Google+ Badge

Δευτέρα, 19 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΝΗΜΗ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ Κ. ΣΠΙΝΑΣΑ

Η Βασιλική Σπινάσα με τον παροπλισμένο, λόγω γηρατειών, αργαλειό της.
Έφυγε για τον ουρανό την περασμένη εβδομάδα η Βασιλική Κ. Σπινάσα (1929-2016) μια από τις σπουδαίες γυναίκες που γνώρισα τα περασμένα χρόνια στη Νεράιδα και οι αφηγήσεις της για τα χρόνια που έζησε στο Μέγα Λάκο πρώτα σαν κορίτσι και στη Νεράιδα κατόπιν με τον άντρα της Κώστα αποτέλεσαν βασικό υλικό για την έκδοση του βιβλίου «Ελεύθεροι στα δεσμά των Αγράφων» που δημιουργήσαμε μαζί με τον έγγονό της Κώστα Φ. Πλατσιούρη και φυσικά όλους τους συγχωριανούς.

Η Βασιλική Σπινάσα με την κόρη της Γεωργία και τον γαμπρό της Φίλιππο Πλατσιούρη

Η Βασιλική Σπινάσα πρωταγωνίστησε σε όλη της ζωή στον αγώνα της επιβίωσης με ότι μέσα είχε κληρονομήσει η γενιά της από τους παλιότερους στ’ Άγραφα και έζησε ως το τέλος της ζωής της με τις αρχές που υπέβαλλε η μικρή, αυστηρή κοινωνία του χωριού της και φυσικά με το μέτρο που υποχρέωνε τους συγχωριανούς της το λίγο χώμα του τόπου τους και η στενότητα του χώρου για τα κοπάδια τους. Αφού έζησε όλες τις περιπέτειες της δεκαετίας του 1940- 1950, πόλεμο, κατοχή και εμφύλιο, αγωνίστηκε κατόπιν με τον άντρα της να κάνουν προκοπή και οικογένεια σε περιβάλλον που φυλλορροούσε και παρά το γεγονός ότι κάποια στιγμή χήρεψε συνέχισε να μένει στο χωριό και μόνο τα τελευταία δυο χρόνια αναγκάστηκε να μετακινηθεί στην Καρδίτσα κοντά στις κόρες της Γεωργία και Αθανασία και τους γαμπρούς της Φίλιππα Πλατσιούρη και Κώστα Χαραλάμπους και για περισσότερη ασφάλεια. Από εκεί επέστρεψε στη Νεράιδα για να κοιμηθεί για πάντα στη γη των προγόνων της δίπλα στη λαμπρή γενιά της που ανέστησε μεταπολεμικά τον τόπο. Ας είναι ελαφριά η γη που τους σκεπάζει όλους.

Από τις αφηγήσεις της κρατάμε λίγες αράδες σαν παρακαταθήκη και υπενθύμιση:
»Όταν γυρίσαμε επάνω την άνοιξη του ’50, τα βρήκαμε όλα λάκα. Τι βρήκαμε; Αρχίσαμε από την αρχή. Βάλαμε μπροστά να καλλιεργήσουμε και στην αρχή σκάψαμε με τα τσαπιά. Με πήρε μια μέρα ο πατέρας και πήγαμε με τα ποδάρια στην Καρδίτσα και πουλήσαμε κάτι  πραματάκια και πήραμε διάφορα χρειαζούμενα. Αγοράσαμε δυο μουλάρια, είχαμε και δυο βόιδια και κάναμε χωράφι με τα αλέτρια. Σαν είχαμε φύγει, πήραμε μαζί μας και σπόρο από φασόλια, δεν έπαθε τίποτα τρία χρόνια στην Καρδίτσα και ούτε τον φάγαμε και τον σπείραμε σαν γυρίσαμε. Φυτέψαμε απ’ όλα. Μέχρι το φθινόπωρο ήταν έτοιμα. Σιτάρι αγοράσαμε με τα λεφτά που πήραμε από κάτι ζώα που πουλήσαμε.

»Ό,τι πούλαγαν από τα ζωντανά και έπαιρναν ό,τι χρειάζονταν. Ρουχισμό ή αλεύρι. Σιτάρι ή καλαμπόκι, ό,τι ήθελε ο κόσμος. Γιατί δεν είχαν όλοι. Δεν είχαν όλοι γερά χωράφια και δεν κάρπαγαν. Μην κοιτάς τώρα που βγήκαν τα λιπάσματα και παίρνει ο κόσμος ένα σωρό. Τότε δεν είχαν λιπάσματα. Άμα ήταν η γη φτωχή, τα χωράφια δεν κάρπαγαν, ούτε σιτάρια ούτε καλαμπόκια. Να σηκώνονται από εδώ και να πηγαίνουν στο Μέγα Λάκκο, να φτιάχνουν χωράφι και να μην παίρνουν τίποτα. Ήταν μεγάλη χλιμάρα που πέρναγε τότε ο κόσμος. Άλλοι πήγαιναν το πρωί και γύριζαν το βράδυ. Άλλοι είχαν καλύβες και κάθονταν αδεκεί με τα ζώα όσο να τελειώσει το χωράφι και μετά έφευγαν να έρθουν στο χωριό.

»Από τότε που παντρεύτηκα ζήσαμε με τον άντρα μου στο χωριό. Με τα πράματα και με τα χωράφια. Δουλεύαμε στα κτήματα, σιτάρια, καλαμπόκια, φασόλια, απ’ όλα φυτεύαμε. Είχαμε χωράφια και αλώνι στο Μυροχόραφο, άλλα στην Αγκαθιά, στην Κορομηλιά. Ήταν κι εκείνα που πήρα προίκα εγώ, στο Μέγα Λάκκο. Στ’ Αϋφαντή, στα Κάψαλα. Τη μια χρονιά σπέρναμε εκείνα σιτάρι και την άλλη καλαμπόκι. Ποτιστικά δεν είχαμε εκτός από αυτόν τον κήπο. Είχαμε και στην Κορομηλιά αλλά το παρατήσαμε νωρίς. Τα οργώναμε, τα γυρίζαμε, τα σπέρναμε, τα βοτανίζαμε, τα μαζεύαμε, τα ξεφλουδίζαμε, τα στουμπάγαμε. Όλες οι δουλειές πέρναγαν από τα χέρια μας. Έτσι μας έφταναν, δεν αγοράζαμε. Οργώναμε με μουλάρια και με βόιδια. Τα πουλήσαμε και τα βόιδια και τα πρόβατα να φτιάξουμε το σπίτι και για να πληρώσει ένα στρατιωτικό παράπτωμα. 




»Το Μυροχώραφο το αγοράσαμε από τον Μπακόλα, 30 λίρες πριν το ‘52. Πούλησε πρόβατα, γελάδια, μάζεψε τριάντα λίρες και πήρε το χωράφι. Έμεινε ντιπ ύστερα και κοντά δανειστήκαμε. Δεν ξέρω πώς κάναμε και αγοράσαμε μια γελάδα και λίγο από εδώ, λίγο από εκεί αγοράσαμε και μουλάρι. Δεν είναι να τα θυμάσαι… Πριν πάρει τα χωράφια, είχαμε μόνο πράματα. Και μετά όταν τα πουλήσαμε, πιαστήκαμε πάλι. Δεν είχαμε ποιος να τα φυλάξει και τα ρογιάζαμε στον Κωνσταντή Θάνο, τα δίναμε και σε ένα άλλο. Τον Νίκο Σπανό. Έτσι πορευτήκαμε. Κήπια είχαμε κι εδώ και σιαπέρα, αλλά σιγά σιγά τα παρατήσαμε. Στ’ Κόκκοτου είχαμε και στην Κορομηλιά κι εκείνα στο Μέγα Λάκκο ποτιστικά. Ούτε τα κορίτσια τα ανέλαβαν, παντρεύτηκαν νωρίς, έφυγαν στα σπίτια τους. Το σπίτι το φτιάξαμε με δάνειο 50.000. Δεν μας τα έδωσαν όλα, 48.000 πήραμε γιατί είχε και κρατήσεις».

ΗΛΙΑΣ Γ. ΠΡΟΒΟΠΟΥΛΟΣ