Google+ Badge

Σάββατο, 22 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΣΤΗΝ ΑΜΟΡΓΟ

Μόλις που αρχίζει να πέφτει ο ήλιος αρχίζει ο μεγάλος εσπερινός στην Αγία Παρασκευή.
Το μεγάλο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής στην Κάτω Μεριά της Αμοργού αποτελεί τη μεγαλύτερη παραδοσιακή πανήγυρη σε όλη τη νησιωτική Ελλάδα και πίσω από την επιφάνεια των θρησκευτικών τελετών και των λαϊκών εκδηλώσεων, έχει να παρουσιάσει αρχέγονα στοιχεία γιορτής καθώς εκεί, τα πράγματα δεν έχουν ακόμη νοθευτεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε να επηρεάζουν τη συμπεριφορά. Ο χώρος επίσης για τη συγκέντρωση και την εξυπηρέτηση των πανηγυριστών είναι μεγάλος, ενώ, το καλοκαίρι και η φύση εκεί θυμίζουν ακόμη μια άλλη Ελλάδα, πιο απλή και εορταστική, μια χώρα που ξεχνιέται…

Η Αγία Παρασκευή στην άκρη του μικορύ κάμπου, όπως φαίνεται απότο χωριό Κολοφάνα.
Η περιοχή που είναι σήμερα η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στην Κάτω Μεριά της Αμοργού, ήταν κάποτε ένα πυκνό ρουμάνι, με τεράστιους σχοίνους και μεγάλους θάμνους κι εκεί κοντά βοσκούσε το κοπάδι του ένας τσοπάνης. Έτσι θέλει η τοπική μυθολογία να θεωρεί τον τόπο όπου σήμερα λίγοι άνθρωποι επιμένουν να τον σκηνογραφούν ακόμα με μικρές καλλιέργειές και να τον ζωντανεύουν με τα λίγα ζώα τους. Σε αυτή λοιπόν την περιοχή που βρίσκεται πάνω από τον όμορφο όρμο Παραδείσια, βοσκούσε κάποτε ένας τσοπάνης. Μια λοιπόν από τις κατσίκες εκείνου του άγνωστου ανθρώπου, χάνονταν κάθε ημέρα και αυτός δεν καταλάβαινε που πήγαινε. Τον έτρωγε η περιέργεια, να μάθει που πηγαίνει η κατσίκα και έτσι κάποτε αποφάσισε και της έβαλε στο λαιμό ένα κουδουνάκι ώστε από τον ήχο να καταλάβει και την είδε να μπαίνει σε μια πυκνή συστάδα από μεγάλα σχοίνα. Την ακολούθησε και την βρήκε να αναχαράζει πάνω σε μια κρυμμένη από τα χόρτα πλάκα που έμοιαζε με αγία τράπεζα ανάμεσα πεσμένες πέτρες κάποιου οικοδομήματος που φαίνονταν πως ανήκαν σε εκκλησία.
Πόσες ώρες ψήθηκε μαζί με τα ψωμιά, ούτε που το λογαριάζει ο Λουκάς Λουδάρος.

Έτσι ικανοποιήθηκε η περιέργεια του τσοπάνη σχετικά με την απουσία της κατσίκας του αλλά όταν το ανακοίνωσε και σε άλλους βοσκούς, άρχισε τότε ο προβληματισμός σχετικά με τι ιερό ήταν εκεί, ποιος άραγε το είχε κτίσει και πότε, και φυσικά, σε ποια θεότητα ή άγιο μπορεί να ήταν αφιερωμένο. Από μόνοι τους οι τσοπάνηδες, δεν μπορούσαν να δώσουν καμιά εξήγηση, ούτε στη μνήμη των παλιών αναδεύονταν κάτι και γι’ αυτό αποφάσισαν να απευθυνθούν στον παπά της χώρας να τους βοηθήσει, όπως και έγινε. Ήρθε λοιπόν κάποιος παπάς, ο οποίος λόγω του κινδύνου από τους πειρατές που λυμαίνονταν τότε το αρχιπέλαγος έδρευε στην οχυρωμένη Χώρα και άρχισαν οι έρευνες κι εκεί που έσκαβαν βρέθηκε η εικόνα της Αγίας Παρασκευής. Αυτό ήταν! Παραμέρισαν τα ερείπια και έχτισαν ένα μεγαλύτερο εκκλησάκι από αυτό που φαίνονταν και άρχισαν να το λειτουργούν. Πότε έγιναν αυτά, κανείς δεν ξέρει. Η αρχική εκκλησία ανακαινίστηκε δυο – τρεις φορές και καθώς άρχισε να γίνεται γνωστή,  ξεκίνησε και πανηγύρι, μικρό στην αρχή αλλά σιγά – σιγά εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο πανηγύρι των νότιων Κυκλάδων και αυτό συνετέλεσε και η φήμη για τη θαυματουργή ικανότητα της εικόνας που γιατρεύει, λένε, τα μάτια. 

Ο Μανώλης Κωβαίος, ο μεγαλύτερος από όλους στην Κάτω Μεριά και ο αρχαιότερος επίτροπος είναι ο άνθρωπος πους έδωσε όλες τις πληροφορίες για το πανηγύρι και την περιοχή, για τους ανθρώπους που γνώρισε και τα γεγονότα που έζησε.
Πριν γίνουν οι δρόμοι και ο τουρισμός γίνει καλοκαιρινή μονοκαλλιέργεια σε όλα τα νησιά, έρχονταν κόσμος πολύς από την Αιγιάλη με ζώα, έρχονταν και από τα γύρω νησιά, και όλοι έρχονταν με τα χέρια γεμάτα προσφορές. Την μεγαλύτερη προσφορά έκαναν τα χωριά της Κάτω Μεριάς, που ήταν βεβαίως πιο κοντά, αλλά και οι προσφορές των άλλων δεν ήταν αμελητέες. Ο Μανώλης Κωβαίος, ο οποίος είναι επίτροπος στην Αγία Παρασκευή πάνω από 50 χρόνια, θυμάται να φέρνουν κριθάρι από τη Δονούσα, όπως και από τη Σχοινούσα η οποία φημίζονταν γι’ αυτό το προϊόν της. Έφερναν ακόμα ζωντανά από την Ηρακλειά, λάδι και κρασί από τη Νάξο, ότι δηλαδή είχε κάθε νησί, προσφορά στο πανηγύρι. Κυρίαρχο ρόλο όμως έπαιζαν και εξακολουθούν να παίζουν οι προσφορές σε ζωντανά ζώα, κάτι που αποτελεί και το αρχέτυπο του πανηγυριού και δηλώνει, όπως και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας, ευθέως τον ποιμενικό του χαρακτήρα. Αρχετυπική μπορεί να θεωρηθεί και η συμμετοχή των ανθρώπων στο πανηγύρι, οι οποίοι «υπηρετούν» την αγία και καλούνται «υπηρέτες». Άνδρες και γυναίκες από όλη την Κάτω Μεριά, αλλά και την υπόλοιπη Αμοργό, αφήνουν μια μερικές ημέρες τις δουλειές τους και αναλαμβάνουν «υπηρεσία». Εβδομήντα άτομα ήταν πέρσι οι «υπηρέτες» του πανηγυριού και κάποιες στιγμές δεν προλάβαιναν τις δουλειές κι έτσι χρειάστηκε να επιστρατευτούν και άλλοι, ειδικά στο τραπέζι όπου έδωσαν το παρών τους πολλοί Κουφονησιώτες.
Ο Σταμάτης Σίμος με δυο από τις γυναίκες που δούλεψαν στο φούρνο
Πέρσι, (2005) όπως μας πληροφορεί ο Σταμάτης Σίμος, ο επί 18 χρόνια επίτροπος της εκκλησίας και ο οποίος είναι και ο υπεύθυνος για όλο το πανηγύρι,  οι προσφορές σε ζώα ήταν 135 αιγοπρόβατα και 5 αγελάδες, αριθμός ο οποίος αποτελεί ρεκόρ για το πανηγύρι και εφέτος αναμένεται κατά πολύ να ξεπεραστεί, καθώς το πανηγύρι έχει γίνει γνωστό, εκτός από τις Κυκλάδες σε όλη την Ελλάδα. Καθώς οι περισσότεροι από τους «υπηρέτες» είναι αγρότες και κτηνοτρόφοι, αυτοί σφάζουν τα ζώα σφάζονται στο παρακείμενο των εγκαταστάσεων σφαγείο που θυμίζει την παλιά γιορτή και τη σχέση που έχει η γιορτή με τη θυσία και το αίμα.





Τα φαγητά που έχουν βάση αυτό το κρέας βράζουν σε μεγάλα καζάνια και θέλουν διαρκώς ανακάτεμα, κάτι που αναλαμβάνουν συνήθως οι πιο χειροδύναμοι και επιτελούν αυτή την υπηρεσία κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του αρχιμάγειρα Βαγγέλη Μενδρινού από το Καμάρι, ο οποίος είναι ο κυρίως υπεύθυνος για τα μαγειρεία μαζί με τους Ηλία και Μάρκου Βεκρή, του Γιάννη Δεσποτίδη και των μαθητευόμενων Νικόλα ΝομικούΕμμανουήλ Πάσσαρη και του Κωνσταντίνου Κωβαίου. Κυριολεκτικά, όλοι οι μάγειροι βράζουν κι αυτοί μαζί με το κρέας και τις πατάτες μέσα στο μαγειρείο όπου αναπτύσσονται υψηλότατες θερμοκρασίες. Ενώ όλες οι προεργασίες για το πανηγύρι αρχίζουν μια εβδομάδα πριν, η παρασκευή του φαγητού, για ευνόητους λόγους περιορίζεται κατά τις δυο τελευταίες ημέρες. Την παραμονή μπαίνουν όλα τα καζάνια στη φωτιά, πρώτα τα καζάνια με το «πατάτο» και κατόπιν το «ξυδάτο» και το «κοφτό».












Όπως το μαγείρευμα είναι μια βαριά δουλειά, το ίδιο βαριά όμως είναι στο φούρνο στον οποίο τη γενική προσταγή εδώ και πολλά χρόνια έχει ο Λούκας Λουδάρος ενώ στο ζύμωμα υπεύθυνος είναι ο Γιώργος Ρούσσος. Ο φούρνος χωράει 56 καρβέλια των δυόμισι κιλών και πέρσι άναψε 13 φορές για να κατασκευαστούν 700 περίπου καρβέλια και μοσχομυρίζει ψωμί, ιδιαίτερα δε όταν φουρνίζουν το επτάζυμο.




Όλοι δουλεύουν ρολόι κάτω από την άγρυπνη παρακολούθηση του αρχιεπιστρόπου και των αρμοδίων επιτρόπων και τα πάντα πρέπει να είναι έτοιμα στην μεγάλη ώρα του εσπερινού. Ο εσπερινός ξεκινά την που ο ήλιος αρχίζει να κρύβεται πίσω από τη γυμνή κορυφή του βουνού που καλείται Μαυρόβουνο και οι πανηγυριστές που στέκουν όρθιοι και στριμωγμένοι μέσα στον περίβολο της εκκλησίας και σε κύκλο, γύρω από το σημείο, όπου οι άρτοι της γιορτής περιμένουν να ευλογηθούν από τους συλλειτουργούς ιερείς και να μοιραστούν κατόπιν στους συνεορτάζοντες. Το «διευχών» σε αυτή την πάνδημη τελετή είναι και το σύνθημα για το φαγητό. Ο κόσμος είναι πολύς και γι’ αυτό οι υπεύθυνοι, κάτω από τη αυστηρές οδηγίες των επιτρόπων μπαίνουν σε διάταξη άμυνας να εξυπηρετήσουν τον κόσμο που κατά πυκνές ομάδες ορμά προς τη μεγάλη αυλή με τα τραπέζια. Ο Σταμάτης Σίμος δεν χαρίζεται σε κανέναν, εκτός από κάποια σημαίνοντα πρόσωπα της Αμοργού, καθώς και από τα γύρω νησιά που οποία παίρνουν θέση στο τραπέζι του μαζί με τους άλλους αξιωματούχους της εκκλησίας, σε ειδική αίθουσα μέσα στο πανηγηρόσπιτο, μακριά από τα μάτια του πλήθους.  Σημειώνεται ότι επί 18 συναπτά χρόνια στο πανηγύρι πήγαινε και ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, γεγονός που αύξανε τις υποχρέωσεις των επιτρόπων και για τους προσκυνητές αποτελούσε μια ιδιαίτερη αφορμή για να τον συναντήσουν.


Παράλληλα με το σερβίρισμα του φαγητού και αφού τακτοποιηθεί η πρώτη φουρνιά στα τραπέζια αρχίζει να ετοιμάζεται και η ορχήστρα. Κουρντίζουν τα όργανα και περιμένουν τους επιτρόπους που ξεκινάνε πρώτοι το χορό. Αυτό είναι μια παλιά συνήθεια με την οποία αποδίδεται τιμή σε αυτούς τους ανθρώπους που κοπίασαν γι’ αυτή τη γιορτή. Τον πρώτο χορό σέρνει ο αρχιεπιτροπος και ακολουθούν οι υπόλοιποι βάσει ιεραρχίας. Εκείνη τη στιγμή, ακούγεται ένα τραγούδι, ειδικά γραμμένο γι’ αυτόν, τους επιτρόπους και όλους τους «υπηρέτες» του πανηγυριού.


Την ορχήστρα συγκροτούν συνήθως ο αειθαλής καπετάν Μήτσος Σκοπελίτης ο οποίος έχει ξεχάσει πόσα χρόνια παίζει βιολί στα νησιώτικα πανηγύρια, ο Γιώργος Βλαβιανός παραδοσιακό λαγούτο, ο Θανάσης Θεολογίτης και ο Μιχάλης Φωστιέρης στα βιολιά και ο Γιάννης Σκοπελίτης τραγούδι – λαγούτο. Τα τραγούδια που ακούγονται είναι τα κλασικά νησιώτικα, αλλά δεν λείπουν όμως και τα μοντέρνα, όπως η διαβόητη «Πιτσιρίκα» του Μάρκου Βαζαίου.


Η μεγάλη αυλή που στρώνονται τα τραπέζια, παίζει η ορχήστρα και γίνεται ο χορός είναι ένα νέο έργο, μόλις δυο χρονών και έγινε για να μπορεί να εξυπηρετεί 1000 άτομα σε κάθε φουρνιά. Παλαιότερα, που δεν υπήρχε αυτός ο χώρος, οι πανηγυριστές έπαιρναν το φαγητό και απλώνονταν στα χωράφια ενώ οι ορχήστρες έπαιζαν μέσα σε αυτοσχέδιες καλύβες. Για να μαζευτεί λοιπόν το πανηγύρι και να εξυπηρετηθούν όλοι οι πανηγυριστές, με τη βοήθεια του μεγάλου ευεργέτη της Αγίας Παρασκευής, Νίκου Γαβαλά οι επίτροποι προχώρησαν σε αυτό το μεγάλο έργο που, χωρίς να αμφισβητεί την παράδοση,  ανταποκρίνεται πλήρως στους νέους καιρούς.

Το χορό ξεκινάνε πρώτοι οι «υπηρέτες» της Αγίας Παρασκευής με ένα συμβολικό τραγούδι
Και συνεχίζουν τα παιδιά των Συλλόγων με τις παραδοσιακές στολές της Αμοργού
Ο πολύς κόσμος πάντως φεύγει νωρίς, αμέσως μετά από το φαγητό και στο χώρο του πανηγυριού μένουν ο σκληρός πυρήνας των πανηγυριστών οι οποίοι θα διασκεδάσουν μέχρι τη στιγμή που θα χτυπήσει η καμπάνα της εκκλησίας για την πρωινή λειτουργία. Η πρωινή λειτουργία, είναι σύντομη και ιδιαίτερα απλή καθώς από τον κόσμο που είχε εμφανιστεί στον εσπερινό, είναι πολύ λίγοι αυτοί που την παρακολουθούν και κυρίως οι ντόπιοι, οι αληθινοί πιστοί, οι επισκέπτες που έχουν έρθει από διάφορα σημεία της Αμοργού και των Κυκλάδων και έχουν φιλοξενηθεί στα κελιά της εκκλησίας, οι επίτροποι και οι υπηρέτες. Γι’ αυτούς το πανηγύρι τελειώνει μετά το φαγητό, το οποίο είναι σαν οικογενειακή συγκέντρωση στη μεγάλη σάλα του πανηγυρόσπιτου όπου γίνονται και οι πρώτες εκτιμήσεις, και βεβαίως μετά τη γενική καθαριότητα του χώρου που ακολουθεί. Μέχρι το απόγευμα που θα φύγει και ο τελευταίος πανηγυριστής, όλα στην Αγία Παρασκευή πρέπει να λάμπουν, τόσο που ο επισκέπτης να μην μπορεί να καταλάβει αν επί μια εβδομάδα εκεί είχε γίνει ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια της νησιώτικης Ελλάδας.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ

Το αφιέρωμα στο πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής στην Κάτω Μεριά της Αμοργού ετοιμάστηκε μεν τον Ιούλιο του 2006 αλλά δημοσιεύτηκε στο «Γεωτρόπιο» της Ελευθεροτυπίας περί τις αρχές του Ιουλίου του 2007 και ανεβαίνει χωρίς μεγάλες αλλαγές σήμερα στον ιστοχώρο «Η ΑΜΟΡΓΟΣ ΜΟΥ». Ο λόγος που διατηρείται αυτούσιο είναι ότι με ότι νέα στοιχεία καθώς και φωτογραφίες που θα συγκεντρωθούν στο φετινό πανηγύρι, θα συμπληρωθεί, θα βελτιωθεί και πολύ σύντομα για να αποτελέσει έτσι μια βασική σελίδα για την Αμοργό, την ιστορία και τις παραδόσεις της στις «Μικρές Πατρίδες» όταν αυτές ετοιμαστούν.



Επί πλέον, θα διαβάσατε για την παρουσία στο πανηγύρι του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Ελλάδας Χριστόδουλου. Αυτό γινόταν σχεδόν κάθε χρόνο γιατί είχε μια ιδιαίτερη αγάπη για την Αμοργό και την προτιμούσε να κάνει τις διακοπές του εκεί ενώ παράλληλα είχε αναπτύξει πολύ καλές σχέσεις με τους Αμοργιανούς.

ΑΜΟΡΓΟΣ, 22072017

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

T’ AΪ – ΛΙΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΙΖΕΙ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΑΛΛΙΩΣ…



Καθώς μια ελαφρά αίσθηση, από τη δροσιά των τελευταίων τροπικών βροχών στη μικρή πατρίδα διάχυτη απλώνεται στο αέρα και σπρώχνει το καλοκαίρι να αρχίσει να ετοιμάζεται να αποχωρήσει σιγά – σιγά από το προσκήνιο του τρέχοντος έτους κι άλλα πράγματα της φύσης αρχίζουν να μας δείχνουν πως τούτο συντελείται και μπροστά στα μάτια μας…


ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 20072017

Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

ΕΝΑΣ ΚΥΚΛΟΣ ΖΩΗΣ ΜΕΣΑ ΣΕ ΕΝΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ



Τα λογής - λογής αγκάθια είναι το είδος που ευδοκιμεί στις κορυφές των βουνών (φωτογραφία από την υπέροχη κορυφή Σβον των Αγράφων), τα οποία, λόγω της μειωμένης από το κρύο, τους ανέμους και τα χιόνια περίοδο της ζωής τους, αναπτύσσονται ταχύτατα και τα επιβλητικά άνθη τους προσελκύουν τις άπειρες πεταλούδες που και αυτών η ζωή είναι επίσης εξαιρετικά σύντομη. Και τα δυο είδη πάντως προλαβαίνουν μέσα σε πολύ σύντομο διάστημα να ανθίσουν, να ομορφαίνουν τον τόπο και να σπείρουν τη γενιά του επόμενου χρόνου για να έχει συνέχεια ο κόσμος…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 20072017

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΑΛΩΝΙ ΣΤΟ ΚΑΤΩ ΚΟΥΦΟΝΗΣΙ



Διακοπές όπως τις εννοεί ο πολύς κόσμος (κολύμπι, άραγμα στην παραλία, ταβέρνες, ξενύχτια), σπάνια έκανα. Πήγαινα κάθε καλοκαίρι σε μικρά νησιά κυρίως και αφού αφιέρωνα μια ημέρα για προσαρμογή, αμέσως ξεκινούσα τα περπατήματα και κυριολεκτικά δεν άφηνα ούτε ένα σημείο τους να μην δω και φωτογράφιζα ότι μου κινούσε το ενδιαφέρον, για προσωπική χρήση αλλά και για διάφορα δημοσιεύματα κι έτσι περνούσε η μέρα μου και κούραση δεν με άφηνε να κάνω τίποτα σπουδαίο τα βράδια.  

Έτσι λοιπόν πήγα και στο Κάτω Κουφονήσι με το καΐκι του Πράσινου, το 2003 και το γύρισα όλο μέσα σε πέντε ώρες και έναν εκπληκτικό ήλιο μιας ημέρας που το βοριαδάκι είχε καθαρίσει εντελώς το ορίζοντα. Στάθηκα λίγο στην μεγάλη παραλία Νερό, όπου υπάρχει μια πηγή με καλούτσικο νερό και μετά ανηφόρισα προς τη ράχη του νησιού όπου απλώνονται μεγάλα χωράφια και τα οποία εκείνη τη χρονιά έδειχναν πως είχαν καλλιεργηθεί. Στη μέση μάλιστα κάποιου ήταν ξαπλωμένη μια ξερή τεράστια φίδα η οποία που προκάλεσε εντύπωση για τον τρόπο με τον οποίο είχε ξεριζωθεί ενώ φαινόταν πως κάποιος επιχείρησε να τις κόψει τα κλαδιά αλλά παράτησε το έργο στη μέση.


Πιο πάνω, στη ράχη του νησιού, σε ένα σημείο που έβλεπε ολόκληρη την Κέρο ανατολικά και δυτικά τη Σχοινούσα συνάντησα ένα από τα ομορφότερα και καλοδιατηρημένα αλώνια των Μικρών Κυκλάδων. Κάθισα αρκετή ώρα και μεσημεριάτικα μάλιστα δίπλα του απολαμβάνοντας το μοναδικό τοπίο και τη γη που στην επιφάνειά της τόσες και τόσες γενιές κυκλαδιτών αγωνίστηκαν για τη σοδειά της χρονιάς και η οποία αποτιμούνταν στο αλώνι τα θεμέλια του οποίου πρέπει να ήταν όσο και ο κόσμος που ζει στις Κυκλάδες.


Έχουν περάσει από τότε πολλά χρόνια και ελπίζω να μην έχει υποστεί σοβαρές αλλοιώσεις και να το ξαναδώ όπως το γνώρισα εκείνα τα χρόνια τις επόμενες ημέρες που θα ξαναπάω και στο Κάτω Κουφονήσι να δω και τι άλλαξε από τότε μέχρι σήμερα…

ΑΘΗΝΑ, 18072017 

Τρίτη, 18 Ιουλίου 2017

ΜΙΑ ΠΝΟΗ ΑΠΟ ΘΥΜΑΡΙ ΚΑΙ ΞΕΡΟΧΟΡΤΑ



Η κυρίαρχη μυρωδιά του καλοκαιριού σε κάθε γωνιά της Ελλάδας είναι από το ξεραμένο χόρτο αλλά εκεί που αποτελεί θρίαμβο της εποχής και ανυψώνεται σε υψηλές σφαίρες, είναι στα νησιά. Όχι σε όλα, στα πυκνοκτισμένα από τουριστικά καταλύματα και τα πολύβουα αυτή η μυρωδιά έχει μειωθεί και όποιος θέλει να τη νιώσει πρέπει να απομακρυνθεί στις εξοχές και στα απόμερα σημεία όπου οι ανθρώπινες δραστηριότητες δεν έχουν κατακλύσει κάθε σημείο πρόσφορης για τουριστικές εγκαταστάσεις γη.  



Γι’ αυτή την απόλαυση έχουν μείνει λίγα νησιά και τούτο επειδή τυχαίνει να είναι λόγω του γεωλογικού ανάγλυφού τους δύσβατα αλλά κυρίως, επειδή σε αυτά διατηρείται σε καλή κατάσταση το δίκτυο των μονοπατιών το οποίο εξυπηρετεί και ορισμένες αγροτικές ασχολίες των μόνιμων κατοίκων τους. Ένα απ’ αυτά είναι και η Αμοργός η οποία πέρα από τους βασικούς οικισμούς της στην Αιγιάλη, την Κάτω Μεριά και τα Κατάπολα με τη Χώρα και το ήπιο οδικό δίκτυο που τους συνδέει έχει μείνει σχεδόν ανέπαφη και κατά συνέπεια, η ιθαγενής βλάστησή της δεν έχει επηρεαστεί σε βαθμό ταπείνωσης.     


Έτσι αυτές τις ημέρες όποιος θελήσει να περπατήσει τα μονοπάτια της Αμοργού θα νιώσει να τον τυλίγει μια πνοή από θυμάρι, το οποίο φέτος πλημμύρισε το νησί και από μια ποικιλία ξεραμένων χόρτων και θάμνων η οποία φτάνει ως τη θάλασσα. Για όποιον πάλι του κάνει κόπο το περπάτημα, μπορεί να σταθεί σε μια άκρη στο δρόμο, να απομακρυνθεί από το αυτοκίνητο και να αφεθεί στην αγκαλιά αυτής της υπέροχης πνοής που κατεβαίνει από τις πλαγιές των βουνών της. Το καλύτερο βεβαίως είναι να βρει ένα σημείο στην ακτή όπου ο συνδυασμός της θαλασσινής πνοής με αυτή των ξερόχορτων είναι μοναδικός!

ΑΜΟΡΓΟΣ, 18072017

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

ΘΕΑ ΑΠΟ ΤΟ «ΑΙΓΙΑΛΙΣ» ΣΤΟΝ ΟΡΜΟ ΑΙΓΙΑΛΗΣ



Στην Αμοργό πήγα για πρώτη φορά το 2003, στο φεστιβάλ «ΥΠΕΡΕΙΑ» που επί σειρά ετών προβάλλει αυτό το ξεχωριστό νησί των Κυκλάδων, τη φύση, τον πολιτισμό και τους ανθρώπους του. Έτσι γνώρισα το ξενοδοχείο Aegialis Hotel & Spa, ψυχή του οποίου είναι η Ειρήνη Γιαννακοπούλου που διοργανώνει και το προαναφερόμενο ωραίο φεστιβάλ.

Δεν χρειάστηκε πολύ να με κερδίσει η Αμοργός και από τότε μέχρι σήμερα την έχω επισκεφτεί παραπάνω από 30 φορές σε διάφορες εποχές του χρόνου, φθινόπωρο και άνοιξη οι περισσότερες γιατί είναι και πιο ευνοϊκές οι συνθήκες να την γνωρίσω. Έτσι μπορώ να λέω πως την έχω περπατήσει ολόκληρη (πλην το τρομερού Ξόδωτου και δεν έχω πάει και στα Μεταλλεία), έχω συμμετάσχει αρκετές φορές σε όλα τα μεγάλα πανηγύρια καθώς και σε πολλά μικρότερα σε κάθε μεριά του νησιού και ως είναι επόμενο γνώρισα και έκανα πολλούς φίλους από την Αμοργό και η φιλία μας κρατάει γερά.

Πολλά και ωραία μάλιστα ήταν και τα αφιερώματα και τα κείμενα που έγραψα για διάφορα πράγματα της Αμοργού (από τα πανηγύρια ειδικά μέχρι το ελαιομάζωμα στην Αιγιάλη και τα μελίσσια της Νικουριάς καθώς και για μικρά νησιά γύρω της, την Γραμβούσα και την Κίναρο) και τα οποία δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδες και τα περιοδικά όσο αυτά ήταν στην άνθησή τους. Στη δημοσιογραφική αυτή δραστηριότητα πρέπει να προσθέσω και ένα βιβλίο με τίτλο «Κέντημα στην πέτρα ήταν η ζωή του» το οποίο ήταν αφιερωμένο στον Μιχάλη Ρούσσο που κέντησε στις πέτρες του Ασφοντυλίτη τους καημούς και τα όνειρά του το οποίο έχει εξαντληθεί και θα επανακυκλοφορήσει ελπίζω σύντομα.




Ως βάση για τη γνωριμία μου με την Αμοργό τις περισσότερες φορές ήταν το ξενοδοχείο 
Aegialis Hotel & Spa χάρη βεβαίως της Ειρήνης Γιαννακοπούλου και της οικογένειας της με την οποία έχουμε καλλιεργήσει μια ωραία φιλία και με έχει βοηθήσει πολύ σε αυτά που κάνω. Έτσι εκεί νιώθω κυριολεκτικά σαν το σπίτι μου και μου αρέσει πολύ μετά τις περιπλανήσεις μου να κάθομαι στις βεράντες του και να κοιτάζω τον μεγάλο όρμο της Αιγιάλης, πράγμα που συγκαταλέγεται στα μεγάλα ατού του ξενοδοχείου για το οποίο θα σας γράψω περισσότερα σε επόμενα σημειώματα τις ημέρες που θα ακολουθήσουν. 

ΑΜΟΡΓΟΣ, 17072017

ΕΝΑ ΚΑΡΠΟΥΖΙ ΣΤΗΝ ΟΔΟ ΦΥΛΗΣ



Δρόσισε λιγάκι σήμερα και έτσι πήρα από το πρωί τους δρόμους να κλείσω (αν μπορέσω) τίποτα εκκρεμότητες για να φύγω σε λίγες μέρες στα βουνά να μαζέψω ιδέες. Έτσι τα πράγματα με έφεραν εκεί προς τα πέριξ του Αγίου Παντελεήμονα, όπου νομίζω πως έπιασα την καλύτερη φωτογραφία μεταφοράς καρπουζιού από τις νέες συμπολίτιδές μας που ενδυματολογικά τουλάχιστον επιμένουν στη διαφορά, σιγά - σιγά όμως υιοθετούν συνήθειες αλλά στις κινήσεις τους πάντα βάζουν κάτι από το δικό τους κόσμο. Σημειώνω πάντως ότι ουδέποτε στα χρονικά γυναίκα στην Αθήνα θα κουβαλούσε τόσο μεγάλο καρπούζι γιατί απλά αυτή η μικρή πολυτέλεια του Ιούλη, ήταν αποκλειστικά υποχρέωση των ανδρών ή του παιδιού που δούλευε το κοντινό μανάβικο. Στην περίπτωση με τις γυναίκες που φαίνεται πως κατάγονται από μια χώρα του λεγόμενου Κέρας της Αφρικής, δεν ξέρω τι να υποθέσω. Προφανώς οι άνδρες τους λείπουν στην πόλη για δουλειές…


ΑΘΗΝΑ, 17072012

Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

ΤΟ ΚΑΡΠΟΥΖΙ ΣΤΗ ΒΡΥΣΗ ΣΤΑ ΚΑΜΑΡΙΑ



Καθώς ήρθε και ο καιρός που και τα καλοκαίρια πια βαραίνουν πάνω μας ανασύρω από τα συρτάρια της κοντινής μνήμης εκείνες τις στιγμές τους που έμειναν ως γλυκιές αναμνήσεις της ωραίας εποχής άλλοτε, η οποία, από την πιο ανεπιτήδευτη του έτους που ήταν, κατάντησε βαρυφορτωμένη και παρδαλή να βουλιάζει ξέπνοη στα ρηχά του κόσμου μας.

ΑΘΗΝΑ, 16072017


Σάββατο, 15 Ιουλίου 2017

ΣΤΑ ΚΟΥΦΟΝΗΣΙΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 22 ΧΡΟΝΙΑ



Παρ' όλη την ανάπτυξη των θαλάσσιων συγκοινωνιών στις Κυκλάδες, στη μετάβαση στα Κουφονήσια με άλλο πλοίο εκτός από τον «Σκοπελίτη», το ταξίδι θα 'χει χάσει σίγουρα τη μισή του ...γοητεία! Έτσι λένε οι «παλιοί» που έφθασαν τα είκοσι χρόνια από τότε που «ανακάλυψαν» το νησί και μέχρι σήμερα δεν το έχουν ξεχάσει κανένα καλοκαίρι. Και μοιάζει να 'χουν δίκιο για το θαρραλέο αυτό κατάλοιπο της ναυπηγικής που οργώνει τις θάλασσες των Μικρών Κυκλάδων.



Τυπικό το λιμάνι των Κουφονησίων, της πρόσφατης «ανάπτυξης» έργο, δεν ενθουσιάζει κανέναν παρά μόνο τον κουρασμένο «Σκοπελίτη» που ξεφορτώνει τους περισσότερους επιβάτες του εκεί. Την προβλήτα στεφανώνει μία σειρά από καινούργια και παλιά κτίσματα. Ακμαίο αλιευτικό χωριό άλλοτε, αλλά και με σημαντική την άσκηση της γεωργίας στα εδάφη του, αναγκάστηκε να προσαρμόσει κι αυτό το μέλλον του όπως κάθε άλλο νησί, με επενδύσεις στον... τουρισμό.







Χαμηλό νησί, επίπεδο, χωρίς υπερβολές της πέτρας και των όγκων, μοιάζει σαν μια γλώσσα στεριάς ανάμεσα στη Νάξο και την επιβλητική Κέρο. Στις βραχώδεις αλλά ήρεμες ακτές του η θάλασσα έχει καταφέρει να δημιουργήσει δύο από τις ωραιότερες παραλίες των Κυκλάδων. Την «Ιταλίδα», μισή ώρα σχεδόν από το χωριό με τα πόδια, και το Πωρί στα βόρεια, με διπλάσιο χρόνο περπατήματος.

Στο νησί τα αυτοκίνητα για τους επισκέπτες είναι μάλλον άχρηστα και οι μεταφορές των βαρυφορτωμένων τουριστών γίνονται με αγροτικά ή το σκονισμένο λεωφορείο του «Φοίνικα», ένα από τα παλαιότερα κάμπινγκ, ικανή μονάδα σήμερα φιλοξενίας πολλών παραθεριστών. Ο Δημήτρης Μαύρος είναι ο άνθρωπος που έχει γράψει τις περισσότερες σελίδες στην τουριστική ιστορία του νησιού. Σήμερα βέβαια δεν είναι μόνος, αφού και στο χωριό αναπτύχθηκε ένας ικανοποιητικός αριθμός ενοικιαζόμενων δωματίων.

Από το «Φοίνικα» 
μέχρι το Πωρί

Από το «Φοίνικα» και πέρα, αρχίζουν οι παραλίες με την ψιλή άμμο και τα πιο διάφανα νερά της Μεσογείου. Μετά ο παλιός «Γερανός» στην προβλήτα για βουτιές και ακολουθεί η «Ιταλίδα». Πλατιά αμμουδιά για μπάνιο και το καθιερωμένο πρωτάθλημα βόλεϊ και... σκραμπλ ή την ανάλυση του Τσόμσκι, που είναι της μόδας φέτος και στα Κουφονήσια, αποτελεί το κέντρο του νησιού όλη την ημέρα. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην περάσει από εκεί και να μην μπει στον πειρασμό να κολυμπήσει στα πιο γαλαζοπράσινα νερά των Κυκλάδων, αντίκρυ από τη μυστηριώδη ακατοίκητη Κέρο που η γη της διαφύλαξε στα σπλάχνα της τα σπουδαιότερα δείγματα τέχνης του κυκλαδικού πολιτισμού.





Από εκεί το μονοπάτι οδηγεί σε ήρεμες γωνιές που προφυλάσσουν θαλασσοδαρμένοι βράχοι. Για μοναχικούς και ερωτευμένους, θαλασσινές σπηλιές διαδέχονται η μία την άλλη. Στο τέλος της διαδρομής, ένα άλλο Αιγαίο. Στο Πωρί η θάλασσα είναι αμόλυντη, παλιά όσο ο κόσμος. Τίποτα δεν τρομάζει τον μοναδικό κόλπο. Το ακρωτήρι που προστατεύει το τοπίο από το Βοριά, καταλήγει με μεγάλα σκαλοπάτια βράχων στο αφρισμένο νερό. Εκεί και η σπάνιας ομορφιάς σπηλιά με τις ροζ κροκάλες. Ενα βύθισμα της γης είναι, επικοινωνεί με ένα δίαυλο, πρόκληση για τους τολμηρούς, με την έξω θάλασσα. Άθικτο όπως είναι όλο το περιβάλλον γύρω από το Πωρί, ίσως πρέπει να προβληματίσει τους ντόπιους αλλά και τους αρμόδιους για τη διατήρησή του. Οι μόνοι βέβαια που δεν πρέπει να φοβούνται είναι οι παραθεριστές. Αυτοί είναι που μέχρι σήμερα το πρόσεξαν όσο κανένας άλλος.

Νύχτες γλυκιές, υγρές, μουσκεμένες με ούζο, κρασί και μπίρες είτε στο «Φοίνικα» είτε στο «Σκοπελίτη», τον «Σορόκο» τον «Πράσινο» και τον «Μαύρο» στη χώρα. Δύο οικογενειακά ονόματα που έρχονται πίσω πολύ, από την εποχή των κουρσάρων ακόμη και των Ενετών. Στο τέλος μπερδεύεσαι για ποιον πρόκειται, ξεχνάς πού βρίσκεται η ταβέρνα του καθενός κι ακολουθείς το πρόγραμμα που βγαίνει πάντα στην «Ιταλίδα».

Τα τελευταία χρόνια στο πρόγραμμα της νύχτας μπήκε και το ακατοίκητο μέχρι πρόσφατα Κάτω Κουφονήσι. Ένα δυο σπίτια για το καλοκαίρι σηκώθηκαν και μια ταβέρνα που δίνει άλλο χρώμα στις νύχτες με την αναγκαία βαρκάδα. Ο «Φοίνικας» γνωρίζει σπάνιες δόξες κάθε Πανσέληνο. Ένα τεράστιο φεγγάρι, προκλητικό, βγαίνει πίσω από τα βουνά της Αμοργού και ντύνει σιγά σιγά με ένα υπέροχο φως το στερέωμα και την Κέρο. Τότε είναι που η αρχαία γη ζωντανεύει, μοιάζει να ξυπνάει και να αποκαλύπτει τα βαθιά μυστικά της στο φεγγάρι. Στο παλιό λιμανάκι και τα έρημα καρνάγια, η βαριά μυρωδιά της θάλασσας προκαλούν τις αισθήσεις για ένα άλλο ταξίδι... μέσα στη νύχτα.

Νυκτερινή μαγεία
με πεφταστέρια


Ομως, νυκτερινή μαγεία σαν της παραλίας του Πωριού δεν βρίσκεις πουθενά αλλού στον κόσμο. Τον πλατύ υπήνεμο κόλπο, δεν υπάρχει κανένα φως που να ραγίζει την όραση. Ηρεμη η θάλασσα, απλώνεται μέχρι πέρα βαθιά, το πέλαγος που φθάνει ώς τα παράλια της Μικράς Ασίας. Ανοιχτή, πρόσχαρη, η επιφάνειά της ζαλίζει τ' αστέρια και πέφτουν για να σβήσουν στα νερά της. Τις αφέγγαρες νύχτες, το θέαμα με τα πεφταστέρια είναι μοναδικό σ' αυτή την παραλία.





Τα Κουφονήσια, ευτυχώς, μέχρι σήμερα δεν αλώθηκαν από τον τουρισμό όσο άλλες περιοχές. Είτε η καθυστερημένη «ανάπτυξη» είτε το ενδιαφέρον των κατοίκων της που είδαν τι έγινε τις προηγούμενες δεκαετίες σε άλλα νησιά τους έκαναν πιο προσεκτικούς. Το σήμερα τους δικαιώνει και αποδεικνύει ότι τον αγαπάνε αυτό τον ανεμοδαρμένο τόπο των Μικρών Κυκλάδων. Και τον φροντίζουν για να μπορούν κι αυτοί να ζουν καλύτερα και να μυρίζουν τον αέρα του Αιγαίου και να τον δουλεύουν χειμώνα-καλοκαίρι. Ισως γιατί κοιμούνται κρυμμένες ακόμη στα χώματά του πολλές πλασμένες από πηλό ή άλλο υλικό αρχαίες θεότητες και θέλουν κάποια μέρα σαν ξυπνήσουν, να μην είναι μόνες και βρεθούν ανάμεσα σε στίφη αλλόγλωσσων ανθρώπων. Ίσως πάλι γιατί η αντικρινή Κέρος θέλει μεγάλη προσοχή για ό,τι κρύβει κι αυτή στη γη της, και αυτοί είναι ταγμένοι από την Ιστορία να την προσέχουν.

Η Αρτεμη μετράει τα χρόνια της με τα καλοκαίρια στα Κουφονήσια. Επί επτά χρόνια συνεπής αφήνεται στη γοητεία του νησιού και επιμελώς ανακαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο της νησιωτικής Ελλάδας

ΥΓ. Το κείμενο και οι φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στην Ελευθεροτυπία στις 22/08/1995 και φυσικά απηχεί το κλίμα της εποχής. Μιας εποχής ανεπανάληπτης...

ΤΟ ΠΟΥΚΑΜΙΣΟ ΤΟΥ ΦΙΔΙΟΥ ΣΤΟΝ ΤΟΙΧΟ



Τα φίδια κάθε χρόνο αλλάζουν δέρμα. Τι τα ωθεί σε αυτή την πράξη μου είναι άγνωστο και υποθέτω πως κανείς δεν γνωρίζει γιατί η επικοινωνία μας με αυτά τα πλάσματα είναι αδύνατη έως περιορισμένη. Δεν πιστεύω όμως πως μπορεί να το κάνουν γιατί αλλάζει η μόδα της εξωτερικής περιβολής στον κόσμο τους, αλλά νομίζω πως γίνεται επειδή θέλουν να προσαρμοστούν στο νέο περιβάλλον που δημιουργεί το καλοκαίρι – ήτοι πιο στεγνά χρώματα, γήινα ως επί το πλείστον, κίτρινα, καφετιά κι έτσι να περνούν απαρατήρητα από τους θηρευτές τους και φυσικά τον άνθρωπο. Έτσι αυτές τις ημέρες βλέπουμε κάποια από τα δέρματα των φιδιών (φιδοπουκάμισα τα λένε στο χωριό μου) σε διάφορα σημεία παρατημένα όπως – όπως γιατί μάλλον δεν τα ενδιαφέρει τι θα απογίνουν. Πολλοί θεωρούν πως τα φιδοπουκάμισα έχουν κάποια μυστική δύναμη, τα μαζεύουν και τα κρατάνε ως φυλακτά – ιδιαίτερα οι γυναίκες. Κάποια μάλιστα κάποτε μου είπε πως κρατούσε ένα κομμάτι από το φιδοπουκάμισο στον κόρφο της για να τη φυλάει από το μάτι αλλά αργότερα που έμαθα περισσότερα πράγματα, πιστεύω πως το έκανε για άλλους λόγους οι οποίοι σχετίζονται με το φύλλο της ενώ αύξανε την θηλυκότητά της.


ΥΓ. Η φωτογραφία με το φιδοπουκάμισο που άφησε ένα φίδι (δεντρογαλιά νομίζω) πριν χωθεί μέσα στην τρύπα που παλιού τοίχου, χθεσινή, από το δρόμο που οδηγεί από τον Πλατανιά στο χωριό μου.

ΑΘΗΝΑ, 15072017