Google+ Badge

Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΠΑΝΤΑΒΡΕΧΕΙ




Στις μοναδικές γωνιές της ευρυτανικής γης, εκεί όπου διαρκώς συγκλίνουν οι παράλληλοι της ανεπανάληπτης φύσης με τους μεσημβρινούς της ιθαγένειας, ένα όνομα που στάζει νερά, πολλά και κρυστάλλινα νερά, κερδίζει συνεχώς έδαφος ως επιλογή και προορισμός των φυσιολατρών. Αν και το σημείο αυτό από τα παλιά χρόνια ονομάζονταν Πανταβρέχει, τα τελευταία μόλις λίγα χρόνια ατύπως αναγνωρίστηκε ως περιοχή ιδιαίτερου κάλλους και το όνομά του άρχισε να κυκλοφορεί και να ακούγεται πιο πέρα από τις συζητήσεις των χωριανών.

Ο Κρικελοπόταμος, ο μεγάλος ποταμός της νότιας Ευρυτανίας από τη στιγμή που γεννήθηκε διαρκώς παλεύει με τις πέτρινα θεμέλια της αέρινης Καλιακούδας, του βουνού που στεφανώνει με τον όγκο της όλη την περιοχή και η οποία σήμερα αναφέρεται ως Δήμος Δομνίστας. Ο ποταμός πήρε το όνομα από το χωριό Κρίκελο, στην περιφέρεια του οποίου πηγάζει και τα έργα του δείχνουν πως κάποτε έσκισε στην κυριολεξία τα βουνά για να συναντήσει τον μεγάλο αδερφό του, τον Αχελώο και αγκαλιά να καταλήξουν στη θάλασσα του Ιονίου. Τα σημάδια στα πετρώματα και στην επιφάνεια των βράχων δίπλα και μέσα στην κοίτη του, τούτο μαρτυρούν. Με υπομονή ο ποταμός, εργάστηκε πολλά χρόνια για το σκοπό του και ανάμεσα στα έργα του κορυφαίο και μοναδικό μπορεί να θεωρηθεί το Πανταβρέχει!

Τα νερά κοντοστέκονται στην κορυφή του βράχου πριν αφεθούν να πέσουν σαν λαμπερή βροχή πάνω στα δέντρα που διάλεξαν να ζήσουν πάνω από τον ποταμό. 

Τι είναι όμως το Πανταβρέχει;  Θα ήταν αρκετά πεζό να το περιγράψουμε ως ένα σημείο που ο ποταμός στενεύει τόσο πολύ που με απλωμένα τα χέρια ο επισκέπτης μπορεί να αγγίξει τους βράχους που περιορίζουν και ορίζουν την κοίτη του. Θα ήταν επίσης πιο πεζό να πούμε πως είναι ένα σημείο στην κοίτη του ποταμού που πάντα βρέχει! Κι όμως, κάπως έτσι και από αυτό το σπάνιο φαινόμενο πήρε το όνομα της η περιοχή. Πάντα βρέχει στο σημείο που ανάμεσα στα χωριά Δολιανά και Κοντίβα από τη μια μεριά και Ρωσκά από την άλλη ο Κρικελοπόταμος ακόμα προσπαθεί να υποτάξει τα βράχια και να πλατύνει το πέρασμά του. Εκεί σε ένα καταιγισμό νερών που ασταμάτητα βγαίνουν από αναρίθμητες τρύπες και σχισμές μέσα από τα πετρώματα της Καλιακούδας, ο στενόμακρος ουρανός του ποταμού πάντα βρέχει. Έτσι βάφτισαν κάποτε το απλό τούτο φαινόμενο οι κάτοικοι της περιοχής και έτσι έμεινε. Τούτο μάλιστα μέχρι πριν από λίγα χρόνια, πριν αρχίσει να γίνεται γνωστό ως ένας ιδιαίτερος τόπος, περισσότερα προβλήματα δημιουργούσε στους ανθρώπους παρά χαρά προσέφερε. Ήταν τότε που το φαράγγι του Κρικελοπόταμου κατά τους θερινούς κυρίως μήνες λειτουργούσε και ως δρόμος. Απ’ εκεί διάβαιναν οι κάτοικοι όλων των χωριών της λεκάνης του ποταμού για να πάνε στο πλησιέστερο «αστικό» κέντρο το Μεγάλο Χωριό και βεβαίως στην Παναγιά της Ρούμελης, στον Προυσό. Σώζονταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια το μονοπάτι που είχαν χτίσει στους κάθετους βράχους τα γυμνά πόδια των προσκυνητών. Τούτο έσβησε, όχι τόσο από την επιστροφή της φύσης, όσο από την απουσία του ιδρώτα που άφηναν πίσω τους τα πέλματα των απλών ανθρώπων που κουβάλαγαν ένα μπουκαλάκι λάδι στην τσέπη και κράταγαν ένα κερί από το οικόσιτο μελίσσι στα χέρια τους, δώρο ακριβό και ανεπανάληπτο προς την Παναγιά.

Τα νερά έρχονται από τον ουρανό και προκαλούν τα παιδιά να τα σηκώσουν 
στις πλάτες τους, να δοκιμάσουν τη δύναμή τους πάνω στο κεφάλι τους.   

Έτσι ήξεραν το Πανταβρέχει οι χωριάτες του τόπου. Ως ένα σημείο, όπου τα νερά της Καλιακούδας, μέσα από δαιδαλώδεις υπόγειους δρόμους έβγαιναν στο φως και έπεφταν με ορμή στην κοίτη του ποταμού. Σαν να ήθελε η Καλλιακούδα να ενισχύσει τον όγκο των νερών του Κρικεοπόταμου, σαν να τον καλόπιανε με το πιο ακριβό νερό της, κατακάθαρο από τις φλέβες της βγαλμένο, σαν αγίασμα να τον ραίνει στο πέρασμά του, για να’ ναι κι αυτός καλός μαζί της, να μην την ταρακουνάει συνεχώς. Δεν τον ήθελε το βουνό να ορμά με όλη τη δύναμή του πάνω στα θεμέλιά του, να κουνάει όλο το σύμπαν στο πέρασμά του, να βρυχάται και να αφρίζει στα πόδια του, είχε πολύ διαφορετικές έγνοιες από τον θορυβώδη συγγενή της ποταμό. Είχε να φροντίσει τα χωριά που κουρνιάζουν στις πλαγιές της, τα Ψιανά, τα Δολιανά, την Κοντίβα και αυτά που είναι καταντίκρι της, τη Ρωσκά, την Καστανούλα, τον Άγιο Χαράλαμπο, τον Πρόδρομο. Λίγοι άνθρωποι, στο ακραίο της ενδοχώρας σημείο ζούσαν ολοχρονίς εκεί και η ζωή τους εξαρτιόταν άμεσα και καίρια από τις ιδιοτροπίες του ποταμού και βεβαίως από τον καιρό της Καλιακούδας. Και ο ποταμός, αλλά πολύ περισσότερο το βουνό, ήθελε να ζει μαζί με τους ανθρώπους.

Είναι ένα θαύμα που μπορείς να το αγγίξεις, να το πιάσεις και να σταθείς δίπλα του ο μεγάλος καταρράκτης που φωτίζει με τη λάμψη του όλο το Πανταβρέχει.

Η Καλιακούδα για να τον καλοπιάνει, τον ράντιζε συνεχώς με το πιο γλυκό νερό της και τον στεφάνωνε με άπειρα ουράνια τόξα. Τις ώρες που ζυγίζεται ο ήλιος πάνω από τη χαρακιά του Πανταβρέχει, απ’ όποια πλευρά και να κοιτάξεις τα νερά που κυλάνε και ξεφυτρώνουν από τα βράχια, το Πανταβρέχει πλημμυρίζει από χιλιάδες χρώματα. Εκεί νομίζεις πως το νερό διασπάται στα πιο μικρά του κομμάτια και γίνεται σκόνη γεμάτη χρώματα. Όλα τα χρώματα του ουρανίου τόξου παιχνιδίζουν στον αέρα, βάφουν το νερό, κυλάνε όλα μαζί στο ρου του ποταμού, τρέχουν μαζί του προς τον Αχελώο.

Τα νερά κοντοστέκονται στην κορυφή του βράχου πριν αφεθούν να πέσουν σαν λαμπερή βροχή πάνω στα δέντρα που διάλεξαν να ζήσουν πάνω από τον ποταμό.

Η μουσική των νερών πνίγει όλους τους άλλους θορύβους, σταματάει το χρόνο γίνεται μια απαστράπτουσα κουρτίνα από ρέοντες χρωματιστούς κρυστάλλους. Μια κουρτίνα που θαρρείς θέλει να κρύψει πίσω της τη γυμνή σάρκα του βουνού, τα κρυφά σημεία της Καλλιακούδας και μάλλον έτσι είναι. Πίσω από την κουρτίνα που μάταια προσπαθούν και ποτέ δεν κατέφεραν να παραβιάσουν οι ακτίνες του ήλιου είναι το σημείο εκείνο που ανθρώπινο μάτι δεν έχει δει, όλα εκεί πίσω είναι σαν την πρώτη ημέρα της δημιουργίας. Γυμνός βράχος είναι τα θεμέλια της Καλλιακούδας, γυμνός καθώς η ορμή των νερών δεν αφήνει κανένα φυτό να ριζώσει εκεί, καμιά ορατή ζωντανή ψυχή δεν υπάρχει εκεί πίσω. Ενδεχομένως, κάποια ζωντανά του ποταμού να βρίσκουν πρόχειρο καταφύγιο πίσω από την κουρτίνα του νερού, ποτέ όμως δεν μένουν μόνιμα εκεί. Το ίδιο το βουνό δεν τα αφήνει να μπουν στα σωθικά του. Αντιθέτως, έξω από το σημείο που κατακλύζεται διαρκώς από τα νερά, στην επιφάνεια των βράχων πυκνές αποικίες από βρύα και λειχήνες που αρέσκονται να ζουν στην υγρασία, ακόμη και στη δίνη του νερού τα καταφέρνουν έχουν εγκατασταθεί και μάλλον καλά περνάνε. Στα φύλλα τους στραγγίζει το νερό και σε πολλά σημεία μοιάζει σαν να βγαίνει από το κορμί τους. Όσον αφορά τα μεγάλα δέντρα, ο ποταμός δεν τα αφήνει να έχουν πολλές οικειότητες μαζί του, καθώς σαρώνει διαρκώς τις πέτρες, κανένα δεν τολμά να ριζώσει στην κοίτη του. Με τις πρώτες χειμωνιάτικες κατεβασιές, τα ξεκολλάει από τη γη, τα αρπάζει και τα παίρνει μαζί του. Μόνο σε κάποια σημεία που δεν φθάνουν τα νερά του έχουν προκόψει μερικά πλατάνια, κάποιες ιτιές και λυγαριές. Από πάνω του όμως, στους απόκρημνους βράχους που περιορίζουν την κοίτη του, σε κάθε σχισμή της πέτρας, ριζωμένα ακροβατούν πουρνάρια, μέλεγοι και φιλίκια. Σε απόσταση ασφαλείας από την ορμή των νερών, θριαμβεύουν και κρατάνε όλο τον ήλιο για τον εαυτό τους.


Ο ποταμός αλέθει με την ορμή του κάθε χειμώνα όλη την κοίτη του που είναι στρωμένη με μεγάλα λιθάρια, πέτρες, ψιλή άμμο. Περνάει αφρισμένος ανάμεσα στις πέτρες, τις περιζώνει, προσπαθεί να τις παρασύρει στο διάβα του. Ανθίστανται οι μεγάλες πέτρες, τον αποκρούουν, τον στρέφουν και τον οδηγούν στον απέναντι βράχο να σκάψει με τη στροφή του ένα ακόμα βιρό. Στους πολυάριθμους βιρούς του (βιρός είναι το σημείο όπου το ρεύμα του ποταμού στρέφεται κατευθείαν πάνω στο βράχο ο οποίος υποχρεώνει τα νερά σε μια κυκλική κίνηση και οι δίνες  τους σκάβουν την κοίτη) ο ποταμός έχει βάθος, πολλές φορές και πάνω από δυο μέτρα.

Η εφηβεία ελευθερώνει τα παιδιά από τους φόβους που διατρέχουν τους μεγάλους και η τόλμη γίνεται αμέσως παιχνίδι χαράς μέσα στα διάφανα νερά. 

Σε αυτούς τους βιρούς η παρέα με τα αγόρια από τη Δομνίστα που έτυχε εκείνη την ημέρα να επισκέπτονται το Πανταβρέχει, άρχισαν να αγωνίζονται στις βουτιές και να παίζουν με τα νερά. Ποιος άλλος από τα παιδιά θα είχε το κουράγιο και την ανεμελιά να παίξει και να λουσθεί στα νερά του Πανταβρέχει; Η διάθεσή τους ήταν εξαιρετική, αλλά η δύναμη των νερών δεν τα άφηνε για πολλή ώρα κάτω από το νερό. Η πλάτη τους και τα κεφάλια τους δεν άντεχαν για πολύ, έβγαιναν κοκκινισμένα σαν να είχαν κυλιστεί σε χωράφι με τσουκνίδες. Ήταν όμως μια εμπειρία μοναδική την οποία θα ήθελαν να μοιραστούν με δεκάδες άλλα παιδιά απ’ όλη την Ελλάδα, απ’ όλο τον κόσμο. Το Πανταβρέχει μπορεί να ήταν ένα εχθρικό για τους προγόνους τους μέρος, γι’ αυτά όμως αποτελεί ένα εξαιρετικό σημείο αναφοράς για τον τόπο τους και για τούτο καμαρώνουν.

Η εφηβεία ελευθερώνει τα παιδιά από τους φόβους που διατρέχουν τους μεγάλους και η τόλμη γίνεται αμέσως παιχνίδι χαράς μέσα στα διάφανα νερά. 

Το Πανταβρέχει στο σύνολό του δεν είναι ένας απλό διάλογο της φύσης με τον ίδιο τον εαυτό της αλλά αποτελεί ένα μοναδικό σύμπαν, εξωτικό και τόσο οικείο συνάμα, απόμακρο και ταυτόχρονα φιλικό. Ασφαλώς και προκαλεί δέος, παράλληλα όμως είναι και εξαιρετικός χώρος για παιχνίδι και επαφής με την αρχέγονη φύση καθώς μέχρι στιγμής, καμιά ανθρώπινη δραστηριότητα εκτός από το περπάτημα δεν έχει παρατηρηθεί σε όλο το μήκος και το πλάτος του. Ανάλογοι τόποι σαν το Πανταβρέχει, σαφώς και υπάρχουν σε όλο τον κόσμο αλλά σε ελάχιστα του μοιάζουν. Τα νερά του δεν είναι σαν τους ισχυρούς καταρράκτες άλλων τεράστιων ποταμών μακρινών χωρών. Επιβλητικό στα μέτρα του, δεν τρομάζει τον άνθρωπο, προκαλεί τους τολμηρούς αλλά δεν αποδιώχνει κανένα. Οι πάντες, φυσικά η εκτίμηση των δυνάμεων καθενός ποικίλλει, μπορούν να το διαβούν και να βραχούν στο Πανταβρέχει. Σε όσους επιχειρήσουν να διαβούν τα 600 μέτρα του συνιστάται να φορούν αν όχι ειδικά παπούτσια, κάποια παπούτσια που να μην γλιστράνε γιατί συνεχώς θα υποχρεώνονται να βαδίσουν μέσα στην κοίτη του ποταμού και πολλές φορές να αναγκασθούν να φθάσουν μέχρι τη μέση στο νερό, ανάλογα με το ύψος καθενός. Ακόμη συνιστάται να έχουν μαζί τους αδιάβροχα ή ομπρέλα. Συνιστάται ακόμη να έχουν σε κάποια αδιάβροχη σακούλα στεγνά ρούχα για το τέλος της επίσκεψης. Συνιστάται ακόμα και η ανάβαση μέχρι την περίφημη γέφυρα των Δολιανών με τα συρματόσχοινα που φτιάχτηκε το 1978. Από τη ράχη της γέφυρας που βρίσκεται στην αρχή της διαδρομής μπορεί να δει κάποιος από ψηλά ένα τμήμα από το φαράγγι και τον ποταμό. 

Η γέφυρα των Δολιανών, ένα μεγάλο έργο μιας άλλης εποχής που γεφύρωσε τις δυο όχθες του ποταμού στην αρχή του φαραγγιού που οδηγεί στο Πανταβρέχει.

Στο Πανταβέχει φθάνει κανείς είτε από τη διαδρομή Ράχες Τυμφρηστού -από τη διασταύρωση της παλιάς εκτός σήραγγας διαδρομή-, Κρίκελο, Δομνίστα η οποία είναι άσφαλτος και από εκεί και πέρα Σκοπιά, Άγιος Χαράλαμπος, Καστανούλα, Ρωσκά σε πατημένο χωματόδρομο. Ο συνολικής διαδρομής 50 χιλιομέτρων δρόμος μετά από 3 χιλιόμετρα συναντά τον Κρικελοπόταμο, περνάει μέσα από την κοίτη του και φθάνει στο ερημωμένο χωριό Δολιανά. Η διάβαση του ποταμού δεν συνιστάται για κανένα σχεδόν αυτοκίνητο, εκτός από κάποια μεγάλου κυβισμού και ειδικών προδιαγραφών. Η άλλη διαδρομή είναι από το μεγάλο Χωριό, αυχένας Καλιακούδας, Δολιανά, Κρικελοπόταμος, μια ιδιαίτερα δύσκολη διαδρομή όλο χώμα σε μεγάλα ύψη. Και από τις δύο διαδρομές, οι επισκέπτες, εκτός από αυτούς που κινούνται με ειδικά αυτοκίνητα, θα υποχρεωθούν λόγω του Κρικελοπόταμου να επιστρέψουν στο σημείο από όπου ξεκίνησαν.

Πρόκληση για κολύμπι, ο μεγάλος βιρός και ο Δημήτρης Παπαδιάς δεν έχασε την ευκαιρία.

Η ενδεικνυόμενη μέσω Κρικέλου διαδρομή προσφέρει επίσης τη γνωριμία με όλη την κοιλάδα και την πορεία του Κρικελοπόταμου μέχρι το Πανταβρέχει. Ο επισκέπτης πρέπει να υπολογίζει ότι θα χρειαστεί μισή ημέρα για να την γνωρίσει. Οι πλέον κατάλληλες ώρες επίσκεψης είναι γύρω στο μεσημέρι, όταν ο ήλιος θα ζυγίζεται ακριβώς πάνω από το Πανταβρέχει και θα φωτίζει και τις δυο πλευρές του φαραγγιού. Εξαιρετική είναι επίσης η διαδρομή μέσα από την κοίτη του ποταμού, με σημείο εκκίνησης τη μεγάλη γέφυρα ανάμεσα στα χωριά Κρίκελο και Δομνίστα, πέρασμα από τη γέφυρα του Βράχα και το ωραίο φαράγγι των Ψιανών μέχρι το Πανταβρέχει. Από εδώ πάλι, εξαιρετική είναι αλλά απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες και η διαδρομή μέχρι τα Διπόταμα, σημείο όπου ο Κρικελοπόταμος συναναντά τον Καρπενησιώτη ποταμό. Εξυπακούεται ότι η επίσκεψη στον Κρικελοπόταμο και το Πανταβρέχει μπορεί να γίνει κατά από τους μήνες Ιούλιο μέχρι σχεδόν το Δεκέμβριο. Τους υπόλοιπους μήνες είναι αδύνατον γιατί τα νερά πλημμυρίζουν ολόκληρη την κοίτη και ο ποταμός γίνεται ιδιαίτερα επικίνδυνος. Στους επισκέπτες συνιστάται επίσης η προσοχή στον καιρό της ημέρας που θα φθάσουν εκεί, ειδικά όταν προβλέπονται καταιγίδες. Δεν καταλαβαίνεις τη βροχή παρά μόνο σαν σκοτεινιάσει στο φαράγγι. Τότε πρέπει να φύγεις βιαστικά – βιαστικά γιατί σαν κατεβάσει ο ποταμός δύσκολα τα βγάζεις πέρα.

Το νερό καθώς πέφτει από ψηλά και σταλάζει από τα βρύα και τους λειχήνες, γίνεται λαμπερή σκόνη που πλημμυρίζει το Πανταβρέχει με όλα τα χρώματα της ίριδας

Γενικά το πρόβλημα της επίσκεψης στο Πανταβρέχει είναι η επιστροφή. Όποιος επιχειρήσει μια τέτοια κάθοδο πρέπει να προβλέψει το πώς θα επιστρέψει. Αν πάει με οργανωμένη ομάδα, δεν υπάρχει πρόβλημα. Αν το αποφασίσει μόνος ή με κάποιο φίλο, τότε πρέπει να αναζητήσει κάποιον ντόπιο να τους συνοδεύσει και να τους περιμένει με αυτοκίνητο για την επιστροφή. Ο επισκέπτης επίσης πρέπει να γνωρίζει ότι στο Πανταβρέχει αλλά και σε άλλα σημεία της διαδρομής μέσα στον Κρικελοπόταμο δεν πιάνουν τα κινητά τηλέφωνα. Ακόμη ότι για άνεση χρόνου αλλά και για καλύτερη γνωριμία με την περιοχή, προσφέρονται οι ξενώνες στο Κρίκελο, τη Δομνίστα αλλά και πιο κοντά στο Πανταβρέχει, στη γραφική Καστανούλα.

Τελευταία αρκετοί τουριστικοί οδηγοί έχουν εντάξει στις σελίδες του το Πανταβρέχει, πολλοί είναι αυτοί που το έχουν επισκεφθεί, το λένε με ικανοποίηση στους κύκλους τους. Το Πανταβρέχει γίνεται μόδα, απαραίτητο συμπλήρωμα στην διαφημιστική προβολή της Ευρυτανίας, διαρκής στόχος για τους λάτρεις των υπαίθριων δραστηριοτήτων αλλά και αυτών που προτιμούν τα δύσκολα σπορ. Σιγά – σιγά το Πανταβρέχει εξελίσσεται ως το σήμα κατατεθέν όλου του Κρικελοποτάμου, του Δήμου Δομνίστας, όλης της Ευρυτανίας που αχόρταγα ζει το αποκυρύφωμα του τουριστικού της ονείρου και της αυταπάτης που αυτό δημιουργεί.

ΥΓ. Το κείμενο και οι περισσότερες φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στο Γεωτρόπιο της αείμνηστης Ελευθεροτυπίας τον Σεπτέμβριο του 2003 και παραμένει πάντα ωραίο.

ΑΘΗΝΑ. 09082017