Google+ Badge

Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΣΤΗΝ ΠΑΤΡΩΑ ΓΗ…


Μια φορά το χρόνο συμβαίνει να έχουμε επέτειο γενεθλίων και ο καθένας τη γιορτάζει με τον τρόπο του και προπαντός με τη διάθεση που έχει εκείνη τη στιγμή και η οποία, βεβαίως και εξαρτάται από τον αριθμό των χρόνων που αμείλικτα αθροίζονται στην πλάτη του και οπωσδήποτε επηρεάζεται από την αυτοκριτική, που λόγω της ημέρας συνηθίζεται να κάνει και την ειλικρινή αποτίμηση των πεπραγμένων.

Ο αριθμός των χρόνων φυσικά και δεν έχει σημασία στις πρώτες δεκαετίες της ζωής κάθε ανθρώπου και από πολλούς μάλιστα παρατηρείται και κάποια βιασύνη η οποία έχει να κάνει με την επαγγελματική και οικογενειακή αποκατάσταση. Από τη μέση ηλικία όμως και κατόπιν, τα πράγματα αλλάζουν και όλοι αποδέχονται πλέον πως η ζωή τρέχει πολύ πιο γρήγορα και τούτο απλά σημαίνει πως το τέλος της προσωπικής διαδρομής μας στον πάνω κόσμο πλησιάζει.

Πάνω κάτω έτσι κι εγώ αισθάνομαι σήμερα καθώς η ζυγαριά της ηλικίας που με το χρόνο που μας πέρασε βαραίνει ακόμα περισσότερο προς την πλευρά του απογεύματος στη ζωή. Γι’ αυτό και διάλεξα να ξημερώσω σήμερα το πρωί μαζί με τους γονείς μου στην πατρώα γη, να ξαναδώ το φως της σημερινής χειμωνιάτικης ανατολής από τον τόπο που γεννήθηκα και να είμαι σε τούτη τη νέα αφετηρία κοντά στα πράγματα που μεγάλωσα και ανδρώθηκα.

Από τότε μέχρι σήμερα έχει περάσει παραπάνω από μισός αιώνας και όλα τα πράγματα βεβαίως και άλλαξαν πολύ, αλλά το φως της ανατολής, η μυρωδιά του χώματος, η πνοή του δάσους, ο αέρας του βουνού, η νύχτα και οι φωνές της καθώς και ένα σωρό άλλα στοιχεία που έχουν να κάνουν κυρίως με τη φύση και τις εκδηλώσεις της παραμένουν ακριβώς τα ίδια και πιστεύω πως όπως τα πρωτογνώρισα έτσι θα μείνουν για πάντα.

Η βασική αλλαγή που σημειώθηκε μέσα σε μισό αιώνα στο χωριό μου, τη Μεγάλη Κάψη Φθιώτιδας είναι ότι σ’ αυτό κατοικούν πλέον ελάχιστοι άνθρωποι και τους λόγους όλοι φαντάζομαι πως τους καταλαβαίνεται και ισχύουν για κάθε γωνιά της ελληνικής γης. Κάθισα χθες και μέτρησα τους ανθρώπους που γνώρισα εν ζωή όταν πήγα στην πρώτη του Δημοτικού σχολείου και ξεπερνούσαν τους 300 ενώ σήμερα είναι πολύ λιγότεροι από 30!!!

Όταν πήγα στην πρώτη τάξη, το 1964, σε όλες τις τάξεις ήταν 47 παιδιά ενώ σήμερα μετράει τριάντα σχεδόν χρόνια που έκλεισε και το κτίριο, ένα εξαίρετο δείγμα των περίφημων σχολείων «Συγγρού» λεγομένων που χτίστηκαν στις αρχές του 20 αιώνα και το οποίο γλίτωσε από τη φωτιά των Γερμανών κατακτητών στις 15/08/ 1944, στέκει ακόμα όρθιο χάρη στη σωστική παρέμβαση που έκανε την τελευταία στιγμή η δημοτική αρχή.

Η παρέμβαση δεν έγινε βέβαια με την προοπτική ότι κάποια ημέρα θα ξανακουστούν φωνές μαθητών στην αυλή του και στην αίθουσά του ένας δάσκαλος θα ξεκινήσει πάλι να διδάσκει αλλά περισσότερο από συμπόνια προς το μνημείο και φυσικά για το κέρδος του τοπικού εργολάβου που ανέλαβε το έργο το οποίο μπορώ να χαρακτηρίσω πολύ πρόχειρο έως άθλιο. Ως εκεί ήταν το ενδιαφέρον για το σχολείο και το κτίριο αφού κλειδώθηκε παραδόθηκε σε ένα νέο κύκλο φθοράς που τούτη τη φορά ως δείχνει θα το αποτελειώσει.

Από τα σκαλιά του άρχισα να μετράω τα πρώτα βήματα της ζωής και σιγά – σιγά έφτασα ως το σήμερα και με το χέρι στην καρδιά μπορώ να σας πω πως δεν νομίζω πως θα μπορούσε να είχα καλύτερη αφετηρία κι απ’ εκεί σχεδίασα σήμερα πορεία ζωής για τα επόμενα χρόνια και πιστεύω πως πήρα την ευλογία όλων των αγαθών στοιχείων του τόπου μου.