Google+ Badge

Κυριακή, 2 Απριλίου 2017

Η ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΚΕΡΑΣΙΑ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟ ΕΡΕΙΠΙΑ



Όπως κάθε χρόνο έτσι κι εφέτος, της μεγάλης κερασιάς στον πάτο του χωριού Μάραθος των Αγράφων στη στροφή πάνω από τον ανενεργό νερόμυλο, ήρθε η ώρα της ανθίσει και να σύρει πρώτη αυτή το χορό της ανθοφορίας και των άλλων, άτολμων καρποφόρων.  

Έτσι κάνει κάθε χρόνο αυτό το παλιό δέντρο, ανθίζει, δένει και ωριμάζει κεράσια μιας ποικιλίας που κοντεύει να ξεχαστεί. Μικρά, υποκόκκινα ή κίτρινα και ολίγον στιφά  είναι τα κεράσια της και δεν αποκλείεται, με κάποιο τρόπο που υποψιαζόμαστε, να είναι απόγονος εκείνης της κερασιάς που ένας χωριανός σαν επέστρεψε στο χωριό από τους βαλκανικούς πολέμους να εμπλουτίσει την χλωρίδα της γενέτειρας. Δεν θυμάται κανένας πότε φυτεύτηκε και κανένας πλέον δεν είναι τόσο τολμηρός να ανέβει στα κλαδιά της να τρυγήσει τον καρπό της κι έτσι μόνο τα πουλιά μπορούν να μας πουν τι γεύση έχει.

Όταν όμως φυτεύτηκε εκεί αυτή η κερασιά που τρέμει τον καιρό που κατεβάζει το άγριο ποτάμι λίγο πιο κάτω από τις ρίζες της θυμόταν πως είχε αντικρύσει ένα σπίτι, με πέτρα θεμελιώμενο, με πέτρα στους τοίχους και με πέτρα στη στέγη γεμάτο κόσμο και ζωή όλη την ημέρα και παραδίπλα ένα καλυβάκι για τα ζωντανά. Μεγάλωνε αυτή, μεγάλωναν και τα παιδιά της φαμελιάς και τα χαίρονταν σαν σκαρφάλωναν στα κλαδιά της να μαζέψουν κεράσια και να δώσουν, όσα περισσέψουν βέβαια από τη βουλιμία τους και στους τρανότερους. Όταν αυτά μεγάλωσαν αρκετά πέταξαν μακριά και καθώς γεύτηκαν κεράσια από άλλους τόπους, σαν τους λωτοφάγους της Οδύσσειας την ξέχασαν.

Μάταια περίμενε η κερασιά τον καιρό της καρποφορίας να γυρίσουν τα παιδιά που μεγάλωναν μαζί της να νιώσει τα πόδια τους να σκαρφαλώνουν το κορμί της και τα χέρια τους να διαλέγουν τα πιο ώριμα κεράσια να τα φάνε. Οι γέροντες που έμειναν πίσω δεν ήταν σε θέση να κάνουν την αποκοτιά να ανέβουν στα κλαριά της και έτσι η κερασιά κάρπιζε μόνο για τα πουλιά που τιμούσαν με ιδιαίτερη ευχαρίστηση την προσπάθειά της.


Το παρατημένο σπίτι δίπλα στην κερασιά έπεσε γρήγορα θύμα του καιρού, λύγισε, ξεχαρβαλώθηκε και έγινε ένας σωρός πέτρες από τον οποίο μόνο τα αγκωνάρια στα θεμέλια του διακρίνονται και κατά παράξενο τρόπο, κανένα κλαρί δεν τόλμησε να φυτρώσει ανάμεσά τους κι έτσι έμεινε μόνη η κερασιά να στολίζεται κάθε άνοιξη και να ετοιμάζει τον καρπό της ρίχνοντας συνέχεια τη ματιά της στο σωρό από τις πέτρες μη δει τη σκιά έστω κάποιων από τους νοικοκυραίους και ξεπικραθεί από τον καημό της…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 02042017