της σχετική με το θέμα της γιορτής. Παράλληλα, οι μικροί φίλοι θα ζωγραφίσουν «Τα δώρα της γης» με τη βοήθεια του εικαστικού εργαστηρίου για παιδιά της Ευαγγελίας Χατζούλη.

Οι επισκέπτες θα γευτούν κάστανα που θα ψήνουν οι καστανάδες, αλλά και κρασί και τσίπουρο από τα οινοποιεία Βρυσσά, Καραμήτρου και Τυρνάβου. Θα έχουν, επίσης, την ευκαιρία να προμηθευτούν αγροτικά προϊόντα και παράγωγα αυτών, να διασκεδάσουν υπό τους ήχους παραδοσιακής μουσικής του συγκροτήματος Κωστούλη και να χορέψουν μαζί με τα χορευτικά τμήματα της Αγιάς και της Χάλκης.

 

Στην εκδήλωση θα πάρουν μέρος τα εργαστήρια γεύσεων «Γιαμ», «Θεονία», «Κτήμα Μάνδαλο», «Τα σαπούνια συλλογής», ο «Θεσσαλικός κάμπος», ο χαλβάς Φαρσάλων «Καταραχιάς», τα βιολογικά σαπούνια «Κουμαδίτης Δημήτρης», ο Ομιλος Φίλων της Αμπέλου και του Οίνου «Ο Διόνυσος» και η Λέσχη Μελέτης και Προστασίας της Μυκητοχλωρίδας και του Δάσους Amanita Caesarea.

Τηλέφωνα επικοινωνίας 6946-778189, 6970-017267.


ΥΓ. Η δημοσίευση από την εφημερίδα "ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ" της Λάρισσας.

ΤΙΜΗ ΣΕ ΕΝΑ ΣΠΟΥΔΑΙΟ ΟΡΕΙΒΑΤΗ



Ο Δημήτρης Κουσιάς με την αναμνηστική πλακέτα που δείχνει
την "Κοιμωμένη των Αγράφων" που του πρόσφερε ο ΕΟΣΚ στην τιμητική γι' αυτόν εκδήλωση.

O Δημήτρης Κουσιάς (1931) είναι ίσως από τους ελάχιστους Καρδιτσιώτες, που, κατά τη δεκαετία του ’50 η ανάγκη και η ελπίδα για μια καλύτερη ζωή και ένα μέλλον με ανοιχτούς ορίζοντες για τα ενδιαφέροντά του, η κλίση του προς τη ραδιοφωνία τον οδήγησε όχι στη Γερμανία που συνηθίζονταν τότε ή την Αμερική, αλλά στην Ιταλία, συγκεκριμένα στο Τορίνο στην πρωτεύουσα της ραδιοφωνίας εκείνη την εποχή.
Εκεί ο Δημήτρης κατάφερε και έγινε ένας σπουδαίος τεχνίτης στα ραδιόφωνα τα οποία είχε ήδη γνωρίσει και ασχοληθεί από νωρίς στην Καρδίτσα και διακρίθηκε σε ότι καταπιάστηκε. Η επιτυχία του αυτή τον ενέταξε ως εκλεκτό μέλος της κοινωνίας του Τορίνο όπου έκανε οικογένεια με την Άννα - Μαρία και απέκτησε δυο γιούς, τον Παύλο που ζει στην Καρδίτσα και τον Ηλία που ζει στο Τορίνο. Όμως, επειδή δεν μπορούσε να θεωρηθεί Τορινέζος χωρίς να ασχολείται με την ορειβασία, μιας και οι Άλπεις υψώνονταν στον ουρανό της δεύτερης πατρίδας του και προκαλούσαν τους πάντες να τις ανέβουν, ο Δημήτρης έγινε και καλός ορειβάτης και στο ενεργητικό του μετράει ως τα σήμερα αναβάσεις σε πολλές μεγάλες κορυφές όλου του κόσμου.

Ο Δημήτρης Τσιτσάς μιλάει για τον συγχωριανό του και τις εμπειρίες
που είχαν μαζί στις αναβάσεις στα Άγραφα και σε άλλα βουνά της Ελλάδας.

Η αγάπη του για τα βουνά, φυσικά και είχε ρίζες στις κορυφές της μικρής του πατρίδας, το Μοσχάτο (Βλάσδο παλαιότερα) της ημιορεινής ζώνης των Αγράφων και τα οποία τιμούσε με αναβάσεις κάθε καλοκαίρι που έρχονταν στην Ελλάδα. Όλα τα χρόνια που πέρασαν από τότε τα μετράει με αναβάσεις στις κορυφές των Αγράφων και του Ολύμπου. Ήταν ο πρώτος θα λέγαμε που μετέφερε στην Καρδίτσα τις νέες αντιλήψεις για την ορειβασία και οποίος παρακίνησε τους συμπατριώτες του να δουν με άλλο μάτι τα βουνά του τόπου τους και πολλοί ήταν αυτοί που τον ακολούθησαν. Ο Δημήτρης ήταν επίσης και από τους πρώτους ορειβάτες που κουβαλούσε μαζί του και φωτογραφική μηχανή στην αρχή και αργότερα και μηχανή λήψης κινηματογραφικών τανιών. Έτσι έχει σήμερα στο αρχείο του σπάνιες φωτογραφίες των Αγράφων (πριν γεμίσουν τα βουνά δρόμους και σβήσουν τα μονοπάτια και τα χωριά) καθώς επίσης και του Ολύμπου που αγαπούσε ιδιαίτερα να ανεβαίνει.


Ο Παντελής Μανώλης παραδίδει την τιμητική
πλακέτα του ΕΟΣΚ στον Δημήτρη Κουσιά

Στα 82 του χρόνια τώρα ο Δημήτρης Κουσιάς, επέστεψε από την Ιταλία και ζει στο χωριό του, το Μοσχάτο απ όπου όταν του δίνεται η ευκαιρία και βρίσκει βεβαίως και καλή παρέα ανεβαίνει στα Άγραφα. Από εκεί λοιπόν,επόμενο ήταν να συναντήσει και τα μέλη του δραστήριου Ελληνικού Ορειβατικού Συλλόγου Καρδίτσας και να παίρνουν μαζί τα μονοπάτια για τις κορυφές ενώ παρακολουθεί στενά όλες τις σχετικές δραστηριότητές τους.

Ο Ζήσης Φασούλας παραδίδει στον Δημήτρη Κουσιά την προσωπογραφία του με φόντο τις Άλπεις
Η τιμή που έκανε στους νέους κατά κύριο λόγο συμπατριώτες του ο Δημήτρης εντασόμενος στην ομάδα του ΕΟΣΚ, οδήγησε πριν από λίγες ημέρες, συγκεκριμένα την Πέμπτη 10/10 να διοργανώσουν μια ωραία γιορτή όπου τιμώμενο πρόσωπο ήταν ο φίλος και παλαίμαχος συνορειβάτης τους. Για τον Δημήτρη Κουσιά και τη δράση του μίλησε ο αντιπρόεδρος του ΕΟΣΚ Αποστόλης Παντελής ενώ συμπλήρωσα κι εγώ λίγα λόγια και ο συγχωριανός του Δημήτρης Τσιτσάς μίλησε  για τις κοινές ορειβατικές εξορμήσεις τους στα τελευταία σαράντα χρόνια. Ακολούθησε προβολή σπάνιων ασπρόμαυρων φωτογραφίων από τις εξορμήσεις του στα Άγραφα και στον Όλυμπο καθώς και από άλλα βουνά του κόσμου και μιας μικρής έγχρωμης ταινίας «Από την Πίνδο στον Όλυμπο» που είχε γυρίσει το 1975 με μια βαριά κινηματογραφική μηχανή που την κουβαλούσε σε όλα τα βουνά.



Τέλος,  ο πρόεδρος του ΕΟΣΚ Παντελής Μανώλης αφού τόνισε πως είναι μεγάλη τιμή για τον σύλλογο να έχει έναν σπουδαίο ορειβάτη αλλά προπαντός έναν σπουδαίο άνθρωπο για μέλος του, ανακοίνωσε την ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ. να ανακηρύξει τον Δημήτρη Κουσιά επίτιμο πρόεδρο του ΕΟΣΚ , αναγνωρίζοντας το ήθος του και την πολύτιμη προσφορά του στην ορειβατική κοινότητα και τον σύλλογο. Επίσης του απέμεινε μια αναμνηστική πλακέτα που το περίγραμμα της είναι η οροσειρά της Κοιμωμένης των Αγράφων που είναι και το σήμα του συλλόγου, ενώ ο ζωγράφος και μέλος του συλλόγου Ζήσης Φασούλας του δώρισε μια προσωπογραφία του με φόντο τα βουνά των Άλπεων.

Στο τέλος της εκδήλωσης,όλοι μαζί φωτογραφιζόμαστε με τον Δημήτρη Κουσιά.

Η εκδήλωση τελείωσε με τους παρευρισκόμενους, όπου ήταν και αρκετοί φίλοι και συνορειβάτες του Δημήτρη, να του εύχονται να τα εκατοστίσει και να είναι γερός για να συνεχίζει να ανεβαίνει 
στα βουνά και η βραδιά συνεχίστηκε με κρασί, τσίπουρο και μεζέδες προσφορά του συλλόγου.

ΚΑΡΔΙΤΣΑ.11102013

Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ ΜΟΥ



Είμαι από χθες το βράδυ στο χωριό μου - με άφησαν οι φίλοι να κυνηγήσω κάστανα και καρύδια στη Μεγάλη Κάψη και αυτοί συνέχισαν προς Ευρτυτανία μεριά. Στην επιστροφή θα περάσουν από το παζάρι της Σπερχειάδας όπου θα πάω να δω κάποια πράγματα και θα επιστρέψουμε στην Αθήνα φορτωμένοι φαντάζομαι με ένα σωρό καλά από τον τόπο μας.
Εγώ θα φέρω λίγα καρύδια, από αυτά που έμειναν τελευταία πάνω στα δέντρα και έχουν πέσει αυτές τις ημέρες και τα έχει αφήσει η μάνα μου στα χωράφια. Θα πάω να τα μαζέψω μαζί με όσα κάστανα βρω για να πω πως κι εγώ έκανα κάτι φέτος και δεν θα τα πάρω χωρίς κόπο. Γιατί όσο και να φαίνεται παράξενο, και τα καρύδια και τα κάστανα απαιτούν αρκετό κόπο γιατί μπορεί να λένε μερικοί ότι τα αυτά τα δέντρα δεν θέλουν και τόση φροντίδα αλλά μάλλον δεν ξέρουν ή δεν θέλουν να παραδεχτούν πως έχουν έτσι τα πράγματα.


Τα δέντρα μπορεί να μην θέλουν πολλή φροντίδα,ειδικά οι πανύψηλες καρυδιές που είχε φυτέψει ένας προπάππος μου, ο Γιάννης Μοσχούτης στα χρόνια μετά την επανασταση του 1821 και οι οποίες είναι πολύ δύσκολο να τιναχτούν αλλά σαν αρχίσουν να πέσουν τα καρύδια αρχίζουν τα δύσκολα, ιδιαίτερα όταν βρέχει και κάνει κρύο. Πρώτα της συλλογής γιατί πρέπει να είναι καθαρός ο τόπος κάτω από τα δέντρα και για τούτο κόβονται βάτα, τσουκνίδες και αγριόχορτα. Έπειτα μαζεύονται ένα - ένα και αυτά έχουν την ιδιότητα όταν είναι χλωρά και διατηρούν την πράσινη φλούδα τους να βάφουν μαύρα τα χέρια - κάτι που μόνο τα κορίτσια έδειχναν να τους ενοχλεί τα προηγούμενα χρόνια.


Μετά τη συλλογή ακολουθεί το καθάρισμα από την πράσινη φλούδα και η επιλογή και μετά το πλύσιμο για να φύγουν τα χώματα και ότι άλλο έχει απομείνει από τις φλούδες πάνω στα τσόφλια. Όταν πλυθούν απλώνονται σε ένα σκιερό, στεγνό και ευάρο μέρος να στεγνώσουν καλά για αρκετές ημέρες και κατόπιν μπαίνουν στα τσουβάλια και μένουν στην αποθήκη μέχρι να έρθει ο έμπορας και μετά από πολλά παζάρια, τα αγοράσει.

Με τα καρύδια ασχολούνταν όσα χρόνια θυμάμαι οι παππούδες μου και οι γονείς μου. Κάποτε, τέτοιες ημέρες επικρατούσε πανικός στο σπίτι με όλη τη διαδικασία των καρυδιών και στην προσμονή του έμπορα να αγοράσει μια παραγωγή που συχνά έφτανε τους δυο τόνους και ήταν το κύριο εισόδημα του σπιτιού. Τώρα είναι ζήτημα αν όσες καρυδιές έχουν απομείνει βγάζουν στο σύνολό τους παραπάνω από 150 κιλά. Τούτο έγινε γιατί σίγουρα κάποια δέντρα γέρασαν πολύ ενώ άλλα ξεράθηκαν και πολλά πουλήθηκαν για ξυλεία.


Το κυριότερο κατά τη γνώμη μου για την παρακμή των καρυδιών στο χωριό μου και σε όλη την Ελλάδα είναι ότι από τότε που έπαψαν οι άνθρωποι να καλλιεργούν τα χωράφια και τα ζωντανά να βοσκούν κάτω από τα δέντρα, οι καρυδιές μαράζωσαν και έπαψαν να καρπίζουν. Όσα λιπάσματα και να τους βάλουν, όσες νέες τεχνικές ακολουθήσουν για την φροντίδα τους, τίποτα δεν κάνουν αν δεν ξαναφανούν πραγματικά οι άνθρωποι ανάμεσά τους και αρχίσουν να ασχολούνται σοβαρά μαζί τους.

Όπως και να έχει το πράγμα, μια χούφτα καρύδια θα φέρω στην Αθήνα και μπορεί να τα κουβαλάω στις τσέπες μου, όπως έκαναν παλιότερα οι γέροντες στο χωριό και μας φίλευαν ή με τον τρόπο αυτό μας απέτρεπαν να κάνουμε ζαβολιές και άλλα μη επιτρεπτέα…
ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 19102013