Google+ Badge

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

ΩΣ ΣΚΙΑ ΑΠΟ ΕΝΑΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ…



Η μάνα μου είναι από εκείνες τις γυναίκες που είναι ζήτημα αν στα 85 χρόνια της έλειψε παραπάνω από εκατό μέρες από τον Τόπο που γεννήθηκε και τούτο για έκτακτες ανάγκες που αφορούσαν οικογενειακές υποθέσεις, της χαράς και της λύπης κυρίως. Ούτε ποτέ ταξίδεψε μακριά από το χωριό γιατί είχε όπως έλεγε, δουλειές και δεν την άφηναν να απομακρυνθεί ούτε μια μέρα από το σπίτι, τα χωράφια και το μικρό κοπάδι που φρόντιζε.

Όλα της τα χρόνια τα πέρασε στο χωριό, εκτός από την περίοδο 1947 – 1950 που όλοι οι κάτοικοι του χωριού υποχρεώθηκαν να το εγκαταλείψουν λόγω των συγκρούσεων του εθνικού στρατού με τους αντάρτες σε ολόκληρη την ορεινή Ρούμελη. Μόνο εκείνα τα χρόνια έμειναν ακαλλιέργητα τα χωράφια και σταμάτησε πέρσι που ο  θάνατος του πατέρα της μείωσε κατά πολύ τις δυνάμεις και η κυρά Κούλα δεν έχει πια τη διάθεση να ξαναπιάσει το τσαπί και να φυτέψει πατάτες και άλλα κηπευτικά στο μεγάλο μας χωράφι, στις Καριές όπως λέγεται που ήταν ίσιο και είχε και αρκετό νερό για τα ποτίσματα.

Έτσι περιορίστηκε να φτιάχνει ένα μικρό κήπο, όσο υπολογίζει τις δυνάμεις της, κοντά στο σπίτι κι εκεί φύτεψε όλα αυτά τα οποία θεωρεί απαραίτητα για τη διατροφή, σε μικρότερη βεβαίως έκταση αλλά καμιά φορά την ακούω να νοσταλγεί το μεγάλο χωράφι γιατί όχι μόνο ήθελε να είναι το σπίτι της γεμάτο από προϊόντα αλλά και γιατί επίσης όσα απ’ αυτά περίσσευαν, πατάτες, φασόλια, άλλα λαχανικά και κυρίως καρύδια, μήλα και κάστανα προορίζονταν για το εμπόριο και τα έσοδα προορίζονταν για τις ανάγκες του σπιτιού.


Πρόπερσι λοιπόν, λίγους μήνες μετά το θάνατο του πατέρα ζήτησε από τον γείτονα Νίκο Σαρόγλου να της οργώσει το μεγάλο χωράφι και η ίδια, όπως πάντα έκανε φύτεψε αρκετές σποριές πατάτες και κρεμμύδια. Την έβλεπα, από μακριά και όπως ήταν μαυροφορεμένη, σαν σκιά από τα περασμένα χρόνια να σηκώνει, όχι όπως παλιότερα με δύναμη τη σκεπαρνιά αλλά αδύναμα και κάπως με ασυνήθιστες κινήσεις, σαν τελετουργικές, να ανοίγει φωλιές για τις πατάτες και να τις σκεπάζει μετά με τα χέρια της.

Καταλάβαινα από τον τρόπο που έπιανε το χώμα πως ήταν η τελευταία φορά που θα άνοιγε τον κύκλο της καλλιέργειας στις Καριές και το φθινόπωρο θα τον έκλεινε οριστικά μιας, σκεπτόμενη ίσως πως η γενιάς της, ότι ήταν να κάνει το έκανε και με το καλύτερο!

ΑΘΗΝΑ, 25042017