Google+ Badge

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΠΡΑΣΟΠΙΤΑ



Η μάνα μου, η κυρά Κούλα είναι από τις λίγες ακόμη γυναίκες που η ζωή τους κυλάει ακόμη στον τόπο που γεννήθηκαν, και οπωσδήποτε, από τις τελευταίες που θα μπορούσαν να εορτάσουν την ημέρα των Χριστουγέννων όπως παλιά και όχι ως εικονική πραγματικότητα, όπως έχει επικρατήσει ακόμα και στο μικρότερο χωριό της ελληνικής ενδοχώρας. Λέμε αν μπορούσαν, και πρέπει να διευκρινίσουμε πως αυτή η δυνατότητα δεν σχετίζεται με την υγεία ή το βάρος που αθροίζουν τα χρόνια στην πλάτη τους αλλά με το περιβάλλον που ζουν ως εξόριστες ενός όχι και τόσου μακρινού παρελθόντος. 

Το κυριότερο στην περίπτωση είναι ότι η εποχή της νεότητας και της ακμής για την κυρά Κούλα και τις ομήλικές της έχει παρέλθει προ πολλού ενώ η πορεία τους έγινε μέσα σε τοπία διαδοχικών αλλαγών που σημάδεψαν την κοινωνία στο σύνολό της και βεβαίως επηρέασαν αρκετά και τον βιότοπο της ιθαγένειας τους. Βεβαίως και υπήρχε στο μυαλό τους η εντύπωση πως στον κόσμο τους τίποτα δεν θα άλλαζε, αλλά η κλασική αυστηρότητα εκείνων των κοινωνιών υποχώρησε πολύ εύκολα μπροστά στους νεωτερισμούς και η παραδοσιακή λιτότητα δεν μπόρεσε να επιβιώσει στη ραγδαία ανάπτυξη της αγοράς. 

Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά κανένας μπροστά στην επερχόμενη «ανάπτυξη» κι όσοι επιχείρησαν να αντισταθούν περιθωριοποιήθηκαν και εν τέλει παραμερίστηκαν. Ελάχιστοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν κάποια σοβαρά στοιχεία της έκφρασης του παλαιού κόσμου χωρίς να τα νοθεύσουν και να τα οποία φέρνουν με την πρώτη ευκαιρία αβίαστα στην επιφάνεια. Όχι βέβαια να προκαλέσουν το δημόσιο ενδιαφέρον όπως από πολλούς εκλαμβάνεται και προβάλλεται επιδερμικά από το σύνολο σχεδόν των ΜΜΕ, αλλά για να διδάξουν τον ξεχασμένο λόγο της μέσα πατρίδας και να μεταφέρουν άδηλα μεν αλλά με ο ήθος του σπορέως τη γνώση μιας άλλης εποχής σε όσους πραγματικά ενδιαφέρονται. 

Επί του προκειμένου, η κυρά Κούλα ασφαλώς και διαθέτει στην κουζίνα της ηλεκτρικές συσκευές αλλά για να ξεχωρίσει τις ημέρες - έτσι είχε μάθει κι έτσι έκανε πάντα - ψήνει την πίτα των Χριστουγέννων στο φούρνο της αυλής που τον καίει με ξερά κλαδιά. Όχι επειδή έχει ακούσει ή διαβάσει πως έτσι γίνεται νοστιμότερη, αλλά για μην αφήσει όσο περνάει από τα χέρια της ένα κενό ακόμη στο παραδοσιακό τυπικό της εορταστικής ημέρας το οποίο έχει διαβρωθεί από ένα σωρό ετερόκλητα καταναλωτικά στοιχεία τα οποία, ασφαλώς και δεν συνάδουν με τη διαχρονική στάση της ως προς τη ζωή και τις χαρές της. 

Έτσι η πίτα με πράσα από τον κήπο της, τυρί και βούτυρο από τις κατσίκες της και φύλλα ανοιγμένα ακόμα από τα χέρια της είναι το τελευταίο στοιχείο άμυνάς της σε ένα κόσμο που η νοστιμιά του έχει πάρει άλλους δρόμους και γι’ αυτό το πιάτο με τη πρασόπιτά της ξεχωρίζει κάθε φορά στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι της οικογένειας. 

Επί πλέον, ένα άλλο στοιχείο που ευχαριστεί τη μάνα μου αλλά και άλλες γυναίκες που έχω γνωρίσει στην επαρχία είναι ότι σαν ψήνει οτιδήποτε στο φούρνο της το μαθαίνει από τη μυρωδιά όλη η γειτονιά και αναπτύσσεται διάλογος σχετικά με την πορεία του ψησίματος. Διάλογος που πάντα έχει ως αποτέλεσμα το μισό από το περιεχόμενο του ταψιού να πάει ως φίλεμα στις γειτόνισσες να δοκιμάσουν κι αυτές από την πίτα της. Η απάντησή τους σε αυτή προσφορά αυτή πάντα ένα άλλο πιάτο κι έτσι πάει λέγοντας μέχρι που να καπνίσει πάλι ο επόμενος φούρνος και ένα πιάτο με πίτα κάνει πάλι το γύρο της γειτονιάς… 


ΥΓ.. Πάνε δεκάξι χρόνια από το 1998 και τη φωτογραφία της μάνας μου στο φούρνο. Έγιναν πολλά από τότε, άλλα ο κόσμος και από την κορυφή που ήταν έχει ακουμπήσει τον πάτο αλλά εκείνο που την απασχολεί περισσότερο είναι ότι πρόπερσι έφυγε ο πατέρας και έμεινε μόνη και χωρίς αυτόν νιώθει εντελώς αδύναμη - δεν έχει κάποιον να τις ερμηνεύσει τις αλλαγές που έχουν γίνει και βιώνει άπραγη και παθητικά τις συνέπειες. Οι δυνάμεις της δεν επαρκούν πια να κάνει τίποτα απ’ αυτά που ήξερε, τόσο που ακόμα και να είχε τον παλιό της φούρνο δεν θα έψηνε πίτα.