Google+ Badge

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

ΣΤΗΝ ΜΙΚΡΗ ΚΟΥΣΤΕΣΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ


Ο συνοικισμός της Κουστέσας όπως είναι δίπλα από τον Κουστεσιώτη ποταμό και κάτω από τος κορυφές των Αγράφων. Η φωτογραφία τραβηγμένη από την Κρανιά.
Μια παρέα από σπίτια και καλύβες είναι η Κουστέσα, ο μικρός συνοικισμός των Μεγάλων Βραγγιανών Ευρυτανίας που φύτρωσε και αναπτύχθηκε κάποτε σε ένα απόκρυφο σημείο κάτω από τις κορυφές των Αγράφων, Μίχου, Γκίνετς από βορειοανατολικά και Αγγέλη δυτικά. Ο κύριος λόγος για τον οποίο οι ιδρυτές της επέλεξαν αυτό το σημείο να στήσουν τα πρώτα καλύβια τους ήταν γιατί εκεί δεν θα τους εντόπιζε εύκολα κανείς αλλά και γιατί επίσης τα ορεινά λειβάδια πάνω από τον οικισμό μπορούσαν να συντηρήσουν αρκετά κοπάδια γιδοπρόβατα ενώ αρκετά ήταν και τα νερά του Κουστεσιώτη με τα οποία άρδευαν τις λογγές που κέρδισαν με πολύ κόπο και υπομονή από τα αγριοτόπια.
 
 
Αναζητώντας  πίσω στην ιστορία πηγές και γεγονότα δεν μπορούμε να μάθουμε με βεβαιότητα πότε και ποιοι άνθρωποι ξεκίνησαν να κατοικούν στην Κουστέσα, πιθανόν δε να ήταν και οι γενάρχες αυτών των σημερινών οικογενειών που εγγράφονται στο ληξιαρχείο του  καλλικρατικού Δήμου Αγράφων πλέον. Ασφαλώς δε και αυτοί είχαν πάρει μέρος και συμμετείχαν σε πλείστες όσες εκδηλώσεις της ιστορίας μέχρι τις πρώτες, μετά το ‘40 δεκαετίες που άρχισαν να γράφουν το δικό τους μικρό έπος της εσωτερικής μετανάστευσης από τα Άγραφα προς τη Βοιωτία, άλλοι μετακινούμενοι με τα κοπάδια τους και άλλοι επιλέγοντας αυτόν τον τόπο και εξελισσόμενοι σε βιομηχανικούς εργάτες. Πίσω τους άφησαν τη νεόδμητη εκκλησία του Αγίου Παύλου και το σιωπηλό σχολείο.


Η Στέλλα Στούμπου «ζυγίζει» με το μάτι και το επιβεβαιώνει με το χέρι το έργο των μελισσών.
Τότε ήταν που από τις 25 περίπου οικογένειες στην Κουστέσα έμειναν δυο - τρείς, να φυλάνε και να ζωντανεύουν τον έρημο τόπο. Κατά τα φαινόμενα εκείνης της εποχής, η διάλυση του οικισμού φαίνονταν βέβαια αλλά η νοσταλγία των Κουστεσιωτών, με συχνές επισκέψεις κατάφερε το αντίθετο. Τώρα μάλιστα που εκείνη η γενιά που μεταφέρθηκε στη Βοιωτία να δουλέψει στα εργοστάσια πέρασε στη σύνταξη, οι μόνιμοι κάτοικοι της Κουστέσας αυξήθηκαν και κατά συνέπεια αυξήθηκαν και οι καλλιέργειες καθώς και η μελισσοκομία, μια απασχόληση που κατά το παρελθόν ήταν από τις κύριες του τόπου.

Βοηθούσε το ανάγλυφο του τόπου με τις μεγάλες δασωμένες ή αλπικές πλαγιές των βουνών πάνω από τον οικισμό και την μακριά, κλιμακωτή κοιλάδα του Κουστεσιώτη να ευδοκιμούν οι μέλισσες εκεί ενώ το πλήθος των λουλουδιών και των δέντρων αποτελούσε ένα απέραντο χώρο όπου εύρισκαν εύκολα την τροφή τους οι ευλογημένες μέλισσες. Φυσικά εκείνα τα χρόνια οι κυψέλες ήταν πρωτόγονες, μια κουφάλα δέντρου ήταν με δυο ξύλινα καπάκια και ο τρόπος της συλλογής του μελιού άγριος γιατί έπνιγαν το μελίσσι αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς. Είχαν όμως ένα τρόπο να το αντικαθιστούν αμέσως κι έτσι δεν μειώνονταν ο αριθμός τους και είχαν κάθε χρόνο παραγωγή. Ήταν εξάλλου και ο τόπος τότε γεμάτος άγρια μελίσσια, σε κουφάλες, σε βράχια, παντούν βούιζαν μελίσσια.


Με τις οδηγίες του έμπειρου σε αυτά τα πράγματα Τάσου Στούμπου γίνονται το άνοιγμα των μελισσιών και η προετοιμασία κάθε στοιχείου για να μπει στο μηχάνημα που θα βγάλει το μέλι χωρίς να χαλάσει την κηρήθρα.
Εκείνη η εποχή πέρασε και όσοι συνέχισαν να ασχολούνται με την μελισσοκομία σαφώς και βελτίωσαν την υποδομή και άλλαξαν τον τρόπο που συλλέγουν το μέλι χωρίς να καταστρέφουν τα μελίσσια. Ανάμεσά τους η Σοφία Αποστόλη Στούμπου η οποία αν και ζει και εργάζεται στη Βοιωτία έχει αναλάβει τη συνέχεια της οικογενειακής παράδοσης στη μελισσοκομία και διατηρεί στην Κουστέσα ένα σημαντικό αριθμό κυψελών. Τούτες τις κυψέλες τρύγησε στις αρχές του Ιούνη με την βοήθεια της αδερφής της Ειρήνης και φυσικά του Τάσου Στούμπου ο οποίος μαζί με τον αδερφό του Κώστα και τους γονείς τους είναι και οι μόνιμοι κάτοικοι της Κουστέσας.  Ο Τάσος μάλιστα ο οποίος είναι και εξαιρετικός κυνηγός, γνωρίζει από όλες τις δουλειές και τα χέρια του πιάνουν κάθε εργαλείο βοήθησε στην εξαγωγή του μελιού κι έτσι τέλειωσαν μια ώρα νωρίτερα για να προλάβουν να γυρίσουν με φως ημέρας τις κυψέλες στη θέση τους και να τελειώσουν το έργο με την εγκατάσταση ενός σύρματος με ασθενές ηλεκτρικό ρεύμα για να αποτρέπει την επίσκεψη των αρκούδων που βρίθουν πλέον στην περιοχή και αποτελούν πονοκέφαλο για τους μελισσοκόμους.

Μπορεί να έχει πέσει στην απραξία ο μύλος αλλά ο Βασίλης Μουστάκας έχει έτοιμα όλα τα εργαλεία, τα περισσότερα φτιαγμένα από τα χέρια του για να λειτουργήσει πάλι.
Τέτοια ζητήματα όμως δεν φαίνεται να έχει ο κυρ Βασίλης Μουστάκας,ο οποίος ήταν κι αυτός από τους καλύτερους μελισσοκόμους της Κουστέσας αλλά λόγω ηλικίας και εγκατάστασης στην Βοιωτία δεν μπορεί πλέον να συνεχίσει. Πηγαίνει κι αυτός και μένει στην Κουστέσα από τον Μάη ως τον Οκτώβρη αλλά ελάχιστα ασχολείται με τα μελίσσια. Διατηρεί όμως, εν είδει αγροτικού μουσείου, στην άκρη του κήπου του που κάθε χρόνο και συρρικνώνεται όλο το μελισσομάντρι και ανάμεσα στις κυψέλες αρκετά κουβέλια, ήτοι κυψέλες κατασκευασμένες με κούφιους κορμούς πλατάνων ή ελάτων. Αν και άδειες, τις αγαπάει αυτές τις κυψέλες και μπορεί να πει μια ιστορία διαφορετική για την κάθε μια και την παραγωγή κάθε μελισσιού τα χρόνια της ακμής του. Είναι δε και ο μόνος που μπορεί να πεί και να κατασκευάσει μια τέτοια κυψέλη αλλά δεν το κάνει, ούτε και το συνιστά σε κανέναν γιατί με αυτό τον τρόπο καταστρέφεται ένα ολόκληρο δέντρο.


Ο νερόμυλος του Βασίλη Μουστάκα δίπλα στον Κουστεσιώτη είναι ένα μνημείο της ζωής των ανθρώπων στην Κουστέσα.
Ο ίδιος, υπήρξε κάποτε και μυλωνάς και δούλευε ολοχρονίς το μικρό νερόμυλο κάτω από το σπίτι του μέχρι πριν από καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Τούτος ο μύλος ο οποίος αποτελεί και μνημείο γι’ αυτού του είδους τις κατασκευές είχε καταστραφεί κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου και τον οποίο επισκεύασε κατόπιν με τη βοήθεια ενός ντόπιου μάστορα και εξυπηρετούσε λόγω του ότι είχε νερό όλο το χρόνο τις ανάγκες όχι μόνο των κατοίκων της Κουστέσας αλλά και πολλών άλλων χωριών γύρω. Ήταν τότε που όλος ο τόπος, σε όλες τις λογγές θρασομανούσε το καλαμπόκι και όλα τα ξάγναντα το σιτάρι και το κριθάρι.

Νοσταλγεί εκείνες τις εποχές ο κυρ Βασίλης, τόσο για την παραγωγή που ήταν αποτέλεσμα της εργατικότητας των συγχωριανών του και της προσπάθειάς τους να έχουν κάθε έτος επάρκεια αγαθών γιατί και δύσκολο ήταν να τα μεταφέρουν από άλλα μέρη λόγω του αποκλεισμού τους το χειμώνα από τα χιόνια στα Άγραφα αλλά και γιατί το χρήμα στις τσέπες τους ήταν πάντα μετρημένο και προέρχονταν αποκλειστικά από το ισχνό κοπαδάκι τους. Το στρωμένο με στάχυα αλώνι και το αμπάρι γεμάτο καλαμπόκι ήταν τα ευοίωνα για την πόρευση των ανθρώπων μετά την καλλιέργεια της χρονιάς σημάδια. Λίγοι ήταν που δεν κατάφερναν το στόχο αλλά και γι’ αυτούς είχε ο Θεός, είχαν και οι γείτονες.


Ο Βασίλης Μουστάκας δείχνει ένα κουβέλι, ένα κούφιο κορμό  πλατάνου που έβαζε κάποτε μέσα τα μελίσια του.
Εκείνο όμως που νοσταλγεί περισσότερο απ’ όλα είναι ο γλυκός ήχος του μυλολιθιού πάνω στα σπυριά των γεννημάτων και δηλώνει πως είναι έτοιμος να λειτουργήσει το μύλο αλλά χρειάζεται κάποιον να τον βοηθήσει να τον επισκεύασει και να συμμεριστεί τη δαπάνη για το άνοιγμα του αυλακιού και άλλα μικροέργα, δαπάνη την οποία δεν μπορεί να αναλάβει ο ίδιος. Δεν ξέρουμε αν μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, δεν φαίνονται αυτή τη στιγμή διατεθιμένοι άνθρωποι που θα υποστηρίξουν και θα προβάλλουν μια τέτοια ιδέα, ιδέα που ναι μεν αναφέρεται και στην ανάγκη που ενδεχομένως προκύψει από επανακαλλιέργεια των χωραφιών της Κουστέσας και αλλού στα Άγραφα και στην υπόλοιπη Ελλάδα.
Το σημαντικότερο είναι ότι σαν φύγει για τους ουρανούς των Αγράφων ο κυρ Βασίλης, θα πάρει μαζί του και τη γνώση που έχει αποκτήσει τόσα χρόνια δουλεύοντας το μύλο, γνώση η οποία από τη φύση της δεν μπορούσε να περάσει στα χαρτιά και να την αφήσει να τη μελετούν οι κατοπινοί, αλλά ως βίωμα και αγώνας προσωπικό μπορούσε να αποκτηθεί μόνο αν κάποιος έβαζε πλάτη δίπλα του στο χωράφι, στο αλώνι και στο νερόμυλο.


Την τέχνη του και τη φήμη του ως καλού μελισσοκόμου διατηρεί ο Βασίλης Μουστάκας και τούτο επιβεβειώνουν τα λείψανα μιας εποχής που διατηρεί στην άκρη του κήπου του.
Σε αντίθεση όμως με το μύλο, η μελισσοκομία στην Κουστέσα μοιάζει να έχει και έχει μια καινούργια άνθιση. Δεν είναι μόνο τα κορίτσια του Αποστόλη Στούμπου, ο οποίος διατηρεί ένα μεγάλο κοπάδι στη Βοιωτία και τα ανεβάζει μαζί με τον ανηψιό του Δημήτρη κάθε καλοκαίρι στην Κουστέσα, η Στέλλα και η Ειρήνη που ξανάπιασαν την τέχνη των προγόνων τους από την αρχή αλλά και αρκετοί άλλοι στην περιοχή που ασχολούνται με τις μέλισσες. Φυσικά και δεν ακολουθούν τις παλιές μεθόδους και αντιμετωπίζουν πλείστα όσα προβλήματα αλλά με την ιδέα πως πήραν τη σκυτάλη από λαμπρούς μελισσοκόμους της προηγούμενης εποχής, προχωρούν και αν τους πάει καλά ο καιρός τη χρονιά έχουν ένα πλούσιο τρύγο που τους κάνει να ξεχάσουν τον κόπο και τις λαχτάρες. 


"ΕΘΝΟΣ - ΚΥΝΗΓΙ"06082014