Google+ Badge

Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2016

ΚΟΥΔΟΥΝΑΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΚΤΗΜΟΝΑ

Με τον Άρχοντα Βασίλη Χατζηϊακώβου στο «Ναυτίλο».
Με τον Αντωνάκη και τον Γιάννη Τσατσαράγκο στο «Προδόρπιο».
Το είχα σχεδιάσει από καιρό αλλά δεν είχα προβλέψει πως η Αθήνα θα είναι αυτές τις ημέρες σαν επαρχία της Σιβηρίας και έτσι δεν πρόκοψε εισπρακτικά η έξοδος για τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς προκειμένου να ενισχυθεί το έργο του Ακτήμονα. Πήρα τα δυο ωραία κουδούνια –πραγματικά και όχι τίποτα μαϊμούδες- που έχω στη συλλογή μου και τα οποία περιμένουν όταν φτιάξω κοπάδι από γίδια να τα βάλω σε κανένα μουνουχισμένο τράγο γιατί άλλος ενεργός δεν μπορεί να αντέξει το βάρος τους και βγήκα να τα πω στα πέριξ της Ακαδημίας καταστήματα.




Πρώτη στάση ήταν το «Προδόρπιο» όπου τα είπα στον Αντωνάκη και στον Γιάννη Τσατσαράγκο από την Καστανιά που έτυχε να είναι εκεί και για να θυμόμαστε την ωραία στιγμή βγάλαμε και μια φωτογραφία μπροστά στο δεντράκι που στόλισαν εκεί. Βγήκα από το Προδόρπιο με στόχο να περάσω και από άλλα καταστήματα αλλά σύντομα διαπίστωσα πως ήμουν εκτός συναγωνισμού καθώς ένα σωρό παρέες από πιτσιρίκια και είχαν σαρώσει τα ψιλά απ’ όλα τα ταμεία. Έτσι κατευθύνθηκα προς τον «Ναυτίλο» για να είμαι τουλάχιστον σε φιλικό και ζεστό μέρος περιμένοντας και τον Πρόεδρο της Αριστοκρατικής Αναρχίας, Άρχοντα Βασίλη Χατζηϊακώβου να κάνουμε ντουέτο να πάμε στα γύρω βιβλιοπωλεία τουλάχιστον αλλά αργούσε γιατί προετοιμάζονταν για το ρεβεγιόν κι έτσι έμεινα να χαϊδεύω τα κουδούνια χωρίς να τα χτυπάω βέβαια γιατί με στραβοκοίταζε ο Κώστας που δεν του αρέσουν αυτά τα βουκολικά. Δέησε κάποια στιγμή να έρθει αλλά είχε περάσει η ώρα και ούτε σκόνη από κουραμπιέδες δεν θα βρίσκαμε όπου και να πηγαίναμε κι έτσι, βγάλαμε μια φωτογραφία να θυμόμαστε την ωραία απόπειρα και είπαμε του χρόνου να ετοιμαστούμε καλύτερα. Τα κουδούνια πάντως τα έχουμε πρόχειρα γιατί μπορεί να χρειαστούν και για άλλες περιστάσεις, καταλαβαίνετε φαντάζομαι τι υπονοώ…

ΑΘΗΝΑ, 31122016

ΑΙΣΙΟΝ ΚΑΙ ΕΥΤΥΧΕΣ ΤΟ 1917!!!


Οι ευχές του 1917 είχαν και αποστολέα και αποδέκτη.
Είχα κάποτε τη διάθεση (και την άνεση) να μαζεύω διάφορα πράγματα που είχαν σχέση με το τυπωμένο χαρτί και τη δουλειά· όπως βιβλία, περιοδικά, φωτογραφίες και καρτ ποστάλ. Είχα μάλιστα κατορθώσει να φτιάξω μια ωραία συλλογή απ’ όλα αυτά αλλά καθώς για ένα διάστημα που ήμουν μετέωρος από κατοικία την είχα παρκάρει σε ένα υπόγειο, στο καταφύγιο πολέμου για να είμαι πιο σαφής μιας παλιάς πολυκατοικίας στην οδό Κοδρικτώνος μια μέρα που πήγα να τα δω τα βρήκα όλα να πλέουν μέσα σε μια λίμνη από νερό. Από τότε και πέρα σταμάτησα να μαζεύω τέτοια πράγματα αλλά έμειναν κάποια να μου θυμίζουν μια περιουσία που έγινε πολτός το 1995 καθώς και μερικά μοναδικά κομμάτια που χάθηκαν για πάντα.

Τέλος πάντων· απ’ αυτά που σώθηκαν ανακάλυψα σήμερα που ξύνω τον πάτο του αρχείου μια σειρά ευχετήριων καρτών που είχαν σαν θέμα την πρώτη ημέρα του νέου (για τότε) έτους τις οποίες μάλιστα είχα πληρώσει πανάκριβα και ανάμεσά τους είδα μια του 1917 χωρίς δυστυχώς το φάκελλο που τη συνόδευε και ο οποίος θα μας αποκάλυπτε κάποια ιδιαίτερα στοιχεία! Έναν αιώνα ακριβώς πίσω, μια χρονιά που έγινε ένα από τα σπουδαιότερα γεγονότα της σύγχρονης ιστορίας, η Οκτωβριανή Επανάσταση στην Ρωσία και ακολούθησε η επικράτηση του σοβιετικού καθεστώτος και από τότε ως τα σήμερα συνεχίζει να επηρεάζει τις εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο και κανείς δεν ξέρει πότε θα πάψουμε να αναφερόμαστε σε αυτή και τις συνέπειές της.

·

Με μια ευχετήρια κάρτα λοιπόν για το 1917 την οποία βλέπω περισσότερο σαν εισιτήριο για ένα ταξίδι αυτογνωσίας και μελέτης της ιστορίας στον αιώνα που μας πέρασε, τσιγκλάω το πολυαναμενόμενο 2017 να μας αποκαλύψει ή τουλάχιστον να μας στρώσει το δρόμο για μια καλύτερη εποχή την οποία όλοι έχουμε ανάγκη και όλοι μαζί μπορούμε να την υποστηρίξουμε…

ΑΘΗΝΑ, 31122916


Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

ΤΑ ΧΙΟΝΙΑ ΩΣ ΑΠΛΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ


Τα χιόνια ήταν για μένα ένα συνηθισμένο φαινόμενο γιατί μεγάλωσα σε ένα χωριό την εποχή μάλιστα που ο καιρός λειτουργούσε κανονικά και ο ερχομός τους κάθε χειμώνα –άλλοτε νωρίς τον Δεκέμβρη και άλλοτε όψιμα τον Φλεβάρη- αντιμετωπίζονταν ως μια ακόμη περίοδος στον αέναο κύκλο διαδοχής των εποχών και τίποτα παραπάνω…

Έτσι υποδεχόμασταν το χιόνι· λειτουργούσε μάλιστα και ως κριτήριο αναφορικά με την προετοιμασία που είχε κάνει κάθε νοικοκύρης για να το δεχτεί σε αγαθά για το σπίτι (τρόφιμα, ξύλα, σκεπάσματα) αλλά και ζωοτροφές για το κοπάδι του καθώς και για την προστασία που έπρεπε να έχει για ζημιές από τυχόν εξάρσεις των καιρικών φαινομένων. 

Έρχονταν λοιπόν το χιόνι και εκείνος ο κόσμος έμοιαζε να παίρνει έναν ύπνο κάτω από το λευκό στρώμα που σκέπαζε όλη την πλάση – ύπνο που ήταν τόσο απαραίτητος για να ανανεωθούν οι δυνάμεις για την άνοιξη που θα άρχιζε πάλι ο αγώνας της επιβίωσης.
Πόσες ημέρες ήταν που ζούσαμε κάτω από το χιόνι; Δέκα, είκοσι, ένα μήνα, μπορεί και δύο μήνες ανάλογα με το υψόμετρο που ήταν το χωριό και βεβαίως ανάλογα με την ένταση του χειμώνα που ποτέ δεν ήταν η ίδια κάθε χρόνο. Το 1967 θυμάμαι πως χιόνισε τα Χριστούγεννα και έφυγε από τη γη το τελευταίο χιόνι την Μεγάλη Παρασκευή και είχε καταγραφεί ως μια δύσκολη χρονιά για ανθρώπους και ζωντανά. Άλλες χρονιές ο χειμώνας χαρακτηρίζονταν από πολλές βροχές αλλά δεν ήταν και λίγες εκείνες που έκανε πολύ κρύο, όπως η φετινή καθώς επικρατούσαν οι σκληροί βοριάδες και όχι η ανάσα του νοτιά.

Εκείνο όμως που είχε μεγαλύτερη σημασία ήταν τι βλέπαμε όταν έφευγε ο χειμώνας· σπασμένα κλαδιά στα δέντρα από το βάρος του χιονιού· ζημιές στις στέγες των σπιτιών, των αχυρώνων και των καλυβιών· νεροφαγώματα στα μονοπάτια και καθιζήσεις στα κήπια από τα νερά αλλά και τις απώλειες σε κάθε κοπάδι από τις κακουχίες και την πείνα γιατί δεν προσφέρονταν τα χωράφια και το δάσος για βοσκή ιδιαίτερα όταν αυτά τα κάλυπτε ο πάγος. Έτσι γίνονταν κάθε χρονιά και ήμασταν όλοι προετοιμασμένοι για κάθε απρόοπτο...

ΥΓ. Η φωτογραφία από την αγαπημένη μου σειρά «ΤΟ ΓΑΡΔΙΚΙ ΟΜΙΛΑΙΩΝ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ» που έγινε στις 3 Φεβρουαρίου 2005 και μου έχει μείνει αξέχαστη…


ΑΘΗΝΑ, 30122016

Πέμπτη, 29 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΣ ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ


Είμαι από τους ανθρώπους που δεν αρκούνται να γνωρίζουν την Ελλάδα μόνο το καλοκαίρι ή την περίοδο των διακοπών και πάντα μου άρεσε, όταν εύρισκα ευκαιρία να πηγαίνω σε κάποια μέρη με οποιοδήποτε καιρό –μου άρεσε μάλιστα να είμαι εκεί σε εξαιρετικές καταστάσεις– και φυσικά έφευγα απ’ με αρκετές φωτογραφίες και πολλές 
σημειώσεις.



Ήταν τότε που κυκλοφορούσαν αρκετά περιοδικά και φιλοξενούσαν τα κείμενά μου κι έτσι, είχα την άνεση να ταξιδεύω συχνά και απ’ αυτή τη δουλειά μου έμεινε ένα σπουδαίο αρχείο από τους τόπους που επισκέφτηκα και κομμάτια του, άλλα δημοσιευμένα και άλλα αδημοσίευτα, ανακαλύπτω αυτές τις ημέρες και μου αρέσει να τους δίνω μια ακόμη ευκαιρία ανάγνωσης στο κυρίαρχο πλέον ΜΜΕ, το διαδίκτυο και να συμπληρώνω όσα είχαν μείνει μισά και ατελή. Δεν κρύβω ότι απ’ αυτά διαλέγω τα καλύτερα, τα ξανακοιτάζω και τα βάζω σε μια σειρά για να γίνουν κάποια στιγμή κάποια βιβλία και ως το τέλος του χειμώνα που έβαλα ένα όριο στην αρχειοθέτηση ελπίζω να τα καταφέρω.



Σκάβοντας κυριολεκτικά στο αρχείο τούτες τις ημέρες, έφτασα σε ένα κοίτασμα των πρώτων χρόνων της δεκαετίας του ’90 και βρήκα κάποιες φωτογραφίες από ένα ταξίδι στη Μεσσηνία και το πέρασμα από το Βάσσες για να δω, από μακριά λόγω της χιονόπτωσης το ναό του Επικούρειου Απόλλωνα που μου αρέσει πολύ και κάποιων λειψάνων της αγροτικής ζωής στην περιοχή. Από εκείνη την έξοδο είναι και οι φωτογραφίες με την σπάνια ομολογουμένως στιγμή έχει πέσει χιόνι και να δίνει μια άλλη ομορφιά όχι μόνο στο αξεπέραστο μνημείο αλλά και στα άλλα ταπεινότερα που είναι γεμάτη η περιοχή.


Είχα πάει αρκετές φορές στον Επικούρειο Απόλλωνα αλλά η φορά που τον είδα (έστω και κάτω από την τέντα) χιονισμένο μου άρεσε περισσότερο απ’ όλες και δεν τόλμησα να πάω να περπατήσω κοντά του να μη σπάσω τη σιωπή που επέβαλε ο χειμώνας στο μνημείο. 

ΑΘΗΝΑ, 29122016

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2016

ΠΟΤΕ ΧΙΟΝΙΖΕΙ ΜΕΣΑ ΣΤΑ ΑΓΡΑΦΑ;



Σπάνια χιονίζει στα Άγραφα γιατί το χωριό είναι χτισμένο σε μια βαθιά πλαγιά και περιτριγυρίζεται από ψηλές κορυφές οι οποίες εμποδίζουν τον βαρύ καιρό που έρχεται από το Αιγαίο να τις περάσει. Το ορεινό συγκρότημα των Αγράφων αποτελεί ένα τεράστιο τείχος που διαφυλάσσει τον κόσμο του από τους βοριάδες και οι πρώτοι οικιστές σίγουρα πήραν υπόψη τους αυτή την ιδιομορφία πριν βάλλουν τα θεμέλια των μικρών χωριών τους. Έτσι μπορεί, μέχρι τα θεσσαλικά, όπως καλούνται κάποια βουνά των Αγράφων το χιόνι να φθάσει και τα δύο μέτρα αλλά ποτέ μέσα στο χωριό δεν θα ξεπεράσει τους 20 πόντους και το γεγονός ευνοούσε κατά το παρελθόν τα διαρκώς χειμαζόμενα αιγοπρόβατα του τόπου και διευκόλυνε κάπως τη μόνιμη εγκατάσταση των αδυνάμων και του κοσμάκη. 

- Το χωριό Άγραφα ασπρίζει μόνο όταν ο καιρός είναι δυτικός
·
Γιαννιώτη λένε τον αέρα που τον φέρνει και καμιά φορά το χιόνι φτάνει ως την κοίτη του Αγραφιώτη ποταμού αλλά για να μη δυστυχήσουν τα ζωντανά ποτέ ο τόπος δεν το κρατάει παραπάνω από δυο – τρεις ημέρες. 
ΑΓΡΑΦΑ, 12012007

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2016

ΠΩΣ ΕΝΑΣ ΚΑΝΘΑΡΟΣ ΓΛΥΤΩΣΕ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΑΚΙ…



Ανάμεσα στα άλλα, εορταστικά ή μη, που κάνω αυτές τις ημέρες στο χωριό, σχίζω και ξύλα για να μπαίνουν καλύτερα στο τζάκι και αυτό είναι μια τέχνη που ξέρω καλά καθώς έχω ασχοληθεί με την υλοτομία από τα παιδικά μου χρόνια. Έτσι λοιπόν σήμερα, προσπαθώντας να σκίσω με σφήνες ένα μεγάλο κομμάτι ξύλου ξερής καστανιάς, σαν αυτό έγινε δυο κομμάτια είδα με έκπληξη πως διατάραξα την ησυχία ενός μεγάλου, ωραίου και λαμπερού κανθάρου (από το είδος φαντάζομαι που αποδομεί το ξύλο) ο οποίος αφού ροκάνισε ένα τούνελ μέσα στο ξύλο, έφτιαξε για τον εαυτό του ένα καταφύγιο ή πιθανόν και χώρο επώασης των αυγών των απογόνων του. Ο κάνθαρος μόλις βρέθηκε έτσι ξαφνικά στο φως, έμεινε για λίγο ακίνητος και μετά, σιγά - σιγά και τελετουργικά βγήκε από το καταφύγιό του και απομακρύνθηκε αναζητώντας άλλο ξύλο να αρχίσει να σκάβει καινούργιο τούνελ για να χωθεί μέσα, συλλογιζόμενος ίσως πως χάρη στο σκίσιμο του ξύλου γλύτωσε από την περίπτωση να γίνει ψητός στο τζάκι…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 26122014

ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΚΑΙ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ ΤΟΥ ΔΑΣΟΥΣ



Το χιόνι είναι ένα φαινόμενο που σαφώς δεν κάνει διακρίσεις και ανάλογα με την έντασή του και το υψόμετρο του τόπου, όταν πέφτει πάνω σε κάθε πράγμα της γης του αυξάνει το ύψος από λίγα εκατοστά μέχρι πολλές φορές το ένα μέτρο. Το χιόνι δεν μπορεί να πέσει περισσότερο στο ένα χωράφι ή λιγότερο στο άλλο ή να καλύψει μια στέγη και να αφήσει άδεια τη διπλανή της. Ένας παράγοντας πάλι που κάποιες φορές επηρεάζει το ύψος του χιονιού είναι ο δυνατός αέρας, τα νερά που τρέχουν στην επιφάνεια της γης, το είδος και η μορφή των δέντρων και βεβαίως το υλικό που είναι φτιαγμένη η όποια στέγη. 

Στην πρώτη περίπτωση ο αέρας όταν είναι δυνατός, αρπάζει κυριολεκτικά τις νιφάδες προτού ακόμα πέσουν στη γη και τις στοιβάζει στα σημεία που κόβεται η έντασή του και συχνά δημιουργεί στρώματα ύψους πολλών μέτρων. Αυτό συμβαίνει στις ανοιχτές πλαγιές των βουνών που ο αέρας κυριολεκτικά ξυρίζει τις εκτεθειμένες σε αυτόν γυμνές επιφάνειες και οδηγεί το χιόνι στις βαθιές χαράδρες όπου το ύψος του πολλές φορές είναι απύθμενο. Όταν πάλι πέφτει πάνω σε τρεχούμενα νερά ή σημεία που ποτίζονται από πηγές, ένας όγκος από τη μάζα του λιώνει και κυλά αόρατο κάτω από το στρώμα που διαρκώς χάνει ύψος εκτός από την περίπτωση που παγώσει οπότε και κερδίζει λίγους πόντους σε ύψος.

Το ύψος του χιονιού πάνω στα δέντρα ποτέ δεν είναι ίδιο. Αλλιώς στοιβάζεται πάνω στα έλατα και στα αειθαλή, αλλιώς πάνω στις λεύκες κι αλλιώς πάνω στους θάμνους. Στα ελατοδάση για παράδειγμα επικάθεται βαριά πάνω στα κλαδιά των ελάτων και ανάλογα με την αντοχή τους παραμένει εκεί αρκετές ημέρες ενώ στις λεύκες, λόγω του ύψους τους και τον αέρα πολύ σπάνια και μόνο σαν είναι χαμηλές οι θερμοκρασίες μπορεί να δημιουργήσει ένα λεπτό στρώμα. Το ίδιο γίνεται και με τα υπόλοιπα φυλλοβόλα αλλά ανάλογα σε κάθε είδος είναι και οι συνέπειες στα κλαδιά του από το βάρος του χιονιού.
 

Στις καρυδιές για παράδειγμα, όπως και στις μηλιές ή τις καστανιές όταν στα κλαδιά τους μαζευτεί μεγάλος όγκος χιονιού τότε σπάζουν ενώ το φαινόμενο είναι πιο σπάνιο στις κερασιές ή στις φουντουκιές που τα κλαδιά τους έχουν άλλη διάταξη πάνω στον κορμό. Οι θάμνοι: κέδρα, πουρνάρια, φιλίκια ακόμα και οι πυράκανθοι δεν έχουν πρόβλημα από τον όγκο του χιονιού λόγω της απόστασης των κλαδιών τους από το έδαφος ενώ πολλές φορές βρίσκονται στη δεινή θέση να φορτωθούν στις πλάτες τους και το χιόνι που πέφτε από τα κλαδιά των υπερκείμενων από αυτούς δέντρων και τότε επιστρατεύουν την υπομονή τους.
 

Σε γενικές γραμμές πάντως το χιόνι λειτουργεί ως ο αόρατος μέγας ξυλοκόπος γιατί με το βάρος του επιτελεί το μέγα έργο της αφαίρεσης από τα δέντρα των νεκρών και ασθενικών κλάδων οι οποίοι καθώς πέφτουν παρασύρουν στο έδαφος από το ίδιο αλλά και τα παρακείμενα δέντρα πολλά υγιή κλαδιά. Έτσι δημιουργούν κάτω από το δέντρο ένα στρώμα από καυσόξυλα με τα οποία πορεύονταν παλαιότερα οι κάτοικοι των παραδασόβιων χωριών ενώ τώρα ουδείς ασχολείται με αυτά και στις ημέρες μας αποτελούν τον υπ’ αριθμόν ένα κίνδυνο για την ανάφλεξη των δασών.
 


Είναι φορές όμως και ιδιαίτερα όταν ενσκήπτει έντονος νοτιάς ο οποίος φέρνει και πολύ βαρύ χιόνι ορισμένα δέντρα να λυγίσουν από το βάρος και να πέσουν στη γη παρασύροντας πότε λίγα αλλά και κάποιες φορές ολόκληρες συστάδες στο θάνατο. Έτσι παρατηρούμε πολλές φορές μεγάλες γυμνές λωρίδες μέσα στο δάσος και τούτο οφείλεται ακριβώς στην αδυναμία των δέντρων να σηκώσουν το βάρος του χιονιού. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα δέντρα καλούνται «κατακείμενα» και τα οποία είναι τα μόνα τα οποία μπορούν να απομακρύνουν από το δάσος για να καλύψουν τις ανάγκες τους αλλά αν δεν είναι δίπλα στο δρόμο αφήνονται να σαπίσουν και να γίνουν λίπασμα για τις επερχόμενες γενιές των δέντρων και του κόσμου του δάσους.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 25122009

ΟΛΑ ΤΑ ΚΑΛΑ ΣΤΟ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ «ΑΡΧΟΝΤΗ»

Ο Γιάννης Αρχοντής με την μητέρα του Κούλα καμαρώνουν για το μέλι παραγωγής τους

Ξεκίνησε πριν από τριάντα χρόνια να λειτουργεί και είναι σήμερα ένα πλήρες κατάστημα με τρόφιμα, ποτά, φρούτα και ότι χρειάζεται ένα νοικοκυριό και στο οποίο μπορεί να βρει ο ντόπιος αλλά και ο περαστικός προς το Καρπενήσι ότι θα εύρισκε και σε ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ κάπου αλλού. 
Πρόκειται για του σούπερ μάρκετ «ΑΡΧΟΝΤΗ» στο κέντρο του Αγίου Γεωργίου Τυμφρηστού του οποίου ψυχή είναι η Κούλα (Βασιλική) Αρχοντή και στην κίνηση των αγαθών ο γιος Γιάννης ο οποίος έχει κατορθώσει μέσα σε λίγα χρόνια να γίνει και ένας καλός μελισσοκόμος και το εξαιρετικό μέλι που παράγει διατίθεται από τους ίδιους. Ακόμη, στο σούπερ μάρκετ «ΑΡΧΟΝΤΗ» κάθε πρωί διατίθεται και το πολύ ωραίο ψωμί που φτιάχνει ακόμη στα ξύλα ο παραδοσιακός φούρνος του Αγίου Γεωργίου ενώ διαθέτει και το εκλεκτό τυρί του «Ρούσκα» από ντόπιο γάλα. Για όποιον τώρα θέλει να έχει έτοιμη την παραγγελία του για να μη καθυστερήσει, παίρνει στο τηλέφωνο 6981114169 και παραγγέλνει…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 26122016


Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΑΛΛΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ...



Άλλο πράγμα θυμάμαι ήταν τα περασμένα χρόνια η κατάλευκη ύπαιθρος και τα χιονισμένα δάση του Τυμφρηστού και άλλο πράγμα ο βαρύς χειμώνας μέσα και γύρω στα χωριά που κυκλοφορούσαν ακόμα πολλοί άνθρωποι και ζωντανά κάθε είδους και άφηναν τα σημάδια από το πέρασμά τους στα χωράφια, τις αυλές και τους δρόμους. Βάσει αυτών μάλιστα, ο καθένας μπορούσε να καταλάβει ένα σωρό πράγματα – από το ποιος πάτησε το χιόνι μέχρι την υγεία του όποιου σκύλου και του κοπαδιού ακόμη που πήγε στη βρύση να ποτιστεί…

Η κατάλευκη εξοχή εκείνα τα χρόνια ήταν ένας χώρος που το χιόνι την καθιστούσε άβατο για τους περισσότερους ανθρώπους πλην ορισμένων ξωμάχων κτηνοτρόφων που είχαν τις καλύβες τους στα χωράφια τους και πηγαινοέρχονταν φροντίζοντας τα ζωντανά τους και λίγων συγχωριανών που τους άρεσε να βγαίνουν για κυνήγι. Τότε θυμάμαι δεν ίσχυαν οι σχετικές απαγορεύσεις, τα θηράματα ήταν εν αφθονία κι έτσι όποιος διέθετε όπλο έβγαινε μια βόλτα στα χωράφια να χτυπήσει κανένα πουλί και σπανιότερα κάποιο λαγό για νοστιμέψει λιγάκι το μονίμως χειμαζόμενο τραπέζι της φτωχής οικογένειας. 

Στο δάσος πήγαιναν επίσης και οι κτηνοτρόφοι -πάντοτε κρυφά και με το φόβο του δασοφύλακα- να κόψουν κλαδιά ελάτων και μελά να ταΐσουν τα αρνοκάτσικά τους γιατί οι αποθηκευμένες ζωοτροφές δεν τους επαρκούσαν. Το χλωρό έλατο ήταν μια καλή και θρεπτική τροφή για τα ζώα και ιδιαίτερα για αυτά που είχαν γεννήσει και θήλαζαν. Έτρωγαν μέχρι και τη φλούδα των κλαδιών και κάποιες φορές το γάλα τους είχε γεύση ελάτου, όπως άλλωστε και των αγελάδων χαμομήλι από το σανό που είχε μέσα αυτό το μυρωδάτο φυτό. Ο μελάς (το γνωστό ως γκι, είναι ένα παράσιτο των ελάτων κυρίως με πολύ τρυφερά φύλλα το οποίο ήταν επίσης εξαιρετική τροφή των ζώων που στέγνωνε το στόμα τους από την ξηρά τροφή αλλά απαιτούσε ιδιαίτερη τόλμη από όποιον επιχειρούσε να ανεβεί το δέντρο και δεν ήταν σπάνιο να υπάρχουν θύματα από αυτή την ενέργεια. 

Φυσικά ουδέποτε θυμάμαι το χιονισμένο τοπίο εκείνα τα χρόνια να αποτελούσε αισθητική συγκίνηση - πόσο μάλλον να ενέπνεε κάποια διάθεση απόλαυσης καθώς εκείνες οι αγροτικές κοινωνίες το έβλεπαν ως δεσμά στον τόπο και στοιχείο αποκλεισμού. Είχαν βέβαια το λόγο τους να βλέπουν έτσι το χειμώνα γιατί μια παράταση του χιονιού στο έδαφος έστω για λίγες ημέρες απ’ όσο είχαν υπολογίσει, είχε πολλές φορές θλιβερά αποτελέσματα για την κτηνοτροφία τους. Κι αυτό επειδή δεν διέθεταν μεγάλους χώρους αποθήκευσης ζωοτροφών ή απλά δεν είχαν την απαραίτητη έκταση να τις καλλιεργήσουν και πολλές φορές τα ζωντανά τους πείναγαν. Ούτε δρόμοι υπήρχαν – και να υπήρχαν δεν είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν ζωοτροφές από άλλο μέρος κι έτσι διέτρεχαν πάντα τον κίνδυνο να χάσουν το κοπάδι τους. Κι από τους συγχωριανούς τους πάλι δεν μπορούσαν να ζητούσουν ούτε ένα δεμάτι κλαρί γιατί όλοι βρίσκονταν στην ίδια θέση.

Εκείνα τα χρόνια επίσης λίγα ήταν τα χωριά που είχαν σωστούς δρόμους που να τα συνδέουν με τον έξω κόσμο και αν είχαν, μέχρι να έρθουν τα μηχανήματα να τους καθαρίσουν από το χιόνι κόντευε πολλές φορές να πιάσει ο Μάρτης. Έτσι, όποιος είχε ανάγκη να βγει έξω από το χωριό δεν είχε άλλη επιλογή από το να πάει με τα πόδια ως τον κοντινότερο ανοιχτό δρόμο κι από εκεί αν έβρισκε μέσο να προωθηθεί στον προορισμό του. Σημειώνουμε πως αυτή η έξοδος γινόταν μόνο σε περίπτωση μεγάλης ανάγκης και στην επιχείρηση συμμετείχε πολλές φορές σχεδόν ολόκληρο το χωριό και όλοι αγωνιούσαν μέχρι να μάθουν πως ο συγχωριανός τους έφθασε ασφαλής εκεί που ήθελε. 

Από πού και πώς να το μάθουν, ήταν κι αυτό ένα ζήτημα καθώς ποτέ δεν ήταν σίγουρο πως ένα χιονισμένο δέντρο δεν θα έπεφτε πάνω στα σύρματα του τηλεφώνου και αν η βλάβη ήταν εύκολο να αποκατασταθεί από τους τεχνικούς του ΟΤΕ. Το ίδιο ίσχυε βέβαια και για όσα χωριά είχαν ηλεκτρικό γιατί από το βάρος του χιονιού κόβονταν συνεχώς τα σύρματα και άντε να ψάχνουν οι τεχνικοί της ΔΕΗ τώρα που ήταν η βλάβη και πώς να την διορθώσουν. Βέβαια το ηλεκτρικό ήταν το τελευταίο που απασχολούσε τους χωριάτες γιατί ακόμα δεν είχαν γεμίσει τα σπίτια με ηλεκτρικές συσκευές και ευαίσθητα προϊόντα που απαιτούσαν ψυγεία. 

Το πώς άνοιγαν τους δρόμους μέσα στα χωριά ήταν κάτι το ιδιαίτερα απλό. Τον πρώτο που πάταγε το χιόνι ακολουθούσε ένας άλλος και πατημασιά στην πατημασιά άνοιγε το αυλάκι που τους επέτρεπε να πάνε από σπίτι σε σπίτι, στις καλύβες ,στα καφενεία, την εκκλησία και το σχολείο το οποίο ακόμα και με ένα μέτρο χιόνι λειτουργούσε. Ήταν βλέπετε τότε όλα τα παιδιά μαθημένα από δυσκολίες και μπορούσαν να βαδίσουν αρκετή απόσταση μέσα στο χιόνι κι ακόμα, επειδή με το πολύ χιόνι δεν υπήρχαν εργασίες στα χωράφια και στα κοπάδια που έπρεπε να συμμετάσχουν ο βαρύς χειμώνας ήταν μια καλή ευκαιρία για περισσότερη ίσως μελέτη και προσοχή στα πράγματα και τα διδάγματα του σχολείου. 

Ένας μονοπάτι πάλι που άνοιγε υποχρεωτικά ο πρώτος που δεν είχε φροντίσει όσο ήταν καλός ο καιρός να έχει στο αμπάρι του αρκετό αλεύρι και μετά ακολουθούσαν οι άλλοι, ήταν αυτό που οδηγούσε στο μύλο του χωριού ενώ σε έκτακτες περιπτώσεις, όλοι οι χωριανοί άνοιγαν με φτυάρια το δρόμο ως το νεκροταφείο.

Σήμερα βέβαια τα πράγματα έχουν εντελώς αλλάξει και ο χειμώνας ακόμη και για τους λίγους εναπομείναντες μόνιμους κατοίκους των ορεινών χωριών μεταβάλλεται σε ένα στοιχείο κατανάλωσης όπως αυτή προβάλλεται από τα ΜΜΕ, έντυπα και ηλεκτρονικά. Ο χειμώνας σύμφωνα με αυτή την αντίληψη είναι μια εποχή που ο καταναλωτής πρέπει να επισκεφτεί τα ορεινά χωριά, να μείνει σε ξενώνες που να έχουν ικανοποιητική θέρμανση και απαραίτητα μεγάλο τζάκι. Να πάνε στην ταβέρνα με τα παραδοσιακά προϊόντα, όπως χοιρινό από το σούπερ μάρκετ της κοντινής πόλης, τυρί από την τάδε γαλακτοβιομηχανία, ψωμί από φούρνο της πόλης και άλλα τέτοια που ενθουσιάζουν τους επισκέπτες οι οποίοι δεν ξεχνούν επίσης να αγοράσουν και χωριάτικα λουκάνικα, παραδοσιακά γλυκά, κρασιά, τσίπουρα και άλλα αγαθά που παράγονται οπουδήποτε της Ελλάδας αλλά βαφτίζονται τοπικά μόλις περάσουν το κατώφλι κάθε χωριού και τα ίδια μπορείς να βρεις οπουδήποτε αλλού με διαφορετική εννοείται ετικέτα.

Δεν υπάρχει πλέον ο χειμώνας που ξέραμε αλλά μια εποχή που ανεξάρτητα από το κρύο και τα χιόνια μοιάζει απελπιστικά με όλες τις άλλες του χρόνου και τη διαφορά της κάνουν οι γιορτές των Χριστουγέννων και του νέου έτους όπως το Πάσχα για την άνοιξη ή ο Δεκαπενταύγουστος για το καλοκαίρι. Μια εποχή που το νόημά της έχει χαθεί κάτω από την ομοιομορφία της άνεσης που όλοι επιθυμούν να έχουν σαν κινούνται στο σκηνικό που είναι πλέον ολόκληρη η χώρα. Ένα σκηνικό που κατεβαίνει μόλις εξοφληθεί ο λογαριασμός μιας ακόμη εξόδου στην άδεια ελληνική περιφέρεια και αρχίσει το ταξίδι της επιστροφής…

ΥΓ. Η φωτογραφία στο Γαρδίκι Ομιλαίων, τέλη Ιανουαρίου 2005.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 27122004

Δευτέρα, 26 Δεκεμβρίου 2016

ΚΑΘΕΝΑΣ ΚΑΙ Η ΦΑΤΝΗ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΕΤΑΙ…



Η φάτνη, για μας τα παιδιά που μεγαλώσαμε τα μεταπολεμικά χρόνια στην ύπαιθρο Ελλάδα ήταν μια λέξη που καταλαβαίναμε από τα συμφραζόμενα, ήτοι τα ζωντανά, αγελάδες κυρίως που έτρωγαν από το παχνί, μια κατασκευή ξύλινη συνήθως που περιόριζε το σανό σε ένα συγκεκριμένο χώρο μπροστά τους, έτσι ώστε να μην τον πατάνε με τα ποδάρια τους και γεμίζει κοπριές αλλά γιατί αυτά τα ζωντανά μέσα στο στάβλο ήταν
πάντα δεμένα επειδή υπήρχε ο κίνδυνος να χτυπήσει το ένα το άλλο και τούτο θα ήταν μεγάλη ζημιά για τον νοικοκύρη που σε αυτά στήριζε την προκοπή του.

Το παχνί λοιπόν ή φάτνη κατά τις Γραφές, ήταν το πιο καθαρό μέρος μέσα σε ένα στάβλο και φυσικά στεγνό και ζεστό. Γι’ αυτό και το ανέφεραν συχνά στην κουβέντα τους οι χωριάτες και σαν κούνια παιδιού – δεν ήταν λίγες εξάλλου οι φορές και αυτό όχι επειδή έπαιρναν σαν παράδειγμα το Χριστό στη Βηθλεέμ όταν επρόκειτο για φτώχια, αλλά για καθαρά πρακτικούς λόγους έβαζαν εκεί κανένα μωρό για να ησυχάσει και να μην τους εμποδίζει στις δουλειές τους στο στάβλο. Δεν ήταν λίγες επίσης οι φορές που στο παχνί, εύρισκε καταφύγιο και κανένας ρέμπελος ή τιμωρημένος για αταξίες νέος του σπιτιού.

Τέτοια μου έρχονται πάντα στο νου όταν ακούω «εν τω σπηλαίω τίκτει» και ο νους μου συμπληρώνει το σκηνικό όχι με στάβλο αλλά με ένα σπήλαιο. Αυτό το πράγμα όμως δεν υπήρχε στην αντίληψή μου εκείνα τα χρόνια γιατί απλά στον Τόπο μας τα χωματένια βουνά δεν είχαν σπήλαια. Αντ’ αυτού όμως μπορούσαμε να καταλάβουμε τι είναι σπήλαιο από μια κουφάλα σε μεγάλο πλάτανο και τέτοιους είχαμε αρκετούς καθώς και σε ορισμένες υπεραιωνόβιες καστανιές στο λόγγο πάνω από το χωριό που είχαν μεγάλες κουφάλες.

Ένας τέτοιος πλάτανος με σπηλαιώδη κουφάλα είναι ο πλάτανος του Μουσχούτη. Έτσι έλεγαν ένα μακρινό πρόγονο που είχε ένα χωράφι ποτιστικό μάλιστα στην περιοχή Κμάσια (Κουμάσια) χαμηλά από το χωριό προς τον Σπερχειό. Εκείνο το σημείο αναφέρονταν συχνά και ως του Βαλτάσαρ – άγνωστο γιατί αλλά σίγουρα η ονομασία αχνοδείχνει πως κάποτε εκεί ζούσε ή πέθανε κάποιος που τον έλεγαν Βαλτάσαρ. Στις σχετικές αναμνήσεις επίσης αναφέρεται πως εκεί δίπλα κάποτε λειτουργούσε κάτι σαν χάνι, εξαιτίας του νερού που αναβλύζει στις ρίζες του πλατάνου και αυτό να το είχε κάποιος με το όνομα Βαλτάσαρ.

Ο συνδυασμός λοιπόν της μεγάλης κουφάλας με το όνομα Βαλτάσαρ τον οποίο ήξερα ως ένα από τους τρεις μάγους μου είχε δημιουργήσει την εντύπωση πως το σπήλαιο της Βηθλεέμ ήταν κάτι σαν την κουφάλα στον πλάτανο του Μουσχούτη και μέχρι σήμερα δεν την έχω αλλάξει. Στην κουφάλα αυτή η οποία έχει δημιουργηθεί, άγνωστο πότε από το κάψιμο της σάπιας σάρκας του πλατάνου και έχει μια διάμετρο περί τα τέσσερα μέτρα στη βάση της, έλεγαν πως έβαζαν όταν χάλαγε ο καιρός και πλάκωνε βροχή ένα ζευγάρι βόδια με τα οποία όργωναν και μαζί τους χωρούσε άνετα ένας άνθρωπος να στεγαστεί. Δεν ήταν λίγες εξάλλου οι φορές που εκεί έβρισκαν καταφύγιο και τσοπάνηδες οι οποίοι άναβαν φωτιά να ζεσταθούν κι έτσι είναι ακόμη καπνισμένο το εσωτερικό της κουφάλας. Ακόμη λένε πως στην περίοδο του αντάρτικου και του εμφυλίου πολλοί ήταν οι αντάρτες που είχαν κρυφτεί στην κουφάλα και λίγα σημάδια που άφησαν στον κορμό το επιβεβαιώνουν.

Στο χωράφι αυτό που είναι ο πλάτανος πήγαινα συχνά μέχρι την δεκαετία του ’70 γιατί εκεί καλλιεργούσαμε διάφορα όσπρια, τριφύλλι και καλαμπόκι που ποτίζονταν από μια στέρνα που έφτιαξε ο πατέρας μου το 1960 και είναι μέχρι σήμερα λειτουργική αλλά το νερό της πάει χαμένο γιατί παρατήσαμε όλες τις καλλιέργειες. Το καλοκαίρι που μας πέρασε ξεκίνησα το καθάρισμά του καθώς και της στέρνας που έχουν πνιγεί από τα αγριόδεντρα και τις επόμενες ημέρες θα συνεχίσω μέχρι να το ξανακάνω χωράφι και να φυτέψω κάποια δέντρα που θέλω και κλήματα. Το κάνω όμως και για να ελευθερώσω το περιβάλλον του πλατάνου και να πάρει ανάσα το γέρικο δέντρο. Αυτός είναι ένας λόγος που το επισκέφτηκα την παραμονή των Χριστουγέννων αλλά δεν κρύβω, πήγα εκεί να δω και αν ακόμη μπορώ να λογαριάζω ακόμη την κουφάλα του πλατάνου ως σπήλαιο της Βηθλεέμ όπως όταν άρχισα να γνωρίσω τον κόσμο και να αντιπαραβάλω στοιχεία του μύθου και της πίστης με την πραγματικότητα.


ΥΓ. Τον αγαπώ πολύ αυτόν τον πλάτανο και κάποιες στιγμές που νιώθω πως τα προβλήματα της ζωής είναι ανυπέρβλητα τον σκέφτομαι σαν καταφύγιο ή ακόμη και ως το τέλος. Σκέφτομαι πως όταν έρθει η ώρα και αποχαιρετήσω τα εγκόσμια δεν θα είμαι σε θέση να τους πείσω να με σκεπάσουν με χώμα και φύλλα μέσα στην κουφάλα και να λιώσει εκεί αλλά ως εναλλακτική λύση δεν αποκλείω και την περίπτωση να βάλουν εκεί τη στάχτη μου!

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 26122016

ΤΟ «ΧΑΝΙ ΠΛΑΤΑΝΙΑ» ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΠΑΛΙ…


Από αριστερά, Ανδρέας Πλατανιάς, Δήμητρα Μητσάκη και Γιάννης Πλατανιάς
Το «Χάνι του Πλατανιά» είναι στο δρόμο Λαμία – Καρπενήσι, λίγα χιλιόμετρα μετά τον Άγιο Γεώργιο και λίγο πριν αρχίσουν οι ανηφόρες για τις Ράχες Τυμφρηστού και από εκεί ξεκινάει και ο δρόμος που οδηγεί στα χωριά του Ανατολικού Τυμφρηστού, τη γενέτειρα Μεγάλη Κάψη και τα άλλα που ακολουθούν και καταλήγει μέσα στην Ευρυτανία.

Το Χάνι το οποίο ίδρυσε ο Γιάννης Πλατανιάς μετά το 1950, σε αυτό το κομβικό σημείο για την συγκοινωνία και μέσα στα πλατάνια γνώρισε δόξες σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του, ειδικά δε τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες που όλα τα χωριά ήταν γεμάτα κόσμο. Εκεί κατέβαιναν όσοι έρχονταν με τα ιστορικά ημιλεωφορεία από τα χωριά της Ευρυτανίας και έπαιρναν το λεωφορείο της γραμμής από τη Λαμία για να πάνε στο Καρπενήσι κι εκεί περίμεναν και το δικό τους τοπικό να επιστρέψουν. Εκεί όμως έκαναν στάση πολλά άλλα οχήματα για να πάρουν μια ανάσα οι επιβάτες τους πριν αρχίσουν οι δύσκολες ανηφοριές του Τυμφρηστού να πιούν έναν καφέ και εύρισκαν πάντα και ωραίο φαγητό.




Ήταν μερακλής ο μπάρμπα Γιάννης Πλατανιάς και πολύ αγαπητός άνθρωπος και γι’ αυτό τον προτιμούσαν και οι ντόπιοι και οι περαστικοί και το ίδιο ακολούθησε με τον γιο του Πάνο που ανέλαβε το Χάνι και ο οποίος μάλιστα το στόλισε με δεκάδες παραδοσιακά αντικείμενα – σχεδόν Μουσείο το είχε κάνει- κι έτσι το κράτησε μέχρις ότου δεν μπορούσε να το δουλέψει. Από τότε το Χάνι πήραν και το δούλεψαν για λίγα χρόνια άλλοι επαγγελματίες αλλά τώρα ήρθε η ώρα να το αναλάβει η Τρίτη γενιά των Πλαταναίων, τα αδέρφια Γιάννης, Ανδρέας και Κώστας και να αρχίσει μια νέα περίοδος γι’ αυτό. 


Ανδρέας και Γιάννης Πλατανιάς με ιστορικές φωτογραφίες από το Χάνι 
Το «Χάνι του Πλατανιά από την παραμονή των Χριστουγέννων επαναλειτουργεί υπό την διεύθυνση των γιων του Πάνου Πλατανιά. Πλήρως ανακαινισμένο και υποδέχεται τους πελάτες του σε μια ωραία αίθουσα με τζάκι συνεχώς αναμμένο όπου μπορούν να απολαύσουν τη στάση τους με καφέ, ποτά και φαγητό από σπιτική κουζίνα στην οποία μαγειρεύει η Δήμητρα Μητσάκη και μπορεί να ικανοποιήσει όλες τις προτιμήσεις. Το Χάνι του Πλατανιά λειτουργεί από το πρωί ως αργά το απόγευμα και όποιος θέλει να βρεί στρωμένο το τραπέζι μπορεί να τηλεφωνήσει στο 6974971958. 


ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 26122016

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΗΧΟΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΦΙΜΩΜΕΝΟ ΚΑΜΠΑΝΑΚΙ…



Το καμπανάκι που κάποτε μας καλούσε κάθε πρωί στο σχολείο είναι ακόμη στη θέση του· στη γέρικη κουτσουπιά μπροστά από τα «μαγαζιά» πάνω από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας αλλά δεν έχει πλέον ρόλο στο άδειο από παιδιά χωριό ούτε και τίποτα σημαίνει για όσους το βλέπουν ακόμη εκεί κρεμασμένο. Πάνε πάνω από τριάντα χρόνια που έχει να σημάνει το πρωί για το σχολείο και για ένα διάστημα, όσο δεν κόστιζε στο Κράτος η περιοδεία του αγροτικού ιατρού στα χωριά για να εξετάσει ασθενείς ή να δει τίποτα γερόντους, τότε πάλι έμπαινε σε υπηρεσία. Πέρασε όμως και αυτή η εποχή, λιγόστεψαν και γέροντες στα χωριά και όσοι ασθενούν πρέπει υποχρεωτικά να πάνε πια στον Άγιο Γεώργιο – όταν έρχεται κι εκεί γιατρός – για να γράψουν φάρμακα ή στο Κέντρο Υγείας στη Μακρακώμη αν νιώθουν βαρύτερη αδιαθεσία, στη Λαμία αν αισθάνονται άρρωστοι και στην Αθήνα τελικά αν είναι σοβαρά και χρήζουν επείγουσας περιθάλψεως. Έτσι λοιπόν τέλειωσε ο ρόλος του και για να μην χτυπάει άσκοπα όταν φυσάει αέρας και δημιουργούνται εντυπώσεις στους ελάχιστους που έχουν απομείνει χωριανούς, κάποιος φρόντισε να δέσει το γλωσσίδι του με ένα σύρμα στο κλαρί και το φίμωσε...


Για να θυμηθούμε τον ήχο του σήμερα με τον εξαδελφό μου Δημήτρη, περνώντας απ’ εκεί μετά από τον εκκλησιασμό, του λύσαμε λίγο το γλωσσίδι αλλά η φωνή που έβγαλε μας τρόμαξε με το παράπονό που έβγαζε για τη μοναξιά του… 

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 25122016

ΜΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ ΠΡΑΣΟΠΙΤΑ



Η μάνα μου, η κυρά Κούλα είναι από τις λίγες ακόμη γυναίκες που η ζωή τους κυλάει ακόμη στον τόπο που γεννήθηκαν, και οπωσδήποτε, από τις τελευταίες που θα μπορούσαν να εορτάσουν την ημέρα των Χριστουγέννων όπως παλιά και όχι ως εικονική πραγματικότητα, όπως έχει επικρατήσει ακόμα και στο μικρότερο χωριό της ελληνικής ενδοχώρας. Λέμε αν μπορούσαν, και πρέπει να διευκρινίσουμε πως αυτή η δυνατότητα δεν σχετίζεται με την υγεία ή το βάρος που αθροίζουν τα χρόνια στην πλάτη τους αλλά με το περιβάλλον που ζουν ως εξόριστες ενός όχι και τόσου μακρινού παρελθόντος. 

Το κυριότερο στην περίπτωση είναι ότι η εποχή της νεότητας και της ακμής για την κυρά Κούλα και τις ομήλικές της έχει παρέλθει προ πολλού ενώ η πορεία τους έγινε μέσα σε τοπία διαδοχικών αλλαγών που σημάδεψαν την κοινωνία στο σύνολό της και βεβαίως επηρέασαν αρκετά και τον βιότοπο της ιθαγένειας τους. Βεβαίως και υπήρχε στο μυαλό τους η εντύπωση πως στον κόσμο τους τίποτα δεν θα άλλαζε, αλλά η κλασική αυστηρότητα εκείνων των κοινωνιών υποχώρησε πολύ εύκολα μπροστά στους νεωτερισμούς και η παραδοσιακή λιτότητα δεν μπόρεσε να επιβιώσει στη ραγδαία ανάπτυξη της αγοράς. 

Δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά κανένας μπροστά στην επερχόμενη «ανάπτυξη» κι όσοι επιχείρησαν να αντισταθούν περιθωριοποιήθηκαν και εν τέλει παραμερίστηκαν. Ελάχιστοι κατόρθωσαν να διατηρήσουν κάποια σοβαρά στοιχεία της έκφρασης του παλαιού κόσμου χωρίς να τα νοθεύσουν και να τα οποία φέρνουν με την πρώτη ευκαιρία αβίαστα στην επιφάνεια. Όχι βέβαια να προκαλέσουν το δημόσιο ενδιαφέρον όπως από πολλούς εκλαμβάνεται και προβάλλεται επιδερμικά από το σύνολο σχεδόν των ΜΜΕ, αλλά για να διδάξουν τον ξεχασμένο λόγο της μέσα πατρίδας και να μεταφέρουν άδηλα μεν αλλά με ο ήθος του σπορέως τη γνώση μιας άλλης εποχής σε όσους πραγματικά ενδιαφέρονται. 

Επί του προκειμένου, η κυρά Κούλα ασφαλώς και διαθέτει στην κουζίνα της ηλεκτρικές συσκευές αλλά για να ξεχωρίσει τις ημέρες - έτσι είχε μάθει κι έτσι έκανε πάντα - ψήνει την πίτα των Χριστουγέννων στο φούρνο της αυλής που τον καίει με ξερά κλαδιά. Όχι επειδή έχει ακούσει ή διαβάσει πως έτσι γίνεται νοστιμότερη, αλλά για μην αφήσει όσο περνάει από τα χέρια της ένα κενό ακόμη στο παραδοσιακό τυπικό της εορταστικής ημέρας το οποίο έχει διαβρωθεί από ένα σωρό ετερόκλητα καταναλωτικά στοιχεία τα οποία, ασφαλώς και δεν συνάδουν με τη διαχρονική στάση της ως προς τη ζωή και τις χαρές της. 

Έτσι η πίτα με πράσα από τον κήπο της, τυρί και βούτυρο από τις κατσίκες της και φύλλα ανοιγμένα ακόμα από τα χέρια της είναι το τελευταίο στοιχείο άμυνάς της σε ένα κόσμο που η νοστιμιά του έχει πάρει άλλους δρόμους και γι’ αυτό το πιάτο με τη πρασόπιτά της ξεχωρίζει κάθε φορά στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι της οικογένειας. 

Επί πλέον, ένα άλλο στοιχείο που ευχαριστεί τη μάνα μου αλλά και άλλες γυναίκες που έχω γνωρίσει στην επαρχία είναι ότι σαν ψήνει οτιδήποτε στο φούρνο της το μαθαίνει από τη μυρωδιά όλη η γειτονιά και αναπτύσσεται διάλογος σχετικά με την πορεία του ψησίματος. Διάλογος που πάντα έχει ως αποτέλεσμα το μισό από το περιεχόμενο του ταψιού να πάει ως φίλεμα στις γειτόνισσες να δοκιμάσουν κι αυτές από την πίτα της. Η απάντησή τους σε αυτή προσφορά αυτή πάντα ένα άλλο πιάτο κι έτσι πάει λέγοντας μέχρι που να καπνίσει πάλι ο επόμενος φούρνος και ένα πιάτο με πίτα κάνει πάλι το γύρο της γειτονιάς… 


ΥΓ.. Πάνε δεκάξι χρόνια από το 1998 και τη φωτογραφία της μάνας μου στο φούρνο. Έγιναν πολλά από τότε, άλλα ο κόσμος και από την κορυφή που ήταν έχει ακουμπήσει τον πάτο αλλά εκείνο που την απασχολεί περισσότερο είναι ότι πρόπερσι έφυγε ο πατέρας και έμεινε μόνη και χωρίς αυτόν νιώθει εντελώς αδύναμη - δεν έχει κάποιον να τις ερμηνεύσει τις αλλαγές που έχουν γίνει και βιώνει άπραγη και παθητικά τις συνέπειες. Οι δυνάμεις της δεν επαρκούν πια να κάνει τίποτα απ’ αυτά που ήξερε, τόσο που ακόμα και να είχε τον παλιό της φούρνο δεν θα έψηνε πίτα. 

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

ΣΤΗΝ ΚΑΡΕΚΛΑ ΤΟΥ ΚΑΠΟΤΕΛΗ ΜΕΤΑ ΑΠΟ 40 ΧΡΟΝΙΑ…



Μ’ έχει πιάσει κάτι με τους απολογισμούς αυτές τις ημέρες και συνεχώς βρίσκω γεγονότα που συνέβησαν στο παρελθόν και μετράω πόσο επηρέασαν τις εξελίξεις ή απλά, με αφετηρία αυτά στοχάζομαι τα πεπραγμένα μιας ζωής ή τον κύκλο ενδεχομένως που κοντεύει να κλείσει…


Το πρωί ασχολήθηκα με κάλαντα που είπαμε στο χωριό οι μαθητές του σχολείου πριν από εξήντα χρόνια και το μεσημέρι, πήγα στον Άγιο Γεώργιο που έβγαλα το Γυμνάσιο και μιας και ήθελα να μαζέψω λίγο τα γένια και να κόψω κανένα χρόνο από πάνω μου, πήγα στο κουρείο που διατηρεί ακόμη ο Γιώργος Καποτέλης να κάνει μια επέμβαση καλλωπισμού. Είχα να κάτσω στην καρέκλα του ακριβώς σαράντα χρόνια, από το 1976, τη χρονιά που τέλειωσα το Γυμνάσιο και συγκινήθηκα ομολογώ λιγάκι καθώς είδα πάλι το πρόσωπό μου στον ίδιο καθρέφτη μετά από τόσα χρόνια και ένιωσα, μετά το κόψιμο των γενιών μου κατά τι ελαφρότερος στην καρδιά και γι’ αυτό μάλλον δεν πρόσεξα πως η σφραγίδα από τις ρυτίδες δεν έσβησε καθόλου – αντιθέτως κάθε χρόνο βαθαίνει και περισσότερο!

ΥΓ. Τις φωτογραφίες τράβηξε ο Γιάννης Μητσάκης και τον ευχαριστώ πολύ. 

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 24122016

ΤΑ «ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ» ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 50 ΧΡΟΝΙΑ

Από αριστερά: Γιάννης Δημητρόπουλος, Δημήτρης Προβόπουλος, Παναγιώτης Παπαγιάννης, 
Γιώργος Τσουράκης, η γυναίκα του Παντελή Βαρλάμη, ο Τάσος Σιδέρης, ο Μάκης Γουλοδήμος,
 ο Κώστας Βαρλάμης, εγώ με το στρογγυλό σκουφί και ο Κώστας Δημητρόπουλος. 
Στο κέντρο με το ντενεκεδένιο κουμπαρά ο Ζάχος Παπαγιάννης.

Καθώς ψάχνω στα έγκατα των αρχείων (προσωπικών αλλά και της δουλειάς 35 χρόνων και εσχάτως και των δικτυακών αναρτήσεων μου) συνεχώς ανακαλύπτω πράγματα που με μεταφέρουν, άλλοτε τρυφερά και άλλοτε βασανιστικά, σε περασμένες εποχές και με καλούν να επιστρέψω νοερά στη στιγμή που συνέβησαν, να αναλογιστώ αλλά και εκτιμήσω την εξέλιξή τους. Για εκείνο όμως που με προκαλούν περισσότερο και μαζί με το αίσθημα ότι έχω στα χέρια μου ένα ντοκουμέντο από την ιστορία της μικρής μας κοινότητας, τη γενέτειρα ή καλύτερα την πατρώα γη, τη Μεγάλη Κάψη Φθιώτιδας, είναι ότι μέσω αυτού του στοιχείου, καλούμαι να μετρηθώ (και να χρεωθώ δια της καταγραφής) και τη μνήμη όλων των Μεγαλοκαψιωτών – όσων είναι στον ουρανό και όσων περπατούν ακόμη στη γη. 
  
Τέτοιο αίσθημα μου προκάλεσε η ανακάλυψη μιας φωτογραφίας από τα κάλαντα που πήγαμε τα παιδιά του χωριού τα Χριστούγεννα του 1966. Για μένα τότε ήταν η πρώτη χρονιά που με πήραν μαζί τους στα «τραγούδια» όπως τα έλεγαν στο χωριό και στην ουσία ήταν ένας σταθμός στην ενηλικίωσή μου. Μέχρι τότε δεν πήγαινα στα «τραγούδια» παραπέρα από τη γειτονιά – άντε και μέχρι το σπίτι του θείου μου Κώστα στην κορυφή του χωριού. Το χωριό μας ήταν μικρό αλλά εκείνα τα χρόνια για μένα φάνταζε τεράστιο και υπήρχαν γειτονιές, όπως το Κοτρώνι, στα δυτικά που τα αγνοούσα. Τους χωριανούς και τις χωριανές τις έβλεπα βέβαια στην εκκλησία αλλά δεν ήξερα που ήταν το σπίτι τους και τα «τραγούδια» εκείνης της χρονιάς ήταν μια πρώτης τάξης ευκαιρία να γνωρίσω το μικρό χωριό μας και να μπω στα σπίτια ή στην αυλή των ανθρώπων που το κατοικούσαν.

Ξεκινήσαμε για τα «τραγούδια» πολύ νωρίς, αχάραγα σχεδόν και η συγκέντρωσή μας ήταν στο καφενείο του Διπλάρη, το οποίο άνοιγε πάντα η κυρά Ναυσικά να φτιάξει κανένα καφέ σε όσους επρόκειτο να πάρουν το πρωινό λεωφορείο να κατέβουν στον Άγιο Γεώργιο, τη Μακρακώμη και τη Λαμία και ακόμη παραπέρα. Εκεί, κοντά στη σόμπα που έκαιγε ξύλα περιμέναμε να μαζευτούν όλοι και ξεκινούσαμε με πρώτο σταθμό την εκκλησία, την Αγία Τριάδα γιατί τότε ο παπα Παντελής Καποτέλης δεν μας άφηνε καμιά μέρα του χρόνου αλειτούργητους και όλο και κάποιος επίτροπος που είχε πάει να ανάψει τη σόμπα βρίσκονταν εκεί και με το ευλογημένο νόμισμα που μας έδινε κάναμε σεφτέ. Το θεωρούσαμε μάλιστα τυχερό και με αυτό να κουδουνίζει στο ντενεκεδένιο κουτί που είχαν φτιάξει ο μεγαλύτεροι αρχίζαμε μια σειρά επισκέψεων σε όλα τα σπίτια του χωριού που ήδη είχε αρχίσει να ξυπνάει και να κινείται στην ατμόσφαιρα των Χριστουγέννων. Οι άντρες δηλαδή να ακονίζουν τα χατζάρια για το σφάξιμο των γουρουνιών που τότε γίνονταν πάντα την παραμονή και οι γυναίκες να ανάβουν καζάνια για την επεξεργασία του.

Πρώτο σπίτι που πηγαίναμε ήταν της Ελένης Πανέτσου με το νόμισμα της οποίας ξεκινούσε στην ουσία η επιχείρηση «τραγούδια» κάτω ακριβώς από την εκκλησία και αμέσως μετά στου Βαγγέλη και της Δήμητρας Κωτσόπουλου. Μας καλωσόριζε συνήθως η Δήμητρα και βλέπαμε τον Βαγγέλη να πίνει τον καφέ του και να ετοιμάζεται να πιάσει το ψαλίδι και το βελόνι να ξεκινήσει τη ραφτική του. Από το Κωτσοπουλέικο κατεβαίναμε στο αλώνι, στου Τζιούτζουρα όπως έλεγαν και κοιτάγαμε αν είχε καπνό η Ασήμω Μάμαλη. Αν είχε σήμαινε πως ήταν στο χωριό και κατεβαίναμε ως εκεί. Δίπλα της ήταν το σπίτι του Φάνη Κολοκύθα αλλά εγώ δεν θυμάμαι να το κατοικεί κανένας πια καθώς ο Φάνης είχε φτιάξει καινούργιο στο Λάκκο Μαχαλά.

Κοντά τους ήταν και δυο άλλα σπίτια που σπάνια είχαν καπνό, το Σιακωνέϊκο και του Μπαμπαούση. Ούτε σε αυτά βλέπαμε καπνό, κάνα δυο φορές μόνο πήγαμε στου Μπαμπαούση. Μετά από αυτόν τον έλεγχο μέσω του καπνού των τζακιών πηγαίναμε στα σίγουρα, στο Ζυγουρείκο σπίτι όπου ζούσαν Κώστας και η Σοφία καθώς και τα κορίτσια ακόμη, η Ιουλία και η Χρυσάνθη. Μετά από εκεί περνούσαμε από τη Σβαρνή και το σπίτι του Βασίλης (Βασιλάρα) Ποντικού και της Μαρίας και καμιά φορά βλέπαμε και την κόρη της Θωμαή. Στο διπλανό σπίτι, το Ποντικοπουλέϊκο, το προσπερνούσαμε γιατί σπάνια ήταν κάποιος εκεί και πηγαίναμε πρώτα στου Μέλτου και της Ασπασίας (Πασιώς) Τσιρώνη  και των παιδιών τους Γιάννη και Βούλας. Ο Γιάννης ήταν μεγαλύτερος και δεν επιτρέπονταν (από μια άγραφη συνήθεια) να έρθει στα «τραγούδια» στα οποία πήγαιναν μόνο τα παιδιά του σχολείου τα οποία έπρεπε να αποτελούν μια ομάδα και όποιο άλλο παιδί ή παρέα παιδιών πήγαιναν δεν ήταν ευπρόσδεκτα παραπέρα από τα συγγενικά τους σπίτια. Την εποχή εκείνη πάλι στα «τραγούδια» πήγαιναν μόνο τα αγόρια του σχολείου και τα κορίτσια έμεινα σπίτι βοηθώντας σε διάφορες δουλειές τις μεγαλύτερες γυναίκες.

Από του Μέλτου πηγαίναμε κατευθείαν στου Βαγγέλη Τσιρώνη, του αγροφύλακα της γυναίκας του Μαρίας ο οποίος μας υποδέχονταν πάντα εγκάρδια μαζί με την Τασία και καμία φορά με την Γεωργία και τον Γιάννη. Εκεί κάναμε μια μικρή στάση και από το μπαλκόνι τους βλέπαμε αν ήταν στο χωριό η Κολοκύθω (Ειρήνη Κολοκύθα), οι Κατσιαδιωταίοι και οι Γεωργανταίοι. Πολύ σπάνια ήταν κάποιος σε αυτά τα σπίτια να ανάψει τζάκι κι έτσι τα προσπερνούσαμε κατευθυνόμενοι στο Ριζοπουλέικο προσπερνώντας το Τσιλικέϊκο στο οποίο πολύ σπάνια ήταν κάποιος εκεί από του Πελεκουδαίους, τον Θανάση και την Ελένη και κανένα από τα παιδιά.  Στο Ριζοπουλέϊκο που είχε πολλά παιδιά, ήταν όλα μεγαλύτερα και είχαν φύγει από το χωριό αλλά πολλές φορές κάποια είχαν έρθει να δουν τους γονείς τους Κώστα και Σοφία καθώς και την Καλλιρόη. Έτσι μας πολλές φορές μας υποδέχονταν ο Βασίλης, ο Χρήστος, ο Σεραφείμ αλλά και τα κορίτσια, η Μαρία και περισσότερο η Ειρήνη. Από εκεί περνούσαμε στο Ποντικέικο, του Αλέκου ο οποίος ήταν στην Αμερική και μας άνοιγε η Θωμαή με τα παιδιά, Γιώργο, Ουρανία και Ρένα που ήταν τότε μικρά. Περνούσαμε και από του Γρηγόρη Σακκά και της Ειρήνης που έμειναν μόνοι τους.

Επιστρέφαμε στο Δημητροπουλεικο στο σπίτι του Κώστα και του Γιάννη που ήταν μαζί μας στα «τραγούδια» και μας υποδέχονταν στο φτερό, γιατί είχαν και ένα σωρό δουλειές να κάνουν ο Σεραφείμ και η Μαρία. Αμέσως μετά κατεβαίναμε στο Λουκοπουλεικο, όπου βρίσκαμε τον μπάρμπα Μήτσο και την Παναγιώτα και τα κορίτσια, την Ελευθερία και την Αλεξάνδρα. Αμέσως μετά περνούσαμε στο Τσιρωνέικο, η θειά η Θοδώρα μας υποδέχονταν με χαρά ενώ ο μπάρμπα Λουκάς συνήθως ήταν στην εκκλησία γιατί ήταν μόνιμος επίτροπος και καμιά φορά βρίσκαμε εκεί και τον γιό τους Πάνο που πήγαινε ακόμη στο Γυμνάσιο στη Λαμία. Συνεχίζαμε στο δικό μου σπίτι, όπου μας περίμεναν η μάνα μου Κούλα και ο πατέρας καθώς και η αδερφή μου Μαρούλα και τους βρίσκαμε να ασχολούνται με το σφάξιμο του γουρουνιού κι από εκεί περνάγαμε το Τιτέϊκο και μας άνοιγε η θειά Παρασκευή ή η κόρη τους Μαρία γιατί και ο μπάρμπα Φώτης ήταν επίτροπος στην εκκλησία.

Στρίβαμε αμέσως πάλι προς το χωρίο και ανεβαίνοντας περνούσαμε από το σπίτι του Σεραφείμ Τσιρώνη η οικογένεια του οποίου έμεινε στη Μεξηράδα, απέναντι από το ποτάμι στο Μαυρογιάννη αλλά το είχαν για να μένουν όσο διαρκούσε η σχολική περίοδος να πάνε ο Γιάννης, ο Δημήτρης και η Κούλα στο σχολείο αλλά δεν τύχαινε να είναι πάντα στο χωριό. Το διπλανό τους πάλι του Σπύρου Πιτσοθανάση (Καραϊνοσπύρου) σπάνια ήταν ανοιχτό καθώς αυτή η οικογένεια έμεινε μόνιμα στη Μεξηράδα. Ανοιχτό βρίσκαμε πάντα το σπίτι του Ξαγάρα όπου μας περίμενε η θειά Μυγδάλω και σπάνια κάποιος άλλος γιατί ήταν στο μαγαζί που είχαν στο χωριό. Αμέσως μετά ανεβαίναμε στου παπα Παντελή Καποτέλη όπου μας υποδέχονταν η παπαδιά Φωτεινή και η κόρη της Δήμητρα και συχνά και κάποιο από τα κορίτσια που είχα φύγει, η Λούλα, η Άννα, η Ειρήνη καθώς και ο Νίκος που πήγαινε γυμνάσιο στη Λαμία. Από εκεί ανεβαίναμε στο Τσιρωνέϊκο, όπου ήταν η γιαγιά Ελένη με την κόρη της Ντία και τον άντρα της Βαγγέλη Γώγο και τα μικρά τότε παιδιά τους, Γιάννη και Ελένη. Στο διπλανό σπίτι, το Κουρκουμπέϊκο σπάνια ήταν τότε κάποιος εκεί να μας ανοίξει.

Από εκεί ανεβαίναμε στο δρόμο και περνούσαμε από το σπίτι του Παντελή και της Μαρίας Δεδούση και των παιδιών Βούλας, Φώτη και Βάσως Γυρνάμε μετά προς το Μαλλισοβέϊκο όπου συνήθως βρίσκαμε την θειά Χριστίνα γιατί ο μπάρμπα Λιάς είχε πάει κιόλας στο καφενείο, προσπερνούσαμε το παλιο Δεδουσέϊκο σπίτι που δεν έμεινε ποτέ κανένας και περνούσαμε στο σπίτι του Λεωνίδα Δεδούση και της Φαίδρας και των παιδιών Φωτούλας και Νίκου. Προσπερνούσαμε τοΤσιακτανεϊκο σπίτι και αν ήταν ακόμη στο χωριό ο Λεωνίδας Παπαγιάννης του χτυπούσαμε την πόρτα αλλιώς πηγαίναμε στο Διπλαρέϊκο, του μπάρμπα Γιάννη και της Ελένη που είχαν βαρύ πένθος για τον πνιγμό παραμονές των Χριστουγέννων το 1963 του γιού τους Κώστα μαζί με τον άλλο συγχωριανό μας Θωμά Παπαγιάννη στη Βόρεια Θάλασσα αλλά πάντα μας υποδέχονταν με χαρά οι γέροντες και τα κορίτσια, Τασία, Ειρήνη και Μαρία. Συνεχίζαμε στο σπίτι του Μήτσου Διπλάρη και συνήθως μας υποδέχονταν τα κορίτσια, είτε η Μαίρη, είτε η Ειρήνη γιατί ήταν ανοιχτό το καφενείο.

Από εκεί κάναμε μια στροφή και περνούσαμε από το σπίτι του Φάνη Κολοκύθα και της Βαγγελής και του Ηλία και της Σταυρούλας που ήταν ακόμη μικρά, προσπερνούσαμε το σπίτι του Ξενοφώντα Δεδούση που ήταν κλειστό, προχωρούσαμε προς το αλώνι της Μητσιάρας και πηγαίναμε στου Σεραφείμ Πασσή και της Ευφροσύνης. Από εκεί τραβούσαμε για τα Σιδερέϊκα, πρώτα στου Γιώργου Σιδέρη (Σιδερογιώργου) και της Φώτω ο οποίος μπορεί να ήταν λίγο αγριωπός αλλά μας καλοδέχονταν και μετά στου Γιάννη Σιδέρη και της Αρετή η οποία μας έδινε και καμιά κουταλιά γλυκό. Σειρά είχε το Βαρλαμέϊκο σπίτι, όπου ο μπάρμπα Μήτσος, η γυναίκα του Νίκη και η Φρειδερίκη και ο Κώστας που ήταν μαζί μας ενώ καμιά φορά είχαν προλάβει και είχαν έρθει και από τα παιδιά που είχαν φύγει, ο Γιώργος, η Φωτεινή, 

Από εκεί κατηφορίζαμε πια προς το κέντρο του χωριού, περνούσαμε από το σπίτι του Περικλή και της Βαγγελής Σιδέρη που είχαν τον Γιάννη ακόμη μικρό ενώ ο Τάσος ήταν μαζί μας και παίρναμε το μονοπάτι που έβγαζε πρώτα στου Γιάννη Κομματά που έμεινε με την αδερφή του Σοφία και πάντα βρίσκαμε κάποιον στο σπίτι, μετά στης Τάσαινας, Αικατερίνης Σιδέρη όπου μας άνοιγε η Λένη και κατόπιν στο σπίτι Γρηγόρη και της Βιολέτας Λάμπρου όπου έμεινε και ο γιός τους Κώστας με τη γυναίκα του Μάρθα και την κόρη τους Βιολέττα. Από εκεί περνούσαμε στου Θανάση Βασιλείου (Καραπέτσας) που ήταν και ο γραμματικός του χωριού και της γυναίκας του Κούλας και της κόρης τους Ρηνούλας.

Από εκεί στα Δεδουσεϊκα, του Αλέκου και της Αλίκης και των παιδιών Γιώργου και Βασίλη που ήταν μικρότερα και δεν είχαν έρθει μαζί μας. Δίπλα ήταν το σπίτι του θείου μου Κώστα και της Σταθούλας και ήταν και τα κορίτσια Κατίνα και Μάγδα. Από εκεί περνούσαμε από τα καλύβια της Γεωργίτσας και της Σταυρούλας,  δυο γριές που έμεναν μόνες και συνεχίζαμε στο σπίτι του Μήλιου Δεδούση και της Σοφίας που τα παιδιά τους, η Μαρία και ο Νίκος ήταν και αυτά μικρά, περνούσαμε από του Μιχάλη Ζυγούρη και της Αμαλίας όπου μας υποδέχονταν η κόρη τους Θωμαή και καμιά φορά ο γιός τους Δημήτρης που είχε πάει ήδη στο γυμνάσιο. προχωρούσαμε προς του Κώστα και της Μαρίκας Γουλοδήμου. Ο Μάκης ήταν μαζί μας αλλά στο σπίτι ήταν τα κορίτσια Ρήνα και Βασούλα. Προσπερνούσαμε το σπίτι του Κουφιώτη γιατί το χειμώνα δεν ήταν κανένας, προσπερνούσαμε και της Βιργινίας Δεδούση καθώς και του Βαγγέλη Σκαρμούτσου και πηγαίναμε στο Δεδουσέϊκο (Μητρακέϊκο) όπου μας υποδέχονταν συνήθως η Κούλα. Περνούσαμε μετά από της Πανάκαινας, κι από εκεί στου Γιώργου Μπούργου και της Μαριάνθης. Τελευταίο σπίτι σε εκείνη τη γειτονιά ήταν του Βασιλείου (Κατσαμπέκη) με τη γυναίκα του και την κόρη της Βασιλική.

Κατεβαίνοντας προς το Κοτρώνι, ούτε καν κοιτάγαμε προς το σπίτι της Τσιουτσιομήτσαινας (Φλέσσα) γιατί το χειμώνα δεν έρχονταν κανένας και κατηφορίζοντας πρώτα πηγαίναμε αν βλέπαμε καπνό στο σπίτι του Μήτσου Κωτσόπουλου και της Ευδοκίας και μετά στου Αποστόλη Τσουράκη και της Βασιλικής και μας υποδέχονταν με την κόρη τους Αθηνά ενώ ο γιος τους Γιώργος ήταν μαζί μας. Από εκεί περνούσαμε από το σπίτι του Ηλία Κεραμίδα και της Βασιλικής των οποίων τα παιδιά, Παντελής και Μήτσιος είχαν φύγει από χρόνια. Επόμενος σταθμός ήταν τα Βαρλαμέϊκα, όπου ο Παντελής Βαρλάμης παρά το ότι ήταν εγκατεστημένος στη Θεσσαλονίκη έρχονταν τα Χριστούγεννα στο χωριό και σε αυτόν οφείλεται η μοναδική φωτογραφία εκείνων των χρόνων. Από εκεί περνούσαμε από το σπίτι της Ελένης Ζυγούρη, κατόπιν στου Γιάννη Ζυγούρη και της Πολυξένης, ένα άτεκνο ζευγάρι γερόντων και από το Τσακτανέϊκο, όπου ζούσε η γιαγιά Αικατερίνη και μας υποδέχονταν η κόρη της Ντία. Ο γιoς της Αποστόλης που ήταν και πρόεδρος στο χωριό είχε φύγει για την Αμερική. 

Τελειώναμε σιγά - σιγά και μας έμειναν τα Παπαγιανέϊκα σπίτια. Πηγαίναμε στο Γρηγόρη Παπαγιάννη και της Παρασκευής πρώτα κι εκεί μας υποδέχονταν η Αθηνά και μετά παίρναμε με τη σειρά τα καφενεία όπου ξέραμε πως μπορεί να είχαμε και κανένα τυχερό περισσότερο από τίποτα επισκέπτες του χωριού ή χωριανούς που είχαν βγει για καφέ και τσίπουρο καθώς η μέρα ήταν εορταστική. Πρώτα στεκόμασταν στου Γιώργου Παπαγιάννη (Κατσιακογιώργος) και της Ελένης που τον βοηθούσε. Μετά στου Γιώργου Ξαγάρα και της Μαρίκας και τέλος στου Διπλάρη που είχαμε ξεκινήσει το πρωί και αμέσως μετά ανεβαίναμε και στο Σιακωνέικο, του Σεραφείμ, της Ειρήνης και των παιδιών Γιώργου, Φωτούλας και Βασίλη.  Δεν είχε τελειώσει όμως ο κύκλος του χωριού με τα «τραγούδια». Από εκεί περνούσαμε πρώτα από το σπίτι του γέρο Ακρίβου και της Ειρήνης, μετά στο σπίτι του Κλεάνθη Κραββαρίτη όπου έμεινε ο Δημήτρης Τσάμης, ο δασικός του χωριού με τη γυναίκα του Δήμητρα το γιο τους Κώστα, το σπίτι του Γιάννη Λουκόπουλου (Λουκογιάννης) που ήταν και κουρέας του χωριού και της Ρεβέκκας και βλέπαμε, αν είχε καπνό το σπίτι του Κώστα Κελέση ή και του Ηλία Καραγιάννη θα είχαμε ένα καλό τυχερό. Καλύτερο θα ήταν αν είχε καπνό και το σπίτι του Βαγγέλη Καλαντζή, του υπουργού από το χωριό μας.

Από εκεί καταλήγαμε στο σχολείο στο υπόστεγο του οποίου ανοίγαμε το ντενεκεδένιο κουτάκι με τις εισπράξεις, τα μετρούσαν οι μεγαλύτεροι και απ’ όσο θυμάμαι, όλοι παίρναμε ίσιο μερίδιο και φεύγαμε για τα σπίτια μας να αναλάβουμε στις δουλειές που ήταν σε εξέλιξη και απαιτούσαν και τη δική μας συμμετοχή.

Σήμερα το μόνο παιδί από το χωριό, η Αργυρούλα Τσιρώνη που πηγαίνει στο Λύκειο Μακρακώμης πέρασε από όσα σπίτια είναι ανοιχτά και ακούσαμε τα «τραγούδια» των Χριστουγέννων. 

Επιχείρησα ενθυμούμενος τη διαδρομή που κάναμε τα παιδιά την παραμονή των Χριστουγέννων του 1966 για να πούμε τα κάλαντα (τα «τραγούδια») των εορτών μια απογραφή των σπιτιών του χωριού και των ανθρώπων που τα κατοικούσαν. Εκτιμώ πως για το πρώτο τα κατάφερα καλά αλλά για τους συγχωριανούς έχω επιφυλάξεις γιατί όλο και κάποιος ή κάποια μου έχουν ξεφύγει καθώς μετά από μισό αιώνα η μνήμη έχει αδυνατίσει. Η απόπειρά αυτή ασφαλώς και θέλει συνέχεια και συμπλήρωση με τις ενθυμήσεις και άλλων καθώς και με λίγα βιογραφικά για καθένα χωριανό μας.
Το 1966 ήταν ακόμη μια χρονιά κατά την οποία το χωριό ήταν σχετικά γεμάτο – όσοι είχαν φύγει, είχαν φύγει από το τέλος του πολέμου. Από τους υπόλοιπους που είχαν μείνει, όσοι πήγαιναν για δουλειές αλλού είχαν γυρίσει για τις γιορτές, όπως είχαν γυρίσει και τα παιδιά που πήγαιναν στα γυμνάσια της Μακρακώμης και της Λαμίας κι έτσι γέμιζε από ζωή. Από την επόμενη χρονιά τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν δραματικά για τον πληθυσμό του χωριού και μέσα σε μια δεκαετία, ως το 1976 που έφυγα κι εγώ είχε σχεδόν αδειάσει.


ΥΓ. Το χωριό είχε εκείνα τα χρόνια δυο συνοικισμούς θα μπορούσαμε να πούμε ή εξοχίτες. Τη Μυξηράδα όπου κατοικούσαν οι οικογένειες του Σεραφείμ και Ανδρέα Τσιρώνη και Σπύρου Πιτσοθανάση και τα Ποντικέϊκα όπου κατοικούσε η οικογένεια του Δημήτρη Αλεξίου αλλά ποτέ δεν είχαμε πάει τόσο μακριά να πούμε «τα τραγούδια». Ούτε και στα χάνια Πλατανιά και Πανέτσου που είναι σε μεγαλοκαψιώτικο έδαφος πήγαμε. Ήταν πολύ μακριά…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 241222016

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2016

ΜΠΟΝΣΑΙ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ ΜΑΣ...


Το θέλουν οι μέρες να μη μείνει κανένα σπίτι χωρίς το χριστουγεννιάτικο δέντρο του. 
Γι’ αυτό φρόντισε η Άρτεμη – βρήκε και μου έφερε ένα μπονσάι για να συναγωνίζεται στο ύψος το φωτιστικό του γραφείου και το φόρτωσε με λίγα τα μπαλάκια, σαν κούμαρα είναι, ενώ τα φωτάκια του (κινέζικα κι αυτά) μόλις μπήκαν στην μπρίζα έπεσε η ασφάλεια. Βρήκαμε όμως τρόπο και για λίγο τα κρατήσαμε αναμμένα, ίσια - ίσια για να σκιαχτούν οι ανιχνευτές που προπορεύονται απόψε του κυρίου σώματος των καλλικαντζάρων, προκειμένου να εντοπίσουν κανένα μέρος που τους βολεύει και να βγάλουμε και την εορταστική φωτογραφία και για τα φετινά Χριστούγεννα. 

ΑΘΗΝΑ, 22122016

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

ΜΕ ΤΣΑΜΠΟΥΝΕΣ ΚΑΙ ΝΤΑΟΥΛΙΑ ΣΤΟ ΣΑΝ ΜΙΧΑΛΗ

Ο Φραγκίσκος, η Κατερίνα και ο Άγης

Η νύχτα στη Σύρο το χειμώνα διαφέρει από τα άλλα νησιά των Κυκλάδων για τον απλό λόγο ότι ζουν επάνω στο νησί παραπάνω από 25.000 άνθρωποι. Φυσικά μέσα σε μια νύχτα δεν προλαβαίνεις ούτε να προσανατολιστείς αλλά όταν όμως είσαι μαζί με ανθρώπους που αγαπάνε και γνωρίζουν καλά τον τόπο τους είσαι βέβαιος ότι θα σε οδηγήσουν στο πιο καλό μέρος. 


Ο Φραγκίσκος με την ωραία του τσαμπούνα. 

Ο Νίκος, ο Μίμης και ο Φραγκίσκος 

Ο Φραγκίσκος, ο Μπάμπης και η Κατερίνα
Έτσι και έγινε με τον Μπάμπη Γαβριήλ, παλιό γνωστό του Γιώργου Πίττα, που μας πήγε στην ταβέρνα «Πλακόστρωτο» στο Σαν Μιχάλη ένα από τα ομορφότερα χωριά της Σύρου το οποίο σχεδιάζουμε να γνωρίσουμε τη Δευτέρα. Για το φαγητό, κανένας λόγος, ήταν πολύ καλό. Το ιδιαίτερο όμως ήταν όταν ο Φραγκίσκος ο πατέρας του ιδιοκτήτη του καταστήματος Νίκου πήρε την τσαμπούνα του και άρχισε να παίζει αιγαιοπελαγίτικους σκοπούς. Στο ταμπούρλο τον συνόδεψε ο Δημήτρης (Μίμης) Αγγέλου, ψαράς και δύτης και κάποια στιγμή την θέση του Φραγκίσκου πήρε ο Νίκος. Το κέφι είχε ανάψει αλλά λόγω της ώρας και των υποχρεώσεων της σημερινής ημέρας ο χορός δεν κράτησε πολύ και η συμμετοχή ήταν μικρή. Σημειώνεται πως από το τραπέζι και από το χορό δεν έλειψε ο συνάδελφος από τα παλιά χρόνια της Ελευθεροτυπίας Άγης Κελπέκης ο οποίος ζει μόνιμα πλέον στη Σύρο και η Κατερίνα, καθηγήτρια στο Λύκειο Σύρου. 
 
ΣΗΜ. Το τραπέζι, η μουσική και ο χορός στο «Πλακόστρωτο» δεν ήταν παρά ένα ζέσταμα για ότι πρόκειται να γίνει στην παρουσίαση του βιβλίου στην Πινακοθήκη των Κυκλάδων. (20122009). 



ΑΘΗΝΑ, 21122016


ΕΛΕΓΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ



Ολόκληρη ως γνωστόν η Σύρος είναι ένα μεγάλο ανοιχτό μουσείο των αρχιτεκτονικών ρευμάτων του 19ου αιώνα και εντεύθεν και πολλά οικοδομήματα έχουν διαφυλαχθεί υποδειγματικά, απέκτησαν λειτουργικότητα και ομορφαίνουν το νησί ενώ άλλα, αν και κηρυγμένα διατηρητέα αφέθηκαν στην τύχη τους να ρημάξουν. 

Ανάμεσά τους και το εξοχικό σπίτι της οικογένειας του υπερρεαλιστή ποιητή Nicolas Calas (Νίκος Καλαμάρης) στα Χρούσα, το οποίο παραχωρήθηκε το 2001 στο Ελληνικό Δημόσιο και χαρακτηρίσθηκε το επόμενο έτος διατηρητέο, αλλά όπως φαίνεται το ενδιαφέρον γι’ αυτό το ιδιαίτερο δείγμα αρχιτεκτονικής τελείωσε εκεί. 

Δεν εξηγείται αλλιώς η κατάσταση την οποία θα συναντήσει όποιος βαδίσει μέχρι εκεί και αφού δρασκελίσει τον μαντρότοιχο θα πλησιάσει για να το γνωρίσει. Και ο πλέον αδαής άνθρωπος θα καταλάβει πως για κάποιον άγνωστο λόγο οι αρμόδιοι και οι διαχειριστές του το έχουν καταδικάσει σε κατάρρευση καθώς είναι εμφανής η καταστροφή της στέγης και η βροχή που μπαίνει ανεμπόδιστα στο εσωτερικό του ήδη έχει κάνει τη δουλειά της. Έπειτα θα δει πως ολόκληρο το κτίριο έχει γίνει ένας τεράστιος περιστερώνας γιατί κανένας πάλι δεν σκέφθηκε να κλείσει έστω το παράθυρα για να μην το καταλάβουν τα καταστροφικά πουλιά. Ο κήπος πάλι έχει αφεθεί στη μοίρα του και είναι θαύμα το πώς έκαναν εύχημους καρπούς φέτος οι παρατημένες λεμονιές και μανταρινιές ενώ τα βοηθητικά κτίσματα είναι κιόλας σωροί ερειπίων. Όσο για το εσωτερικό του, κανένας δεν γνωρίζει σε τι κατάσταση βρίσκονται οι περίφημες οροφογραφίες, αν υπάρχουν τα έπιπλα και τα στολίδια του, αν είναι στη θέση τους το περίτεχνο τζάκι και η επιβλητική ξύλινη σκάλα. Κανένας, ούτε και αυτός που το κλείδωσε για τελευταία φορά… 

Δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία, στις 13/01/2009 [Ηλί].
 

ΑΘΗΝΑ, 21122016