Google+ Badge

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΟ ΝΕΚΤΑΡ ΤΗΣ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ

Η κυρά Κωνστάντω στο καφενείο που κρατάει ανοιχτό παραπάνω από σαράντα χρόνια στο Καλεσμένο και αποτελεί το ναό του μούρου, όπως λένε όσοι το γνωρίζουν και το απολαμβάνουν. Στη φωτογραφία με τον Πάνο Κατσούδα που μαζί επισκεφθήκαμε το Καλεσμένο και μου γνώρισε τις μουριές.

Πότε και ποιος φύτεψε την πρώτη μαύρη μουριά στα μέρη της κεντρικής Ευρυτανίας είναι άγνωστο, όπως επίσης άγνωστο είναι αν την φύτεψαν για τα φύλλα της ή τον καρπό τους. Τα μεν φύλλα ήταν χρήσιμα για την μεταξοσκωληκοτροφία η οποία δεν αποκλείεται να είχε ανθήσει κάποιους προηγούμενους αιώνες εκεί, ενώ τα μούρα, ένας εύγεστος,  χυμώδης και υπόξινος καρπός να τα χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή ενός οινοπνευματώδους ποτού, σαν το τσίπουρο μοιάζει, αλλά με μια άλλη βαθύτερη, πιο εσωτερική γεύση και χαρακτηριστική μυρωδιά που παραπέμπει στον καρπό και στην περιοχή το λένε μούρο.

Το χωριό Καλεσμένο όπως φαίνεται από την απέναντι πλαγιά
Στις ημέρες μας λοιπόν, οι μαύρες μουριές που υπάρχουν κυρίως στα χωριά Καλεσμένο με τους πολλούς συνοικισμούς, Παπαρούσι και λιγότερο στα γειτονικά που όλα βρίσκονται πάνω από το ρου του Μέγδοβα, όλοι ξέρουν πως με τον καρπό τους φτιάχνουν μούρο και το οποίο μάλιστα θεωρείται από τα καλύτερα σε όλη την Ελλάδα και λόγω της μικρής παραγωγής η τιμή του είναι αρκετά ψηλή, μέχρι και πενήντα ευρώ το κιλό φτάνει και βεβαίως όποιος θέλει να το προμηθευτεί πρέπει να έχει και τις διασυνδέσεις του.

Ένα κλαρί μαύρης μουριάς γεμάτο με καρπό
Τούτο λοιπόν το απόσταγμα, ήταν και το πολυτιμότερο προϊόν των χωριών που προαναφέρθηκαν και απ’ αυτό προέρχονταν τα μικρά, αλλά ιδιαίτερα έσοδα που έκαναν τη ζωή των ανθρώπων που ασχολούνταν με τις μουριές κάπως καλύτερη σε σχέση με τους άλλους που δεν είχαν στον κήπο τους ή τα χωράφια τους αυτό το πολύτιμο δέντρο. Οι πιο πολλές μουριές ήταν στον παρατημένο πια οικισμό του Καλεσμένου, Σπαρτιάς και τούτο οφείλονταν μάλλον στο ευνοϊκό μικροκλίμα της περιοχής που ευνοούσε τις μουριές οι οποίες αγαπάνε την ηλιοφάνεια και αποδίδουν καλύτερα αν δεν ταλαιπωρούνται από την υγρασία και τους παγωμένους αέρηδες.

Για να προστεύεται ο καρπός και να μαζεύεται ευκολότερα στρώνουν κάτω από το δέντρο μεγάλα πανιά και πλαστικές επιφάνειες για να μη χάνεται ούτε ένα μούρο.
Αυτό που άρεσε όμως περισσότερο στις μουριές ήταν η παρουσία των ανθρώπων δίπλα τους, ήτοι η καλλιέργεια των χωραφιών, με σιτάρι και κριθάρι στις άνυδρες λάκκες και τα καλαμπόκια και τα κηπευτικά εκεί που υπήρχε νερό. Τους άρεσε επίσης να πηγαίνουν και να σταλίζουν κάτω από τον ίσκιο τους τα κοπάδια και βεβαίως το κλάδεμα και η φροντίδα. Όλα αυτά όμως πάνε, χάθηκαν από τότε που οι άνθρωποι άφησαν τον φτωχό όπως έλεγαν τόπο τους και αναζήτησαν την τύχη τους μακριά, ακόμα και πέρα από τους ωκεανούς.



Οι περισσότερες μουριές που υπάρχουν 
σήμερα είναι στον οικισμό Μοναστηράκι
Από τους λίγους που έμειναν πίσω, ήταν η κυρά Κωνστάντω Κατσούδα, η οποία μαζί με τον άντρα της Βασίλη είχαν ανοίξει το 1970 στη στροφή πάνω από τον κεντρικό οικισμό του χωριού Καλεσμένο ένα μαγαζί που εξυπηρετούσε τους περαστικούς. Μεταξύ των άλλων προσέφερε και μούρο, δικής τους παραγωγής από τις μεγάλες μουριές που είχε η οικογένεια της κυρά Κωνσταντίνας και η οποία ασχολείται όπως μας είπε από 10 χρονών με αυτές και συνεχίζει μέχρι σήμερα γιατί είναι μια δουλειά που την βρήκε από τους γονείς της και την αγαπάει. Αυτή ήταν και η γυναίκα η οποία συνέχισε και μετά το θάνατο του άντρα της πριν από αρκετά χρόνια να κρατάει ανοιχτό το ωραίο μαγαζί μας είπε όλες τις πληροφορίες που θέλαμε να μάθουμε σχετικά με το μούρο και την παραγωγή του.

Κάθε σημείο κάτω από τις μουριές είναι καλυμένο με πλαστικές 
επιφάνειες για να μη πάει χαμένο ούτε ένα μούρο
Τις μουριές της βρήκαμε, είπε και τα παλιά χρόνια κάρπιζαν πολύ γιατί ήταν αλλιώς η φύση και οι άνθρωποι και ασχολιόνταν με αυτές οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού και έφτιαχναν μούρο. Τότε δεν είχαμε νάιλον όπως σήμερα να τα απλώνουμε από κάτω και να τις μαζεύουμε και γι’ αυτό καθαρίζαμε καλά το χωράφι, κόβαμε τα χορτάρια και σχεδόν το σκουπίζαμε με σπάρτα. Τις μαζεύαμε μια – μια σαν έπεφταν από το δέντρο και αυτό κρατούσε μέρες. Τις βάζαμε σε μεγάλες καρδάρες με νερό και καθώς αυτές φούσκωναν, άρχιζε να γίνει η ζύμωση η οποία κρατούσε αρκετές μέρες, ανάλογα με την ποσότητα . Τότε της βάζαμε σε ένα καλογανωμένο καζάνι και τις αποστάζαμε όπως τα τσίπουρα από τα σταφύλια. Η διαφορά στον τρόπο απόσταξης του μούρου από τα τσίπουρα ήταν ότι αυτά κόλλαγαν λόγω των πολλών σακχάρων στο καζάνι κι γι’ αυτό τους έβαζαν ένα χορτάρι στον πάτο. Το αποτέλεσμα ήταν επίσης ανάλογο με την ποσότητα και φυσικά με την ποιότητα των μούρων.  Όσο γεροί ζουμεροί ήταν οι καρποί, τόσο περισσότερο μούρο έβγαζαν.

Θησαυρός για τους Καλεσμενιώτες 
είναι τα μούρα από τις μαύρες μουριές.
Εκείνα τα χρόνια το μούρο δεν ήταν και ιδιαίτερα ακριβό λόγω του ότι ήταν και μεγάλη η παραγωγή καθώς ασχολούνταν όλο το χωριό με αυτό αλλά δεν το είχε μάθει ο κόσμος σαν ιδιαίτερο ποτό και δεν το αναζητούσε. Τώρα μπορεί να κάνει και πενήντα ευρώ το κιλό, όπως πρόπερσι που αρρώστησαν οι μουριές και έπεσαν όλα τα φύλλα τους αλλά όπως λέει η κυρά Κωνσταντίνα, είχαν άλλη αξία τα λεφτά εκείνης της εποχής.

Αν και ιδιαίτερο προϊόν το μούρο, είναι εύκολο να το παράξει κάποιος αν φυσικά γνωρίζει πως γίνεται η απόσταξη και ακολουθήσει κάποιους κανόνες. Το δύσκολο όμως τώρα που η παραγωγή του μούρου επανήλθε στην επικαιρότητα, λόγω της ποιότητάς του και βεβαίως της επικερδούς λόγω της κρίσης ενασχόλησης για πολλούς στα χωριά της Ευρυτανίας, είναι ο πολλαπλασιασμός των δέντρων. Πράγματι, είναι εξαιρετικά δύσκολο να φτιάξει κάποιος καινούργια δέντρα μαύρης μουριάς. Έχουν δοκιμάσει όλους τους πιθανούς τρόπους, με σπόρια, με μοσχεύματα, με εμβολιασμούς αλλά τίποτα. Ελάχιστα δέντρα πιάνουν έτσι και κυρίως αυτά προέρχονται από κλαδιά άλλων δέντρων που χώνονται ολόκληρα στο έδαφος.

Ο Πάνος Κατσούδας με μια από τις νέες μουριές 
που κατάφερε να δημιουργήσει στο χωράφι του.
Σαν να υπάρχει ένα μυστικό που δεν ξέρουμε, στην αναπαραγωγή της μουριάς, λέει ο Πάνος Κατσούδας ο οποίος αφ’ ότου γύρισε από την Αμερική πριν από λίγα χρόνια ασχολείται συστηματικά με τις μουριές και άλλες καλλιέργειες. Επί πλέον, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται και μια άλλου είδους προσοχή στα δέντρα καθώς, όπως λέει η κυρά Κωνσταντίνα «άλλαξε πολύ η φύση» και γέμισε έντομα που τρυπάνε τους καρπούς και πουλιά που μη έχοντας τίποτα άλλο να φάνε ρημάζουν τις μουριές. Γι’ αυτό και ορισμένοι, ντύνουν κυριολεκτικά τις μουριές με δίχτυα για να προστατέψουν το καρπό και όποιος τα βλέπει έτσι ντυμένα όταν περνάει από το δρόμο, καταλαβαίνει την αξία που αρχίζουν να παίρνουν και τη θέση στην οικονομική ζωή της κεντρικής Ευρυτανίας.

Τον τρόπο αναπαραγωγής της μουριάς δεν αναζητούν μόνο στο χωριό Καλεσμένο αλλά και σε πολλά άλλα της Ευρυτανίας και σε ορισμένα έχουν αρχίσει να φτιάχνουν μούρο από τα μούρα των παλαιών δέντρων αλλά όπως λένε εκεί πάνω, κανένας δεν μπορεί να φτάσει σε ποιότητα και γεύση το μούρο από το Καλεσμένο και το Παπαρούσι!!!

ΥΓ. Το κείμενο και η φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό "Έθνος - Κυνήγι" τον Ιούλιο του 2012 και κάποια πράγματα στην περιοχή άλλαξαν. Το πιο σημαντικό βέβαια είναι η απουσία της Κωνστάντως που έφυγε για τον ουρανό της Ευρυτανίας.

ΑΘΗΝΑ, 29092016