Google+ Badge

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Η ΓΟΥΡΝΟΧΑΡΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ*

Ο κυρ Κωνσταντής Τσατσιάνης και το γουρούνι της χρονιάς, το 2009, στον συνοικισμό 
Λαγκαδάκια των Βραγκιανών Αργιθέας. Αυτό ήταν και το τελευταίο γιατί τον εγκατέλειψαν 
οι δυνάμεις και δεν μπορούσε πια να θρέψει άλλο την επόμενη χρονιά

Για μας, τους χωριάτες από την ορεινή Ελλάδα, που αποικήσαμε την Αθήνα κατά κύματα τις μεταπολεμικές δεκαετίες και μας κατάπιε όπως – όπως η πόλη, τα Χριστούγεννα στα χωριά μας απόλυτα συνδεδεμένα με τα γουρούνια (γρούνια) και η ζωή κάθε νοικοκυριού όλο το Δωδεκαήμερο ήταν μέσα στη γουρνοχαρά, ήτοι με το σφάξιμο του γουρουνιού και την παρασκευή διαφόρων εδεσμάτων από το κρέας του αλλά και κάθε άλλο σημείο του σώματός του. Τίποτε δεν πήγαινε χαμένο εκείνα τα χρόνια από ένα γουρούνι, ακόμα και το δέρμα του γίνονταν γουρνοτσάρουχα και η φούσκα του μπαλόνι να παίζουν τα παιδιά.
Στα χρόνια που ακολούθησαν την εγκατάστασή μας στην πόλη, το γουρούνι άρχισε σιγά – σιγά να ξεχνιέται και η διαβόητη γουρνοχαρά αντικαταστάθηκε στο λεξιλόγιο μας με την επικοινωνιακά ορθότερη, χοιροσφάγια, τα οποία μάλιστα έγιναν και της μόδας καθώς προβλήθηκαν ιδιαίτερα από εμβληματικά νησιά του τουρισμού και της ευζωίας. Σε σημείο μάλιστα που πολύς κόσμος ταξίδευε ως εκεί μέσα στον Δεκέμβρη να συμμετάσχει και να διασκεδάσει με την κατάσταση και το γεγονός απέκτησε ιδιαίτερη σημασία γι’ αυτά τα νησιά ενώ αρκετά βιβλία και συγγράμματα δημιουργήθηκαν αναφορικά με τα χοιροσφάγια.
Έτσι, λοιπόν, πού να μιλήσουμε εμείς από τη Φθιώτιδα, την Ευρυτανία και την Καρδίτσα για την ταπεινή γουρνοχαρά μας απέναντι στο δέος που λέγεται χοιροσφάγια, που είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα. Η μόνη διαφορά στην περίπτωση μπορεί να ήταν στη διατροφή του χοίρου καθότι σε εμάς εμπλουτίζονταν με κάστανα καθώς και άλλα φρούτα και λαχανικά καθώς και σε λίγο καλαμπόκι αν αυτό δεν ήταν αναγκαίο στη διατροφή των ανθρώπων στην μετά την περίφημη μπομπότα εποχή, του λεγόμενου καθάριου ή λευκού ψωμιού.
Κατά τ’ άλλα όλα όσα αφορούσαν το σφάξιμο, τον τεμαχισμό και την επεξεργασία των κομματιών του γουρουνιού ήταν ίδια. Φτιάχναμε λουκάνικα, μπουμπάρια, πηχτή, λίπος, πατσάδες, έναν σωρό πράγματα για να μπορέσει να γιορτάσει το σπίτι το Δωδεκαήμερο αλλά και να περισσέψουν να νοστιμεύει το στόμα των ανθρώπων τον υπόλοιπο χειμώνα. Μια διαφορά που μπορούμε να σημειώσουμε ότι στα ορεινά, τότε που έκανε και περισσότερο κρύο, κάποια κομμάτια κρέατος τα κρεμούσαν στο μπαλκόνι κι έτσι διατηρούνταν αρκετές ημέρες νωπά καθώς το ψυγείο ήταν άγνωστο σε εκείνα τα μέρη.
Δεν βρέθηκε κανένας μέχρι σήμερα να καταγράψει και να κάνει μια έκδοση με στοιχεία από την γουρνοχαρά γιατί έτρεξαν πολύ τα πράγματα και σήμερα, όποιος το τολμήσει, μάλλον θα απογοητευθεί γιατί εκτός από το ότι ελάχιστα πράγματα έχουν διασωθεί από εκείνη την εποχή, δεν θα βρει και κανένα γουρούνι θρεφτάρι στα χωριά. Άλλαξαν κατά πολύ οι άνθρωποι και στα καινούργια σπίτια δεν έχουν χώρο για τους χοίρους αλλά και κανένας δεν αναλαμβάνει να θρέψει ένα γουρούνι πλέον γιατί η διατροφή του θα του στοιχήσει πολύ περισσότερα από την αξία του κρέατος όταν δεν διαθέτει δικά του προϊόντα από τον κήπο ή το χωράφι. Και φυσικά η γουρνοχαρά δεν θα έχει καμιά συγκίνηση όταν δεν συμμετέχει όλη η οικογένεια να τραβήξει τις δύσκολες δουλειές και η γειτονιά να ευχηθεί στον νοικοκύρη «καλοφάγωτο», «και του χρόνου τρανύτερο».


Γουρνοχαρά λέγονταν όλη η περίοδος των εορτών στα ορεινά χωριά που, όσο και να είχε, ήταν ένα διάλειμμα στη σκληρή ζωή των ανθρώπων της υπαίθρου και μάλιστα τον χειμώνα. Κάτω όμως από την επιφάνεια της λέξης στην ουσία ήταν γουρνοχλίψη (γουρνοθλίψη), γιατί το γουρούνι ήταν το καταστάλαγμα της προσπάθειας ενός σπιτιού ολόκληρη χρονιά και απ’ αυτό εξαρτιόνταν η διατροφή της οικογένειας για κάνα δυο μήνες. Αναλόγως, λοιπόν , ε την προκοπή του γουρουνιού σε βάρος, ήταν η χαρά ή η θλίψη των νοικοκυραίων.

ΥΓ. Το κείμενο δημοσιεύτηκε πέρσι τέτοιες ημέρες στην ιστοσελίδα «bostanistas».