Google+ Badge

Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

ΣΤΟ ΜΥΡΟΦΥΛΛΟ ΤΡΙΚΑΛΩΝ ΠΡΙΝ 20 ΧΡΟΝΙΑ



Βασική προϋπόθεση για τη μόνιμη εγκατάσταση μιας κοινότητας σε κάποια περιοχή ήταν πάντα η επάρκεια του νερού και γι’ αυτό, σε όλες τις περιόδους της ιστορίας οι άνθρωποι επέλεγαν για κατοίκηση έναν τόπο κοντά σε κάποια πηγή που να ρέει όλο το χρόνο, σε ένα τρεχούμενο ποτάμι ή μια ήμερη λίμνη. Δίπλα λοιπόν στο νερό ίδρυσαν χωριά, έφτιαξαν χωράφια και κοπάδια, δημιούργησαν οικονομία, εμπόριο, τέχνες και βεβαίως άσκησαν λατρεία και καθιέρωσαν γιορτές, οι οποίες συνήθως είχαν ως κέντρο ένα απλό ναό ή ένα μεγάλο κτιριακό συγκρότημα, όπως για παράδειγμα το παλιό μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου στο Μυρόφυλλο Τρικάλων.




Το συγκεκριμένο μοναστήρι, ασφαλώς και δεν βρίσκεται ακριβώς δίπλα σε μια πηγή, ούτε βρέχεται κατευθείαν από τον θεοποιημένο ποταμό Αχελώο – τον ύπατο των ελληνικών ποταμών, αλλά στο σημείο που είναι χτισμένο, ο ρόλος του είναι προφανής και δεν αποκλείεται, τον ίδιο ρόλο να είχε και σε χρόνους που η λατρεία απευθύνονταν σε αρχέγονους θεούς. Γι’ αυτό, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο, αλλά σε έναν τόπο που κατά συνθήκη επάνω από τα αρχαία ιερά κτίστηκαν ναοί και μοναστήρια της νεότερης θρησκείας τίποτα δεν είναι απίθανο. Εκτός αυτού, ορισμένα ευρήματα που είδαν το φως στην ευρύτερη περιοχή του μέσου ρου του Αχελώου και πάνω σε ιδιαίτερες τοποθεσίες, σφόδρα συνηγορούν στην άποψη αυτή.
 





Πέρα όμως από αυτά τα ζητήματα που αφορούν την αρχαιολογία και τις έρευνές της, το κυρίαρχο και από όλους ως έτσι αναγνωρίζεται, είναι ότι το μοναστήρι, καθώς και ο Άγιος Γεώργιος στον οποίο είναι αφιερωμένο, έχει άμεση σχέση με τα νερά, τόσο αυτά που πηγάζουν από τον τόπο, αυτά που θορυβούν στο διάβα του ποταμού όσο και σε αυτά που κουβαλούν τα σύννεφα στην μεγάλη πλάτη τους και αποτελούν, άλλοτε ευλογία και άλλοτε κατάρα για τους ανθρώπους που τυχαίνει να βρίσκονται στη σκιά τους.
Ο πανάρχαιος μύθος, του Περσέα και της Ανδρομέδας, τόσο σαφής και διάφανος, αποτελεί θα λέγαμε την ουσία και του νεότερου αγίου, ο οποίος, με την εξόντωση του φοβερού δράκου πήρε τη θέση του Περσέα στον γαλαξία της χριστιανικής πίστης. Απλά και ξεκάθαρα, όπως ο λόγος που εκφράζεται στο δημοτικό τραγούδι που λένε μόνο οι γέροντες στο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου, κάθε άνοιξη στο μοναστήρι.

Τώρα είναι ο Μάης κι η άνοιξη, τώρα είναι το καλοκαίρι,
Τώρα στολίζει ο θιος τη γη με εννιά λοϊών λουλούδια,
Στολίζει κι εμένα η μάνα μου, με εννιά λοϊών αρμάτες,
Με λούζει με χτενίζει, με στέλνει στο πανεγύρι.
Το πανεγύρι ήταν πουλύ κι ου τόπος ήταν λίγους,
Κρατεί ο δράκος το νερό, διψάει το πανεγύρι,
 
Διψάν κι οι μούλες της κυράς και τα θιριά τ’ αφέντη.
«Απόλα δράκε μ’ το νερό να πιει το πανεγύρι,
να πιουν οι μούλες της κυράς κι τα θιριά τ’ αφέντη».





Χωρίς πολλές – πολλές περιστροφές, ο λειασμένος, ως τα λιθάρια του Αχελώου, από τους αιώνες δημώδης λόγος και η ιθαγενής, ως των δέντρων της Πίνδου ευγλωττία, λαγαρίζουν μέσα σε λίγους στίχους τον καημό και την αγωνία για τη σοδειά της χρονιάς που εξαρτάται από την ευσπλαχνία του ουρανού. Μπορεί σε πρώτο επίπεδο να αναφέρονται στα μεγάλα, εμβληματικά και ακριβά ζώα που είχαν κάποιοι λίγοι άνθρωποι ή μέσω αυτών ξεχωρίζουν στην τοπική κοινωνία, στη σκιά όμως των «θιριών» τ’ αφέντη και της «μούλας» της κυράς, διακρίνεται μέσα στη σκόνη των ξερών χωραφιών και αχολογούν στα στεγνά λαγκάδια, το πολύχρωμο πλήθος των αρνοκάτσικων από τα οποία εξαρτιόνταν κυρίως η ζωή και η ευημερία των ανθρώπων κάθε εποχής στην Πίνδο, στον Αχελώο και σε ολόκληρη την Ελλάδα.






Από τον κάθε δράκο εξαρτιόνταν λοιπόν τα νερά που θα έφερναν την ευλογία στο κοπάδι, το δράκο που καμιά ανθρώπινη δύναμη δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει. Ημίθεοι, ήρωες μόνο και άγιοι μπορούσαν να νικήσουν και να σκοτώσουν αυτό το φοβερό θηρίο. Ο δράκος ήταν πάντοτε ένα μυθικό στοιχείο με σώμα φιδιού γεμάτο φαρμακερά λέπια και σκληρές, θανατερές φολίδες, με αποτρόπαια φτερά νυχτερίδας στην πλάτη και συνήθως έβγαζε φωτιά και καπνούς από τα ρουθούνια – ο λίβας που έψηνε τις καλλιέργειες και οι φωτιές που απειλούσαν πάντοτε τα σπαρτά.
 





Έτσι φαντάζονταν το δράκο και τον αποτύπωναν οι ζωγράφοι και οι αγιογράφοι κάθε εποχής κι έτσι εμπεδώνονταν στην αντίληψη των ανθρώπων και των πιστών που η εικόνα του πολλές φορές ήταν συνώνυμη του απόλυτου φόβου. Καλά όμως αυτόν, όλο και κάποιος θα βρίσκονταν να δώσει τέρμα με το ξίφος ή την λόγχη τον κακό του ρόλο, άλλά τον άλλον τον αόρατο, εκείνον που μόνο την φλογερή ανάσα του ένοιωθαν οι άνθρωποι να πλανιέται στον αέρα κάθε ανάποδη άνοιξη, ποιος θα τον καθάριζε; Δράκοι ήταν και τα σύννεφα στους αιθέρες, όπως μάλιστα τα σκόρπαγε ο αέρας τα έκανε να φαντάζουν με τεράστια εξωπραγματικά όντα που σκόρπαγαν τον τρόμο στους ανθρώπους.
 

Αυτοί οι ιπτάμενοι, γεμάτοι ατμούς δράκοι, πολλές φορές ήταν το ίδιο κακοί με τα τερατώδη ερπετά της γης και η παράκληση σε μια ανώτερη δύναμη για να τους διαλύσει ήταν απαραίτητη. Στόχος λοιπόν αυτής της δημόσιας παράκλησης που γίνονταν τη συγκεκριμένη εορταστική ημέρα προς αυτά τα σύννεφα, ήταν να αφήσουν τις σταγόνες να πέσουν ήμερα και απαλά στη γη γιατί σε αντίθετη περίπτωση, αν άνοιγαν οι ξαφνικά ουρανοί κι ξέσπαγαν άγριες καταιγίδες, τότε η καταστροφή ήταν παραπάνω από σίγουρη και οικονομικά, σαφώς, μη αναστρέψιμη.





Καθώς όμως έχουμε απομακρυνθεί αρκετά από την εποχή που λογής – λογής δράκοι εξουσίαζαν τους τόπους και η στάση τους επηρέαζε τη ζωή των ανθρώπων, πρέπει να πούμε πως σε αυτά τα νερά, τα απριλιάτικα στηρίζονταν όλη η παραγωγή, γεγονός που ξεκάθαρα δηλώνει και η παροιμιώδης έκφραση «Αν βρέξει ο Απρίλης δυο νερά κι ο Μάης άλλο ένα, χαρά σε εκείνο το γεωργό που’χει πολλά σπαρμένα». Για αυτά τα νερά λοιπόν γινόταν ο χορός που ονομάστηκε ο χορός του Αί – Γιώργη, ένας αργόσυρτος συρτός στα τρία (τρία βήματα μπροστά, τρία πίσω) που εκτελείται μόνο από άνδρες, συνήθως ώριμους και πάντα σύμφωνα με μια άδηλη για τους πολλούς, αλλά σαφέστατη για τους ντόπιους ιεραρχία. Στα ιδιαίτερα μάλιστα στοιχεία του, πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν είναι ο μοναδικός, τελετουργικός χορός της ελληνικής υπαίθρου στον οποίο δεν συμμετάσχει ποτέ ο παπάς του χωριού, γεγονός που δηλώνει τις βαθιές προχριστιανικές ρίζες του.
 

Κορυφαίος στο χορό είναι πάντα ο εν ακμή, γεροντότερος του χωριού, ο οποίος μέχρι τα χρόνια που βαδίζουμε πρέπει να είναι καλός νοικοκύρης και απαραίτητα σεβαστός σε όλη την περιοχή. Αυτός κατά κάποιον τρόπο διορίζει και τον επόμενο κορυφαίο. Οι Μυροφυλλίτες θυμούνται με συγκίνηση, τους γέροντες Δημήτρη Καραντάκο (Μητάκια) και Απόστολο Καγκιούζη, που ήταν οι κορυφαίοι για πολλά χρόνια και οι οποίοι στην ουσία κωδικοποίησαν το χορό κι έτσι οι νεότεροι, δεν έχουν τίποτα να κάνουν παραπάνω από το να εκτελούν σωστά τα βήματα και τις κινήσεις του.





Κανένας βέβαια δεν γνωρίζει από πότε άρχισε να γίνεται ο χορός του Αϊ – Γιώργη, μπροστά στην εκκλησία στο μοναστήρι του Μυροφύλλου. Μπορεί να καθιερώθηκε την εποχή που ιδρύθηκε αυτό, ενδεχομένως όμως να γίνονταν από αιώνες πριν και σε κάποιο άλλο, εξίσου ιερό σημείο, πιθανόν στα αντικρινά με το μοναστήρι Βαργιάνια όπου ανακαλύφθηκαν πριν από λίγα χρόνια θεμέλια κατοικιών και τάφοι αγνώστου εποχής και να αποτελούσε βασικό στοιχείο της πίστης και του πολιτισμού του Μυροφύλλου. Κανένας δεν ξέρει και το μόνο βέβαιο είναι, ότι κάθε χρόνο, οι ντόπιοι και απόδημοι από το Μυρόφυλλο καθώς και από τα γειτονικά χωριά μαζεύονται εκεί, και ενώ πολλοί από τους παραδοσιακούς –ψυχή και σώμα- ανθρώπους αποσύρονται στους ουρανούς της Πίνδου, εντούτοις παρατηρείται μια διακριτική ανανέωση στον όμιλο των χορευτών, οι οποίοι αμέσως ενσωματώνονται και ακολουθούν το ύφος και το ρυθμό των παλαιότερων.
 





Σημασία έχει επίσης και το μικρό θαύμα που γίνεται πάντα μετά το πέρας του χορού ή αργότερα το απόγευμα στο Μυρόφυλλο και επιβεβαιώνει το ζητούμενο, δηλαδή βρέχει. Άλλοτε δυνατά και χορταστικά για τη γη και άλλοτε πέφτουν μόνο λίγες σταγόνες, λίγες αλλά ικανές να διαιωνίζουν το μύθο και δηλώνουν, ακόμα και τώρα που η αγροτοκτηνοτροφική παραγωγή του Μυροφύλλου έχει τελειώσει, την έγνοια που έχει ο «Άγιος» για τους πιστούς του.
  Βέβαια, είναι και φορές, ιδιαίτερα όταν όλο το φεγγάρι του Απρίλη είναι βροχερό, που ο χορός και η παράκληση μοιάζουν περιττά, αλλά η παράδοση είναι παράδοση και ο χορός εκτελείται υπό βροχή με ομπρέλες. 





Το χορό βεβαίως και ακολουθεί πάνδημο πανηγύρι, με ψητά, κρασί, μπύρες και μουσική στους αύλειους χώρους του μοναστηριού. Παλαιότερα που ο τόπος είχε περισσότερους ανθρώπους, η συμμετοχή τους ήταν εντυπωσιακή. Δεν υπήρχε άνθρωπος σε όλη την περιοχή που να μην πηγαίνει στο πανηγύρι και να μην γλεντά σε αυτό. Πεζή ή καβάλα στα μουλάρια και τα γαϊδούρια τους πήγαιναν από κάθε συνοικισμό του Μυροφύλλου στον Άϊ – Γιώργη κουβαλώντας μαζί τους φαγητά και στρώνονταν κάτω από τα πλατάνια μέχρι αργά το απόγευμα. Σήμερα τα πράγματα έχουν σαφώς διαφοροποιηθεί, αλλά κατά βάθος διατηρείται η ιθαγένεια αυτού του μεγάλου πανηγυριού της Πίνδου και του Αχελώου.
 





Τις τελευταίες δεκαετίες, τα μόνα χρόνια που δεν έγινε ο χορός – η λειτουργία του Αγίου Γεωργίου ποτέ δεν σταμάτησε- ήταν κατά την περίοδο της Εθνικής Αντίστασης που το μοναστήρι ήταν στρατόπεδο του ΕΛΑΣ και στα κατοπινά σκληρά χρόνια του Εμφυλίου. Μια άλλη φορά που το έθιμο κλονίστηκε, ήταν το 1967, χρονιά που η ημέρα του Αγιωργιού συνέπιπτε με την Πρωτομαγιά και εκδηλώθηκε μεγάλος σεισμός που διέλυσε τα περισσότερα χωριά κατά μήκος του Αχελώου και ταρακούνησε το μοναστήρι. Τρόμαξε ο κόσμος, πολλοί έφυγαν να πάνε στα σπίτια τους να δούνε τις ζημιές, αλλά πριν διαλυθεί το πανηγύρι, πρόλαβαν και χόρεψαν.

- Οι φωτογραφίες είναι τραβηγμένες στο πανηγύρι του Αγίου Γεωργίου το 1995 και το 1997 οι περισσότερες και όπως πήγαν τα πράγματα έχουν γίνει κι αυτές μνημείο! Το κείμενο έχει δημοσιευτεί στο "Γεωτρόπιο" της Ελευθεροτυπίας τον Απρίλιο του 2003.

ΑΘΗΝΑ, ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2003