Google+ Badge

Δευτέρα, 10 Απριλίου 2017

Η ΑΝΟΙΞΗ ΑΝΕΒΑΙΝΕΙ ΣΤΑ ΚΑΜΑΡΙΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ


Όλα σχεδόν τα ελληνικά βουνά για κάποιους ιδιαίτερους λόγους το καθένα έχουν περάσει στη συνείδηση μας ως εμβληματικοί, ιδανικοί τόποι. Ένας απ’ αυτούς είναι τα Καμάρια, η μητρόπολη των τσελιγκάτων στα Άγραφα που αυτές τις ημέρες κοιμάται ακόμα κάτω από το βαρύ χιόνι και περιμένει να φθάσει την άνοιξη που ήδη ακροπερπατάει στον Μέγδοβα και τον Μπεσιώτη. 




Τα Καμάρια είναι ένας μεγάλος, ιστορικός συνοικισμός των Αγράφων, ό οποίος, ενώ έσφιζε από ζωή κάθε καλοκαίρι, τον χειμώνα ήταν πάντα εντελώς ακατοίκητος, λόγω του υψομέτρου -1550 μέτρα- αλλά και από το γεγονός, ότι εκατοικείτο αποκλειστικά από κτηνοτρόφους οι οποίοι ξεχείμαζαν στην Κωπαίδα, στο Ξηρόμερο και στον Αλμυρό. Όλοι δε οι Καμαριώτες, από την χρυσή εποχή των τσελιγκάτων του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, καθώς είναι απόγονοι του περίφημου Θανασούλα σε ένα όνομα ακούν: Τσιγαρίδας. Παντού σε κάθε πόρτα, όπως και στον τηλεφωνικό κατάλογο που αναφέρεται στη συγκεκριμένη περιοχή, αυτό το όνομα θα βρείτε! 







Πως φθάνουμε στα Καμάρια; Τη μια περίπτωση αποτελεί ο χωματόδρομος που ξεκινά από το χωριό Άγραφα, κατεβαίνει μέχρι τη γέφυρα του τρανού και ορμητικού ρέματος που λέγεται Καρνόπ και η αρχή του είναι το μεγάλο καφαλόβρυσο Σμπόρ, προχωράει κατόπιν προς το συνοικισμό Μεράντζες αλλά σε ένα σημείο στρίβει δεξιά και αρχίζει να ανεβαίνει την απότομη πλαγιά Μουμζέλι. Η αίσθηση της οδήγησης σε αυτό το δρόμο, μπορεί να προκαλεί κάποιο φόβο, καθώς η ανηφορική διαδρομή μοιάζει με απογείωση αεροπλάνου, αλλά δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολη. 







Με προσοχή λοιπόν, ο χωματόδρομος ανεβαίνει μέχρι το διάσελο όπου διακρίνεται ένα παρατημένο αλώνι, το αλώνι του Τσιλογιάννη και ευθεία προχωρά προς τα Καμάρια. Απ’ αυτό το σημείο αρχίζει ένας άλλος χωματόδρομος που οδηγεί στους συνοικισμούς Γαβρολισιάδα και Μίκρα, η πρόσβαση όμως μέχρι εκεί είναι εφικτή μόνο κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.  Στο διάσελο μια στάση είναι υποχρεωτική για ένα αγνάντεμα στα Άγραφα, την αντικρινή Παραμερίτα, τον παρατημένο συνοικισμό Βάρσοι, τα άγρια βουνά των Επινιανών και βεβαίως τον επιβλητικό Κουκουρούντζο που σκεπάζει με τον ιδιαίτερο όγκο του το χωριό και αποτελεί το σημείο αναφοράς του. Aπό την δεξιά πλευρά του αρχίζουν να ανεβαίνουν στον ουρανό οι κορυφές που καλούνται όλες μαζί Καμάρια και είναι ο τελικός μας προορισμός. 







Μέχρι να φθάσουμε εκεί, θα περάσουμε μπροστά από το ανακαινισμένο εικόνισμα της Αγίας Κυριακής, δίπλα στο παλιό μονοπάτι που οδηγούσε από τα Άγραφα στα Καμάρια κι απ’ εκεί στον κάμπο της Καρδίτσας. Ο σημερινός χωματόδρομος που ακολουθεί ακριβώς αυτό το μονοπάτι, με μια – δυο στροφές ανεβαίνει μέχρι την πλαγιά της Αρέντας και καταλήγει στο Σταυρό. Πριν φθάσουμε εκεί, άλλη μια στάση στη στροφή που διακρίνεται μια εγκατάσταση, άλλη μια στάση είναι υποχρεωτική για ένα αγνάντεμα στη μεγάλη λεκάνη που σχηματίζουν οι πλαγιές της Αρέντας και του Προσηλιάκου. Απ’ εκεί διακρίνοντα τα παρατημένα παλιά δίπατα σπίτια της Γαβρολισιάδας και η Μίκρα, και στο βάθος της απότομης κοιλάδας ο συνοικισμός Χοντέικα. Ψηλά, πάνω από τη ζώνη των ελάτων λάμπει η πλαγιά του Προσηλιάκου που είχε τα λημέρια του στους προεπαναστατικούς χρόνους ο ήρωας Κατσαντώνης. Η προαναφερόμενη λεκάνη, διατηρεί στο σύνολό της σχεδόν ακέραιο το ύφος του αγραφιώτικου χώρου, με τα δάση, τα ρέματα, τα μονοπάτια, τους συνοικισμούς, τις βρύσες, τα παρατημένα χωράφια, τα αλώνια και τα μαντριά.







Από την άλλη μεριά, της Καρδίτσας η πρόσβαση στα Καμάρια γίνεται μέσω του δρόμου που οδηγεί στα χωριά του  Ιτάμου Αγράφων, Καστανιά, Καροπλέσι, Ανθηρό. Από κει και πέρα αρχίζουν τα όρια του Δήμου Αγράφων και το πρώτο χωριό, συνοικισμός μάλλον των Αγράφων είναι η Σάϊκα όπου σχεδόν τελειώνει και η άσφαλτος και αρχίζει να ανεβαίνει ένας καλοδιατηρημένος χωματόδρομος που οδηγεί στα ουράνια. Λίγο μετά τη Σάϊκα ένας άλλος χωματόδρομος οδηγεί στις περίφημες Νιάλες, αλλά ούτε προς τα εκεί είναι ο προορισμός μας. Αριστερά λοιπόν, ο δρόμος με μια γλυκειά ανηφόρα διασχίζει την μεσημβρινή πλαγιά του ωραίου βουνού που καλείται, παράξενο πως, Σβων. Ετυμολογικά το όνομα αυτό δεν έχει καμία ρίζα, αποτελεί όμως το καμάρι των Αγράφων και όλοι αναφέρονται με σεβασμό στο εμβληματικό αυτό βουνό. Σημειωτέον, ότι απ’ όποια πλευρά ξεκινήσουμε να φθάσουμε στα Άγραφα, είτε από την Ευρυτανία, είτε από την Καρδίτσα η απόσταση είναι σχεδόν η ίδια και το από πού θα ξεκινήσετε είναι απλά θέμα ενδιαφέροντος. Το καλύτερο πάντως είναι να κάνετε μια πλήρη διάσχιση, να ανεβείτε δηλαδή από την μια πλευρά και να κατεβείτε από την άλλη. 







Τις τελευταίες ημέρες του Μαρτίου το 2006 που βρεθήκαμε στα Άγραφα, τα Καμάρια ήταν εντελώς άδεια και τα περισσότερα σπίτια τους καλλυμένα από το χιόνι. Μόνο οι κορυφές και οι προσήλιες πλαγιές γύρω τους ήταν ακάλυπτες, ενώ σε πολλά σημεία εξαιτίας της σκόνης που είχε έρθει τον περασμένο μήνα από την Αφρική, το χιόνι ήταν κίτρινο ενώ κάποιες πλαγιές, έμοιαζαν από τις εναλλαγές χιονισμένου και γυμνού με πλάτη 

γιγαντιαίας ζέβρας. 





Από τον «κεντρικό» δρόμο μέχρι τον συνοικισμό η απόσταση δεν είναι μεγαλύτερη από 500 μέτρα, βεβαίως με τα πόδια γιατί σε ορισμένα σημεία το ύψος του χιονιού ξεπερνά τα τρία μέτρα. Όποιος θελήσει λοιπόν να κατέβει μέχρι τα σπίτια να δει πως είναι ένα ολόκληρο χωριό χωμένο στο χιόνι, πρέπει να κατέβει τη ράχη που έχει ξεχιονίσει ο αέρας και να διαβεί με προσοχή το καλλυμένο με βαρύ χιόνι ρέμα και αμέσως θα βρεθεί στο κέντρο του χωριού όπου το κυρίαρχο είναι η σιωπή. Τίποτα δεν ακούγεται εκεί πέρα, μεταφορικά και πραγματικά όλα μοιάζουν παγωμένα και μυρίζουν κρύο αέρα και χιονισμένες κορυφές. Ο μόνος θόρυβος που ακούγεται μέσα στο συνοικισμό προέρχεται από τις βρύσες που αφήνουν οι κάτοικοι επίτηδες ανοιχτές όλο το χειμώνα να μην σπάσουν από τον πάγο. 







Κάτω από το χιόνι που σκεπάζει ολόκληρο το συνοικισμό κοιμούνται οι βρύσες. Πουθενά δεν διακρίνονται εκτός από τις περιπτώσεις που ο αέρας έχει πάρει το χιόνι από πάνω τους και το έχει στοιβάξει στις λαγκάδες. Το βέβαιο είναι ότι φαίνεται η κεντρική βρύση του οικισμού στις ρίζες της μεγάλης καστανιάςς, η βρύση «Απ’ Κείθε» όπως την αποκαλούσαν. Τα πλούσια νερά της δεν αφήνουν το χιόνι να στρωθεί γύρω της και η μουρμουριστή πορεία τους προς το ρέμα δηλώνεται με μια βαθειά χαρακιά ως το σημείο όπου τα νερά της χάνονται κάτω από το χιόνι. 







Οι άλλες βρύσες, όπως η βρύση στην Αρέντα, η περίφημη βρύση της Γκούρας κοντά στο σκελετό του τυροκομείου, στην Στρουγγούλα, στην Κορομπλούλα, η βρύση στο Χατζιάτικο και η σπουδαία βρύση κάτω από το Σβων, κάτω από το δρόμο όπως φεύγουμε, μπορεί να μην διακρίνονται κάτω από το χιόνι, δεν παύουν όμως τρέχουν τα νερά τους κάτω από το χιόνι δημιουργώντας κρυφούς δρόμους και σπήλαια που μπορεί να γίνουν επικίνδυνα για τον διαβάτη. Σε πολλά σημεία, μέσα στις λαγκάδες που το χιόνι μπορεί να ξεπερνάει τα πέντε μέτρα, τα σπήλαια αυτά μπορεί να υποχωρήσουν από το βάρος και το χιόνι να καταπιεί τον διαβάτη. Γι’ αυτό όποιος επισκεφθεί τέτοιο καιρό τα Καμάρια πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός που βαδίζει και να μην έχει εμπιστοσύνη στο χιόνι, όσο κι αυτό δείχνει σκληρό. 
Το ίδιο ισχύει και για τα ρέματα που ζώνουν τον οικισμό. Το ρέμα που ξεκινάει σχεδόν από τα σπίτια του χωριού και καλείται Σταλάκια, από τους στάλους των προβάτων που ήταν παλαιότερα δίπλα του και το άλλο μεγάλο ρέμα πίσω από τον αυχένα του φυλάει από βορρά τον οικισμό και καλείται, Ματραγκώνας. 






Ο περίπατος μέσα στο χωριό, δεν είναι και εύκολο πράγμα καθώς στα σκιερά μέρη, το χιόνι ξεπερνάει φθάνει στο ύψος των σπιτιών και μπορεί κάποιος να βαδίσει μέχρι τις τυλιγμένες με πλαστικό καμινάδες και την ολισθηρή επιφάνεια των μεταλλικών στεγών που διώχνουν πολύ εύκολα το χιόνι από πάνω τους. Χάρη σε αυτούς τον ακαλαίσθητους κόκκινους τσίγκους που η ασυλλόγιστη σε πολλά άλλα χωριά χρήση τους καταστρέφει κάθε έννοια αισθητικής, κρατιούνται τα σπίτια στα Καμάρια όρθια και παραδόξως, οι αιχμηρές κόκκινες στέγες τους μαζί με τις χιονισμένες επιφάνειες συνθέτουν μια σπάνια εικόνα όταν βλέπουμε τον οικισμό από ψηλά. Στα περισσότερα επίσης σπίτια, οι πόρτες και τα παράθυρα ούτε καν που διακρίνονται, το ίδιο και οι φράχτες. 






Τα περισσότερα από τα σπίτια στα Καμάρια είναι καινούργια, ελάχιστα είναι αυτά που θυμίζουν την παλαιά εποχή των τσελιγκάτων κι αυτά είναι που είναι κυριολεκτικά θαμμένα κάτω από το χιόνι. Παλαιότερα όλα ήταν πέτρινα και σκεπασμένα με πλάκες. Ήταν σπίτια που φιλοξενούσαν ανθρώπους από τον Μάιο μέχρι τον Οκτώβριο, εξαιρετικά απλά και λειτουργικά για τις ανάγκες των νομάδων. Αυτά ήταν και τα κύρια σπίτια τους αφού στα χειμαδιά ζούσαν κάτω σχεδόν από άθλιες συνθήκες σε καλύβες από χόρτο παλαιότερα και σε υποτυπώδεις κατασκευές κατόπιν. Σε αυτά τα σπίτια στα Καμάρια είχαν τις ρίζες τους, σ’ αυτά ένοιωθαν σπιτικό τους κι αυτά έπρεπε αμέσως μόλις έφταναν, να φροντίσουν γιατί ο χειμώνας εκεί πάνω δεν αστειεύονταν. Ο αέρας πολλές φορές μετακινούσε τις πλάκες της στέγης και το νερό που έμπαινε μέσα στο σπίτι κατέστρεφε τα πατώματα. 








Στα Καμάρια όπως είπαμε ήταν τα κύρια σπίτια των και τον καιρό που κατοικούνταν ήταν γεμάτα από έπιπλα και αντικείμενα καθημερινής χρήσης και οικονομίας. Το κυριώτερο, σ’ αυτά τα σπίτια είχαν όλα τα κορίτσια τα προικιά τους. Όλα αυτά, τα λεγόμενα «αλαφρώματα» δεν τα έπαιρναν μαζί τους στις μετακινήσεις αλλά τα συγκέντρωναν κάθε φθινόπωρο και τα άφηναν σε διάφορα σπίτια στα Άγραφα, τη Γαβρολισιάδα, τη Σάϊκα και την Καστανιά. Τη μόνη χρονιά που πήγαν και πήραν τα «αλαφρώματ» ήταν το δίσεκτο για την Ελλάδα 1947 όταν ο στρατός εκκένωσε όλα τα βουνά για να μην βρίσκουν υποστήριξη οι αντάρτες του ΔΣΕ. 








Όπως και να’χει το ζήτημα, μετά από λίγες ημέρες, τα Καμάρια θα αρχίσουν να ζούνε. Σιγά – σιγά θα αρχίσουν να ανεβαίνουν άνθρωποι, θα επισκευάσουν όποιες ζημιές έχουν προκύψει από τον φετεινό χειμώνα αλλά καμιά σκηνή, απ’ αυτές που χαρακτήριζαν τη ζωή αυτού του συνοικισμού στην εποχή των τσελιγκάτων δεν θα επαναληφθεί. Και περισσότερο από πουθενά δεν θα έρθουν τα «αλαφρώματα» να ζωντανέψουν τα κρύα σπίτια που δεν στεγάζουν πια τσελιγάδες αλλά παραθεριστές. 






Το κύρος των Καμαρίων, ευτυχώς διασώζουν δύο άνθρωποι, ο Μήτσος του Τάκου Μητσόβα Τσιγαρίδας με τα 400 πρόβατά του και ο Χρήστος Νικολάου Τσιγαρίδας με τα 500 γίδια του. Αυτοί οι δυο είναι που κρατάνε ακόμα την παράδοση της κτηνοτροφίας στα Καμάρια και διασώζουν μέχρι στιγμής ένα ίχνος από το μεγάλο τσελιγκάτο των Τσιγαριδαίων που περπάτησε στην περιοχή σχεδόν 170 χρόνια. Τόσα μπορούν σύμφωνα με τις πηγές να μετρήσουν οι νεότεροι αλλά δεν αποκλείεται να υπήρχε και παλιότερα. Από τα χρόνια του Όθωνα, όταν ο περίφημος Θανασούλας Τσιγαρίδας ο οποίος είχε καταφύγει λόγω μιας επιδημίας από τα Καμάρια στο Ξηρόμερο, ζήτησε από τον βασιλιά που είχε επισκεφθεί κάποτε την Αμφιλοχία, την άδεια να επιστρέψει με τους τρεις γιούς του Χρήστο, Νικόλαο και Παναγιώτη στα Άγραφα. Στην επιστροφή λοιπόν, βρήκαν μέσα στα λιβάδια τους έναν άλλο τσέλιγκα, τον Μπόμπη και μέχρι να τον διώξουν είδαν και έπαθαν. 







Για τις ενέργειές τους, συνελήφθησαν τότε οι Χρήστος και Νικόλαος Τσιγαρίδας από τους χωροφύλακες και δέσμιοι οδηγήθηκαν από τον Φουρνά που ήταν το κεφαλοχώρι της περιοχής, όπου έδρευε και η Χωροφυλακή στο Μεσολόγγι. Δαιμόνιοι όμως άνθρωποι και οι δυο, κατάφεραν στο μοναστήρι του Προυσού όπου στάθμευσαν και εξαπάτησαν με ένα ψητό αρνί τον αποσπασματάρχη και έφυγαν κάνοντας ένα τάμα στην Παναγία την Προυσιώτισσα. Το τάμα τους που ήταν η ανέγερση μιας εκκλησίας στα Καμάρια αφιερωμένης στην Παναγία την Προυσσιώτισα το εκπλήρωσαν οι απόγονοί τους στα 1934 και έκτοτε αυτή η εκκλησία έγινε το κέντρο της λατρείας της και στο προαυλιό της γίνεται ένα από τα πιο ονομαστά παραδοσιακά πανηγύρια των Αγράφων στις 23 Αυγούστου κάθε χρόνου. Ένα πανηγύρι που μπορεί να μη γίνεται από τσελιγκάδες, διατηρεί όμως κάτι από την παλαιά εποχή, τότε που όλες οι πλαγιές γύρω από τα Καμάρια αντηχούσαν από τα κυπροκούδουνα και τις φωνές των τσοπάνηδων. Αυτή η εκκλησία είναι και το μόνο κτίριο που θα βρείτε ανοιχτό οποιαδήποτε ημέρα, ακόμα και αυτές με τα πολλά χιόνια. Όλα τα άλλα είναι θεόκλειστα και περιμένουν να λΙώσουν τα χιόνια για να ζωντανέψουν πάλι...








Οι φωτογραφίες είναι τραβηγμένες στις 24 Μαρτίου 2005 με μια αναλογική Haselbland X - Pan και το κείμενο έχει δημοσιευθεί στο περιοδικό "Γεωτρόπιο" της αείμνηστης Ελευθεροτυπίας τον Μάρτιο του 2006. Επιστρατεύεται σήμερα όπως είναι για να συνοδέψει τις φωτογραφίες του χειμώνα που υποχωρεί στα Άγραφα και στην έκδοση που ετοιμάζω γι' αυτόν τον τόπο θα υπάρξουν ορισμένες βελτιώσεις καθώς από τότε πέρασαν αρκετά χρόνια και πολλά πράγματα έχουν αλλάξει.


ΑΘΗΝΑ, 10042017