Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2019

ΜΙΑ ΟΑΣΗ ΣΤΟ ΒΥΘΟ ΤΟΥ ΦΩΤΑΓΩΓΟΥ




Τα  μπαλκόνια στα διαμερίσματα και οι βεράντες στα ρετιρέ αποτελούν για την Αθήνα την προέκταση του νοικοκυριού και φυσικά φανερώνουν και την προσωπικότητα του ιδιοκτήτη ή του νοικάρη η οποία μπορεί να είναι παράδειγμα προς μίμηση αλλά πολλές φορές δημιουργούν κι ένα αίσθημα απώθησης. Έτσι χαιρόμαστε όταν βλέπουμε φροντισμένα μπαλκόνια γεμάτα λουλούδια αλλά τραβάμε το βλέμμα μας μακριά όταν βλέπουμε αυτά να είναι γεμάτα άχρηστα και παλιά αντικείμενα και να παίζουν το ρόλο της αποθήκης.


Ως κομμάτι του σπιτιού το μπαλκόνι τα παλιότερα χρόνια που η τηλεόραση δεν είχε μπει σε κάθε στη ζωή μας αποτελούσε ένα σημείο που οι νοικοκυραίοι έβγαιναν τα απογεύματα του καλοκαιριού και δροσίζονταν διαβάζοντας εφημερίδες, περιοδικά ή βιβλία ενώ αποτελούσε και αφορμή για επισκέψεις φίλων οι οποίες κρατούσαν μέχρι αργά το βράδυ και πολλές φορές σταματούσαν από τις διαμαρτυρίες των γειτόνων που ενοχλούνταν από τις συζητήσεις και δεν μπορούσαν να κοιμηθούν. Η γιγάντωση της πόλης, η αύξηση της κυκλοφορίας, η ρύπανση καθώς και άλλες εξελίξεις στην ψυχαγωγία και την ενημέρωση έβγαλαν τα μπαλκόνια από την προσοχή ενώ τα συστήματα κλιματισμού που μπήκαν σε κάθε σπίτι και θέλουν σφραγισμένα τα πορτοπαράθυρα τους έδωσαν την χαριστική βολή και σπάνια πια βλέπουμε κόσμο να κάθεται σε αυτά να απολαύσει μια στιγμή της ημέρας.

 Εκείνο δε που τα χαρακτήριζε και τα ανέβαζε ψηλότερα απ’ όπου κρέμονταν τα μπαλκόνια στην εκτίμηση των γειτόνων και των περαστικών στη γειτονιά, ήταν τα λουλούδια και τα φυτά που γέμιζαν τις γλάστρες και πολλές φορές φαίνονταν σαν οάσεις που αιωρούνταν πάνω από το κενό του δρόμου. Όλοι σήκωναν το κεφάλι να δούνε αυτά τα μπαλκόνια και φυσικά αναρωτιόνταν πόσο χρόνο διαθέτει αυτός ή αυτή που τα περιποιείται. Δεν είναι και λίγο πράγμα να ποτίζει κάθε μέρα σχεδόν γιατί η εξάτμιση του νερού στις γλάστρες σε ένα μπαλκόνι που είναι σε ψηλό όροφο είναι πιο εύκολη απ’ όταν αυτές βρίσκονται στο έδαφος και να φροντίζει συνέχεια τα φυτά και τα λουλούδια που ταλαιπωρεί ο αέρας. Χώρια δε που για να ανέβει τόσο χώμα εκεί ψηλά θέλει και κόπο και χρήμα. Τα ίδια επαινετικά σχόλια άκουγαν και διάφορα μικρότερα μπαλκόνια που φιλοξενούσαν που διέθεταν λίγα αλλά προσεγμένα φυτά  αλλά έδειχναν πως αν ο νοικοκύρης είχε περισσότερο χώρο θα έφτιαχνε κι αυτός τον δικό του κρεμαστό κήπο στην πολυκατοικία που μένει.

Φυσικά όσα γράφτηκαν μέχρι αυτή την αράδα αφορούν τα μπαλκόνια στο κέντρο της πόλης που τα περισσότερα χρησιμοποιούνται για αποθήκες ή να απλώνουν τις μπουγάδες τους οι ένοικοι απ’ όλο τον κόσμο γιατί από τους παλιούς νοικοκυραίους ελάχιστοι πλέον έχουν μείνει που κατοικούν στα πατρικά τους. Στα προάστια, όπως και να έχει είναι περισσότερα τα πράσινα μπαλκόνια καθώς και το πράσινο στους δρόμους και τις πλατείες.

Στο κέντρο της πόλης όμως είναι που μπορούμε να δούμε και εξαιρέσεις, από ανθρώπους που μπορεί το σπίτι όπου ζουν να μην διαθέτει μπαλκόνι ή να είναι στο υπόγειο που δεν το βλέπει καθόλου ο ήλιος, όπως κάποια μικρά διαμερίσματα που νοίκιαζαν κάποτε σε φοιτητές ή εργάτες στα Εξάρχεια, αλλά προσπαθούν με κάθε τρόπο να ζωντανέψουν τον ακάλυπτο που είναι η αυλή τους με φυτά τα οποία χωρίς να έχουν πολλές απαιτήσεις σε φως  προσφέρουν την πρασινάδα τους και δίνουν την αίσθηση μιας όασης στο βυθό του φωταγωγού.  

ΑΘΗΝΑ, 18072019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 35.

Τρίτη, 16 Ιουλίου 2019

ΣΚΗΝΙΚΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ




Κανονικά το καλοκαίρι για τους περισσότερους ανθρώπους άρχιζε με το κλείσιμο των σχολείων και την έξοδο των συνταξιούχων στα χωριά για να ανοίξουν τα εξοχικά  όπου θα περάσουν δυο τρεις μήνες μακριά από την πόλη με παρέα τα εγγόνια και αναπολώντας με τους συνομήλικούς τους τα χρόνια που ήταν ο τόπος τους γεμάτος ανθρώπους. Για άλλους το καλοκαίρι αρχίζει με την πρώτη ημέρα της άδειας από τη δουλειά –όσοι έχουν εννοείται και φυσικά δικαιούνται λίγες μέρες γιατί άλλαξαν πολλά τα τελευταία χρόνια σε αυτό το μέτωπο της κοινωνίας– και τελειώνει ανάλογα με το πορτοφόλι που διαθέτει ο καθένας.

Ήταν πάντα το καλοκαίρι μια εποχή που όλοι ονειρεύονται να απολαύσουν, όπως μπορεί ο καθένας και προς αυτού γίνονται σχέδια όλο το χρόνο. Απ’ όσους βέβαια έχουν αυτή την πολυτέλεια γιατί από εκεί που το καλοκαίρι ήταν μια εποχή ανεμελιάς που μπορούσαν να τη ζήσουν όλοι χωρίς εξαιρέσεις έγινε η ακριβότερη του χρόνου. Τα μεταφορικά, τα ενοίκια, η διατροφή και η ψυχαγωγία που πάντα στην περίπτωση ήταν ακριβά, έχουν γίνει πλέον απλησίαστα για  μεγάλο μέρος της κοινωνίας η οποία τα τελευταία χρόνια  μέσα από ένα πλήθος εξελίξεων θεωρεί τις διακοπές αναπόσπαστο κομμάτι του ετήσιου κύκλου της ζωής.

Από την άλλη μεριά ένα πλήθος επαγγελματιών προετοιμάζονται όλο το χρόνο, σε ολόκληρη τη χώρα και ιδιαίτερα στα νησιά και τις παραθαλάσσιες περιοχές έτσι ώστε να είναι έτοιμοι να ανταποκριθούν στην επιθυμία ντόπιων και αλλοδαπών για διακοπές. Προσδοκώντας δε πάντα στο μεγαλύτερο κέρδος που μπορούν να αποκομίσουν μέσα στο δίμηνο που κρατάει πια η περίοδος, έχουν επιβάλλει μέσω των υπηρεσιών του κράτους και των δήμων μια σειρά κανόνων που αποτρέπουν πια την απόλαυση του καλοκαιριού όπως συνέβαινε πριν από κάποιες δεκαετίες που η κατασκήνωση ήταν η πιο φθηνή λύση.

 Έτσι σε ελάχιστα πλέον σημεία της χώρας, σε απομακρυσμένα νησιά και παραλίες της ηπειρωτικής χώρας όπου δύσκολα φτάνει αυτοκίνητο ή και βαρκάκι μπορούν όσοι θέλουν να κατασκηνώσουν ελεύθερα και να περάσουν όσες ημέρες επιθυμούν δίπλα στη θάλασσα ζώντας με ότι εύρισκαν στα μποστάνια της περιοχής και το μικρό μαγαζί του χωριού. Αυτός ο τρόπος διακοπών είναι πια ξεχασμένος και παντού πλέον υπάρχει ένα μάτι που θα προκαλέσει ζήτημα αν δει κάποιους να στήνουν σκηνές οπουδήποτε καθώς ο τουρισμός που έχει εξελιχθεί σε μονοκαλλιέργεια σε κάθε περιοχή, αφορά όλους όσους εμπλέκονται με αυτόν και κάθε που δεν αποδίδει θεωρείται ανεπιθύμητο και μη αποδεκτό.

Έτσι για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο από τέτοια πράγματα πολλοί αποφασίζουν να κάνουν διακοπές στην πόλη και προς τούτο είναι ικανοί να στήσουν και σκηνικό ώστε να νιώθουν κι αυτοί καλύτερα αλλά και να κάνουν τους άλλους να ζηλεύουν για την επιλογή τους. Στην περίπτωση δε που αυτός που κάνει διακοπές στην πόλη ανήκει στη μεγάλη κατηγορία των αστέγων των οποίων ο αριθμός έχει αυξηθεί τρομακτικά τα τελευταία χρόνια, τότε η επιλογή του να στήσει ένα ονειρεμένο σκηνικό διακοπών στη γωνιά που κατοικεί αποκτά και εικαστικό ενδιαφέρον και αποτελεί και σημείο όπου οι επιτήδειοι ξεναγούν τουρίστες που θέλουν να γνωρίσουν και την άλλη πλευρά μιας πόλης που είναι εμφανή τα σημάδια μιας παρατεταμένης κρίσης σε όλες τις πλευρές της ζωής της.  

ΑΘΗΝΑ 16072019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 34.    

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2019

ΤΑ ΠΟΝΤΙΚΙΑ ΚΑΝΟΥΝ ΒΟΛΤΑ ΣΤΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ





Ότι εκεί που έχτισαν κάποτε οι άνθρωποι τις πόλεις τους ήταν, από κτήσεως κόσμου, βιότοποι  διαφόρων ζώων και φυτών είναι γνωστό και πολλές φορές, όταν μια γειτονιά ή μια συνοικία αφήνετε στην τύχη της τότε ευνόητο είναι να αρχίσει η φύση να επιστρέφει διεκδικώντας τον χώρο που της πήραν.  Έτσι βλέπουμε ότι αν και είναι καλυμμένοι από τσιμέντο το έδαφος ή από άσφαλτο οι δρόμοι, από μια ρωγμή που θα προκύψει, μπορεί να βγει ένα δέντρο ή μπορεί ακόμα και κάποιο ζωντανό να μπει να κάνει εκεί μέσα τη φωλιά του κι έτσι να ξεκινήσει ένα ταξίδι επιστροφής στην εποχή που ο πλανήτης ήταν ένα δάσος!

Φυσικά ο άνθρωπος, όταν άρχισε να υποτάσσει τη φύση και από κυνηγός να γίνεται αγρότης και κτηνοτρόφος επέλεξε και κάποια ζώα, όπως πρόβατα, κατσίκες, άλογα, πουλερικά, σκυλιά, γάτες και άλλα διάφορα τα οποία εξημέρωσε και τα υποχρέωσε να ζουν κοντά του προσφέροντας του είτε υπηρεσίες, είτε προϊόντα. Από την άλλη, μια μεγάλη ομάδα ζώων είδε πως είχε συμφέρον να ζήσει κοντά στον άνθρωπο αρπάζοντας κάτι από το νοικοκυριό του ή ενοχλώντας τον μέχρι σημείου που προκαλούν την αγανάκτησή του. Αποτέλεσμα αυτής της συμβίωσης είναι ο διαρκής πόλεμος μεταξύ ανθρώπων και αυτών των πλασμάτων ο οποίος διεξάγεται με διάφορα μέσα σε βάρος και των δύο πλευρών όταν για παράδειγμα χρησιμοποιούνται χημικά μέσα χωρίς τις σωστές προφυλάξεις. 

Στην περίπτωση αναφερόμαστε σε διάφορα έντομα, όπως μύγες, κουνούπια, κατσαρίδες τα οποία όσο και να έχει παλέψει μέχρι σήμερα ο άνθρωπος δεν κατάφερε να περιορίσει τη δράση τους και επειδή πολλές φορές αυτά επηρεάζουν και την υγεία του βρίσκεται σε διαρκή επιφυλακή και έτοιμος να αντιδράσει. Σε επιφυλακή επίσης βρίσκεται διαρκώς και για τις συνέπειες που μπορεί να έχει από την παρουσία ποντικών στην πόλη καθώς και απ’ αυτούς μπορούν να προκύψουν διάφορες ασθένειες αλλά και γιατί αποτελούν και κριτήριο ευταξίας και αισθητικής του δημόσιου χώρου. Έτσι θεωρείται ανεπίτρεπτο να κυκλοφορούν στα πεζοδρόμια του κέντρου ή να βγαίνουν από τους κάδους σκουπιδιών ποντίκια. 

Γι’ αυτό προκάλεσε έκπληξη στους περαστικούς χθες το απόγευμα μπροστά από την Εθνική Βιβλιοθήκη όταν είδαν καμιά τριανταριά ποντίκια όλων των ηλικιών που φαίνεται αποτελούν οικογένειες να βγαίνουν από μια τρύπα που ήταν δίπλα σε μια συστάδα από ψηλές δάφνες και άρχισαν να παίζουν στο γκαζόν. Έδειχναν τόσο χαρούμενα, τόσο ευτυχισμένα και παντελώς αδιάφορα για τον κόσμο που στάθηκε απορημένος για το από πού ξεφύτρωσαν αυτά και άρχισε να τα φωτογραφίζει και να στέλνει την εικόνα τους όπου ήθελε εκτιμώντας έτσι την σπάνια σκηνή . Μια κυρία η οποία όπως δήλωσε περνάει καθημερινά από εκεί είπε ότι τα βλέπει συχνά να βγαίνουν και να παίζουν στο γκαζόν.



Φαντάζομαι πως κάτι τέτοιες σκηνές, ενισχύουν την άποψη ότι μόλις αφήσουμε την πόλη χωρίς φροντίδα, θα γίνει ζούγκλα και σε μερικές δεκαετίες τα άγρια δέντρα θα την καταπιούν ενώ θα εμφανιστούν και θηρία. Μην σπέρνουμε όμως τέτοιες απαισιόδοξες σκέψεις, προς το παρόν λείπει η καθημερινή φροντίδα και η προσοχή στις λεπτομέρειες που συνθέτουν την καθημερινότητα της πόλης και επί του προκειμένου με τα ποντίκια, οι γάτες που για ένα παράξενο τρόπο έχουν εξαφανιστεί από το κέντρο της Αθήνας.

ΑΘΗΝΑ, 11072019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 37. 

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2019

ΚΙΝΕΖΙΚΑ ΚΑΠΕΛΑΚΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΗΛΙΟ




Το καπέλο ήταν πάντα και σε όλες τις εποχές ένα στοιχείο που έδινε στον άντρα που το φορούσε κάποιο ιδιαίτερο κύρος ενώ η ποιότητά του και το είδος του ήταν αυτά που του έδιναν και κοινωνική υπόσταση ενώ ο τρόπος που το φορούσε ο καθένας φανέρωνε και άλλες συνήθειές του. Έτσι αλλιώς έβλεπε κάποιος και αντιμετώπιζε έναν που φορούσε ρεμπούμπλικα, μπορσαλίνιο, καβουράκι, υμίψηλο, κασκέτο, αλλιώς σκουφί ή τζόκευ.

Στην ουσία, το καπέλο στο κεφάλι ενός άντρα ήταν αυτό που έδινε όλες τις πληροφορίες για την οικονομική του κατάσταση, τις πολιτικές του πεποιθήσεις, το γούστο του, την πνευματική και καλλιτεχνική καλλιέργειά του ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές που κάποιο καπέλο γίνονταν μόδα επειδή το φορούσε ο τάδε διάσημος ηθοποιός ή τραγουδιστής. Όπως έγινε για παράδειγμα με το καπέλο που φορούσε ο Χάμφρει Μπόγρκαρτ στην περίφημη ταινία «Καζαμπλάνκα» και φόρεσε ο Αλαίν Ντελόν στην αστυνομική ταινία του Ζακ Ντερέ «Μπορσαλίνο» που γυρίστηκε το 1974.  Φορέθηκε μετά μανίας εκείνη την εποχή αλλά γρήγορα ξεχάστηκε καθώς ξεκινούσε μια μακρά περίοδος που οι άντρες εκφράζοντας μια έντονη διάθεση αντικομφορισμού κυκλοφορούσαν ακάλυπτοι και όσοι τολμούσαν να εμφανιστούν με ένα καπέλο στο κεφάλι γίνονταν αμέσως θέμα σχολιασμού.  

Η εποχή αυτή εξαφάνισε σχεδόν τα καπέλα από τα κεφάλια των ανδρών και οι μόνοι που τα φορούσαν ήταν όσοι ανήκαν στα σώματα ασφαλείας, οι στρατιωτικοί, οι παπάδες και λίγοι συνταξιούχοι. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης ήταν να κλείσουν και πολλά από τα καταστήματα που πουλούσαν καπέλα, τα περισσότερα μάλιστα εισαγόμενα καθώς ο κλάδος της πιλοποιίας είχε σχεδόν σβήσει στην Ελλάδα. Ελάχιστα έμειναν και αυτά δεν μπορούσαν να ακολουθήσουν τις μόδες ή να φέρουν ποιοτικά ακριβά καπέλα γιατί ήξεραν πως θα έμειναν απούλητα. Έτσι βλέπαμε το χειμώνα που ξύριζε το κρύο τα κεφάλια κάποιους να φοράνε χιλιοταλαιπωρημένα καπέλα ενώ το καλοκαίρι, πάλι κάτι ψαθάκια τύπου παναμά που δεν κολάκευαν κανένα. Η πρόχειρη λύση για τον ήλιο ήταν κάτι πάνινα τζόκει από τα οποία μάλιστα τα περισσότερα ήταν δώρα από εταιρείες που ήθελαν με αυτό τον τρόπο να κυκλοφορεί η φίρμα τους σε όλη την πόλη πάνω σε ένα κεφάλι.

Τα τελευταία χρόνια όμως παρατηρείται μια άνθηση της αγοράς καπέλων στην Αθήνα κυρίως στους τουριστικούς χώρους και φυσικά στα σχετικά καταστήματα. Το γεγονός σαφώς και οφείλεται στον ήλιο που χωρίς να πάψει να είναι φίλος του ανθρώπου η υπερβολική έκθεση στις ακτίνες του δημιουργεί συνεχώς περισσότερα προβλήματα υγείας και το καπέλο είναι πια απαραίτητο στο κεφάλι όλων το καλοκαίρι. Τούτο φαίνεται πως γνωρίζουν περισσότερο οι τουρίστες, κυρίως οι Κινέζοι που πλημμυρίζουν πλέον την Αθήνα και άλλοι ασιάτες οι οποίοι είναι και οι καλύτεροι πελάτες αυτών των καταστημάτων.

Οι Κινέζοι είναι καλύτεροι και οι πιο απαιτητικοί πελάτες καπέλων στο Μοναστηράκι που κάθονται και τα δοκιμάζουν με τις ώρες μέχρι να καταλήξουν να αγοράσουν αυτό που τους αρέσει. Δείχνουν μάλιστα ιδιαίτερα ικανοποιημένοι όταν βλέπουν πως το καπέλο που αγόρασαν είναι φτιαγμένο από χέρια συμπατριωτών τους κάπου στην αχανή χώρα τους και σίγουρα αισθάνονται υπερήφανοι για την επιτυχία της πατρίδας τους να πουλάει αμέτρητα καπελάκια σε μια χώρα που ο ήλιος δεν την ξεχνά ούτε δέκα ημέρες το χρόνο! 

ΑΘΗΝΑ, 10072019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", 08072019, σελ. 34.

Πέμπτη, 4 Ιουλίου 2019

ΔΥΟ ΠΛΑΤΑΝΟΙ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΕΝΑΣ…




Κατά κανόνα, τα μεγάλα δέντρα μεγαλώνουν και πεθαίνουν καθένα μοναχό του και στο σημείο που φύτρωσαν. Λίγες φορές όμως και σε ορισμένα είδη παρατηρείται το φαινόμενο των ξενιστών, ήτοι διάφορα άλλα είδη, αναρριχητικά κυρίως που σκαρφαλώνουν σε μεγαλύτερα και ψηλότερα για να επιβιώσουν γιατί δεν μπορούν να σταθούν όρθια μόνα τους ενώ υπάρχουν και ορισμένα, παράσιτα τα λένε, που τρέφονται κιόλας από τους χυμούς ή το σώμα εκείνων που τα φιλοξενούν.



Είναι σπάνιο, κάποια δέντρα που ενώ φυτρώνουν καθένα ξεχωριστά να ενωθούν σε ένα σώμα και τούτο ασφαλώς αποτελεί θαύμα εκτός από τις περιπτώσεις των εμβολιασμών που αποτελούν μέθοδο βελτίωσης των ειδών. Ένα τέτοιο θαύμα είδα πριν από λίγες μέρες δίπλα από τον ωραίο, παλιό δρόμο που οδηγεί από το χωριό Άγιος Νικόλαος (Λάσπη) προς το Καρπενήσι. Δυο πλάτανοι με ξεχωριστές ρίζες είχαν ενωθεί και αποτέλεσαν ένα δέντρο. Πώς έγινε αυτό; Πιθανόν κάποτε που ακόμη ήταν δυο βλαστάρια κάποιος να πήγε και να τα έκανε κόμπο αλλά επειδή δεν έσπασαν τα αγγεία τους, αυτά καθώς αύξαιναν, εξελίχθηκαν ως ένας κορμός που κατόπιν έγινε ένα μεγάλο και δυνατό δέντρο το οποίο ξεχωρίζει ανάμεσα στα άλλα στο ωραίο δάσος….

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 04072016

Τετάρτη, 3 Ιουλίου 2019

ΟΙ ΦΩΛΙΕΣ ΣΤΑ ΑΜΠΕΛΙΑ ΤΟΥ ΦΩΤΗ




Εκεί που είναι το αμπέλι του Φώτη Γκατζούνη ανάμεσα στα χωριά Καλλίθηρο (Σέκλιζα) και Αμπελικό, στο τέλος του καρδιτσιώτικου κάμπου και πριν αρχίσουν να ανεβαίνουν τα Άγραφα ο τόπος πάντα προσφέρονταν για την αμπελουργία και το κρασί που βγαίνει από τα κλήματα της περιοχής είναι ονομαστό σε όλη την Καρδίτσα και πέρα απ’ αυτή ακόμη.
Τούτο οφείλεται σε πολλούς παράγοντες, τόσο της φύσης αλλά κυρίως από το μεράκι την πείρα των αμπελουργών και των οινοποιών, πράγματα που για πολλούς ντόπιους δεν αμφισβητούνται καθώς η παράδοση που μεταδίδεται από γενιά σε γενιά στηρίζει τις καινοτομίες κι έτσι τους δίνεται το προνόμιο να καμαρώνουν για το αποτέλεσμα.

Πότε έγινε το πρώτο αμπέλι στην περιοχή, κανένας δεν γνωρίζει. Ούτε φυσικά πότε και ποιος ημέρωσε το πρώτο κλήμα και το έκανε να βελτιώνεται συνεχώς μέχρι να φτάσει στις σημερινές εξαιρετικές ποικιλίες. Ένας άνθρωπος έκανε το πρώτο βήμα και σιγά – σιγά η περιοχή που ήταν κάποτε ρουμάνι έγινε αμπελότοπος. Μπορεί βέβαια τα δέντρα να έδωσαν τη θέση τους στα αμπέλια αλλά δεν έφυγαν μακριά, μένουν στις άκρες ή στριμώχνονται στο λόγγο που αβόσκητος και απάτητος σφίγγει όλο πιο πολύ το τοπίο.



Το ίδιο έγινε και με τα άγρια ζωντανά όταν ο αρχαίος άνθρωπος όρισε τον τόπο που ξεχέρσωσε ως δικό του, του έδωσε όνομα και τον έφραξε όπου μπορούσε για να έχει σίγουρη τροφή για τα δικά του.  Απομακρύνθηκαν προς το βουνό, λιγόστεψαν από τον φόβο και το κυνήγι και σπάνια πλέον πλησίαζαν τα χωράφια και τις περισσότερες φορές τους έβγαινε σε κακό. Και τα νερά από τα ρέματα και τις πηγές ακόμη μάζεψε εκείνος ο άνθρωπος να ποτίζει τα δικά του ζωντανά και να αρδεύει τα χωράφια του αδιαφορώντας αν έχουν μια σταγόνα να ξεδιψάσουν τα ζωντανά του λόγγου και τα πουλιά των αγρών. 
Και τα πουλιά στριμώχτηκαν από αυτή την κατάσταση, μπορούσαν να πετάνε όμως πάνω από τις ιδιοκτησίες και να φτιάχνουν τη φωλιά τους όπου τα βόλευε, πράγμα που συνηθίζουν να κάνουν μέχρι σήμερα, όπως φανερώνουν τα πράγματα στο αμπέλι που έφτιαξε το 2004 με διάφορες ποικιλίες ο Φώτης Γκατζούνης ο οποίος είναι και πρόεδρος του δυναμικού και δραστήριου Συλλόγου Αμπελουργών Καρδίτσας «Διόνυσος Α.Σ.». 
Έτσι δεν ένιωσε έκπληξη όταν περπατούσε στο αμπέλι πριν από καμιά δεκαριά ημέρες  και είδε στα κλαδιά ενός κλήματος μια περιποιημένη φωλιά κότσυφα με ένα αυγό. 

Κοίταξε γύρω δεν είδε τους γονείς πουθενά, από κάπου όμως κουρνιασμένοι σε κρυφό κλαρί θα τον παρακολουθούσαν. Στάθηκε λίγο, την καμάρωσε και έφυγε να προλάβει τη δουλειά και σαν ξαναπέρασε από αυτό το σημείο είδε με λύπη πως κάποιο άλλο ζωντανό που δεν είχε την δική του ευαισθησία το έσπασε και με το περιεχόμενό του έδιωξε την πείνα του. Κάποιο αρπακτικό θα ήταν, μπορεί όμως και αλεπού ή κουνάβι που αφθονούν στην περιοχή. Κοίταξε πάλι γύρω του, πουθενά οι γονείς του, κάπου θα παρακολουθούσαν κρυμμένοι το δράμα και φέτος μάλλον δεν θα κελαηδάνε χαρούμενα γύρω από το αμπέλι.



Την επομένη ημέρα που ξαναπήγε ο Φώτης για κορφολόγημα στο αμπέλι, στη ρίζα ενός άλλου κλήματος είδε μια φωλιά, ορτυκιών αυτή τη φορά με τέσσερα λαμπερά αυγά μέσα. Στάθηκε λίγο, τα χάζεψε και απομακρύνθηκε κάνοντας την ευχή να μην έχουν την τύχη των αυγών του κότσυφα και από εκείνη την ημέρα τα έχει στο νου του περιμένοντας να σκάσουν, να μεγαλώσουν τα ορτυκόπουλα που θα βγουν ενώ είναι διατεθειμένος του χρόνου να τους προσφέρει πάλι φιλοξενία αλλά για την ασφάλεια δεν μπορεί να εγγυηθεί τίποτα.  Όλα τα πλάσματα και ιδιαίτερα τα άγρια ακολουθούν τις δικούς τους κανόνες στη ζωή και κανένας δεν μπορεί να παρέμβει να τους αλλάξει προς όφελος της μιας μεριάς ή της άλλης κι ας η μάχη της επιβίωσης που δίνουν γίνεται στο δικό του χωράφι... 
  
Φωτογραφίες: Φώτης Γκατζούνης

ΑΘΗΝΑ, 03072019. Δημοκρατία - Κυνήγι, 27062019.

Τρίτη, 2 Ιουλίου 2019

ΣΤΑ ΜΠΑΛΚΟΝΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΤΕΝΤΟΚΟΥΜΠΟ




Αυτό που έζησαν προχθές τα Σεπόλια έκανε όλες τις γειτονιές της Αθήνας να ζηλέψουν και με το δίκιο τους. Γιατί, ενώ όλες είναι χτισμένες με τον ίδιο τρόπο, έχουν τους ίδιους δρόμους και που και που σε κάποιο άδειο οικοδομικό τετράγωνο υπάρχει μια παιδική χαρά, ενδεχομένως και ένα γηπεδάκι με τσιμέντο που γνωρίζουν μόνο τα νέα παιδιά ενώ οι μεγάλοι προσπαθούν να συγκινήσουν τις αρχές να του δώσουν λίγη προσοχή, στο γήπεδο του Τρίτωνα στράφηκαν τα μάτια όλου του κόσμου. Συνήθως αυτά τα γηπεδάκια έχουν στις άκρες τους φυτεμένες μπασκέτες, κληρονομιά των λαμπρών εποχών της ελληνικής καλαθοσφαίρισης που αντίθετα στην παράδοση που τέτοια πράγματα τα θέλει να ξεχνιούνται μόλις σβήνουν τα φώτα της γιορτής, αξιοποιήθηκε και απέδωσε καρπούς.

Το σημαντικότερο ήταν ότι χάρη του ενθουσιασμού που κυρίευσε τότε τη χώρα, ένα μεγάλο μέρος των παιδιών και των εφήβων ασχολήθηκε με το μπάσκετ και τον αθλητισμό γενικώς και τούτο οδήγησε στη δημιουργία και πολλών γυμναστηρίων και γηπέδων από τα οποία βγήκε μια γενιά αθλητών που διακρίθηκε και της έλαχε να ζήσει και τους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004 που θα πληρώνουμε για πολλά χρόνια ακόμη. Κληρονομιά των Ολυμπιακών Αγώνων ήταν και ένας σωρός από πανάκριβα ακίνητα και εγκαταστάσεις από τις οποίες οι περισσότερες αφέθηκαν στην τύχη τους και ρήμαξαν ή άλλαξαν τη χρήση προκειμένου να λειτουργήσουν ως καταστήματα ή χώροι θεαμάτων και διασκέδασης.

Σε ένα απ’ αυτά τα γηπεδάκια στα Σεπόλια, στο οποίο προπονούνταν και η ιστορική ομάδα του Τρίτωνα δοκίμασε να παίξει ο νιγηριανής καταγωγής Γιάννης Αντετοκούνμπο τον οποίο το ταλέντο του και η επιμονή του στο μπάσκετ τον οδήγησαν να παίζει σε μια από τις καλύτερες ομάδες του κόσμου, στην Αμερική. Ο Γιάννης ο οποίος φέτος κατέκτησε το μεγαλύτερο βραβείο στο παγκόσμιο μπάσκετ, βρέθηκε λόγω των υποχρεώσεων του σε μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες αθλητικών ειδών αυτές τις  ημέρες στην Αθήνα και χθες το απόγευμα ξαναπάτησε το γήπεδο του Τρίτωνα όπου διεξήχθησαν οι τελικοί κατηγοριών στο 3on3 που διοργανώνει μαζί με τα αδέρφια του.

Το παγκόσμιας κάλυψης από μέσα ενημέρωσης γεγονός υποδέχθηκαν με χαρά και ενθουσιασμό οι παλιοί γείτονες και οι φίλοι του Γιάννη και της οικογένειάς του στα Σεπόλια από τους οποίους οι πιο τυχεροί προμηθεύτηκαν τα απαραίτητα πιστοποιητικά για να μπουν στο γήπεδο οποίο έκανε αγνώριστο η εταιρεία των αθλητικών ειδών για να δουν από κοντά τους ήρωες της γειτονιάς τους. Οι περισσότεροι όμως επέλεξαν ένα άλλο τρόπο, που συνδυάζει την άνεση που διαθέτει ο ιδιωτικός χώρος και τη χαρά της υποδοχής φίλων στο μπαλκόνι για να δούνε όλοι μαζί ένα μεγάλο γεγονός απ’ αυτά που συνδυάζουν σελίδες από παραμύθια με την δύναμη που έχει ένας θεσμός, όπως το αμερικάνικο πρωτάθλημα μπάσκετ σε συνδυασμό με την αγορά και πρακτική των διαφημιστικών εταιρειών.



Έτσι, εκόντες άκοντες οι κάτοικοι των Σεπολίων που γέμισαν χθες το απόγευμα τα μπαλκόνια και τις ταράτσες γύρω από το γήπεδο του Τρίτωνα έγιναν μέρος της γιορτής που διοργανώθηκε για ένα μεγάλο παίχτη αλλά και της μυθολογίας που εντέχνως καλλιεργημένη αποδίδει περισσότερους πόντους και κέρδη στην παγκόσμια αγορά. Για την τοπική επίσης, σημειώθηκε ως μια καλή ημέρα για τα γύρω μαγαζιά και σε πολλούς έμεινε η εντύπωση πως μετά απ’ αυτό το γήπεδο του Τρίτωνα θα τύχει και μιας άλλης προσοχής από τον Δήμο Αθηναίων που έχει την κυριότητα αλλά και για την ομάδα που μετά από όσα ακούστηκαν γι’ αυτή, η πορεία της αποκτά πλέον περισσότερο ενδιαφέρον και δεν είναι λίγοι αυτοί στην Αθήνα που εστιάζουν την προσοχή τους πάνω της.

ΑΘΗΝΑ, 02072019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", 01072019, σελ. 34.

Κυριακή, 30 Ιουνίου 2019

ΕΝΑ ΚΑΦΕΝΕΙΟ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑΣ




Ήταν παράδοση, μόλις ανοίγει ο καιρός την άνοιξη τα καφενεία να βγάζουν και να τοποθετούν μόνιμα τραπεζάκια και καρέκλες στα πεζοδρόμια και στις πλατείες κι εκεί να εξυπηρετούν τους πελάτες τους. Το ίδιο έκαναν και οι ταβέρνες που είχαν την τύχη η πόρτα τους να ανοίγει σε κάποιο δρόμο με φαρδιά πεζοδρόμια και φυσικά να μην έχουν γείτονες με οχληρές δραστηριότητες ή άλλους που δεν θέλουν να ακούνε φασαρία τη νύχτα. 

Τα προτιμούσε ο κόσμος αυτά τα μαγαζιά καθώς στην Αθήνα, εκτός από τις λίγες ημέρες του χειμώνα που κάνει δυνατό κρύο, το άραγμα σε μια τραπεζάκι που να έχει θέα στην κίνηση του δρόμου ήταν η πεμπτουσία του καφενείου και παράλληλα, μια ενδιαφέρουσα άσκηση πάνω στην παρατήρηση των περαστικών και των γεγονότων που μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να συμβούν εκεί μπροστά τους. Τέτοια τύχη φυσικά δεν έχουν όλα τα καφενεία της πόλης. Όσα βρίσκονται στους μεγάλους δρόμους του κέντρου έχουν περισσότερες πιθανότητες από κάποια που είναι στους παραδρόμους και στα προάστια.

Τα προτιμούσε τα παλιότερα χρόνια ο κόσμος αυτά τα καφενεία, όπως κι εκείνα που είχαν μεγάλες τζαμαρίες που έβλεπαν στο δρόμο γιατί εκεί δεν πήγαινε κάποιος να απολαύσει μόνο τον καφέ του αλλά και να κόψει κίνηση και να δει πως κινείται ο κόσμος μπροστά του, να δει γνωστούς, να μάθει για τον έναν και τον άλλον στη γειτονιά ή την αγορά.

Τα περισσότερα από τα παλιά καφενεία έχουν κλείσει, καθώς άλλαξε και ο κόσμος που πήγαινε σε αυτά. Άλλαξαν και οι συνήθειες, δεν είναι πια σημεία αναφοράς για κάποια γειτονιά κι όσα λειτουργούν έχουν αλλάξει εντελώς τον χαρακτήρα τους. Οι συνταξιούχοι πάλι που ήταν και οι βασικοί θαμώνες τους μετά τις απανωτές περικοπές των συντάξεων δεν μπορούν να στηρίξουν τη λειτουργία τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τους τζογαδόρους που σε ορισμένα καφενεία ήταν οι βασικοί αιμοδότες τους. Η κρίση στην αγορά και η ανεργία περιόρισαν  δραστικά τα τυχερά παιχνίδια και οι πράσινες τσόχες μουχλιάζουν στη μοναξιά τους αφού δεν  περνάνε πια από πάνω τους ντάμες, βαλέδες και ρηγάδες.
Ένα άλλο πλήγμα στα παραδοσιακά καφενεία ήταν η λειτουργία πάμπολλων άλλων καταστημάτων που εκτός από καφέδες προσφέρουν ένα σωρό άλλα προϊόντα σε κάθε γωνιά και τρύπα της πόλης των οποίων ζωτικός χώρος είναι τα πεζοδρόμια κι έτσι έχουμε το φαινόμενο σε ένα δρόμο, ακόμα και στους πιο κεντρικούς ο πεζός να μην έχει που να περπατήσει από τα τραπεζοκαθίσματα που απλώνει ο μαγαζάτορας. Πολλές φορές μάλιστα, τα τραπεζοκαθίσματα περιφράζονται με γυάλινα υαλοπετάσματα οπότε τα πράγματα δυσκολεύουν περισσότερο την κίνηση για όλους στην πόλη.

Έτσι, ένα καφενείο που θυμίζει το λαμπρό παρελθόν τους στην Αθήνα, αποτελεί αξιοθέατο και προκαλεί όποιον περάσει από την Αθηνάς όπου βρίσκεται να κάτσει στις καρέκλες οι οποίες μαζί με τα κλασσικά στρόγγυλα τραπεζάκια του  να απολαύσει τον καφέ του και να χαζέψει την κίνηση στην Βαρβάκειο Αγορά που αναμφισβήτητα είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες στην πόλη και παρ’ όλες τις αλλαγές που έχουν συμβεί στην κοινωνία μας, διατηρεί τη δυναμική της και την ελευθερία που έχει πάντα ένας τέτοιος χώρος.  

ΑΘΗΝΑ, 30062019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", 12062019. σελ. 37.    

Σάββατο, 29 Ιουνίου 2019

ΤΑ ΑΓΡΙΜΙΑ ΑΦΑΝΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΧΕΛΩΝΕΣ



Ραντεβού στο μονοπάτι για συζήτηση...

Από τα πλάσματα που ζουν το καλοκαίρι κάτω από τις φτέρες είναι και οι χελώνες και στο  υπόστρωμα που δημιουργούν όταν ξεραίνονται κοιμούνται το χειμώνα. Κάτω από τις φτέρες βρίσκουν χλωρή τροφή και επί πλέον κρύβονται από τους εχθρούς τους.

Στα χωράφια του χωριού παλιότερα κινούνταν πολλές χελώνες. Καταλαβαίναμε από τα σπασμένα τσόφλια που είχαν κάνει τις φωλιές τους καθώς και χελωνάκια τα οποία δεν πείραζε κανένας, όπως άλλωστε και τις μεγάλες. Κατά κάποιο τρόπο ήταν ένα προστατευόμενο είδος και μάλλον αδιάφορο αφού δεν έκανε ζημιές στα μποστάνια.

Η μάνα μου, ενενήντα χρονών σήμερα και η οποία έζησε όλα τα χρόνια της στο ύπαιθρο και συνεχίζει ακόμη να περπατάει στα παρατημένα χωράφια, μεταξύ άλλων παρατήρησε ότι τα τελευταία χρόνια έχουν λιγοστέψει πολύ οι χελώνες ενώ δεν έχει δει κανένα χελωνάκι. Αντιθέτως, βλέπει όλες τις φωλιές που έκαναν στο χωράφι κατεστραμμένες και τα σπασμένα τσόφλια δείχνουν πως δεν βγήκε από αυτά κανένα ζωντανό.

Το γεγονός αποδίδει στην υπερβολική αύξηση των αλεπούδων καθώς και των κουναβιών που δεν βρίσκουν τροφή και ρημάζουν τις φωλιές από τις χελώνες. Παλιότερα, λέει, ήταν τα χωράφια γεμάτα κόσμο και παντού τριγύριζαν σκυλιά, πράγμα που τις κρατούσε σε απόσταση και φυσικά σε μικρό αριθμό. Τώρα που τίποτα δεν τις απειλεί, σαρώνουν τόπο και δεν αφήνουν τίποτα αφάγωτο. Έτσι δικαιολογεί την μείωση του αριθμού των χελωνών αλλά και των σχατζόχοιρων που έχουν την μοίρα από τις λιμασμένες αλεπούδες.
«Σε λίγα χρόνια δεν θα ακούς τίποτα στο χωράφι» λέει και στεναχωριέται γιατί οι χελώνες ήταν γι’ αυτή μια συντροφιά και το σούρσιμό τους ανάμεσα στα χόρτα και τις φτέρες, την έδιναν την εντύπωση πως δεν ήταν μόνη στις δουλειές που έκανε στο ύπαιθρο. Με τον τρόπο της η κυρά Κούλα σχολιάζει την σκληρή πραγματικότητα στην έρημη ελληνική ύπαιθρο όπου χωρίς τον άνθρωπο, το άγριο επιστρέφει όλο και πιο δυναμικά.



ΥΓ. Όταν πριν από λίγες ημέρες τις είπα πως είδα τρεις χελώνες στο χωράφι, απόρησε. Πείστηκε όταν τις είδε στις φωτογραφίες και κατάλαβε πως έκανα και μια σκηνοθεσία. Της ομολόγησα πως ναι, έβαλα το χεράκι μου να φανούν σαν μια συντροφιά. Είχα βρει πρώτα τις δυο δίπλα στο μονοπάτι και μάλλον διέκοψα τον ερωτικό τους οίστρο και άκουσα την τρίτη να περπατάει πιο πέρα. Την πήρα και την έβαλα δίπλα στις άλλες δυο με τρόπο ώστε να φαίνεται πως συζητάνε αλλά ούτε ένα κλικ δεν μου επέτρεψαν να κάνω όπως ήθελα. Φαίνεται πως θύμωσαν που τους χάλασα τη βόλτα και δεν κρατιόντουσαν να φύγουν…    

ΑΘΗΝΑ, 29062019. 

Η ΖΩΗ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΑ ΦΤΕΡΟΥΣΙΑ




Είναι θαρρείς η οργιώδης βλάστηση της φτέρης τον Ιούνιο στα ορεινά και ημιορεινά, ένας τρόπος που έχει επιννοήσει η φύση να μείνει μακριά από αδιάκριτα μάτια και κακόβουλες προθέσεις, ότι γίνεται στο έδαφος και λίγο πιο πάνω ή ακόμη και κάτω απ’ αυτό κι ακόμη, να διατηρηθεί η δροσιά λίγο καιρό περισσότερο για να έχουν να βοσκήσουν τα ζωντανά…

Κάθε χρόνος που περνάει μου προκαλεί την εντύπωση ότι οι φτέρες ψηλώνουν όλο και περισσότερο στα παρατημένα χωράφια του χωριού μου και δεν συγχωρώ τον εαυτό μου που δεν έχω μετρήσει τις περσινές και να κρατήσω σημειώσεις ώστε να κάνω συγκρίσεις με το φετινό τους ύψος. Το ίδιο λέει και η μάνα μου που γνωρίζει το χωράφι πάνω από ογδόντα χρόνια και την πιάνει η νοσταλγία για τα χρόνια που η φτέρες ήταν ελάχιστες γιατί δεν έμεινε ούτε σπιθαμή ακαλλιέργητη κι όλες της άκρες τις ξύριζαν τα ζωντανά.



Η μάνα μου όταν μιλάει για τις φτέρες δεν έχει στο μυαλό της αυτά που γράφω εγώ αλλά τις σχολιάζει με την σταδιακή μείωση λόγω της ηλικίας των δυνάμεων της και την επί του προκειμένου, επιστροφή του άγριου εκεί που κάποτε έφτιαχνε κήπους και μποστάνια. 
Έτσι πρωτοθυμάμαι κι εγώ τα χωράφια. Ξυρισμένα απ’ άκρη σε άκρη για το σανό της χρονιάς και χωρίς ούτε ένα χορταράκι όλο τον υπόλοιπο χρόνο καθώς δεν προλάβαινε κανένα να σηκώσει λίγο μπόι από την καθημερινή βοσκή των ζωντανών. Φυσικά δεν υπήρχε και καμιά περίπτωση να φυτρώσει ούτε καμιά φτέρη, ούτε και κανένα βάτο. 

Σήμερα όλα αυτά τα χωράφια του χωριού μου, τη Μεγάλη Κάψη, στις πλαγιές του Τυμφρηστού, είναι πνιγμένα στις φτέρες που μπορεί όντως να είναι ψηλότερες από άλλες χρονιές αλλά να μην ξεχνάμε, ότι αυτές δεν λιώνουν όπως τα άλλα χορτάρια και μέρος από τα λείψανά τους σωρεύεται κατά στρώματα στο έδαφος και κάθε χρόνο ανεβαίνει. Αυτό φαίνεται και όταν επιχειρήσει κάποιος να βαδίσει ανάμεσά τους. Βουλιάζει το πόδι μέχρι τον αστράγαλο και  βεβαίως πρέπει να φοράει κλειστά και όσο γίνεται πιο ψηλά παπούτσια γιατί κάτω από τις ξερές φτέρες μπορεί να κρύβονται κάποιες δυσάρεστες εκπλήξεις. 




Ειδικά αυτή την εποχή που όλα τα ερπετά βρίσκονται στη φάση της αναπαραγωγής και ψάχνονται δεν είναι καθόλου απίθανο όποιος περπατάει στα χωράφια με τις φτέρες δεν είναι απίθανο να πατήσει κάποιο φίδι και το οποίο φυσιολογικά θα αντιδράσει με ένα τσίμπημα το οποίο αν βρει γυμνό το πόδι, σίγουρα θα δημιουργήσει προβλήματα.  Γι’ αυτό το λόγο οι άνθρωποι παλιότερα που ήταν όλη τη μέρα στο ύπαιθρο πρόσεχαν πολύ που θα περπατήσουν, που θα κάτσουν και που θα ξαπλώσουν, ακόμη και τι θα έτρωγαν πρόσεχαν γιατί έλεγαν ότι κάποια φαγητά, ειδικά το γάλα τραβούσαν τα φίδια κοντά τους. 

Όπως και να είχε όμως το πράγμα, εκείνοι οι άνθρωποι είχαν άλλη σχέση με τη φύση και την αντιμετώπιζαν ως ίσος με ίσο και μέσα στον κύκλο της ζωής, όλα είχαν θέση και ρόλο.  Τα τελευταία χρόνια η ισορροπία χάθηκε, το άγριο (ως αποτέλεσμα της εγκατάλειψης της υπαίθρου και κυρίως της ημιορεινής) κερδίζει συνεχώς έδαφος και σε συνδυασμό με την απουσία της κτηνοτροφίας, όσα χωράφια δεν έχουν γίνει δάσος, θα γίνουν πολύ σύντομα και σε αυτό, ευθύνη έχει και η φτέρη η οποία κάθε χρόνο στρώνει ένα παχύ χαλί που κρατάει δροσερή τη γη και μπορούν εύκολα να αναπτυχθούν ορισμένα δέντρα υπό την προϋπόθεση ότι αυτά αγαπούν τη σκιά, όπως τα έλατα, οι καστανιές, οι δρυς.



Στο υπόστρωμα και στη σκιά της φτέρης ζουν επίσης ένα σωρό άλλα πλάσματα, μύκητες που αποδομούν ότι οργανικό βρεθεί στο βυθό αυτής της θάλασσας, άπειρα έντομα γιατί εκεί μπορούν να κρυφτούν από τους θηρευτές τους, τρωκτικά για τον ίδιο ακριβώς λόγο, μικρά θηλαστικά και βεβαίως χελώνες που εκεί βρίσκουν χλωρή τροφή. Όποιος κάτσει κοντά σε ένα φτερούσιο (έτσι λέμε τα χωράφια και τις εκτάσεις με τις φτέρες) θα διαπιστώσει και θα ξεχωρίσει ένα σωρό ήχους που βγαίνουν μέσα απ’ αυτό και τούτο κρατάει όλο σχεδόν το καλοκαίρι γιατί κανένα ζωντανό δεν περιλαμβάνει φτέρες στη τροφή του κι έτσι μένουν όρθιες και στη θέση τους μέχρι το τέλος του καλοκαιριού και προσφέρουν στέγη για ένα σωρό πλάσματα που αγαπάνε να ζούνε κοντά τους.   



ΑΘΗΝΑ, 29062019. Περιοδικό "Κυνήγι - Δημοκρατία", 20062019.

Παρασκευή, 28 Ιουνίου 2019

ΝΑΥΑΓΟΙ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ




Είναι ειρωνεία, όπως εκφράζεται, το προεκλογικό ενδιαφέρον από τα μεγάλα κόμματα για τους ανθρώπους που χρήζουν μιας ιδιαίτερης μέριμνας και προσοχής, είτε αυτοί πάσχουν σωματικά ή ψυχικά που είναι πάντα και σε χειρότερη μοίρα. Είναι ειρωνεία, να βγαίνει ο ένας και ο άλλος πολιτικός και να εκθέτουν νούμερα, αποτελέσματα μετρήσεων και στατιστικές που δείχνουν μόνο την επιφάνεια των πραγμάτων χωρίς να προχωρούν στο βάθος του ζητήματος. Η πραγματικότητα δυστυχώς τους εκθέτει στα μάτια όλων των πασχόντων αλλά και των ατόμων που οι  ζωές τους είναι συνδεδεμένες με την τύχη των ΑΜΕΑ και τα σχόλια είναι ανάλογα των περιστάσεων που βιώνει αυτός ο κόσμος.

Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα άτομα ΑΜΕΑ στην Ελλάδα δεν είναι γνωστά δυστυχώς στον πολύ κόσμο, για μια σειρά λόγων που έχουν να κάνουν με την πολιτική που δεν εφαρμόζεται αλλά και για πρακτικούς λόγους που έχουν να κάνουν κυρίως με την διευκόλυνση αυτών των ανθρώπων στην κυκλοφορία τους στην πόλη, πράγμα που αποτελεί και την μεγαλύτερη ειρωνεία. Κατά καιρούς βλέπουμε και ακούμε πως κατασκευάζεται κάποιο έργο που πρώτα έχει σχεδιαστεί να εξυπηρετεί τα ΑΜΕΑ σε ίσους όρους με τους υπόλοιπους πολίτες και αμέσως αυτό να αφήνεται στην τύχη του ή να ακυρώνεται επειδή δεν έχει προβλεφτεί πως θα επιδρούν πάνω του άλλες δράσεις.
Παντού βλέπουμε ράμπες που έχουν μείνει μισοτελειωμένες ή δεν καταλήγουν πουθενά, συστήματα σήμανσης στα φανάρια κατεστραμμένα και πεζοδρόμια που αποτελούν παγίδες για όποιον θελήσει να τα ακολουθήσει ανιχνεύοντάς τα με τη λευκή βακτηρία. 

Έτσι δε που είναι φτιαγμένα με ανομοιογενή υλικά, με λογής εμπόδια φυτεμένα στην επιφάνειά τους και διάφορα αντικείμενα τοποθετημένα πάνω τους και κυρίως τα άπειρα παρκαρισμένα δίκυκλα και τα αυτοκίνητα είναι επικίνδυνα για όποιον κουβαλάει ένα πρόβλημα πάνω του να τα διασχίσει και να φτάσει χωρίς δυσκολίες στον προορισμό του. Και δεν δημιουργούν προβλήματα μόνο σε όσους έχουν πρόβλημα με την όρασή τους αλλά και σε εκείνους που κινούνται με αναπηρικά αμαξίδια και θέλουν να εξυπηρετηθούν μόνοι τους στην πόλη, χωρίς απαραίτητα να υποχρεώνουν ένα άλλο άτομο να τους σπρώχνει στις μετακινήσεις.

Η μόνη λύση γι’ αυτά τα άτομα είναι να κατέβουν στο δρόμο, να κινηθούν ανάμεσα στα αυτοκίνητα και ανάλογα με την παιδεία που διαθέτει κάθε οδηγός να καταφέρουν να περάσουν στο απέναντι πεζοδρόμιο ή να κινηθούν προς τον προορισμό τους.
Αυτό είδαμε προχθές, στη στάση του Χημείου όταν από το αστικό της γραμμής Κάνιγγος – Γκύζη, κατέβηκε μια ηλικιωμένη γυναίκα με το αμαξίδιό της (στην πραγματικότητα την κατέβασαν τρείς νεαροί γιατί το αυτόματο γι’ αυτές τις περιπτώσεις σύστημα που διαθέτουν τα λεωφορεία δεν λειτουργούσε) και αφού τους ευχαρίστησε, προσπάθησε να κινηθεί προς την Σόλωνος αλλά ήταν αδύνατον αφού το πεζοδρόμιο δεν προσφέρεται για τέτοια περάσματα. Τι να κάνει; Περίμενε να ανάψει το φανάρι να περάσει απέναντι αλλά όταν έφτασε εκεί σπρώχνοντας η ίδια το αμαξίδιο είδε πως ήταν αδύνατον να το ανέβει γιατί είχε σκαλί και κατευθύνθηκε πιο κάτω ελπίζοντας ότι εκεί που ήταν διαμορφωμένο δεν θα υπήρχε παρκαρισμένο αυτοκίνητο να την εμποδίζει.



Ατύχησε αλλά δεν έχασε την ψυχραιμία της, κινήθηκε ανάποδα στο ρεύμα και χάρη στους οδηγούς που περνούσαν εκείνη τη στιγμή που κοντοστάθηκαν λίγο για να την αφήσουν να περάσει, κατάφερε να βγει όπως ένας ναυαγός σε κάποιο νησί, σε ένα πλατύ πεζοδρόμιο για να μαζέψει δυνάμεις να κάνει την επόμενη κίνηση που αν δεν συνοδεύεται και με λίγη τύχη μπορεί να είναι μάταιη ή σε κάποιες περιπτώσεις επικίνδυνη ως…. μοιραία. 

ΑΘΗΝΑ, 28062019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", 26062019. σελ. 34.

Πέμπτη, 27 Ιουνίου 2019

Η ΕΡΗΜΟΣ ΠΟΥ ΛΕΓΕΤΑΙ ΟΜΟΝΟΙΑ




Δεν έχει άλλη εξήγηση: κάποια κατάρα φαίνεται ότι βαραίνει την πλατεία Ομονοίας και δεν στεριώνει πάνω της κανένα έργο, όσο φιλόδοξο και ακριβό κι αν αυτό είναι. Δεν είναι του παρόντος να αναφερθούν πόσες απόπειρες εξωραϊσμού και ανάπλασης έγιναν τις τελευταίες δεκαετίες στην πολύπαθη πλατεία αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι κάθε γενιά Αθηναίων από τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και δώθε, μια άλλη εικόνα της πλατείας παραλαμβάνει και εντελώς αγνώριστη την παραδίδει στην επόμενη. Τούτο θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως η αέναος αναζήτηση της αισθητικής τελειότητας αλλά και εύρυθμης λειτουργίας της πόλης αλλά δυστυχώς συμβαίνει το αντίθετο. Κάθε φορά που ξεκινούν να την αλλάξουν, ένας ιδιότροπος δαίμονας παρεμβαίνει και αντί να αφήσει να την φτιάξουν καλύτερη, τους εμπνέει να την κάνουν χειρότερη από ότι ήταν πριν την περιλάβουν.

Γιατί συμβαίνει αυτό κανείς δεν είναι σε θέση να δώσει απάντηση. Όλοι όσοι εμπλέκονται σε τέτοια έργα, σαφώς και είναι αναγνωρισμένοι και έχουν και κάποιες επιτυχίες στο ενεργητικό τους. Αρχιτέκτονες, μηχανικοί, πολεοδόμοι, ένα πλήθος ειδικών που υποτίθεται ότι μέσα από το διάλογο που αναπτύσσεται συνθέτουν μια πρόταση η οποία έχει λάβει υπ’ όψιν τις αλλαγές που έχουν προκύψει στην πόλη αλλά και τις ιδιαιτερότητες της πλατείας.

Από την πλευρά του Δήμου τώρα, γιατί αυτός είναι που πληρώνει σίγουρα υπάρχει μια επιτροπή που σχεδιάζει το έργο, το παραγγέλνει, μελετά τις προτάσεις των εργολάβων και εγκρίνει την καλύτερη και προσφορότερη και αφού εκτελεσθεί, το παραλαμβάνει. Όλα αυτά συνήθως γίνονται μέσα σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα το οποίο πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο σύντομο για να μην επηρεάσει τη ζωή στην πόλη και γίνουν κουρέλια τα νεύρα των πολιτών. Έτσι φαντάστηκαν ότι θα γίνει όταν οι Αθηναίοι είδαν στην αρχή του χρόνου συνεργεία να φράζουν με ψηλές λαμαρίνες την πλατεία  και περίμεναν ότι πολύ σύντομα θα την έβλεπαν αλλαγμένη. Είδαν και μια πινακίδα που περιέγραφε με λιτά λόγια το έργο και περίμεναν πως θα τούτο θα το απολάμβαναν τουλάχιστον μέχρι το Πάσχα.

Πέρασε μισός χρόνος από τότε  που ξεκίνησαν και οι λαμαρίνες γύρω από την πλατεία οι οποίες γέμισαν διάφορα συνθήματα καλλιεργώντας καθημερινά την περιέργεια σχετικά με το έργο δεν έπεσαν ώστε να αποκαλυφθεί τι έγινε μέσα, πράγμα που έβλεπαν μόνο όσοι είχαν θέα από τα κτήρια γύρω από την Ομόνοια. Όσοι δεν είχαν αυτή τη δυνατότητα, απλά δεν γνωρίζουν ότι επί έξι μήνες  μέσα στο εργοτάξιο δεν είχε γίνει τίποτα και η πλατεία είχε γίνει μια έρημη αλάνα στο κέντρο της πόλης που δεν κυκλοφορούσε ούτε ίσκιος γάτας.

Τούτο βλέπει και όποιος τύχει να είναι εκεί όταν ανοίγει καμιά φορά η πόρτα του εργοταξίου. Μια ματιά αρκεί να καταλάβει ότι η γενιά που βρίσκεται τούτη την εποχή στα  πράγματα δεν θα χρεωθεί μια ακόμη αποτυχημένη παρέμβαση στην Ομόνοια. Αντίθετα, η πόλη θα θυμάται ότι την έφραξε όχι γιατί ήθελε να στερήσει από τους μετανάστες τον αγαπημένο τους χώρο για λιάσιμο όπως έλεγε η Τασία Χριστοδουλοπούλου, αλλά μάλλον γιατί δεν είχε κανένα όραμα. Έτσι δημιούργησε και άφησε πίσω από τις λαμαρίνες ένα έρημο τοπίο στο οποίο το μόνο που θυμίζει πως ήταν κάποτε η πλατεία, δυο χημικές τουαλέτες και μια σύνθεση του Ζογγολόπουλου να σκουριάζει πάνω από τα σκουπίδια.  

ΑΘΗΝΑ, 27062019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 35.

Δευτέρα, 24 Ιουνίου 2019

Ο ΠΑΓΚΟΣ ΤΟΥ ΙΟΡΔΑΝΗ ΕΓΙΝΕ ΠΑΡΕΛΘΟΝ




Γέμισε σπίθες προχθές το απόγευμα το πεζοδρόμιο της οδού Ακαδημίας λίγο πιο πριν από την γωνία με τη Χαριλάου Τρικούπη από τον τροχό με τον οποίο ένας εργάτης του Δήμου λιάνιζε τον σιδερένιο πάγκο του εφημεριδοπώλη Ιορδάνη, όπως όλοι τον ξέραμε και τον χαιρετούσαμε όταν αγοράζαμε εφημερίδες και περιοδικά απ’ αυτόν επί πολλά χρόνια.     
Ο ίδιος ο Ιορδάνης δεν ήταν εκεί να αποχαιρετήσει τον πάγκο του, ήταν τέτοια όμως η ώρα που αρκετοί από τα διπλανά καταστήματα και τα γραφεία σαν άκουσαν το στρίγγλισμα του τροχού βγήκαν να δουν τι γίνεται και έτσι αναφέρθηκε το όνομά του. Δουλεύει κάπου στην ψαραγορά στη Βαρβάκειο, είπε κάποιος και ανέλαβε να τον ενημερώσει όταν τον δει πάλι για την τύχη που είχε ο πάγκος με τις εφημερίδες από τον οποίο έζησε πολλά χρόνια.


Ήταν  η εποχή που σε όλη την οδό Ακαδημίας υπήρχαν παραπάνω από 50 περίπτερα και όλα είχαν εκτός από τα ψιλοπράγματα και τα τσιγάρα που διέθεταν πουλούσαν εφημερίδες και περιοδικά. Ήταν όμως τέτοια μάλιστα η ζήτηση τις πρώτες δεκαετίες μετά την μεταπολίτευση που για να καλυφθεί η λειτουργούσαν την ημέρα κυρίως και κάποιοι πάγκοι, όπως αυτός του Ιορδάνη. Δεν υπήρχε τότε άλλο τηλεοπτικό κανάλι εκτός από τα κρατικά, όπως και ραδιόφωνα και η ενημέρωση στηρίζονταν αποκλειστικά στις εφημερίδες που κυκλοφορούσαν άλλες το πρωί και άλλες το μεσημέρι και φυσικά δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην αγοράζει μια την ημέρα και τρεις – τέσσερις την Κυριακή καθώς και περιοδικά τα οποία κυκλοφορούσαν σε μεγάλη ποικιλία και σπουδαία θεματογραφία.



Φυσικά τότε το ιντερνέτ και οι εφαρμογές του δεν υπήρχε ούτε στα μυαλά των πιο ευφάνταστων μελλοντολόγων και κανείς δεν φαντάζονταν πως η ενημέρωση και η ψυχαγωγία θα γίνονταν από ένα κινητό ή από ένα λάπτοπ χωρίς μάλιστα να πληρώνεται. Αυτό μπορεί να μην στοιχίζει τίποτα στους αναγνώστες - θεατές αλλά πίσω απ’ αυτή την τρομακτική εξέλιξη κρύβεται μια ατέλειωτη σειρά από καταστραμμένες καριέρες δημοσιογράφων, φωτογράφων, γραφιστών, τεχνικών, υπαλλήλων γραφείου οι οποίοι βρέθηκαν μια μέρα χωρίς δουλειά καθώς το μέσο που εργάζονταν λύγισε από τις καταστάσεις που επικράτησαν στην Ελλάδα μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες το 2004.



Τη σειρά των θυμάτων της κρίσης στα παραδοσιακά ΜΜΕ έκλεισαν τα περίπτερα και οι εφημεριδοπώλες που έβλεπαν μέρα με τη μέρα να λιγοστεύουν οι αναγνώστες μέχρι που έφτασε η στιγμή που τα κέρδη από τις πωλήσεις της ημέρας δεν έφταναν ούτε για το ενοίκιο του πάγκου κι έτσι, τους άφησαν άδειους να σκουριάζουν στους δρόμους και να γίνονται εστίες συγκέντρωσης σκουπιδιών. Το φαινόμενο φαίνεται πως απασχόλησε έστω και αργοπορημένα  τις υπηρεσίες του Δήμου και όπως ξεκολλάει τα παρατημένα περίπτερα έτσι άρχισε να απομακρύνει και τους σιδερένιους πάγκους από τους δρόμους γιατί κάτι που είναι παραπάνω από βέβαιο πλέον είναι ότι η ενημέρωση και η ψυχαγωγία πλέον είναι ζητήματα που έχει αναλάβει το ιντερνέτ και οι εφημερίδες στο εξής θα είναι σπάνιο πράγμα ενώ κανένας δεν θα θυμάται πως αυτές πουλιούνταν σε πάγκους στους δρόμους.

ΑΘΗΝΑ, 25062019, Έφημερίδα "Φιλελεύθερος" σελ. 37.

Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2019

ΜΕ ΦΩΣ ΚΑΙ ΣΚΙΑ Ο ΒΙΟΣ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΦΙΛΟΘΕΗΣ



Δεν είναι κάτι καινούργιο, η μεταφορά θεμάτων από την θρησκευτική ζωή και ιδιαίτερα βίων των αγίων στη σκηνή και μάλιστα στο θέατρο σκιών, τον γνωστό σε όλους Καραγκιόζη. Υπάρχουν πολλές αναφορές στο πρόσφατο παρελθόν και αρκετά ανέκδοτα από τους σπουδαίους καραγκιοζοπαίχτες γι’ αυτό το θέμα και ενώ η αποδοχή από το κοινό, πάντα ήταν ευμενής.




Αυτή την παράδοση καλλιεργεί με ωραίο τρόπο η επιστημονική και καλλιτεχνική ομάδα «Οθόνιον»  η οποία παρουσίασε την Τρίτη 18 Ιουνίου στο αίθριο του αρχοντικού των Μπενιζέλων – Σπίτι Αγίας Φιλοθέης στην οδό Αδριανού 96, παράσταση σκιών με ένα δράμα που έχει θέμα τον μαρτυρικό βίο της Αγίας Φιλοθέης. Το έργο με τίτλο «Φιλοθέη, η αρχοντοπούλα των Αθηνών» και είναι εμπνευσμένο από τον αγώνα της Αγίας Φιλοθέης για αλληλεγγύη στην πόλη της Αθήνας και τον θάνατό της, έγραψε και σκηνοθέτησε ο Ιωσήφ Βιβιλάκης. Τον μουσικό σχεδιασμό έκανε ο Γεράσιμος Παπαδόπουλος, τις φιγούρες έφτιαξε ο Νικόλαος Τζιβελέκης ο οποίος έπαιξε πίσω από το πανί με τον Άθω Δανέλλη ενώ έπαιξαν μουσική και τραγούδησαν οι Γεράσιμος Παπαδόπουλος, Θεολόγος Παπανικολάου και Κατερίνα Μιχαλάκη.



Ήταν πράγματι μια πολύ ωραία εμπειρία για όσους γέμισαν προχθές στο αίθριο του πιο παλιού σπιτιού της Αθήνας δίπλα στα ερείπια της αρχαίας Αθήνας, την ωραία παράσταση, της οποίας μέρος των εσόδων διατέθηκε στην ενορία του Αγίου Νικολάου Ραγκαβά η οποία υποστήριξε την ομάδα «Οθόνιον» στην προετοιμασία του έργου.



Το έργο θα παρουσιασθεί στο Σύλλογο Ελλήνων Αρχαιολόγων, Ερμού 134 την: Κυριακή 23, Τρίτη 25 Ιουνίου, Τρίτη 2 Ιουλίου, Τρίτη 9 Ιουλίου 2019 στις 9 μ. μ. Πληροφορίες για την παράσταση: 6987 358561.

ΑΘΗΝΑ 21062019, Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 34

Τετάρτη, 19 Ιουνίου 2019

ΣΤΗΝ ΑΧΑΡΝΩΝ ΠΟΥΛΑΝΕ ΚΑΙ ΖΩΝΤΑΝΕΣ ΚΟΤΕΣ



Ούτε οι ώριμοι Αθηναίοι θα θυμούνται ότι κάποτε στις αυλές των σπιτιών, στις απόμακρες αλλά και σε πολλές κεντρικές γειτονιές όπου κυριαρχούσαν τα χαμόσπιτα και οι μονοκατοικίες υπήρχαν κοτέτσια με πουλερικά και κλουβιά με κουνέλια με τα οποία οι νοικοκυραίοι εκείνης της εποχής συμπλήρωναν με φρέσκα αυγά και κρέας το τραπέζι τους. Παράλληλα μείωναν τον όγκο των απορριμμάτων της κουζίνας, αξιοποιούσαν τα αποφάγια και με την κοπριά διατηρούσαν ωραία λουλούδια σε γλάστρες και μικρά παρτέρια. 

Έτσι είχαν τα πράγματα στις αθηναϊκές γειτονιές όπου το σκηνικό συμπλήρωναν και διάφοροι επιτήδειοι που έμειναν στην αστική μυθολογία της πόλης ως κλεφτοκοτάδες τους οποίους τίμησαν δεόντως οι χρονογράφοι όλων των εποχών. Την ωραία αυτή περίοδο ήρθε και τέλειωσε η αντιπαροχή καθώς οι η πλημμύρα των πολυκατοικιών κάλυψε κάθε αυλή και ελεύθερο χώρο ενώ τα μπαλκόνια δεν προσφέρονται ούτε για κλουβιά με καναρίνια.  

Η ζωή όμως κάνει κύκλους και αυτό φανερώνουν οι εικόνες που συχνά – πυκνά επαναλαμβάνονται σε ένα μεγάλο μήκος της οδού Αχαρνών και οι οποίες ήταν γνώριμες στην επαρχία, στα χωριά όπου ακόμη διατηρούν κοτέτσια. Έτσι βλέπουμε κάτι τρισάθλια αυτοκίνητα να τη διασχίζουν αργά – αργά και πολλές φορές την ημέρα και να διαλαλούν από τα μεγάφωνά τους ότι πουλάνε ζωντανές κότες και κοτόπουλα. Σαν να περιμένουν οι πελάτες, αλλοδαποί από διάφορα μέρη της γης που είναι και η πλειοψηφία στην περιοχή αυτά τα αυτοκίνητα, σηκώνουν απλά το χέρι όπως στα ταξί και σταματάνε. Ο βοηθός που είναι μόνιμα στην καρότσα πιάνει την κότα που διαλέγει ο πελάτης, της δένει τα πόδια να μην μπορεί να κινηθεί και αφού πρώτα πάρει το αντίτιμό της που έχει να κάνει με το βάρος και την κατάστασή, του την παραδίδει για την όποια συνέχεια και τύχη μπορεί να έχει.  

Από εκεί και πέρα το μέλλον της κότας είναι άγνωστο. Αυλές στην περιοχή για να λειτουργήσουν κοτέτσια δεν υπάρχουν ούτε οι φωταγωγοί πάλι είναι χώροι να συμβεί κάτι τέτοιο γιατί τα πουλερικά θα σκάσουν χωρίς φως και αέρα. Στα μπαλκόνια πάλι είναι δύσκολο γιατί το είδος τους μπορεί μεν να έχει ξεχάσει πως είναι η ελευθερία αλλά ποτέ δεν αποκλείεται να θελήσουν κάποια στιγμή να δοκιμάσουν τα φτερά τους και να βρεθούν στο δρόμο, οπότε ούτε αυγά έχει κάποιος να περιμένει και σίγουρα θα χάσει και το κεφάλαιο που διέθεσε να αποκτήσει κάποια κότα ή και κόκορα να τον ξυπνάει το πρωί. Η άλλη εκδοχή για το μέλλον της είναι το μαχαίρι και μετά ο φούρνος ή η κατσαρόλα, πράγμα που φαίνεται πιο πιθανό.



Γιατί όμως να καταφύγει κάποιος στην αγορά μιας ζωντανής κότας αντί να την πάρει από το σούπερ μάρκετ ή το κρεοπωλείο; Απλά είναι πιο φθηνή γιατί οι περισσότερες απ’ αυτές έχουν εκπληρώσει την θητεία τους στα πτηνοτροφεία και προκειμένου να είναι βάρος στους πτηνοτρόφους, τις αδειάζουν χύμα σε στην καρότσα του τσιγγάνου γυρολόγου κι από εκεί και πέρα, κανένας δεν ξέρει που θα καταλήξουν. Συνήθως τις έκαναν περιοδεία στα χωριά αλλά ως φαίνεται αυτοί που τις εμπορεύονται ανακάλυψαν και έβαλαν και την Αχαρνών στις περιοδείες τους καθώς εκεί, όπως συμβαίνει με τις τρύπες στο χρόνο, μια εποχή που έχει λησμονηθεί για την Αθήνα επιστρέφει με άλλο χρώμα και γλώσσα…

ΑΘΗΝΑ, 19062019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 34.

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΠΑΠΑΔΙΑ




Έφυγε χθες πλήρης ημερών για τον ουρανό της μικρής της πατρίδας, τον Πρόδρομο Πρασιάς Ευρυτανίας η Ελένη Παπαδιά ή Αποστόλαινα (1927 – 2019) κι έτσι φέτος το καλοκαίρι δεν θα μας περιμένει στην αυλή της στο χωριό με τις μεγάλες ορτανσίες.

Τέτοιες ημέρες η κυρά Λένη ήθελα πάντα να βρίσκεται στον Πρόδρομο, να ανοίγει το σπίτι της, να φτιάχνει τον κήπο της κάτω από την μεγάλη καστανιά, να περνάει όλο το καλοκαίρι εκεί, να μιλάει με τους συγχωριανούς της, να ανάβει κερί στον Αη - Γιάννη και να επιστρέφει να ξεχειμωνιάσει κοντά στις κόρες της και τους γιούς της. Μόνο πέρσι και πρόπερσι δεν έφτιαξε τον κήπο και στεναχωριόνταν καθώς καταλάβαινε πως οι δυνάμεις της λιγόστευαν και αρκούνταν να ασχολείται με τις γλάστρες και τα μυριστικά της.

Η Ελένη, κόρη του μεγαλοτσέλιγκα Γιαννούλη μεγάλωσε και έζησε όλες τις περιπέτειες της πατρίδας της στα βουνά της Πρασιάς και στα χειμαδιά της Αιτωλοακαρνανίας. Παντρεύτηκε τον Αποστόλη Παπαδιά και ζούσαν στο εγκαταλελειμμένο σήμερα οικισμό που άκουγε στο όνομα Στ’ Λιεν, αντίκρυ ακριβώς από τον Πρόδρομο. Ο Αποστόλης πέθανε το 1967 και η Ελένη τότε επιστράτευσε όλες τις δυνάμεις της και μεγάλωσε τα παιδιά της τα οποία μέχρι την τελευταία στιγμή δεν έπαψαν να την τιμούν και να την φροντίζουν. Στον Πρόδρομο πηγαίναμε και την βλέπαμε με τους γιούς της Δημήτρη και Βασίλη και στην αυλή της καθόμασταν ώρες και κουβεντιάζαμε για τα παλιά χρόνια, τους ανθρώπους που γνώρισε και τα γεγονότα που έζησε και ήταν για όλους μας ένας θησαυρός πληροφοριών.

Η οικογένειά της, οι συγχωριανοί και όσοι την αγαπήσαμε σήμερα το απόγευμα στις 5 την αποχαιρετούμε, στο μικρό κοιμητήριο με θέα τα βουνά της Πρασιάς, πάνω από την εκκλησία του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.  Ας είναι ελαφριά η γη που θα την σκεπάσει…

ΑΘΗΝΑ, 15062019

Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2019

ΣΤΑ ΧΝΑΡΙΑ ΤΟΥ ΜΥΡΙΒΗΛΗ ΣΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ

Ο Νίκος Βατόπουλος μας συστήνει κάποια αφανή μνημεία της Αθήνας

Ένας λογοτεχνικός περίπατος στα Εξάρχεια, στα χνάρια που Στράτη Μυριβήλη ο οποίος έζησε πολλά χρόνια στη γειτονιά, συγκεκριμένα στο σπίτι της Ερεσού 57 που έγινε προχθές το απόγευμα υπό την απειλή μάλιστα μιας νεροποντής ήταν μια ευκαιρία για πολύ κόσμο που αγαπά την Αθήνα και θέλει να γνωρίσει στοιχεία από την ιστορία της αλλά πράγματα και πρόσωπα που ενσωματώθηκαν στη λογοτεχνία από την πένα ξεχωριστών ανθρώπων.


Στην αυλή του σπιτιού του Μυριβήλη στην οδό Ερεσού στα Εξάρχεια.
 
Γνωριμία με τα παλιά σπίτια της οδού Ερεσού.
Ο δημοσιογράφος Νίκος Βατόπουλος που ασχολείται συστηματικά με την ιστορία της Αθήνας και τα κείμενά του για γειτονιές, σπίτια και ανθρώπους της πόλης, αποτελούν ένα εξαιρετικό υλικό ανάγνωσης και θησαυρός πληροφοριών για όσους θέλουν να γνωρίσουν φανερές και κρυφές γωνιές της, ξεκίνησε την ενδιαφέρουσα ξενάγηση από την αυλή του  σπιτιού του οδού Ερεσού 57 όπου ο συγγραφέας Στράτης Μυριβήλης έμεινε την δεκαετία του ’40. Ένα παλιό σπίτι χωμένο ανάμεσα στις καινούργιες πολυκατοικίες αλλά και άλλα κτίρια που χρονολογούνται από τις αρχές του 20ου αιώνα και στη συνέχεια μας σύστησε ένα – ένα τα σπίτια όλου του δρόμου, από την Θεμιστοκλέους ως την Ασκληπιού και τον Άγιο Νικόλαο.

Ο Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος διαβάζει κείμενα του Μυριβήλη στο προαύλιο του Αγίου Νικολάου.

 
Πρόκειται για σπίτια που αν και ξεχωρίζουν, συνήθως τα προσπερνάμε καθώς τα περισσότερα απ’ αυτά είναι κλειστά σε μια γειτονιά όπου η φήμη της συνέχεια υπονομεύεται από διάφορα γεγονότα που στεναχωρούν την πόλη. Ο Νίκος Βατόπουλος στάθηκε μπροστά σε κάθε ένα απ’ αυτά και σαν να ήταν παλιός ένοικός τους μας μίλησε για την αρχιτεκτονικής τους αξία, τα ιδιαίτερα στοιχεία τους και μέσα απ’ αυτή την αισθητική προσέγγιση φανερώνονταν ο πολιτισμός μιας άλλης, όχι και πολύ μακρινής εποχής από σήμερα, σπαράγματα της οποίας διακρίνουμε και στα κείμενα του Στράτη Μυριβήλη. Μέσα από τα λόγια του έμοιαζε να ανασταίνονταν κατά στρώματα η ιστορία και η εξέλιξη της γειτονιάς και η οποία συμπληρώθηκε με τις αναγνώσεις που ακούσαμε στις στάσεις που έγιναν στο προαύλιο του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Πευκακίων και το σχολικό συγκρότημα, το λεγόμενο σχολείο του Πικιώνη το οποίο χτίστηκε στην περίοδο του μεσοπολέμου σε σχέδια του μεγάλου αρχιτέκτονα, στις υπώρειες του Λυκαβηττού. 

Ο Νίκος Βατόπουλος στην ταράτσα του σχολείου του Πικιώνη μας μιλά για την ιστορία του.

 
Ο περίπατος ήταν μια δράση στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου με πρωτοβουλία της Ελληνικής Εταιρείας και των εγγονών του Μυριβήλη, Χριστίνας Αγγελοπούλου και Λενιώς Μυριβήλη και η διαδρομή σχεδιάστηκε με αγάπη από τον ηθοποιό Κωνσταντίνο Γιαννακόπουλο ο οποίος διάβασε αθηναϊκά διηγήματα του Μυριβήλη. Στο σχολείο του Πικιώνη όπου κατέληξε η συντροφιά, ψηλά στη Σίνα, ο συγγραφέας Κώστας Ακρίβος έκανε τον ιδανικό επίλογο για τον συγγραφέα και το έργο του που εκτός από τις σελίδες για την Λέσβο, έγραψε και σπουδαία κείμενα για την Αθήνα.

Ο Κώστας Ακρίβος με τον Νίκο Βατόπουλο 
Κώστας Ακρίβος, Λενιώ Μυριβήλη, Νίκος Βατόπουλος, Χριστίνα Αγγελοπούλου, Κωνσταντίνος Γιαννακόπουλος

- Δράσεις σαν αυτό τον λογοτεχνικό περίπατο στα Εξάρχεια θα γίνουν το επόμενο διάστημα και σε άλλα σημεία της Αθήνας και όσοι επιθυμούν να συμμετάσχουν μπορούν να πληροφορηθούν από το πρόγραμμα του Φεστιβάλ. 

ΑΘΗΝΑ, 13062019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 34.