Google+ Badge

Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

ΤΑ ΤΑΠΕΙΝΑ ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΦΙΓΑΛΕΙΑΣ



Τον Ιούνιο του 2004, έτος που όλοι φορτώνουν τις ευθύνες για όσα ζούμε σήμερα, είχα πάει στις Βάσσες τις Αρκαδίας να δω τον μοναδικό ναό του Επικουρείου Απόλλωνα αλλά κυρίως να περπατήσω στον παρακείμενο αρχαιολογικό χώρο, προκειμένου να κάνω κάποιες φωτογραφίες για μια έκδοση που είχα αναλάβει και αφορούσε τους Μακεδόνες αθλητές που είχαν πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς Αγώνες της αρχαιότητας, στην περίπτωση τα Λύκεια που γίνονταν προς τιμή του Λυκείου Διός.



Δεν ήταν εύκολο να κάνω αυτή τη δουλειά γιατί τα χόρτα ήταν πολύ ψηλά και έκρυβαν ότι λείψανα είχαν μείνει από τα έργα των αρχαίων σε αυτό τον μοναδικό τόπο. Έφυγα όμως ικανοποιημένος γιατί μπόρεσα με τη βοήθεια μιας πινακίδας να εντοπίσω το αρχαίο στάδιο το οποίο στη μεγαλύτερη έκτασή του δεν ξεχώριζε από ένα παρατημένο χωράφι.

Δεν είχα πολύ χρόνο στη διάθεσή μου αλλά κατάφερα να περπατήσω λίγο και πιο πέρα από τον αρχαιολογικό χώρο όπου διακρίνονταν μέσα στα ψηλά χόρτα (ο Ιούνιος δεν είναι καλός μήνας να περπατάμε σε τέτοια μέρη γιατί η βλάστηση είναι στο αποκορύφωμά της και βεβαίως κυκλοφορούν πάμπολλα ερπετά) τα ερείπια άλλων πιο κοντινών αιώνων.


Εκεί είδα πολλές καλύβες, πέτρινες σαν αυτές που είχε φτιάξει ο άνθρωπος όταν αποφάσισε να βγει από τις σπηλιές και διατηρούνταν ακόμη ακέραιες -ως τα οστά ενός αρχαίου κόσμου- καθώς και πολλές αγροτικές εγκαταστάσεις, όπως αλώνια, μαντριά, στέρνες, πηγάδια και άλλα που δήλωναν το πέρασμα του ανθρώπου απ’ αυτόν τον μοναδικό τόπο. Έκανα κάποιες φωτογραφίες να θυμούμαι αυτή την επίσκεψη και σήμερα που σκάλιζα το αρχείο εκείνης της εποχής την έβαλα να ξαναγίνει το Φθινόπωρο και ελπίζω πως θα ξαναδώ αυτά τα μοναδικά μνημεία στα υπέροχα βουνά της Φιγαλείας. 



ΥΓ. Οι φωτογραφίες είναι τραβηγμένες με μια Hasselbland X-Pan με την οποία έκλεισα το κύκλο των αναλογικών μηχανών και την έβαλα στο συρτάρι γιατί είναι ασύμφορη!

ΑΘΗΝΑ, 24042017

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

ΟΙ ΕΡΩΤΕΣ ΤΩΝ ΑΓΡΙΩΝ ΑΛΟΓΩΝ ΤΗΣ ΒΕΛΑΩΡΑΣ


Του Αϊ – Γιώργη του στρατηγού, του καβαλάρη σήμερα η τρανή γιορτή και οι ευχές θα πλημμυρίσουν τους εορτάζοντες σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και του κόσμου. Με αυτή τη σκέψη ξεκίνησα σήμερα τη μέρα και αναζητώντας μια φωτογραφία να στολίσω τα λόγια έπεσα πάνω σε μια εξαιρετική σειρά του Κώστα Καλαμίδα από τα Κέδρα Ευρυτανίας ο οποίος τελευταία έχει αποτυπώσει με ιδιαίτερη φροντίδα κάθε γωνιά του τόπου μας.

Η σειρά δείχνει μια ιδιαίτερη στιγμή από το κοπάδι (λακνιά) των ημιελεύθερων αλόγων της Βαλαώρας Ευρυτανίας με την οποία ασχολούνται συστηματικά και φροντίζουν ορισμένοι νέοι του χωριού. Μια στιγμή ερώτων που βεβαίως απασχολούν και αυτά τα υπέροχα ζωντανά την άνοιξη και βοηθούν στην αύξηση του κοπαδιού και στην οποία φαίνεται το υπέροχο αρσενικό να προβάλλει με μια ωραία κίνηση την δύναμή του και την ομορφιά του σε κάποιο θηλυκό ή αντίπαλό του.


Τον ευχαριστούμε που μας μετέφερε αυτή την ωραία στιγμή της ελληνικής υπαίθρου και περιμένουμε απ’ αυτόν και την παρέα του κι άλλες ωραίες φωτογραφίες.

ΑΘΗΝΑ, 23042017

ΣΤΟ ΜΥΡΟΦΥΛΛΟ ΤΡΙΚΑΛΩΝ ΠΡΙΝ 20 ΧΡΟΝΙΑ



Βασική προϋπόθεση για τη μόνιμη εγκατάσταση μιας κοινότητας σε κάποια περιοχή ήταν πάντα η επάρκεια του νερού και γι’ αυτό, σε όλες τις περιόδους της ιστορίας οι άνθρωποι επέλεγαν για κατοίκηση έναν τόπο κοντά σε κάποια πηγή που να ρέει όλο το χρόνο, σε ένα τρεχούμενο ποτάμι ή μια ήμερη λίμνη. Δίπλα λοιπόν στο νερό ίδρυσαν χωριά, έφτιαξαν χωράφια και κοπάδια, δημιούργησαν οικονομία, εμπόριο, τέχνες και βεβαίως άσκησαν λατρεία και καθιέρωσαν γιορτές, οι οποίες συνήθως είχαν ως κέντρο ένα απλό ναό ή ένα μεγάλο κτιριακό συγκρότημα, όπως για παράδειγμα το παλιό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο Μυρόφυλλο Τρικάλων.




Το συγκεκριμένο μοναστήρι, ασφαλώς και δεν βρίσκεται ακριβώς δίπλα σε μια πηγή, ούτε βρέχεται κατευθείαν από τον θεοποιημένο ποταμό Αχελώο – τον ύπατο των ελληνικών ποταμών, αλλά στο σημείο που είναι χτισμένο, ο ρόλος του είναι προφανής και δεν αποκλείεται, τον ίδιο ρόλο να είχε και σε χρόνους που η λατρεία απευθύνονταν σε αρχέγονους θεούς. Γι’ αυτό, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο, αλλά σε έναν τόπο που κατά συνθήκη επάνω από τα αρχαία ιερά κτίστηκαν ναοί και μοναστήρια της νεότερης θρησκείας τίποτα δεν είναι απίθανο. Εκτός αυτού, ορισμένα ευρήματα που είδαν το φως στην ευρύτερη περιοχή του μέσου ρου του Αχελώου και πάνω σε ιδιαίτερες τοποθεσίες, σφόδρα συνηγορούν στην άποψη αυτή.
 





Πέρα όμως από αυτά τα ζητήματα που αφορούν την αρχαιολογία και τις έρευνές της, το κυρίαρχο και από όλους ως έτσι αναγνωρίζεται, είναι ότι το μοναστήρι, καθώς και ο Άγιος Γεώργιος στον οποίο είναι αφιερωμένο, έχει άμεση σχέση με τα νερά, τόσο αυτά που πηγάζουν από τον τόπο, αυτά που θορυβούν στο διάβα του ποταμού όσο και σε αυτά που κουβαλούν τα σύννεφα στην μεγάλη πλάτη τους και αποτελούν, άλλοτε ευλογία και άλλοτε κατάρα για τους ανθρώπους που τυχαίνει να βρίσκονται στη σκιά τους.
Ο πανάρχαιος μύθος, του Περσέα και της Ανδρομέδας, τόσο σαφής και διάφανος, αποτελεί θα λέγαμε την ουσία και του νεότερου αγίου, ο οποίος, με την εξόντωση του φοβερού δράκου πήρε τη θέση του Περσέα στον γαλαξία της χριστιανικής πίστης. Απλά και ξεκάθαρα, όπως ο λόγος που εκφράζεται στο δημοτικό τραγούδι που λένε μόνο οι γέροντες στο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου, κάθε άνοιξη στο μοναστήρι.

Τώρα είναι ο Μάης κι η άνοιξη, τώρα είναι το καλοκαίρι,
Τώρα στολίζει ο θιος τη γη με εννιά λοϊών λουλούδια,
Στολίζει κι εμένα η μάνα μου, με εννιά λοϊών αρμάτες,
Με λούζει με χτενίζει, με στέλνει στο πανεγύρι.
Το πανεγύρι ήταν πουλύ κι ου τόπος ήταν λίγους,
Κρατεί ο δράκος το νερό, διψάει το πανεγύρι,
 
Διψάν κι οι μούλες της κυράς και τα θιριά τ’ αφέντη.
«Απόλα δράκε μ’ το νερό να πιει το πανεγύρι,
να πιουν οι μούλες της κυράς κι τα θιριά τ’ αφέντη».





Χωρίς πολλές – πολλές περιστροφές, ο λειασμένος, ως τα λιθάρια του Αχελώου, από τους αιώνες δημώδης λόγος και η ιθαγενής, ως των δέντρων της Πίνδου ευγλωττία, λαγαρίζουν μέσα σε λίγους στίχους τον καημό και την αγωνία για τη σοδειά της χρονιάς που εξαρτάται από την ευσπλαχνία του ουρανού. Μπορεί σε πρώτο επίπεδο να αναφέρονται στα μεγάλα, εμβληματικά και ακριβά ζώα που είχαν κάποιοι λίγοι άνθρωποι ή μέσω αυτών ξεχωρίζουν στην τοπική κοινωνία, στη σκιά όμως των «θιριών» τ’ αφέντη και της «μούλας» της κυράς, διακρίνεται μέσα στη σκόνη των ξερών χωραφιών και αχολογούν στα στεγνά λαγκάδια, το πολύχρωμο πλήθος των αρνοκάτσικων από τα οποία εξαρτιόνταν κυρίως η ζωή και η ευημερία των ανθρώπων κάθε εποχής στην Πίνδο, στον Αχελώο και σε ολόκληρη την Ελλάδα.






Από τον κάθε δράκο εξαρτιόνταν λοιπόν τα νερά που θα έφερναν την ευλογία στο κοπάδι, το δράκο που καμιά ανθρώπινη δύναμη δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει. Ημίθεοι, ήρωες μόνο και άγιοι μπορούσαν να νικήσουν και να σκοτώσουν αυτό το φοβερό θηρίο. Ο δράκος ήταν πάντοτε ένα μυθικό στοιχείο με σώμα φιδιού γεμάτο φαρμακερά λέπια και σκληρές, θανατερές φολίδες, με αποτρόπαια φτερά νυχτερίδας στην πλάτη και συνήθως έβγαζε φωτιά και καπνούς από τα ρουθούνια – ο λίβας που έψηνε τις καλλιέργειες και οι φωτιές που απειλούσαν πάντοτε τα σπαρτά.
 





Έτσι φαντάζονταν το δράκο και τον αποτύπωναν οι ζωγράφοι και οι αγιογράφοι κάθε εποχής κι έτσι εμπεδώνονταν στην αντίληψη των ανθρώπων και των πιστών που η εικόνα του πολλές φορές ήταν συνώνυμη του απόλυτου φόβου. Καλά όμως αυτόν, όλο και κάποιος θα βρίσκονταν να δώσει τέρμα με το ξίφος ή την λόγχη τον κακό του ρόλο, άλλά τον άλλον τον αόρατο, εκείνον που μόνο την φλογερή ανάσα του ένοιωθαν οι άνθρωποι να πλανιέται στον αέρα κάθε ανάποδη άνοιξη, ποιος θα τον καθάριζε; Δράκοι ήταν και τα σύννεφα στους αιθέρες, όπως μάλιστα τα σκόρπαγε ο αέρας τα έκανε να φαντάζουν με τεράστια εξωπραγματικά όντα που σκόρπαγαν τον τρόμο στους ανθρώπους.
 

Αυτοί οι ιπτάμενοι, γεμάτοι ατμούς δράκοι, πολλές φορές ήταν το ίδιο κακοί με τα τερατώδη ερπετά της γης και η παράκληση σε μια ανώτερη δύναμη για να τους διαλύσει ήταν απαραίτητη. Στόχος λοιπόν αυτής της δημόσιας παράκλησης που γίνονταν τη συγκεκριμένη εορταστική ημέρα προς αυτά τα σύννεφα, ήταν να αφήσουν τις σταγόνες να πέσουν ήμερα και απαλά στη γη γιατί σε αντίθετη περίπτωση, αν άνοιγαν οι ξαφνικά ουρανοί κι ξέσπαγαν άγριες καταιγίδες, τότε η καταστροφή ήταν παραπάνω από σίγουρη και οικονομικά, σαφώς, μη αναστρέψιμη.





Καθώς όμως έχουμε απομακρυνθεί αρκετά από την εποχή που λογής – λογής δράκοι εξουσίαζαν τους τόπους και η στάση τους επηρέαζε τη ζωή των ανθρώπων, πρέπει να πούμε πως σε αυτά τα νερά, τα απριλιάτικα στηρίζονταν όλη η παραγωγή, γεγονός που ξεκάθαρα δηλώνει και η παροιμιώδης έκφραση «Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα, χαρά σε εκείνο το γεωργό που’χει πολλά σπαρμένα». Για αυτά τα νερά λοιπόν γινόταν ο χορός που ονομάστηκε ο χορός του Αί – Γιώργη, ένας αργόσυρτος συρτός στα τρία (τρία βήματα μπροστά, τρία πίσω) που εκτελείται μόνο από άνδρες, συνήθως ώριμους και πάντα σύμφωνα με μια άδηλη για τους πολλούς, αλλά σαφέστατη για τους ντόπιους ιεραρχία. Στα ιδιαίτερα μάλιστα στοιχεία του, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν είναι ο μοναδικός, τελετουργικός χορός της ελληνικής υπαίθρου στον οποίο δεν συμμετάσχει ποτέ ο παπάς του χωριού, γεγονός που δηλώνει τις βαθιές προχριστιανικές ρίζες του.
 

Κορυφαίος στο χορό είναι πάντα ο εν ακμή, γεροντότερος του χωριού, ο οποίος μέχρι τα χρόνια που βαδίζουμε πρέπει να είναι καλός νοικοκύρης και απαραίτητα σεβαστός σε όλη την περιοχή. Αυτός κατά κάποιον τρόπο διορίζει και τον επόμενο κορυφαίο. Οι Μυροφυλλίτες θυμούνται με συγκίνηση, τους γέροντες Δημήτρη Καραντάκο (Μητάκια) και Απόστολο Καγκιούζη, που ήταν οι κορυφαίοι για πολλά χρόνια και οι οποίοι στην ουσία κωδικοποίησαν το χορό κι έτσι οι νεότεροι, δεν έχουν τίποτα να κάνουν παραπάνω από το να εκτελούν σωστά τα βήματα και τις κινήσεις του.





Κανένας βέβαια δεν γνωρίζει από πότε άρχισε να γίνεται ο χορός του Αϊ – Γιώργη, μπροστά στην εκκλησία στο μοναστήρι του Μυροφύλλου. Μπορεί να καθιερώθηκε την εποχή που ιδρύθηκε αυτό, ενδεχομένως όμως να γίνονταν από αιώνες πριν και σε κάποιο άλλο, εξίσου ιερό σημείο, πιθανόν στα αντικρινά με το μοναστήρι Βαργιάνια όπου ανακαλύφθηκαν πριν από λίγα χρόνια θεμέλια κατοικιών και τάφοι αγνώστου εποχής και να αποτελούσε βασικό στοιχείο της πίστης και του πολιτισμού του Μυροφύλλου. Κανένας δεν ξέρει και το μόνο βέβαιο είναι, ότι κάθε χρόνο, οι ντόπιοι και απόδημοι από το Μυρόφυλλο καθώς και από τα γειτονικά χωριά μαζεύονται εκεί, και ενώ πολλοί από τους παραδοσιακούς –ψυχή και σώμα- ανθρώπους αποσύρονται στους ουρανούς της Πίνδου, εντούτοις παρατηρείται μια διακριτική ανανέωση στον όμιλο των χορευτών, οι οποίοι αμέσως ενσωματώνονται και ακολουθούν το ύφος και το ρυθμό των παλαιότερων.
 





Σημασία έχει επίσης και το μικρό θαύμα που γίνεται πάντα μετά το πέρας του χορού ή αργότερα το απόγευμα στο Μυρόφυλλο και επιβεβαιώνει το ζητούμενο, δηλαδή βρέχει. Άλλοτε δυνατά και χορταστικά για τη γη και άλλοτε πέφτουν μόνο λίγες σταγόνες, λίγες αλλά ικανές να διαιωνίζουν το μύθο και δηλώνουν, ακόμα και τώρα που η αγροτοκτηνοτροφική παραγωγή του Μυροφύλλου έχει τελειώσει, την έγνοια που έχει ο «Άγιος» για τους πιστούς του.
  Βέβαια, είναι και φορές, ιδιαίτερα όταν όλο το φεγγάρι του Απρίλη είναι βροχερό, που ο χορός και η παράκληση μοιάζουν περιττά, αλλά η παράδοση είναι παράδοση και ο χορός εκτελείται υπό βροχή με ομπρέλες. 





Το χορό βεβαίως και ακολουθεί πάνδημο πανηγύρι, με ψητά, κρασί, μπύρες και μουσική στους αύλειους χώρους του μοναστηριού. Παλαιότερα που ο τόπος είχε περισσότερους ανθρώπους, η συμμετοχή τους ήταν εντυπωσιακή. Δεν υπήρχε άνθρωπος σε όλη την περιοχή που να μην πηγαίνει στο πανηγύρι και να μην γλεντά σε αυτό. Πεζή ή καβάλα στα μουλάρια και τα γαϊδούρια τους πήγαιναν από κάθε συνοικισμό του Μυροφύλλου στον Άϊ – Γιώργη κουβαλώντας μαζί τους φαγητά και στρώνονταν κάτω από τα πλατάνια μέχρι αργά το απόγευμα. Σήμερα τα πράγματα έχουν σαφώς διαφοροποιηθεί, αλλά κατά βάθος διατηρείται η ιθαγένεια αυτού του μεγάλου πανηγυριού της Πίνδου και του Αχελώου.
 





Τις τελευταίες δεκαετίες, τα μόνα χρόνια που δεν έγινε ο χορός – η λειτουργία του Αγίου Γεωργίου ποτέ δεν σταμάτησε- ήταν κατά την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης που το μοναστήρι ήταν στρατόπεδο του ΕΛΑΣ και στα κατοπινά σκληρά χρόνια του Εμφυλίου. Μια άλλη φορά που το έθιμο κλονίστηκε, ήταν το 1967, χρονιά που η ημέρα του Αγιωργιού συνέπιπτε με την Πρωτομαγιά και εκδηλώθηκε μεγάλος σεισμός που διέλυσε τα περισσότερα χωριά κατά μήκος του Αχελώου και ταρακούνησε το μοναστήρι. Τρόμαξε ο κόσμος, πολλοί έφυγαν να πάνε στα σπίτια τους να δούνε τις ζημιές, αλλά πριν διαλυθεί το πανηγύρι, πρόλαβαν και χόρεψαν.

- Οι φωτογραφίες είναι τραβηγμένες στο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου το 1995 και το 1997 οι περισσότερες και όπως πήγαν τα πράγματα έχουν γίνει κι αυτές μνημείο! Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στο "Γεωτρόπιο" της Ελευθεροτυπίας τον Απρίλιο του 2003.

ΑΘΗΝΑ, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2003



Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

ΟΙ ΒΑΝΔΑΛΟΙ ΓΚΡΕΜΙΣΑΝ ΤΗΝ ΠΟΛΙΟΥΧΟ ΑΘΗΝΑ


Η σημερινή βόλτα στην Αθήνα είχε ένα σκοπό: να βγάλω κάποιες φωτογραφίες από κάποια σημεία προκειμένου να βάλω μπροστά μια έκδοση στη σειρά «I klik Athens» καθώς τον τελευταίο καιρό έκατσα και ξεκαθάρισα το αρχείο και είδα πως κάποια κείμενα ζουν και πέρα από την επικαιρότητα και είναι κρίμα να μαραζώνουν στην κοιλιά του αρχείου.



Από τις πρώτες στάσεις, και για να έχω την ευλογία της πολιούχου της πόλης θεάς 
Αθηνάς, ήταν η προτομή της προστάτιδας της πόλης με στεφάνι ένα κάστρο που βρίσκεται πίσω από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, προς τη Σόλωνος η οποία είχε τυφλωθεί μάλιστα από κάποιο βάνδαλο πριν από λίγα χρόνια. Της καθάρισαν όμως τα μάτια και συνέχισε να βλέπει την αραιή κίνηση στην μικρή πλατεία όπου συχνάζουν πια μόνο απελπισμένοι,εξαρτημένοι που ζουν μόνο όταν βλέπουν τον πρεζέμπορα.

Αυτή είναι η κατάσταση και ήξερα τι θα έβλεπα αλλά εκείνο που με ξάφνιασε ήταν ότι από το βάθρο έλλειπε η προτομή της Θεάς. Κάποιος ή κάποιοι φαίνεται πως πέρασαν από εκεί το βράδυ (και τη μέρα να περνούσαν πάλι το ίδιο θα έκαναν αφού κανένας δεν τολμά να διαμαρτυρηθεί για όσα γίνονται εκεί) και έριξαν την προτομή στο έδαφος, ανάμεσα στα λουλούδια που ήταν μαλακό το χώμα κι έτσι δεν έσπασε. Δεν τους άρεσε το γλυπτό ή δεν την ήθελαν εκεί για να τους βλέπει; Το έκαναν για πλάκα ή για «διαμαρτυρία» όπως εντέχνως έχει καλλιεργηθεί να λέγεται η ασυδοσία;



Για όποιο λόγο και να το έκαναν, το έκαναν να βανδαλίσουν ακόμη μια φορά, μετά τους αποκεφαλισμούς, τις κλοπές, τα μουτζουρώματα, τις καταστροφές την γλυπτών που ήταν στον περίβολο του Πνευματικού Κέντρου και φυσικά να βγάλουν τη γλώσσα σε μια κοινωνία που δεν αντιδρά πλέον σε τίποτα και τούτο είναι το πιο λυπηρό. Στην περίπτωση και σε κάθε άλλη ανάλογη, την ευθύνη δεν την έχει η Αστυνομία ή Δήμος, αλλά όλοι μαζί την μοιραζόμαστε και όποιος τολμήσει να ξεχωρίσει σύντομα το μετανιώνει…

ΑΘΗΝΑ, 22042017

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

ΜΙΑ ΩΡΑΙΑ ΕΙΔΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΡΟΔΡΟΜΟ ΠΡΑΣΙΑΣ



Απριλιάτικο ξημέρωμα στον Πρόδρομο της Πρασιάς στον Απεράντιο της Ευρυτανίας πριν από οκτώ χρόνια· με την ανθισμένη κουτσουπιά να φωτίζει μελαγχολικά την καλύβα – κονσέρβα φτιαγμένη εξ’ ολοκλήρου με φύλλα τσίγκου. Ένας θεός ξέρει πόσες φορές χρησιμοποιήθηκαν για να καταλήξουν αυτά να γίνουν στέγη, τοίχος και πόρτες σε μια κατασκευή που πέρασε πλέον σε αχρησία λόγω έλλειψης κοπαδιού αλλά και νοικοκύρη καθώς, ούτε ο Πρόδρομος θα μπορούσε να εξαιρεθεί από την φορά των πραγμάτων που πήραν τα περασμένα χρόνια ολόκληρη την Ελλάδα και οι άνθρωποί του αποχαιρέτησαν ένα πρωί την πατρώα γη και πήγαν αλλού να αναζητήσουν προκοπή και τα κατάφεραν.

Όλες οι γενιές των Προδρομιτών: μεγάλοι που γεννήθηκαν πριν από πολλά χρόνια εκεί και οι νεότεροι που μεγάλωσαν στη διασπορά τους ανά την Ελλάδα και γνωρίζουν τον τόπο των προγόνων μόνο σε επισκέψεις και μαθαίνουν την ιστορία του από αφηγήσεις των τρανότερων, διατηρούν μια ιδιαίτερη σχέση αγάπης  με το άδειο, σιωπηλό χωριό και έχουν στο νου τους πάντα μια επιστροφή κάποτε στο μέλλον, πράγμα το οποίο δεν αποκλείεται αλλά δεν γνωρίζουμε με ποιους όρους θα γίνει και αν αυτή είναι αποτέλεσμα σφοδρού νόστου ή απόρροια μιας άλλης κατάστασης που θα επικρατήσει στη χώρα...

Ανέσυρα τη φωτογραφία αυτή από το αρχείο φωτογραφιών του Προδρόμου και του Απεραντίου για να στολίσει με την απριλιάτικη επικαιρότητά της μια είδηση που ενδιαφέρει πρώτα τους Προδρομίτες και κατά συνέπεια και την Πρασιά και τα Κέδρα, ενδεχομένως και λίγο τα Βραγγιανά και άλλα χωριά της Αργιθέας, αρέσει πολύ σε μένα και ξεκίνησα ήδη με πολύ κέφι να την υλοποιώ και πιστεύω πως θα την εκτιμήσουν ανάλογα και πολλοί φίλοι των «Μικρών Πατρίδων» από όλη την Ελλάδα και τον κόσμο.

Πρόκειται για τη δημιουργία μιας έκδοσης που θα αφορά την ιστορία απ’ όλες τις πλευρές της του Προδρόμου και των ανθρώπων του και η οποία, όπως μου αρέσει πολύ και έτσι πρέπει να γίνεται θα στηριχθεί στις αφηγήσεις των τρανότερων από τον Πρόδρομο και με βάση αυτές θα φτιαχτούν κάποια κείμενα που στολιστούν με φωτογραφίες από το χωριό αλλά και των ανθρώπων του. Ήδη πήρα τις πρώτες και βασικές συνεντεύξεις στην Αθήνα και στη Βοιωτία, έκανα τις απομαγνητοφωνήσεις και φτιάχνω το πλαίσιο που το έργο θα συμπληρωθεί με πληροφορίες απ’ όλες τις πηγές και κυρίως από άλλες αφηγήσεις.


Στόχος, και γι’ αυτό και η δημόσια δέσμευση είναι να είναι έτοιμη στα μέσα του καλοκαιριού και να παρουσιαστεί στο μεγάλο πανηγύρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, στις 29 Αυγούστου που όλοι οι Προδρομίτες πηγαίνουν να γιορτάσουν τον Άγιο τους στο χωριό και κάνουν ένα από τα καλύτερα πανηγύρια του Απεραντίου.

ΑΘΗΝΑ, 21042017

ΣΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΔΕΝΤΡΩΝ




«Σφεντονάω την πέτρα και βρίσκει επάνω μου» 


Οδυσσέα Ελύτη «ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ», ΙΕ΄



Βλέποντας στην κορφή ενός λόφου κοντά στην Πλάκα της Μήλου αυτή τη μικρή βασανισμένη οικογένεια των πεύκων να έχει πάρει την άβολη για δέντρα στάση που της έχει επιβάλλει ο ασίγαστος γραίγος των Κυκλάδων, σκέφτηκα πως γι’ αυτά, ανάσταση θα ήταν να μπορέσουν κάποια στιγμή να βγάλουν τις ρίζες τους από τη γη, να περπατήσουν και να φύγουν μακριά, να πάνε σε ένα άλλο τόπο όπου θα τα αγαπούν και θα τα σέβονται περισσότερο από εμάς. Να γαληνέψουν κι αυτά σε μια γωνιά όπου κανένα τσεκούρι δεν θα τα τρομάζει και καμιά φωτιά δεν θα τους είναι εφιάλτης, ν’ απλώσουν ήσυχα τα κλαριά τους και νάρχονται τα πουλιά να φωλιάζουν, να γεμίζουν φωνές και κελαϊδήσματα τις φυλλωσιές και να σπέρνουν απογόνους. 

Δεν λέω, αυτά τα πεύκα πάντως προσπάθησαν κάποτε να φύγουν, όλη η φυλλωσιά τους έγινε πράσινο σύννεφο αλλά ο λευκός τοίχος από το εκκλησάκι τους έκοψε το ταξίδι– δεν μπόρεσαν να τον παραμερίσουν και ταπεινωμένα έμειναν να κρέμονται εκεί, δέκα πόντους από τον ασβέστη να κοιτάζουν το μανταλωμένο παραθυράκι και το σφαλισμένο πηγάδι που από το νερό του, ούτε μια σταγόνα δεν είναι γι’ αυτά προορισμένη. Καταδικασμένα από την ημέρα που ασυλλόγιστα κάποιος τα έβαλε στο χώμα να μεγαλώσουν, εκεί περιμένουν να τα ξεριζώσει κάποια στιγμή ο αέρας.


Μέρες που ήρθαν κι ευχές περισσεύουν, ας κάνουμε και μια ακόμα για την ανάσταση των δέντρων που κάηκαν πρόπερσι σε όλη την Ελλάδα και στη σωτηρία αυτών που απέμειναν. Με την ελπίδα να γίνουν οι ρίζες τους πόδια και να φύγουν μακριά από τον τόπο που οι άνθρωποί του καθημερινά τα σκοτώνουν…
 


Το κείμενο και η φωτογραφία δημοσιεύτηκαν το Πάσχα του 2008, στην Ελευθεροτυπία, 

η σημασία του όμως το κάνει πάντα επίκαιρο.


ΑΘΗΝΑ, 20042008

Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΘΕΪΚΟΥ ΤΥΜΦΡΗΣΤΟΥ

Η κορυφή Κουμπί όπως φαίνεται από το ξάγναντο κάτω από τον Βράχο.
Σαν τάμα αναστάσιμο το είχα να ανεβούμε πασχαλιάτικα στην χαμηλή κορυφή του Τυμφρηστού που λέγεται Κουμπί αλλά δεν γινόταν, ήθελε δύναμη και καλό εξοπλισμό γιατί κρατούσε ακόμα χιόνι κι έτσι περιοριστήκαμε με τον Δημήτρη Παπαδιά σε ένα βιαστικό πέρασμα του δρόμου απολαμβάνοντας το πανόραμα του βουνού και λιγότερο του κάμπου και του ορίζοντα των βουνών της Ρούμελης και των Αγράφων γιατί η μέρα ήταν λίγο θαμπή από τη σκόνη που μας έρχεται κάθε άνοιξη από την Αφρική. 


Η κορυφή Κουμπί όπως φαίνεται από την Καμηλόβρυση πάνω από το Νεοχώρι
Για να εξηγούμαστε όμως, τι σημαίνει Τυμφρηστός και τι «Βελούχι», πρέπει να γράψω δυο λόγια γιατί κάκιστα έχει καθιερωθεί να λέγεται «Βελούχι» αυτό το εκπληκτικό βουνό το οποίο με το όνομά του εμφανίζεται στους στίχους της Ιλιάδας. Εκεί αναφέρεται πως ο ημίθεος Αχιλλέας μετά τη θυσία εκατό βοδιών που έκανε προς τους θεούς έκοψε τα μαλλιά του και τα έριξε στην πηγή του Σπερχειού οι οποίες υπάρχουν ακόμη και σήμερα στο χωριό Μαυρίλο, ευχόμενος την επιστροφή του στην πατρίδα Φθία


Η κορυφή Κουμπί όπως φαίνεται από το δρόμο κάτω από το Πικροβούνι
Από τότε μέχρι σήμερα, ούτε ο Σπερχειός άλλαξε πηγές ούτε και το βουνό περπάτησε παραπέρα. Στο γένος των ανθρώπων όμως συνέβησαν πολλά και τρομερά και αποτέλεσμα ήταν να αλλάξουν πολλά πράγματα και ανάμεσά τους και τα ονόματα κάποιων τόπων κατά συνθήκη ιερών για τους Έλληνες. Ανάμεσά τους λοιπόν ήταν και η αλλαγή της ονομασία του Τυμφρηστού (εκ του τύμφη που σημαίνει κάτι προς το γκρίζο εξαιτίας των πετρωμάτων του και της συννεφιάς που πολλές φορές έχει) σε Βελούχι, άγνωστο πότε και από ποιους και έρευνα προς τούτο ουδόλως ενδιαφέρει γιατί όπως προαναφέρθηκε υπάρχει η αρχαία λέξη και ούτε συζήτηση γίνεται! 




Αφορμή για το σχόλιο τούτο δόθηκε η αλλαγή της φωτογραφίας του προφίλ μου, τραβηγμένη από τον Δημήτρη Παπαδιά κάτω από τον Βράχο που με δείχνει μπροστά από την κορυφή του βουνού στην οποία διακρίνονται τα χαρακτηριστικά μιας μορφής ανθρώπου που αυτές της ημέρες με το χιόνι είναι πιο έντονα. Όντως υπάρχει αυτή η μορφή την οποία σχηματίζουν οι βράχοι και φαίνεται ακόμα όταν είναι καθαρή η ημέρα και από τη Λαμία αλλά το σπουδαίο είναι ότι όλο αυτό το σύμπλεγμα από όποιο σημείο της Δυτικής Φθιώτιδας γύρω από το βουνό και αν το δει κάποιος προκαλεί την ίδια εντύπωση.



Η κορυφή Κουμπί όπως φαίνεται από τον Αι - Λιά του Νεοχωρίου
Μια γιγαντιαία ανθρώπινη μορφή που ατενίζει το άπειρο του σύμπαντος είναι η κορυφή του και δεν αποκλείεται να είναι ο θεός Τυμφρηστός της εποχής του Αχιλλέα και των Μυρμιδόνων. Γι’ αυτό λοιπόν αν προσπαθήσουμε να φέρουμε πάλι στη γλώσσα μας το παλιό όνομα γιατί «Βελούχι» μπορεί να σημαίνει και αυτή η λέξη κάτι, αλλά από τη στιγμή που υπάρχει μια πιο παλιά και πολλά σημαίνουσα όπως ο Τυμφρηστός, τι ανάγκη την έχουμε; 

ΥΓ
 Η μορφή που προανέφερα δεν φαίνεται από την δυτική πλευρά του Τυμφρηστού, δηλαδή την Ευρυτανία όπου χρησιμοποιούν για το βουνό κυρίως τη λέξη «Βελούχι» την οποία μάλιστα βάζουν ως σήμα σε ξενοδοχεία, προϊόντα, ακόμα και υπηρεσίες ενώ το αντίθετο συμβαίνει με την περιοχή όλης της Φθιώτιδας… 



ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 19042009

Ο ΝΥΚΤΕΡΙΝΟΣ ΨΑΛΤΗΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


Tον ζήλεψα τον κότσυφα· νωρίς το απόγευμα να είναι κουρνιασμένος στο ψηλότερο κλαρί της κουτσουπιάς πίσω από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, στην οδό Σόλωνος και να ψέλνει ερωτικά καλέσματα στο ταίρι του που δεν φαίνονταν πουθενά. Αλλ’ αυτός φαίνεται πως ήξερε ότι κάπου εκεί γύρω είναι κρυμμένο και μπορεί να περιμένει να πέσει το σκοτάδι για να μην τους βλέπει ο κόσμος, για να ανταμώσουν σε κάποιο κλαρί και να αρχίσουν τον έρωτά τους με μόνο μάρτυρα το φεγγαράκι που λάμπει για όλους αδιακρίτως και εμπνέει πάθη της νύχτας και όχι μόνο…

ΑΘΗΝΑ, 18042013

Δευτέρα, 17 Απριλίου 2017

ΤΟ ΧΘΕΣΙΝΟ ΧΙΟΝΙ ΗΤΑΝ Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ


Θρίαμβος του λευκού πάνω στο φρέσκο φύλλωμα μιας αβόσκητης τσαπουρνιάς που θράσεψε στην κοίτη σιωπηλού αγροτικού δρόμου, δίπλα στο παρατημένο χωράφι των προγόνων στη Μεγάλη Κάψη Τυμφρηστού. Δίκαιη ως πρέπει να είναι η Άνοιξη, ευλογεί στο πέρασμά της και τους ταπεινότερους θάμνους, τους χαϊδεύει με την ανάσα της και μερεύουν για λίγες ημέρες και τα πιο σκληρά αγκάθια. Τα σκεπάζει με άπειρα λουλούδια που ευωδιάζουν νέους έρωτες και προκαλεί τις μέλισσες και όλων των εντόμων τον κόσμο να ηχήσουν με τα φτερά τους και τη λαλιά τους την είσοδο στην καινούργια εποχή. 

- Έμοιαζε σαν ο Χειμώνας να ξεφορτώθηκε την προηγούμενη νύχτα όσο χιόνι του είχε περισσέψει στις εξοχές του Τυμφρηστού και το λευκό σε όλες τις αποχρώσεις του κάλυψε τα δέντρα στολίζοντας με τους ανθούς του την εποχή της νέας καρποφορίας. Σεμνά, αθόρυβα, από την ανατολή και με ελαφρό νοτιά, σιωπηλά ήρθε χθες η Άνοιξη. Κανένας δεν την πήρε είδηση καθώς όλοι έβλεπαν το χειμώνα να αποδημεί! 

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 16042009


Παρασκευή, 14 Απριλίου 2017

ΣΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ


Μπορεί να μην χρειάζεται φρούρηση πλέον η γέφυρα αλλά ο μπάρμπα Λάμπρος, εκεί
Το καλοκαίρι που έρχεται ο μπάρμπα Λάμπρος Κοντογούνης, το σύμβολο των Αγράφων όπως έχει εξελιχθεί ο πλέον φωτογραφημένος άνθρωπος όλης της περιοχής, θα μετρήσει εξήντα συναπτά έτη λειτουργίας του περίφημου χανιού, που πρωτολειτούργησε ο πατέρας του Γιώργος με τη μάνα του Σάββα το 1937 στον παραποτάμιο οικισμό του Μαράθου, Βαρβαριάδα. 

Ο μπάρμπα Λάμπρος μπροστά στο ιστορικό χάνι των Αγράφων
Το καλοκαίρι του 1950 που η οικογένεια επέστρεψε από το Αγρίνιο όπου τους υποχρέωσαν να καταφύγουν ως ανταρτόπληκτοι, ο Γιώργος Κοντογούνης έβαλε για πρώτη φορά μπρίκι στη φωτιά και έτσι εγκαινίασε μια εποχή στην οποία το χάνι έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο στην επικοινωνία των Αγραφιωτών με τον έξω κόσμο. Αφορμή για το τεράστιο αυτό γεγονός στην τοπική ιστορία, υπήρξε η κατασκευή της σιδερένιας γέφυρας στον ποταμό και η κάλυψη των αναγκών του συνεργείου. 

Ο μπάρμπα Λάμπρος πρωταγωνίστησε στην ταινία του Γιώργου Κολόζη
"Το πήδημα του Κατσαντώνη και ο μπάρμπα Λάμπρος".
Μέχρι το 1980 που πέρασε ο δρόμος για τα απομακρυσμένα χωριά, το χάνι όντως υπήρξε το σημείο όπου πέρασαν έστω μια νύχτα της ζωής τους όλοι οι Αγραφιώτες, έφαγαν ένα πιάτο ζεστό φαί, ήπιαν ένα τσίπουρο, στέγνωσαν στη σόμπα και χόρεψαν ολόκληρες νύχτες με το βιολί του Γυφταντρέα. Κατόπιν άλλαξαν τα πράγματα, σταμάτησαν οι διανυκτερεύσεις αλλά όλοι οι περαστικοί σταματούσαν για λίγο και έκαναν κίνηση στο μαγαζί το οποίο λειτούργησε υποδειγματικά μέχρι το θάνατο της γυναίκας του Μαρίας πριν από επτά χρόνια, ο μπάρμπα Λάμπρος. 

Η απουσία της όμως από εκεί και πέρα, τον σημάδεψε βαθιά και σιγά – σιγά παραιτήθηκε από την εξυπηρέτηση των περαστικών και περιορίστηκε στα απολύτως αναγκαία, όσο φτάνει δηλαδή για να δικαιολογεί την παρουσία του εκεί και να ανοίγει την πόρτα του ένδοξου μαγαζιού που τα σημάδια του χρόνου και της εγκατάλειψης είναι πλέον εμφανή. Το γεγονός δεν απασχολεί κανέναν, καθώς το ζητούμενο για όλους είναι μια καλημέρα στο γέροντα που οι αφηγήσεις του για πρόσωπα, πράγματα και γεγονότα των Αγράφων αποτελούν θησαυρό ιστορίας. 


Ο μπάρμπα Λάμπρος ήταν ο πιο ένθερμος θαυμαστής της Γιώτας της τραγουδίστριας
Έτσι λοιπόν, δεν υπάρχει κανένας που να μη κάνει στάση μπροστά στο χάνι και σαν δει κλειστή την πόρτα, θα πατήσει την κόρνα μήπως και ξεμυτίσει από πουθενά ο μπάρμπα Λάμπρος να τον χαιρετήσει. Το κόλπο το έμαθαν και οι καινούργιοι κι έτσι δεν περνάει στιγμή που να μην είναι σταματημένο ένα αυτοκίνητο μπροστά στο χάνι και σήμερα ειδικά, που λόγω Πάσχα θα περάσουν όλοι οι Αγραφιώτες να πάνε στα χωριά τους να γιορτάσουν την Ανάσταση, ο μπάρμπα Λάμπρος θα μετρήσει άλλη μια φορά το ψυχομάνι που κάποτε θεωρούσε τη Βαρβαριάδα τα σύνορα ενός άλλου κόσμου τον οποίο, αφού τον γνώρισαν και το γεύτηκαν, τότε μπόρεσαν να εκτιμήσουν τον τόπο που παράτησαν και τον ανακαλύπτουν τώρα που έσβησε… 


ΑΘΗΝΑ, 21042017

ΥΓ. Ο μπάρμπα Λάμπρος, ο πιο διάσημος μόνιμος κάτοικος των Αγράφων έφυγε από τη ζωή πριν από τέσσερα χρόνια αλλά θα μείνει σε όλους μας αξέχαστος...

ΜΙΑ ΖΩΗ ΞΩΜΑΧΟΙ ΣΤΑ ΣΦΟΛΙΑΝΑ

Η καλύβα των Φουκαίων είναι από τις τελευταίες με πέλες στον Απεράντιο
Ένας στεγνός, γδαρμένος λόφος είναι τα Σφολιανά, ο συνοικισμός της Βούλπης που θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το ανοιχτό μουσείο της ζωής των ξωμάχων του Απεραντίου και κατοικείται σήμερα μόνο από το μνημειακό ζευγάρι του Γιαννακού και της Σταθούλας Φούκα, χωρίς την παρουσία των οποίων κι αυτός θα ήταν σωροί ερειπίων. 

Τα χρόνια πέρασαν αλλά η τρυφερότητα μένει η ίδια...
Νύφη από το κεφαλοχώρι της περιοχής, το Κερασοχώρι, πήγε το 1951 εκεί η Σταθούλα και με και τον αγώνα της εγκαινίασε μια καινούργια εποχή για τα Σφολιανά, χωρίς βεβαίως να παρακούσει τίποτα απ’ όσα η αυστηρή πεθερά της και ο Γιαννακός ήταν μαθημένοι. Με σύμμαχο την υπομονή έσκαψε χωράφια, έφτιαξε μαντριά, φρόντισε κοπάδια και μεγάλωσε τέσσερα παιδιά που έφυγαν αναζητώντας την τύχη τους σε ζουν τώρα σε άλλους τόπους. 

Μέχρι πριν από 15 χρόνια οι Φουκαίοι αλώνιζαν τη σοδειά τους στο πέτρινο αλώνι
Από τότε μέχρι σήμερα, ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει στα Σφολιανά και ο γέροντας είναι ο μόνος που μπορεί να καμαρώνει ακόμη πως μπορεί να πλέξει με κλαδιά όχι μόνο τον περίγυρο μιας καλύβας, αλλά και τη σκεπή της με σάλωμα από σίκαλη. Ο ίδιος πάλι μπορεί να φτιάξει και καλύβα με ξύλινη στέγη και τα σανίδια να μην σαπίσουν ποτέ! Λόγω όμως μιας περιπέτειας που είχε με τη φωνή του δεν μπορεί να εξηγήσει πως τα καταφέρνει και είναι πολύ κουρασμένος πλέον να κάνει αναπαράσταση του έργου. Αντ’ αυτού όμως η δοκιμασμένη στα βάσανα Σταθούλα, με το νι και το σίγμα, όλα μπορεί να τα μολογήσει. Αυτό όμως που αποτελεί τον θρίαμβο στη ζωή της και ποτέ δεν κουράζεται να το επαναλαμβάνει, είναι ότι ή ίδια διάλεξε από το ρέμα και κουβάλησε τις πέτρες και μ’ αυτές έστρωσε το αλώνι τους που εδώ και 15 χρόνια έχει να δει καρπό στην πλάτη του. 

Ο μπάρμπα Γιαννακός είναι ο μόνος που ξέρει να πλέκει καλύβες από κλαριά
Θα ήθελαν πολύ να σπείρουν, να θερίσουν και να αλωνίσουν πάλι οι Φουκαίοι, αλλά γι’ αυτούς πάει, έγειρε η ζωή, στέρεψαν οι αντοχές τους. Το μόνο που τους μένει πλέον είναι αγναντεύουν όλη την ημέρα τον έρημο τόπο γύρω τους και να περιμένουν τα παιδιά τους - ο Νίκος μάλιστα που είναι αστυνομικός στην κοντινή Γρανίτσα έχει διαρκώς το νου του στα Σφολιανά ενώ με τα υπόλοιπα, καθώς έρχεται το Πάσχα πλησιάζει και η στιγμή που θα ανταμώσουν όλοι μαζί και θα γιορτάσουν άλλη μια φορά κι εφέτος στη γη τους. 

ΑΘΗΝΑ, 21042009

ΥΓ. Ο Γιαννακός και η Σταθούλα αποχαιρέτησαν για πάντα τα Σφολιανά πριν από δυο χρόνια αλλά η μνήμη τους παραμένει ζωντανή στον τόπο και σε όσους τους γνωρίσαμε...

ΦΥΛΑΚΑΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ ΣΤΟ ΜΑΡΙΝΟ



Ήταν η μοναδική ψυχή που ζωντάνευε τα τελευταία χρόνια τον απόμακρο συνοικισμό της Δομνίστας πάνω από τον Κρικελοπόταμο, Μαρίνος, η κυρά Γεωργίτσα Μπούρα (1924 - 2014) μια γυναίκα που όταν την έβλεπες θαρρείς ενσάρκωνε στο αχαμνό κορμί της τη μάννα Ευρυτάνισα και τα σημάδια του χρόνου στο πρόσωπό της το επιβεβαίωναν. Κι ακόμα, η στάση της απέναντι στη ζωή σε συνδυασμό με το συζυγικό χρέος την έκαναν ακρίτα της μνήμης σε ένα τόπο όπου τα στοιχεία της ιθαγένειας, σβήνουν μαζί με τη γενιά της. 

Όντως ακριτικός ο τρόπος της ζωής της καθώς ουδέποτε εκτός από τα τρία χρόνια που υποχρεώθηκε μαζί με τη χήρα μητέρα της να μετακινηθούν στο Αιτωλικό για να μην υποστηρίζουν τους αντάρτες, απομακρύνθηκε από το γονικό της σπίτι που έχτισε ο πατέρας της όταν αυτή ήταν δυο χρονών και εκτός της αλλαγής της στέγης, τίποτα δεν έχει αλλάξει. Εκεί στην εσωτερική εξορία παντρεύτηκε –ένα γαλάζιο φουστανάκι που είχε αγοράσει με τα μεροκάματα που έκανε στα χωράφια – τον κατά 15 χρόνια μεγαλύτερό συγχωριανό της Νίκο Μπούρα, τον οποίο τον είχε δάσκαλο στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής και σαν τους επέτρεψε ο στρατός να γυρίσουν στο χωριό τους το καλοκαίρι του 1950 άρχισαν μια καινούργια ζωή με τη χαρά μάλιστα του πρώτου τους παιδιού Αλέκου. 

Άλλαξαν όμως τα πράγματα, ο δάσκαλος δεν μπόρεσε να συνεχίσει τα μαθήματα. Πάλεψαν στα χωράφια και πρόκοψαν, ο μόχθος τους έδεσε με τον τόπο και δεν παραπονέθηκαν ποτέ για τη γη τους. Πάνε πολλά χρόνια όμως από τότε που ο Νίκος είναι κάτω από το χώμα του κοιμητηρίου – εκατό μέτρα και απέναντι ακριβώς από το σπίτι τους και η Γεωργίτσα πάντα προλάβαινε σαν τέλειωνε τις δουλειές να πάει να του ανάψει το καντήλι και να του διηγηθεί της μέρας της, τους καημούς και τα παράπονα. Σαν γύρναγε, κάθονταν λίγο στο κατώφλι κι αγνάντευε τη φλογίτσα και μετά έπεφτε μόνη της για ύπνο δίπλα στο τζάκι. 

Έτσι έκλεινε κάθε ημέρα η ζωή της μέχρι πέρσι που οι δυνάμεις της δεν τη βοηθούσαν και ξεχειμώνιασε στην Αθήνα κοντά στην κόρη της, αλλά μετρούσε μια μία τις ώρες να γυρίσει αυτές τις ημέρες στο Μαρίνο γιατί ο Νίκος της έμεινε χωρίς συντροφιά όλο το χειμώνα και ο κήπος μπροστά στο σπίτι απεριποίητος. Στο δρόμο της κι ένα άλλο καντηλάκι, του γιου της Αλέκου στο κοιμητήριο του Κρικέλου, περιμένει κι αυτό μια καλησπέρα από τη μάννα… 

ΑΘΗΝΑ, 21042009

ΥΓ. Η κυρά Γεωργίτσα δεν έφυγε ποτέ από τον τόπο της και ούτε πέταξε στον ουρανό καθώς μια μέρα ξεκίνησε και πήγε και κοιμήθηκε για πάντα δίπλα από τους δικούς της στο κοιμητήριο με τις αρχαίες βελανιδιές απέναντι από το σπίτι της...

ΚΑΛΟΡΙΖΙΚΟ ΤΟ ΜΑΝΑΒΙΚΟ ΤΗΣ ΟΜΟΝΟΙΑΣ



Πήγαινα τα παλιότερα χρόνια μεγάλες βόλτες στην πόλη γιατί μου άρεσε η ατμόσφαιρα του Πάσχα και με συγκινούσαν μπορώ να πω κάπως οι λογής βαρβαρότητες με τα κρέατα στα τσιγκέλια, τα βεγγαλικά και τις ψησταριές καθώς και οι πάγκοι με το εορταστικό πλαστικό σκουπιδομάνι που απλώνουν σε κάθε δρόμο οι πλανόδιοι και έτσι βγάζουν τις υποχρεώσεις τους προς τα βαφτιστήρια και οι νονοί και οι νονές με την άδεια τσέπη.

Σταμάτησα σιγά – σιγά, δεν εύρισκα πια ενδιαφέρον σε όλα αυτά, με απέλπιζαν καθώς η αγορά εξελίσσονταν χρόνο με το χρόνο σε ένα απέραντο παζάρι φτώχειας και οι άνθρωποι, ημεδαποί και αλλοδαποί να σφίγγονται όλο και περισσότερο και να βλέπουν την γιορτή σαν μια θηλιά που σφίγγει όλο και πιο βαθιά το λαιμό τους. Έτσι περιορίστηκα σε ένα πέρασμα από την Πανεπιστημίου η οποία πλέον μου δημιουργεί τα ίδια συναισθήματα καθώς τα πεζοδρόμιά της έχουν καταληφθεί από τραπεζοκαθίσματα φραπεδοπωλείων και των σουβλατζίδικων.

Εκείνο όμως που δεν περίμενα ποτέ και καθώς το είδα χθες ήταν ότι στη γωνία της Εθνικής Τράπεζας στην Ομόνοια, στην έξοδο του Ηλεκτρικού όπου η πρώτη εικόνα για όποιον βγαίνει από εκεί είναι η παρέα των μονίμων «αστέγων» με τα ράκη που στολίζουν τα σκαλοπάτια από τις σφραγισμένες πόρτες της τράπεζας απόκτησε και το μανάβικό της!


Ναι, κάποιος τύπος ή μια παρέα γιατί έτσι γίνονται αυτές οι «επιχειρήσεις» που ανθούν κυρίως στην οδό Αχαρνών, στις παρυφές της Βαρβακείου και των λαϊκών αγορών, άπλωσε στο πεζοδρόμιο μια σειρά από σακκούλες με λαχανικά και άρχισε τις πωλήσεις. Το αν ζήτημα αν έχει άδεια, όπως αναρωτιόνταν κάποιοι δεν έχει καμιά σημασία για τον «μανάβη», αλλά, το ότι κανένας αρμόδιος σε αυτή την πόλη δεν πήγε να τον απομακρύνει από ένα κεντρικό δημόσιο χώρο γιατί η εικόνα που δημιουργούσε δεν υπάρχει ούτε στο πιο παρηκμασμένο παζάρι του κόσμου. Είναι ζήτημα χρόνου πιστεύω να έρθει κι άλλος «μανάβης» δίπλα του για να προχωρήσει και ο ανταγωνισμός και να γίνει η πλατεία και η Πανεπιστημίου ως την Τριλογία, ένα παζάρι που δεν θα έχει να ζηλέψει καμιά χώρα… 

ΑΘΗΝΑ, 14042017

ΟΤΑΝ Η ΜΕΡΚΕΛ ΓΙΝΟΝΤΑΝ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ!


Αποφεύγω να αναφέρομαι στα πολιτικά πράγματα, μέρες μάλιστα που είναι, αλλά δεν μπορώ να αφήσω απαρατήρητη μια ενδιαφέρουσα ενθύμηση που μου έφερε σήμερα το πρωί το Facebook από τα ωραία αντιμνημονιακά έτη, συγκεκριμένα το 2013, που είχε ανεβεί πολύ ο πυρετός των λογής – λογής αγανακτισμένων που έβλεπαν την ώρα της καρέκλας να πλησιάζει και δεν κρατιόνταν μη και προλάβει άλλος να σκίσει τα μνημόνια!

Η φωτογραφία τραβήχτηκε με προσοχή, γιατί αν θυμόμαστε καλά είχε επιβληθεί ένα ιδιαίτερο καθεστώς από τους αντιμνημονιακούς καπεταναίους στους δρόμους και τις συγκεντρώσεις  για τις φωτογραφήσεις και τώρα καταλαβαίνω το νόημά του. Έτσι λοιπόν κατάφερα να κρατήσω για την ιστορία μια φωτογραφία που τράβηξα στα Εξάρχεια με μια ομάδα από τους γνωστούς νεαρούς να έχουν φτιάξει ένα Επιτάφιο που στην κορυφή του είχε ένα πορτρέτο της Μέρκελ και το μετέφεραν γύρω από την πλατεία, συμμετάσχοντας έτσι στον αγώνα που θα δικαιώνονταν με την συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ αργότερα.


Θεωρώντας λοιπόν πως δεν είναι και τόσο ασεβές να θυμίζεις σε κάποιους τον επαναστατικό οίστρο, ο οποίος δεν πήγε για πολλούς και χαμένος καθώς αυτό το έρμο το κράτος διαθέτει πολλές καρέκλες σε συμβούλια και ΜΚΟ, ξαναφέρνω την στιγμή στην επικαιρότητα για να έχουμε να κουβεντιάζουμε μέχρι να έρθει η αληθινή Ανάσταση! 

ΑΘΗΝΑ, 14042017

ΟΙ ΝΕΡΑΝΤΖΙΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΤΣΙΜΙΣΚΗ



Μου αρέσει το Πάσχα στην Αθήνα και δεν είναι λίγες οι φορές που δεν πήγα στη μικρή πατρίδα για να το γιορτάσω εκεί και έμεινα στην πόλη και την ευχαριστήθηκα πολύ. Ο κύριος λόγος που μένω εδώ είναι ότι αυτές τις απριλιάτικες ημέρες μπορώ και κυκλοφορώ ελεύθερα σε πολλά σημεία καθώς και ο κόσμος είναι λίγος και τα αυτοκίνητα λιγότερα.



Έτσι βλέπω και πράγματα που σε άλλες περιπτώσεις θα ήταν δύσκολο, ιδιαίτερα στο κέντρο της πόλης και σε κάποιες γειτονιές που έχουν ενδιαφέρον για μένα, όπως τα Πετράλωνα, τα Σεπόλια, ο λόφος του Στρέφη, η Νεάπολη και φυσικά το λεγόμενο εμπορικό κέντρο. Εκείνο όμως που μου αρέσει περισσότερο, και δεν το μπλέκω με την Μεγάλη Εβδομάδα και τη χαρμολύπη, αληθινή ή από τα πράγματα επιβεβλημένη, είναι το περπάτημα στους δρόμους με τις νεραντζιές και οι οποίοι σε όποια κατάσταση και αν είναι, προσφέρουν μια εξαιρετική εμπειρία στην πόλη που τους υπόλοιπους μήνες του χρόνου βρωμάει απ’ άκρη σε άκρη. Εκτός αυτού, οι νεραντζιές με την μεγάλη υπομονή στην αύξησή τους, μου θυμίζουν το μέτρο που είχε κάποτε αυτή η πόλη και σήμερα που και που το βρίσκεις.





Από τις αγαπημένες μου γειτονιές με νεραντζιές για περπάτημα είναι οι δρόμοι ψηλά στη Νεάπολη, γειτονιά που έχω ζήσει πάνω από δυο δεκαετίες και κάποιες στιγμές τη νοσταλγώ. Έτσι μου προέκυψε και τούτο το απριλιάτικο σημείωμα της Μεγάλης Παρασκευής μάλιστα καθώς σκαλίζοντας το αρχείο βρήκα μια ωραία σειρά με φωτογραφίες από την οδό Τσιμισκή που τράβηξα πριν από δέκα χρόνια να συμβιώνουν με ορισμένα παλιά σπίτια και παρότι ψηφιακές, έκαναν την οθόνη του υπολογιστή να μυρίσει αθηναϊκή άνοιξη και να με ξεσηκώσει να ξαναπάω σήμερα να τις απολαύσω…    

ΑΘΗΝΑ, 14042017

ΕΥΧΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΜΕ ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ





Ο Ακτήμων εύχεται σε όλες κι όλους Καλό Πάσχα 
και Ανάσταση ψυχών, σωμάτων, πατρίδων! 

ΑΘΗΝΑ, 14042017

ΥΓ Απλές και χωρίς βαθιά νοήματα οι φετινές κάρτες απευθύνονται σε όλους από εδώ γιατί αν και πολύ το επιθυμώ να σας στείλω ξεχωριστά είναι πρακτικά αδύνατον. 

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

ΠΑΜΕ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ!



Όχι, δεν λέει πως όταν γυρίσει από τας Σέρρας, όπου θα πάει απόψε να ξαναναστηθεί για μια ακόμη φορά ο Πρόεδρος της Αριστοκρατικής Αναρχίας και επιτυχημένος εκδότης Βασίλης Χατζηϊακώβου θα μας κάνει τίποτα απ’ αυτά που διαμήνυε ο στρατηγός της Ρούμελης Γεώργιος Καραϊσκάκης στα ζαγάρια που τον υπονόμευαν και τα λόγια του πιπίλαγαν κάτι αλληλέγγυοι πριν γίνει κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ για να πάρουν καρέκλα σε ΜΚΟ, αλλά με τον γνωστό, αριστοτεχνικό τρόπο του ευλογεί την φωτογραφική μου μηχανή μου που από μάτι έπεσε προχθές και με χρέωσε ενάμιση αρνί για την επισκευή της στον σπουδαίο τεχνίτη της Nikon Άρη Καραμπά.

Στη γιάφκα του Ναυτίλου στο μέσον δύο Γεωργίων...
Το πολύτιμο εργαλείο μου λοιπόν ευλογεί ο μέγιστος των εκδοτών και από την ευλογία πρέπει να επηρεάστηκαν και μια ομάδα ρουμανόγυφτων που περνούσε με κόκκινο το φανάρι της Αιόλου στα Χαυτεία και μας κοιτούσαν σαν φαινόμενο που βγάζαμε φωτογραφίες μπροστά στο κεφεκοπτείο του Λουμίδη, αλλά που να ήξεραν τι σκαρώνουμε και το οποίο θα σας το ανακοινώσουμε, άμα τη επιστροφή του από την γενέτειρα και θα μας καλέσει να δοκιμάσουμε, επιτέλους, το θρυλούμενο καφεδάκι με την ιστορική φίρμα των Σερρών που ακούει στο όνομα Χατζηϊακώβου και θα κάνει θραύση και στην Αθήνα… 

ΑΘΗΝΑ, 13042017