Google+ Badge

Παρασκευή, 30 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΑ ΚΟΛΧΙΚΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ


Στις δυο μέρες που έλειψα από το χωριό, δεν άλλαξαν και πολύ τα πράγματα αλλά βρήκα τα χωράφια φουντωμένα από τη νέα χλόη που ευνόησαν πολύ οι βροχές αυτών των ημερών και οι οποίες πήγαν πίσω την ωρίμανση των καρπών περίπου μια εβδομάδα. Μαζί με την χλόη αναπτύχτηκαν πάλι πολύ οι φτέρες και τα βάτα, σε σημείο που σε πολλά σημεία ο καθαρισμός του Αυγούστου πήγε χαμένος και πρέπει να τα ξανακόψω τώρα για να μαζέψουμε τα καρύδια. 

Μαζί με τη χλόη βγήκαν και πλημμύρισαν τα χωράφια τα κυκλάμινα και τα κολχικά, τα οποία πολλοί θεωρούν ως κρόκους που μπορεί να μοιάζουν εκπληκτικά αλλά δεν έχουν καμιά σχέση με το πολύτιμο αυτό φυτό που φυτρώνει στην Κοζάνη και σπανίως σε άλλα μέρη. Τα κολχικά, η διώχτρες όπως τα λένε στον Ασπροπόταμο είναι δηλητηριώδη και τα αποφεύγουν όλα τα πλάσματα αλλά είναι ωραία για να τα βλέπει κανένας και να τα βάζει φόντο στις φωτογραφίες γιατί όπως και να έχει είναι και αυτά μια ομορφιά του φθινοπώρου και εκτός αυτού, όποιος θέλει να μάθει γι’ αυτά και αναζητήσει πληροφορίες μπορεί να κάνει και μια μικρή επανάληψη στην ιστορία της Μήδειας… Δείτε περισσότερα στο http://aspropotamos-org.blogspot.gr/20…/…/blog-post_29.html…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 30092016

ΕΝΑ ΚΙΤΡΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ ΠΟΤΕ



Μιλάω και γράφω για καρπούς και αγαθά της γης κυρίως από την Κεντρική Ελλάδα και τη Θεσσαλία – περιοχές που μπορώ να φθάσω με το ΚΤΕΛ, τα αυτοκίνητα φίλων ή και με τα πόδια. Έτσι σπανίως γράφω και φωτογραφίζω για ανάλογα πράγματα σε μακρινούς τόπους  που είναι δύσκολο να φτάσω και χαίρομαι πολύ όταν κατορθώνω κάτι τέτοιο…

Έτσι ένιωσα μεγάλη χαρά όταν έπιασα στα χέρια μου, πριν από έξι χρόνια, στο χωριό Τζανακιανά των Μαργαριτών Ρεθύμνου όπου πήγα τότε προσκεκλημένος από το Οικομουσείο «Κουρητία Οδός», ένα τεράστιο κίτρο από τον κάμπο του Μυλοποτάμου. Το κίτρο όπως μου είπαν έγινε τόσο μεγάλο (σαν κεφάλι έμοιαζε) χωρίς λιπάσματα ή φάρμακα, μόνο με τη δύναμη του τόπου και την υγεία του δέντρου και έτσι πρέπει να ήταν.

Το χάρηκα, το κράτησα αρκετή ώρα στην αγκαλιά μου, χόρτασα την μυρωδιά του και σαν γύρισα στην Αθήνα, κάποιες φορές είδα λίγα στις λαϊκές και τα μανάβικα αλλά δεν ήταν σαν αυτό το θαύμα της καρποφορίας που γνώρισα τότε στην Κρήτη. Επίσης, από τότε δεν κατάλαβα γιατί έπαψε η καλλιέργειά του και η εμφάνισή του στην αγορά…

ΑΘΗΝΑ, 30092016

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΑΚΟΥΕΙ ΤΟ ΚΡΑΣΙ ΤΟΥ ΝΑ ΒΡΑΖΕΙ


Είναι οι μέρες που σταμάτησε ο τρύγος και τα πατήματα των σταφυλιών στα μέρη της Καρδίτσας και κάθε χρόνο ο νους μου (αν δεν είμαι ο ίδιος εκεί) πάει στον Χρήστο Εγγλέζο στο οινοποιείο του να παρακολουθεί το βράσιμο του μούστου και να μου δείχνει τις εγκαταστάσεις για την απόσταξη του τσίπουρου και των ωραίων λικέρ που φτιάχνει. Ζαλίζομαι μέσα σε τόσες μεθυστικές μυρωδιές και θολώνει κάποια στιγμή το μάτι μου από τις εικόνες. Πρόλαβα όμως πρόπερσι να τον πετύχω μια στιγμή να «ακούει» το βράσιμο σε μια μεγάλη δεξαμενή και ομολογώ, πως και το δικό μου αυτί πήρε κάτι από αυτό τον εκπληκτικό μουρμούρισμα και μου έμεινε. Τα αποτελέσματα που θα έχουμε σε λίγο, θα μας βεβαιώσουν και θα σας καλέσουμε να δοκιμάστε κι εσείς…

ΑΘΗΝΑ, 29092016

ΤΟ ΝΕΚΤΑΡ ΤΗΣ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ

Η κυρά Κωνστάντω στο καφενείο που κρατάει ανοιχτό παραπάνω από σαράντα χρόνια στο Καλεσμένο και αποτελεί το ναό του μούρου, όπως λένε όσοι το γνωρίζουν και το απολαμβάνουν. Στη φωτογραφία με τον Πάνο Κατσούδα που μαζί επισκεφθήκαμε το Καλεσμένο και μου γνώρισε τις μουριές.

Πότε και ποιος φύτεψε την πρώτη μαύρη μουριά στα μέρη της κεντρικής Ευρυτανίας είναι άγνωστο, όπως επίσης άγνωστο είναι αν την φύτεψαν για τα φύλλα της ή τον καρπό τους. Τα μεν φύλλα ήταν χρήσιμα για την μεταξοσκωληκοτροφία η οποία δεν αποκλείεται να είχε ανθήσει κάποιους προηγούμενους αιώνες εκεί, ενώ τα μούρα, ένας εύγεστος,  χυμώδης και υπόξινος καρπός να τα χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή ενός οινοπνευματώδους ποτού, σαν το τσίπουρο μοιάζει, αλλά με μια άλλη βαθύτερη, πιο εσωτερική γεύση και χαρακτηριστική μυρωδιά που παραπέμπει στον καρπό και στην περιοχή το λένε μούρο.

Το χωριό Καλεσμένο όπως φαίνεται από την απέναντι πλαγιά
Στις ημέρες μας λοιπόν, οι μαύρες μουριές που υπάρχουν κυρίως στα χωριά Καλεσμένο με τους πολλούς συνοικισμούς, Παπαρούσι και λιγότερο στα γειτονικά που όλα βρίσκονται πάνω από το ρου του Μέγδοβα, όλοι ξέρουν πως με τον καρπό τους φτιάχνουν μούρο και το οποίο μάλιστα θεωρείται από τα καλύτερα σε όλη την Ελλάδα και λόγω της μικρής παραγωγής η τιμή του είναι αρκετά ψηλή, μέχρι και πενήντα ευρώ το κιλό φτάνει και βεβαίως όποιος θέλει να το προμηθευτεί πρέπει να έχει και τις διασυνδέσεις του.

Ένα κλαρί μαύρης μουριάς γεμάτο με καρπό
Τούτο λοιπόν το απόσταγμα, ήταν και το πολυτιμότερο προϊόν των χωριών που προαναφέρθηκαν και απ’ αυτό προέρχονταν τα μικρά, αλλά ιδιαίτερα έσοδα που έκαναν τη ζωή των ανθρώπων που ασχολούνταν με τις μουριές κάπως καλύτερη σε σχέση με τους άλλους που δεν είχαν στον κήπο τους ή τα χωράφια τους αυτό το πολύτιμο δέντρο. Οι πιο πολλές μουριές ήταν στον παρατημένο πια οικισμό του Καλεσμένου, Σπαρτιάς και τούτο οφείλονταν μάλλον στο ευνοϊκό μικροκλίμα της περιοχής που ευνοούσε τις μουριές οι οποίες αγαπάνε την ηλιοφάνεια και αποδίδουν καλύτερα αν δεν ταλαιπωρούνται από την υγρασία και τους παγωμένους αέρηδες.

Για να προστεύεται ο καρπός και να μαζεύεται ευκολότερα στρώνουν κάτω από το δέντρο μεγάλα πανιά και πλαστικές επιφάνειες για να μη χάνεται ούτε ένα μούρο.
Αυτό που άρεσε όμως περισσότερο στις μουριές ήταν η παρουσία των ανθρώπων δίπλα τους, ήτοι η καλλιέργεια των χωραφιών, με σιτάρι και κριθάρι στις άνυδρες λάκκες και τα καλαμπόκια και τα κηπευτικά εκεί που υπήρχε νερό. Τους άρεσε επίσης να πηγαίνουν και να σταλίζουν κάτω από τον ίσκιο τους τα κοπάδια και βεβαίως το κλάδεμα και η φροντίδα. Όλα αυτά όμως πάνε, χάθηκαν από τότε που οι άνθρωποι άφησαν τον φτωχό όπως έλεγαν τόπο τους και αναζήτησαν την τύχη τους μακριά, ακόμα και πέρα από τους ωκεανούς.



Οι περισσότερες μουριές που υπάρχουν 
σήμερα είναι στον οικισμό Μοναστηράκι
Από τους λίγους που έμειναν πίσω, ήταν η κυρά Κωνστάντω Κατσούδα, η οποία μαζί με τον άντρα της Βασίλη είχαν ανοίξει το 1970 στη στροφή πάνω από τον κεντρικό οικισμό του χωριού Καλεσμένο ένα μαγαζί που εξυπηρετούσε τους περαστικούς. Μεταξύ των άλλων προσέφερε και μούρο, δικής τους παραγωγής από τις μεγάλες μουριές που είχε η οικογένεια της κυρά Κωνσταντίνας και η οποία ασχολείται όπως μας είπε από 10 χρονών με αυτές και συνεχίζει μέχρι σήμερα γιατί είναι μια δουλειά που την βρήκε από τους γονείς της και την αγαπάει. Αυτή ήταν και η γυναίκα η οποία συνέχισε και μετά το θάνατο του άντρα της πριν από αρκετά χρόνια να κρατάει ανοιχτό το ωραίο μαγαζί μας είπε όλες τις πληροφορίες που θέλαμε να μάθουμε σχετικά με το μούρο και την παραγωγή του.

Κάθε σημείο κάτω από τις μουριές είναι καλυμένο με πλαστικές 
επιφάνειες για να μη πάει χαμένο ούτε ένα μούρο
Τις μουριές της βρήκαμε, είπε και τα παλιά χρόνια κάρπιζαν πολύ γιατί ήταν αλλιώς η φύση και οι άνθρωποι και ασχολιόνταν με αυτές οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού και έφτιαχναν μούρο. Τότε δεν είχαμε νάιλον όπως σήμερα να τα απλώνουμε από κάτω και να τις μαζεύουμε και γι’ αυτό καθαρίζαμε καλά το χωράφι, κόβαμε τα χορτάρια και σχεδόν το σκουπίζαμε με σπάρτα. Τις μαζεύαμε μια – μια σαν έπεφταν από το δέντρο και αυτό κρατούσε μέρες. Τις βάζαμε σε μεγάλες καρδάρες με νερό και καθώς αυτές φούσκωναν, άρχιζε να γίνει η ζύμωση η οποία κρατούσε αρκετές μέρες, ανάλογα με την ποσότητα . Τότε της βάζαμε σε ένα καλογανωμένο καζάνι και τις αποστάζαμε όπως τα τσίπουρα από τα σταφύλια. Η διαφορά στον τρόπο απόσταξης του μούρου από τα τσίπουρα ήταν ότι αυτά κόλλαγαν λόγω των πολλών σακχάρων στο καζάνι κι γι’ αυτό τους έβαζαν ένα χορτάρι στον πάτο. Το αποτέλεσμα ήταν επίσης ανάλογο με την ποσότητα και φυσικά με την ποιότητα των μούρων.  Όσο γεροί ζουμεροί ήταν οι καρποί, τόσο περισσότερο μούρο έβγαζαν.

Θησαυρός για τους Καλεσμενιώτες 
είναι τα μούρα από τις μαύρες μουριές.
Εκείνα τα χρόνια το μούρο δεν ήταν και ιδιαίτερα ακριβό λόγω του ότι ήταν και μεγάλη η παραγωγή καθώς ασχολούνταν όλο το χωριό με αυτό αλλά δεν το είχε μάθει ο κόσμος σαν ιδιαίτερο ποτό και δεν το αναζητούσε. Τώρα μπορεί να κάνει και πενήντα ευρώ το κιλό, όπως πρόπερσι που αρρώστησαν οι μουριές και έπεσαν όλα τα φύλλα τους αλλά όπως λέει η κυρά Κωνσταντίνα, είχαν άλλη αξία τα λεφτά εκείνης της εποχής.

Αν και ιδιαίτερο προϊόν το μούρο, είναι εύκολο να το παράξει κάποιος αν φυσικά γνωρίζει πως γίνεται η απόσταξη και ακολουθήσει κάποιους κανόνες. Το δύσκολο όμως τώρα που η παραγωγή του μούρου επανήλθε στην επικαιρότητα, λόγω της ποιότητάς του και βεβαίως της επικερδούς λόγω της κρίσης ενασχόλησης για πολλούς στα χωριά της Ευρυτανίας, είναι ο πολλαπλασιασμός των δέντρων. Πράγματι, είναι εξαιρετικά δύσκολο να φτιάξει κάποιος καινούργια δέντρα μαύρης μουριάς. Έχουν δοκιμάσει όλους τους πιθανούς τρόπους, με σπόρια, με μοσχεύματα, με εμβολιασμούς αλλά τίποτα. Ελάχιστα δέντρα πιάνουν έτσι και κυρίως αυτά προέρχονται από κλαδιά άλλων δέντρων που χώνονται ολόκληρα στο έδαφος.

Ο Πάνος Κατσούδας με μια από τις νέες μουριές 
που κατάφερε να δημιουργήσει στο χωράφι του.
Σαν να υπάρχει ένα μυστικό που δεν ξέρουμε, στην αναπαραγωγή της μουριάς, λέει ο Πάνος Κατσούδας ο οποίος αφ’ ότου γύρισε από την Αμερική πριν από λίγα χρόνια ασχολείται συστηματικά με τις μουριές και άλλες καλλιέργειες. Επί πλέον, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται και μια άλλου είδους προσοχή στα δέντρα καθώς, όπως λέει η κυρά Κωνσταντίνα «άλλαξε πολύ η φύση» και γέμισε έντομα που τρυπάνε τους καρπούς και πουλιά που μη έχοντας τίποτα άλλο να φάνε ρημάζουν τις μουριές. Γι’ αυτό και ορισμένοι, ντύνουν κυριολεκτικά τις μουριές με δίχτυα για να προστατέψουν το καρπό και όποιος τα βλέπει έτσι ντυμένα όταν περνάει από το δρόμο, καταλαβαίνει την αξία που αρχίζουν να παίρνουν και τη θέση στην οικονομική ζωή της κεντρικής Ευρυτανίας.

Τον τρόπο αναπαραγωγής της μουριάς δεν αναζητούν μόνο στο χωριό Καλεσμένο αλλά και σε πολλά άλλα της Ευρυτανίας και σε ορισμένα έχουν αρχίσει να φτιάχνουν μούρο από τα μούρα των παλαιών δέντρων αλλά όπως λένε εκεί πάνω, κανένας δεν μπορεί να φτάσει σε ποιότητα και γεύση το μούρο από το Καλεσμένο και το Παπαρούσι!!!

ΥΓ. Το κείμενο και η φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό "Έθνος - Κυνήγι" τον Ιούλιο του 2012 και κάποια πράγματα στην περιοχή άλλαξαν. Το πιο σημαντικό βέβαια είναι η απουσία της Κωνστάντως που έφυγε για τον ουρανό της Ευρυτανίας.

ΑΘΗΝΑ, 29092016

ΑΠΟΧΡΩΣΕΙΣ ΤΗΣ "ΠΡΑΣΙΝΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ"!

 




Καθώς μπαίνουμε στην τελική ευθεία για τις εκλογές και κάποιοι, «σαν από καιρό έτοιμοι…», δεν χρειάστηκε και πολύ να τα περάσουν στα προγράμματά τους κι ένα χέρι «πράσινης ανάπτυξης» για να δείξουν το οικολογικό τους πρόσωπο!

Αυτοί λοιπόν δεν λένε πως επί τριάντα και βάλε χρόνια δεν έκαναν ότι έπρεπε να προστατεύσουν τη φύση (το σπίτι που ζούμε όλοι μας δηλαδή) αλλά έρχονται τώρα και ζητάνε και τα ρέστα επιμένοντας μάλιστα πως σαν πληρώσουμε τη ζημιά που έγινε εξαιτίας της άθλιας μικροπολιτικής τους όλα θα αποκατασταθούν. 

Το χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της πολιτικής του εύκολου και χυδαίου κέρδους είναι η λίμνη Ξυνιάδα η οποία αποξηράνθηκε με καταστροφικό τρόπο και εξαιτίας της εγκληματικής διαχείρισης κατά τα τελευταία 30 χρόνια, από παράδεισος κατάντησε μια κόλαση ρύπων για ανθρώπους, ζωντανά, δέντρα.

Το κραυγαλέο παράδειγμα αυτής της επικίνδυνης πλέον περιοχής είναι ο δύστυχος βάτραχος της πρώτης φωτογραφίας ο οποίος είναι ακίνητος από τη χαύνωση που έχει πάθει από τη μόλυνση και δεν αποκλείεται η βουτιά που θα κάνει στο πηχτό από τη ρύπανση νερό του χάντακα να είναι η τελευταία γι’ αυτόν.

Στη μεσαία φωτογραφία είναι ένας άλλος βάτραχος που ζει πιο άνετα γιατί στο σημείο του χάντακα που βρίσκεται χάρη κάποιων άλλων καταστάσεων, το νερό δεν είναι καλυμμένο από την ασφυκτική, δηλητηριασμένη κρούστα της ρύπανσης. 
Το γεγονός αποτελεί σημάδι ελπίδας και δηλώνει ότι με λίγη προσπάθεια η λίμνη μπορεί να ξαναγίνει ο παράδεισος που ήταν… 

Την τραγική κατάσταση στον μολυσμένο χάντακα συμπληρώνει η τρίτη φωτογραφία, όπου ένα νερόφιδο μετά βίας προσπαθεί να κινηθεί μέσα σε ένα νερό που έχει πήξει από τους ρύπους και τα απόβλητα των εργοστασίων.

ΑΘΗΝΑ, 29092009

ΤΟ ΚΑΡΠΕΝΗΣΙ ΕΚΘΕΤΕΙ ΣΤΗΝ ΟΜΟΝΟΙΑ

Η αντιπροσωπεία από τους Καρπενησιώτες και εκθέτες που θα συναντήσουμε αυτές τις ημέρες στην έκθεση. Από αριστερά: Παναγιώτης Γεωργιάδης, Βασιλική Μπαλταδούρα, Ελένη Σιαξαμπάνη, Γιάννης Πεσλής, Κώστας Μάργαρης, Θανάσης Παπαδής, Νίκη Νταβαρίνου, Ταξιάρχης Κουτρουμάνος και Κατερίνα Τσούκα. 

Μια καρπενησιώτικη έκθεση απλώθηκε από χθες στην Ομόνοια και θα παραμείνει εκεί ως την Κυριακή 2 Οκτωβρίου για να γνωρίσουν όσοι περάσουν από την κεντρική αυτή πλατεία της Αθήνας τοπικά προϊόντα από την πρωτεύουσα της Ευρυτανίας αλλά και τον τουρισμό και τον πολιτισμό της περιοχής. Πέρασα χθες, πρώτη ημέρα της λειτουργίας της έκθεσης από εκεί και είδα φίλους και γνωστούς στα περίπτερα και τους ευχήθηκα καλή επιτυχία. Τα εγκαίνια θα γίνουν σήμερα στις 8 μ.μ. και θα ακολουθήσει πλούσιο καλλιτεχνικό πρόγραμμα από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Καρπενησίου. 

Ο Κώστας Μάργαρης με τις πολύ ωραίες δημιουργίες του και κατασκευές σε ξύλα.
Ο Θανάσης Παπαδής με το υπέροχο μούρο (ρακί από μαύρα μούρα) από το Καλεσμένο. 
Ο Γιάννης Πεσλής και η Βασιλική Μπαλταδούρα για τα ζαχοροπλαστεία «Κίτσιος – Fresh».

ΑΘΗΝΑ, 29092016

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΜΟΛΟΧΟΥ ΑΝΔΡΟΥ

Ο καπετάν Γιάννης Μαμάης στην παλιά βρύση του Αμολόχου
Ο Γιάννης Στ. Μαμάης, πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού από τον Αμόλοχο της βόρειας Ανδρου -Μεγάλο Χωριό το έλεγαν παλιότερα και ως Μεγαλοχωρίτες αναφέρονται ακόμη οι κάτοικοί του από πολλούς ηλικιωμένους-, αφού έκλεισε την επαγγελματική θητεία του στη θάλασσα, επέστρεψε και απολαμβάνει με την οικογένειά του το νησί του.

Με τη δυναμική που καλλιέργησε τόσα χρόνια ο νόστος στη γέφυρα του πλοίου και η μελέτη των στοιχείων που συγκέντρωνε από βιβλιοθήκες και αρχεία, ο Γιάννης επιχείρησε και έγραψε πριν από 25 χρόνια ένα βιβλίο αφιερωμένο στο χωριό. Το αποτέλεσμα ξεπέρασε τις προσδοκίες του και προκάλεσε ιδιαίτερη έκπληξη στους συγχωριανούς του και στους Ανδριώτες, έκπληξη που προήλθε κυρίως από τις πληροφορίες που αντλεί από το αρχείο του Αμολόχου, ένα από τα πιο καλά διατηρημένα σε όλη την Ανδρο, με έγγραφα από τον 17ο ώς τον 19ο αιώνα. Επίσης και από το προσωπικό ημερολόγιο του Αμολοχίτη Γιαννούλη Δημητρίου, του πιο γνωστού επιτρόπου στην Ανδρο κατά τον 19ο αιώνα, καθώς και από επιστολές αγωνιστών του 1821 προς αυτόν και από άλλα έγγραφα γενικού ενδιαφέροντος.

Εκείνη η έκδοση του βιβλίου «Αμόλοχος Ανδρου - η ακμή και η παρακμή ενός χωριού» έχει σχεδόν εξαντληθεί και γι' αυτό ο δραστήριος πλοίαρχος, που θέλει να προβάλει την ιστορία του Αμόλοχου και όλης της βόρειας Ανδρου, έχει βάλει ρότα για ένα καινούργιο στο οποίο θα συμπεριληφθούν και άλλα στοιχεία που αφορούν την πατρίδα του, τους ανθρώπους και την κοινωνία της στη διάρκεια των τριών τελευταίων αιώνων.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 29092009
ΥΓ. Η καπετάν Γιάννης Μαμάης επέστρεψε στη θάλασσα, ταξιδεύει στους ωκεανούς αλλά ο νους του δεν φεύγει μακριά από την μικρή του πατρίδα, τον Αμόλοχο.

Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΛΙΜΝΗΣ ΞΥΝΙΑΔΑΣ


Πάνε περισσότερα από 70 χρόνια που ξεκίνησαν να αποξηράνουν την λίμνη Ξυνιάδα, το 1938 συγκεκριμένα από μια γαλλική εταιρεία και μετά από ένα σωρό αναβολές και περιπέτειες το κατάφεραν και το 1958 μοίρασαν το στεγνό βυθό ενός παραδείσου, όπως λένε οι παλιοί, στους κατοίκους των χωριών όλης της περιοχής.
Αν και από τότε υπήρχαν αρκετοί που εξέφραζαν επιφυλάξεις, το έργο προχώρησε και σαν άρχισαν ναζυγίζουν τις πλούσιες σοδειές τα πρώτα χρόνια, κανένας εκτός από τους ψαράδες της λίμνης που έμειναν χωρίς δουλειά δεν έδειχνε να νοσταλγεί τον κόσμο που όλοι μαζί έχασαν. Περνώντας όμως τα χρόνια και σαν άρχισαν να βλέπουν πως από εκεί που δεν χρειάζονταν ούτε καν να ποτίσουν κάποτε τα σπαρτά τους, έφτασαν σταδιακά να «χτυπάνε» γεωτρήσεις που σήμερα ξεπερνάνε τα 300 μέτρα βάθος στη γη και η νοσταλγία έγινε ανάγκη η οποία δρομολόγησε ένα αίτημα που προβάλλεται πλέον δυναμικά από όλους μέσα και γύρω από την Ξυνιάδα και με μια λέξη λέγεται: αναπλημμύριση.
Γιατί όμως να γίνειαναπλημμύριση; θα αναρωτηθεί κάποιος που θα βρεθεί στην Ξυνιάδα και κατά κάπως αγνοεί την ιστορία του τόπου. Υπάρχουν ευτυχώς άνθρωποι, όπως ο αειθαλής Κωνσταντίνος Σακελαρίου(1916) από την Ομβριακή ο οποίος ώριμος άντρας ήδη το 1938 που άρχισαν τα έργα αποξήρανσης, είδε και έζησε κατόπιν όλες τις φάσεις τους, βίωσε από την αρχή τις συνέπειές τους και μπορεί με το δροσερό και πηγαίο λόγο του να μιλήσει για το πώς ήταν τότε, πως κατάντησε σήμερα εκείνος ο ευλογημένος τόπος και φυσικά να μιλήσει για το ζητούμενο που απασχολεί πλέον όλη την περιοχή και για το οποίο πρωτοστατεί, εδώ και αρκετά χρόνια.
Ήταν όντως ένα σπάνιο οικοσύστημα η Ξυνιάδα το οποίο επηρέαζε το κλίμα της περιοχής και την χλωρίδα και την πανίδα μέσα κι έξω από τη λίμνη καθώς και στην ευρύτερη περιφέρεια του Δομοκού. Σύμφωνα δε με τις μετρήσεις, η θερμοκρασία ποτέ δεν έπεφτε κάτω από τους -6 βαθμούς το χειμώνα ενώ το καλοκαίρι δεν ξεπερνούσε τους 37 βαθμούς.
Η βλάστηση γύρω από τη λίμνη ήταν πλούσια σε υδροχαρή και υδρόφυλα αυτοφυή φυτά και χόρτα. Το εσωτερικό τμήμα της ζώνης του βάλτου κάλυπτε πυκνός καλαμιώνας ενώ στο εξωτερικό τμήμα φύτρωνε το φουσκίδι. Ανάμεσα στα καλάμια και τα φουσκίδια και ανακατεμένο με αυτά φύτρωνε το ραγάζι καθώς και διάφορα αναρριχητικά φυτά σε μεγάληποικιλία. Έξω από το βάλτο στα λεγόμενα τσαίρια φύτρωνε μεγάλη ποικιλία χόρτων και αγκαθιών, ένα σωρό λουλούδια και έξω από αυτή τη ζώνη άρχιζαν τα χωράφια και οι καλλιέργειες.
Η ύπαρξη της λίμνης με τους καλαμιώνες, τα τσαϊρια και τηγύρω απ’ αυτά βλάστηση παρείχε τη δυνατότητα σε πολλά είδη πουλιών να φωλιάζουν με ασφάλεια και να τρέφονται πλουσιοπάροχα. Το καλοκαίρι κυριαρχική παρουσία είχαν οι πελαργοί και εκατοντάδες ζευγάρια έφτιαχναν τις φωλιές τους σε καμπαναριά, εκκλησίες και ψηλά δέντρα. Μεγάλα πλήθη χελιδονιών, γκαραβελιών και άλλων μικρών πουλιών κυνηγώντας τη μεγάλη ποικιλία των εντόμων που ζούσαν και αναπτύσσονταν πληθωρικά στην περιοχή, εξασφάλιζαν άφθονη τροφή και εύκολη διαβίωση.
Την όψιμη φθινοπωρινή, την χειμωνιάτικη και την πρώιμη ανοιξιάτικη περίοδο η περιοχή κατακλύζονταν από μεγάλη ποικιλία και μεγάλο αριθμό αποδημητικών πουλιών, όπως καθαρές αγριόπαπιες, γυφτόπαπιες, νερόκοτες, κασσαρίνες, γκαλιμάνες, ψαροφάγους, λάμιες, νεροπούλια, μπεκάτσες, αγριόχηνες και άλλα. Η αμφίβια πανίδα περιλάμβανε νεροχελώνες και μεγάλη ποικιλία βατράχων και νερόφιδων σε μεγάλους πληθυσμούς ενώ στο νότιο νησί που είναι ξερό και πετρώδες είχε τόσες οχιές που έκαναν προβληματικό το περπάτημα στην επιφάνειά του.
Μέσα στη λίμνη εκτρέφονταν και ζούσαν αρκετά είδη ψαριών, όπως η πλατίτσα, η ούγγλια, ο χάνος, ο κέφαλος, η τούρνα, το γλύνι, το χέλι και ο κυπρίνος. Εκτός από τα ψάρια υπήρχαν ελάχιστες καραβίδες, κυρίως στις εκβολές των νερών της λίμνης καθώς και λίγα καβούρια που κατέβαιναν στη λίμνη με τα νερά των χειμάρων. Αναφέρεται επίσης πως στους βάλτους και τα νερά της λίμνης ζούσαν και μερικά ζευγάρια βίδρες.
Η εκμετάλλευση του ιδιαίτερα πλούσιου και ποικίλου οικοσυστήματος της λίμνης μέχρι τη στιγμή της αποξήρανσής της είχε τέσσερις κλάδους. Την αλιεία, την κοπή του βάλτου, τη συλλογή των αυτοφυών χόρτων των τσαϊριών και τη βοσκή των κοπαδιών.
Η αποξήρανση της λίμνης όπως προαναφέρθηκε κράτησε περί τα 20 χρόνια. Αν και μεσούσης της γερμανοιταλικής κατοχής, γεγονός που σημαίνει πολλά, τον Μάιο του 1942 ολοκληρώθηκε η εκβάθυνση του καναλιού και αμέσως τον Ιούνιο, η λίμνη άδειασε εντελώς. Ελάχιστος πληθυσμός των μικρότερων ψαριών κατάφερε να διασωθεί στα νερά του καναλιού όπου ορισμένα ζουν ακόμη. Γρήγορα στέγνωσαν οι βάλτοι και έγιναν βατοί, ενώ στα μέσα Αυγούστου είχε στεγνώσει και η λάσπη του βυθού σε ένα μέτρο βάθος. Ως το φθινόπωρο, ένα μεγάλο μέρος του βάλτου είχε καεί από τους γύρω πληθυσμούς για να εκχερσωθεί αργότερα και να καλλιεργηθεί. Αυτός ήταν ο τέλος του οικοσυστήματος της Ξυνιάδας…
Την καταστροφή του συγκεκριμένου οικοσυστήματος οι ντόπιοι την έβλεπαν από χρόνια αλλά στο μεταξύ δημιουργήθηκαν ένα σωρό προβλήματα, δεσμεύσεις και εξαρτήσεις σχετικά με τις βιομηχανικές καλλιέργειες και την κυριότητα των χωραφιών καθώς πολλοί από τους πρώτους δικαιούχους τα ξεπούλησαν σε άλλους που πίστεψαν πως ευφορία θα ήταν παντοτινή. Το κυριότερα όμως προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα οι αγρότες της Ξυνιάδας είναι η έλλειψη νερού, το μεγάλο κόστος της παραγωγής και φυσικά το μεγαλύτερο απ’ όλα, τη μεγάλη ρύπανση και την ασύλληπτη μόλυνση που οδήγησαν στην πλήρη απαξίωση της γης που πήραν από τη λίμνη και ζητούν την επαναδημιουργία της. 
Έχει φτάσει δε η ρύπανση σε τέτοια επίπεδα που ακόμα και να γίνει πάλι η λίμνη, κάποια πράγματα πιθανόν να μην επανέλθουν στην πρώτη τους κατάσταση. Στην περίπτωση, οΘανάσης Ζιάκας, πρόεδρος του Τοπικού Οργανισμού Εγγείων Βελτιώσεων Ξυνιάδος είναι αισιόδοξος καθώς λόγω ιδιότητας όλη την ημέρα βρίσκεται μέσα στα χωράφια και δεν διαφεύγει τίποτα από την προσοχή του. Μαζί περπατήσαμε πριν από λίγες ημέρες κατά μήκος του κεντρικού αύλακα, αυτόν που κατ’ ευφημισμό λένε και «ποτάμι» ο οποίος δέχεται όλο το βάρος της ρύπανσης αλλά ως εκ θαύματος, όπως μας έδειξε, στα θολά νερά του επιζούν ακόμα ελάχιστοι πληθυσμοί από μικρά ψάρια και άλλα είδη και ο Θανάσης τα βλέπει σαν τη μαγιά που θα ζωντανέψει τη νέα λίμνη, όταν αυτή γίνει.
Με φανερή ευχαρίστηση ο Θανάσης μας πήγε σε μια γούρνα να μας δείξει τη φωλιά μιας νερόκοτας. Είδε μια ημέρα τα νερά καθαρά σε εκείνη τη γούρνα και του κίνησε το ενδιαφέρον. Δεν ήξερε τι πλάσμα ήταν αυτό που έκοψε την πηχτή κρούστα από τα σάπια υλικά στην επιφάνεια του νερού και το έψαξε. Τότε είδε πως ένα ζευγάρι νερόκοτες είχαν φτιάξει τη φωλιά τους ανάμεσα στα καλάμια και σαν μεγάλωσαν τα μικρά και άρχισαν να μαθαίνουν κολύμπι στηγούρνα, τάραξαν τα λιμνάζοντα νερά και έκοψαν την κρούστα.
Ήθελε υπομονή η παρατήρηση των μικρών πουλιών αλλά κάποια στιγμή βγήκαν και τα έπιασε ο φακός να τρέχουν σαν μας πήραν είδηση. Δεν είχαμε προθέσεις να κάνουμε τέχνη εκείνη τη στιγμή ούτε αξιώσεις για λαμπερά άλμπουμ. Μας έφτανε που ο φακός συνέλαβε ένα φτερούγισμα ζωής στα πεθαμένα νερά της Ξυνιάδας. Δεν ήταν όμως το ίδιο όταν σε ένα άλλο σημείο, στην πηχτή κρούστα είδαμε μια νεροφίδα να παλεύει να κινηθεί με πολύ δυσκολία ανάμεσα στην πράσινη δηλητηριώδη λάσπη ενώ ένας ποντικός που πρέπει να ψόφησε από τη ρύπανση σάπιζε ακίνητος. Στην ίδια κατάσταση ήταν και κάτι λίγα βατράχια που ούτε καν κίνησαν το ενδιαφέρον του νερόφιδου, έτσι όπως ήταν από την ρύπανση αποχαυνωμένα, σαν μαρμαρωμένα έστεκαν πάνω σε ένα κομμάτι φελιζόλ που επέπλεε.
Αυτή η ελάχιστη ζωή που είδαμε σε όσα αυλάκια έχουν λίγο νερό ή στις γούρνες που είναι καταδικασμένη να σβήσει αν δεν ληφθούν γενναία μέτρα για την αντιμετώπιση της ρύπανσης στην Ξυνιάδα και την επαναδημιουργία της λίμνης. Αυτή η απειλούμενη ζωή, αποτελεί λίγο πολύ και το δηλητηριασμένο θήραμα που θα αρπάξουν τα πεινασμένα γεράκια που ολοένα και λιγοστεύουν και λόγω ευφυίας μάλλον αποφεύγουν να κυνηγούν κοντά στα αυλάκια και προτιμούν να πιάσουν ότι είναι κοντά στα χωριά κι έτσι γλυτώνουν. 

Ποια ήταν η λίμνη Ξυνιάδα
Η λίμνη Ξυνιάδα βρίσκονταν στο μεταξύ Λαμίας και Δομοκού ομώνυμο υψίπεδο που έχει μέσο υψόμετρο 470 μέτρα περίπου από τη θάλασσα. Είχε σχηματιστεί στο βαθύτερο τμήμα του υψιπέδου, ανάμεσα στα χωριά Ξυνιάδα (Δαουκλή), Κορομηλιά, Άγιο Στέφανο (Νεζερό), Περιβόλι (Δερελή), Μακρυράχη (Καίτσα), Παναγία και Ομβριακή.
Η έκταση που κάλυπταν τα νερά της λίμνης το χειμώνα που η στάθμη τους ήταν στο ανώτατο υψόμετρο (+ 463 μέτρα) ήταν περίπου 31.600 στρέμματα, από αυτά δε περίπου 5.000 στρέμματα ήταν καλαμιώνας (βάλτος). Τα νερά της λίμνης ήταν στο μέγιστο ποσοστό τους βρόχινα και προέρχονταν από την ευρύτερη λεκάνη της κοιλάδας που είχε συνολική έκταση (μαζί με αυτή της λίμνης) περίπου 160.000 στρέμματα.
Οι πηγές που την τροφοδοτούσαν με συνεχή παροχή νερού χειμώνα – καλοκαίρι ήταν οι Πέντε Βρύσες του Αγίου Στεφάνου, η βρύση της Παναγιάς και η πηγή που ανέβλυζε μέσα στη λίμνη και βρίσκονταν στην ανατολική περιοχή της κοντά στα νησιά. Οι άλλες πηγές της ευρύτερης λεκάνης που το χειμώνα με τους γύρω χειμάρρους τροφοδοτούσαν τη λίμνη, κατά το καλοκαίρι δεν έφταναν σε αυτή.
Τα νερά που περίσσευαν από τη λίμνη έφευγαν από το βορειοδυτικό άκρο της με τον χείμαρο Μπαμπαλή από τη χαράδρα των Πέντε Μύλων προς το ποτάμι των Σοφάδων και τον Πηνειό, τερματίζοντας τη ροή τους στο Αιγαίο Πέλαγος. Η λίμνη είχε σχήμα αχλαδιού που στη θέση του κοτσανιού του είχε ο χείμαρος Μπαμπαλής.
Μέσα από το εξωτερικό περίγραμμα της λίμνης υπήρχε βάλτος σε ζώνη ποικίλου πλάτους. Γύρω από τη ζώνη του βάλτου υπήρχε η ζώνη των τσαιριών που λόγω της πολλής υγρασίας έμεινε ακαλλιέργητη και αποτελούσε χορτολειβαδική έκταση. Στο ανατολικό άκρο της λίμνης τα δυο νησάκια συνολικής έκτασης 500 – 600 στρεμμάτων περιβάλλονταν από την εξωτερική τους πλευρά από τη ζώνη του βάλτου, ενώ την εσωτερική, χωρίς βλάστηση ακτή, την έβρεχαν τα καθαρά νερά της λίμνης. Το βάθος των καθαρών νερών της λίμνης κατά το χειμώνα ήταν γύρω στα 4 μέτρα, ο δε πυθμένας της είχε λάσπη πάχους 3.50 περίπου μέτρα.
ΑΘΗΝΑ, 

ΕΝΑ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ...



Ούτε καν ήξερα μέχρι τότε που ήταν το Μέγα Δέρειο και ένοιωσα σαν να ήμουν στην άκρη της γης. Ήταν και τα σύνορα βλέπετε που ακόμα έπαιζαν για την Ελλάδα. Μου άρεσε όμως γιατί έμοιαζε με τον τόπο του. Γύρω από το στρατόπεδο ήταν όλο χωράφια και δάση με βελανιδιές, όπως στη Δυτική Φθιώτιδα που μεγάλωσα. Κοντά ήταν το χωριό όπου μόνο δυο οικογένειες δεν ήταν Πομάκοι. Με τους πρώτους ήμασταν επιφυλακτικοί ενώ με τους δεύτερους περνάγαμε τέλεια. Επειδή ήματαν διασκορπισμένοι σε φυλάκια για να προσέχουμε τις εγκαταστάσεις πεινούσαμε γιατί μας έφερναν φαγητό με το αυτοκίνητο και δεν έφτανε ποτέ. Έτσι δίναμε στα κρυφά βέβαια (όλοι το ήξεραν αλλά δεν μιλούσε κανένας) καύσιμα στους Πομάκους που ζούσαν σε απομακρυσμένους οικισμούς και παίρναμε αυγά και τυρί και μαγειρεύαμε. Στην ουσία κανένας δεν ενδιαφέρονταν για μας κι ζούσαμε μέσα στην ασυδοσία. Από τη σειρά μου δεν έπαθε κανένας τίποτα εκεί αλλά μετά από 15 χρόνια μάθαμε, πως στο μεσαίο, όπως λέγαμε φυλάκιο, κάηκαν δυο στρατιώτες την ώρα που κοιμόνταν. Ήταν αναμενόμενο... 

ΑΘΗΝΑ, 27092016

ΠΩΣ ΣΠΑΜΕ ΚΑΡΥΔΙΑ ΧΩΡΙΣ ΣΦΥΡΙ…


Τα καρύδια είναι ένας πολύτιμος απ’ όλες τις απόψεις, καρπός της ελληνικής γης και η συλλογή τους γίνεται τούτες τις ημέρες σε όλα τα ορεινά χωριά που υπάρχουν ακόμη καρυδιές και δεν έχουν κοπεί να γίνουν έπιπλα. Το λέω αυτό γιατί κατά την δεκαετία του ’60, τα χρόνια που κορυφώθηκε η εσωτερική μετανάστευση αποψιλώθηκε σχεδόν ολόκληρη η ελληνική ύπαιθρος από τις παλιές καρυδιές γιατί ως ξύλο απέφεραν άμεσο χρήμα και ήταν πολλές οι οικογένειες που χάρη στα χρήματα από τις καρυδιές πλήρωσαν την πρώτη εγκατάστασή τους στα υπόγεια της Κυψέλης και πάνω - κάτω στην Πατησίων.

Παρ’ αυτά διατηρήθηκαν αρκετά δέντρα και μεγάλωσαν κάποια άλλα και αν τα θέλει η χρονιά καρπίζουν αλλά σε όλα τα χωριά λείπουν τα χέρια για να τα μαζέψουν και πολύ περισσότερο οι άνθρωποι που μπορούν να ανέβουν πάνω στις καρυδιές και να της τινάξουν. Γι’ αυτό και όλοι περιμένουν πότε θα πέσουν τα ώριμα καρύδια από το δέντρο για να προλάβουν μάλιστα από τα τρωκτικά που καιροφυλακτούν να τα αρπάξουν.
Αυτή είναι λίγο πολύ η μικρή ιστορία με τα καρύδια και είναι τυχεροί όσοι έχουν ακόμη κάποιες καρποφόρες καρυδιές στα χωριά τους. Τα καρύδια όμως, δεν τρώγονται με το τσόφλι τους, ένα πολύ σκληρό ξυλώδες κέλυφος που προστατεύει απόλυτα τον καρπό. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι για να τα γευτούνε, τα σπάνε είτε με σφυράκια στο πολύ χωριάτικο, είτε με τους λεγόμενους καρυοθραύστες στο πιο αστικό.
 
Όποιος όμως θέλει να σπάσει ένα καρύδι στα γρήγορα και δεν έχει ούτε μια πέτρα διαθέσιμη κοντά του, μπορεί να το κατορθώσει βάζοντας δυο καρύδια στην παλάμη του και ανάλογα με τη δύναμη που έχει, να τα σφίξει δυνατά και να τα σπάσει με την πίεση που θα ασκήσει ο ένας καρπός πάνω στον άλλο. Συνήθως με αυτό τον τρόπο σπάζει μόνο ένα καρύδι αλλά δεν αποκλείεται να ραγίσει και το άλλο οπότε με μια κίνηση να έχουμε  δυο επιτυχή αποτελέσματα.  Στις φωτογραφίες, μπορείτε να δείτε τον τρόπο με τον οποίο τοποθέτησε πριν από λίγες μέρες στην Καστανιά της Ευρυτανίας ο καλός φίλος Μάκης Χαρικόπουλος δυο καρύδια στα χέρια του και κατάφερε να σπάσει το ένα.

- Σημειώνουμε, πως τα καρύδια πρέπει να αφεθούν λίγες μέρες στον ήλιο να ξεραθούν γιατί η φλούδα του καρπού όταν είναι ακόμη χλωρά πικρίζει και πρέπει να ξεφλουδιστούν πριν μπουν στο στόμα...

ΚΑΣΤΑΝΙΑ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ, 26092012

Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΓΙΟΡΤΗ ΚΡΑΣΙΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΟΒΡΑΧΑ



Η Παλαιοβράχα είναι ένα μεγάλο, ιστορικό χωριό της Δυτικής Φθιώτιδας στις πλαγιές του Γουλινά, ενός χαμηλού βουνού σε σύγκριση με το επιβλητικό Βελούχι ή την ελαφρά Οίτη αλλά με το προνόμιο, αυτό να έχει υπάρξει κάποτε ένα ενεργό ηφαίστειο και σε τούτο ακριβώς οφείλεται και η ιδιαίτερη σύσταση των εδαφών της περιοχής η οποία είναι ιδανική για την αμπελουργία. Έτσι λοιπόν, τα αμπέλια και το κρασί της Παλαιοβράχας ήταν πάντα εξαιρετικής ποιότητας, ονομαστά και περιζήτητα και πιο μακριά από τις τοπικές αγορές.

Ο Κανάρης Τσίγκανος σερβίρει κρασί

Πολύ καλές οι ομάδες που ανέλαβαν το ψήσιμο
Ο πρόεδρος του Συλλόγου Κώστας Τσιρώνης, ο Κανάρης
 Τσίγκανος και Παλαιοβραχινοί στη "Γιορτή Κρασιού"
Ο Πάνος Κοντοεγεώργος με τον Νίκο Κολοβό
Η αμπελουργία λοιπόν και η οινοποιία ήταν οι τέχνες που ήκμασαν και ακμάζουν ακόμη στην Παλαιοβράχα και γι’ αυτό χθες το βράδυ, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Παλαιοβράχας διοργάνωσε την πρώτη «Γιορτή Κρασιού Παλαιοβράχας» η οποία σημείωσε μεγάλη επιτυχία και ως φαίνεται θα εξελιχθεί σε ένα ιδιαίτερο γεγονός για την περιοχή. Τα ωραία κρασιά που δοκίμασαν ντόπιοι και επισκέπτες πρόσφεραν οι παραγωγοί Πάνος Αθανασίου, Γεώργιος Μπόης, Αθανάσιος Τσάμης, Χρήστος Παπαευθυμίου, Θανάσης Μπαλάφας, Κώστας Μπαλάφας, Ιωάννης Ράπτης και Δημήτρης Ράπτης ενώ τα μέλη του Συλλόγου φρόντισαν για την διοργάνωση και ιδιαίτερα για τα σουβλάκια και τα λουκάνικα καθώς και για το σερβίρισμα του κρασιού, πράγμα στο οποίο διακρίθηκε ο συνάδελφος Κανάρης Τσίγανος τον οποίο κέρδισε η Παλαιοβράχα και ασχολείται επιτυχώς με τα μελίσσια και τα χωράφια του.





Η Γιορτή Κρασιού Παλαιοβράχας είχε μεταξύ των άλλων και μια ωραία έκπληξη, τους «Γλεντιστάδες» από τον Μεσότοπο Λέσβου, που εντυπωσίασαν με την αρτιότητα της παράστασης τους και της πρότασης που μεταφέρουν ενώ για το γλέντι που ακολούθησε, η κομπανία του Κώστα Ευθυμίου ξεσήκωσε όλο τον κόσμο. 

Με τον Κανάρη Τσίγκανο πίνουμε στην υγεία όλων μας.

Από πλευράς μου εύχομαι του καλή συνέχεια στη "Γιορτή Κρασιού Παλαιοβράχας" και βεβαίως την καλύτερη πορεία για τα ωραία κρασιά της Δυτικής Φθιώτιδας και καλή δύναμη στους αμπελουργούς και τους οινοποιούς όλης της περιοχής μας.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 25092016

Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

ΘΕΣΣΑΛΟΙ ΟΡΕΙΒΑΤΕΣ ΣΤΑ ΙΝΔΙΚΑ ΙΜΑΛΑΙΑ




Πριν λίγες μέρες επέστρεψε στην Ελλάδα η Ελληνική ορειβατική αποστολή από τα Ινδικά Ιμαλάια και συγκεκριμένα από την περιοχή Ladakh του Κασμίρ. Η μικρή ορειβατική ομάδα αποτελούμενη απ' τους Nίκο Κρούπη απ' την Ελάτη Τρικάλων (αρχηγός της αποστολής), Γιώργο Μαργαρίτη απ' το Νεραϊδοχώρι Τρικάλων και Πέτρο Τόλια απ την Οξυά Καρδίτσας, μέλος του Ελληνικού Ορειβατικού Συλλόγου Καρδίτσας (ΕΟΣΚ), κατάφερε στις 25 ημέρες που διήρκησε το μεγάλο ταξίδι να ξεπεράσει τους αρχικούς της στόχους και προσδοκίες.



Η ομάδα παρά τα προβλήματα υγείας που παρουσιάστηκαν και τις αντίξοες καιρικές συνθήκες, κατάφερε να πραγματοποιήσει με επιτυχία ανάβαση σε τέσσερις κορυφές πάνω απ τα έξι χιλιάδες μέτρα, Stok Kangri 6123 μέτρων, Mentok 1 6282 μέτρων, Mentok 2 6248 μέτρων και Mentok 3 6153 μέτρων. Οι παραπάνω κορυφές είναι οι ψηλότερες του ορεινού όγκου Stok Range των Ιμαλαΐων στην βορειοδυτική Ινδία.


Ενδιάμεσα αυτών των αναβάσεων η ομάδα έφτασε πολύ κοντά και σε έναν μεγάλο άθλο, καθώς επιχείρησε να σκαρφαλώσει στην απόκρημνη και ασκαρφάλωτη κορυφή Nya Kangri, 6480 μέτρων. Τα μέλη της αποστολής κατάφεραν με μεγάλη δυσκολία να ανεβάσουν την κατασκήνωσή τους σε υψόμετρο 5830 μέτρων κάτω ακριβώς απ την βόρεια και απότομη ράχη της κορυφής. Το βράδυ όμως πριν την ανάβαση και ενώ ετοιμάζονταν ο εξοπλισμός της ομάδας, ο καιρός άλλαξε δραματικά με ισχυρούς ανέμους και χιονόπτωση, σε λίγες ώρες το χιόνι έφτασε τους 50 πόντους αναγκάζοντας την ομάδα πριν ακόμα ξημερώσει να εγκαταλείψει την όλη προσπάθεια και το βουνό.



Αξίζει να αναφερθεί πως σε όλες τις αναβάσεις η ομάδα κινήθηκε χωρίς την υποστήριξη από βαστάζους, μουλάρια, οδηγούς και μάγειρες, δηλαδή χωρίς την βοήθεια κανενός μέσου στο βουνό, παρά μόνο με τις δυνάμεις των ίδιων των ορειβατών, πραγματοποιώντας έτσι τις αναβάσεις καθαρά με αλπική μορφή.
Θερμά συγχαρητήρια στα μέλη της αποστολής, για το σπουδαίο αυτό εγχείρημα.

- Αναδημοσίευση από τον ιστότοπο του ΕΟΣ Καρδίτσας.

ΑΘΗΝΑ, 22092016

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

ΕΝΑΣ ΦΩΤΟΓΕΝΗΣ ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ



Αυτός ο μικρός σκαντζόχοιρος είχε βγει βόλτα με τη χθεσινή δροσιά να βοσκήσει σε τίποτα κήπους, στο χωριό μου και άθελά του βρέθηκε στο δρόμο που περνούν τα αυτοκίνητα. Ήταν τυχερός όμως, γιατί η οδηγός που άθελά της τον τύφλωσε, φρενάρισε. Το ζωάκι τρόμαξε και η καρδιά του χτύπαγε σαν ταμπούρλο σαν βρέθηκε κατόπιν στη χούφτα της αδερφής μου που αψήφησε τα αγκάθια του (αν και μικρός κι αυτού καρφώνουν δυνατά) για να τον απομακρύνει από το επικίνδυνο σημείο. Πριν τον απολύσουμε σε ένα κήπο μακριά από το δρόμο όπου θα είχε ασφάλεια, ο μικρός σκαντζόχοιρος αποδείχθηκε πως ήταν ιδιαίτερα φωτογενής και άφησε το φλας να τον χαϊδέψει...







ΥΓ. Στο θέμα σχαντζόχοιροι στα χωριά θα δοθεί σύντομα συνέχεια.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 21092916

ΚΟΝΤΑΙΝΟΥΝ ΟΙ ΜΕΡΕΣ, ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ ΟΙ ΦΕΤΕΣ…



Το φάγαμε σαν καρπούζι κι αυτό το καλοκαίρι. Η τελευταία φέτα του έμεινε για σήμερα που μετράει ίσια η μέρα και ίσια η νύχτα και από απόψε που στρίβει ο ήλιος κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο αρχίζουμε να μετράμε μικρότερες μέρες και μεγαλύτερες νύχτες ως τα Χριστούγεννα και να πάρουμε πάλι τον ανήφορο για το καλοκαίρι. Καλά να είμαστε και του χρόνου ελπίζω να είμαστε και καλύτερα και να έχουμε και δική μας παραγωγή καρπουζιών καθώς προμηθεύτηκα από τώρα μοναδικό σπόρο από την Τήνο. (Η φωτογραφία από τον 4ο Ποδηλατικό Άθλο της Ρούμελης, στη βρύση του Αρβανίτη όπου ο Σύλλογος Δρομέων Φθιώτιδας μας καλωσόρισε με ένα φορτηγό δροσερά καρπούζια).

ΑΘΗΝΑ, 21092016