Τρίτη 30 Αυγούστου 2022

ΕΝΑΣ ΓΑΙΔΑΡΟΣ ΘΥΜΑ ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΑΣ…

 


Είμαι στο χωριό αυτές τις ημέρες να συμμαζέψω τα χωράφια και κυρίως να καθαρίσω τον καστανόλογγο γιατί χάρη στις βροχές των τελευταίων ημερών προβλέπεται μια καλή παραγωγή κάστανων. Ελπίζω δε πως φέτος θα αφήσουν κάτι και για μας τα αγριογούρουνα και τα ποντίκια που κυριαρχούν πλέον σε κάθε λόχμη και τρύπα του τόπου.

Καθώς δε μοιράζομαι αρκετές ώρες με την 94χρονη μάνα που πάντα θέλει να βλέπει ειδήσεις στην τηλεόραση πριν κοιμηθεί και να τις σχολιάζει μάλιστα, πολλές φορές βρίσκομαι σε δύσκολη θέση να της εξηγήσω κάποια πράγματα που με ρωτάει. Περισσότερο την απασχολεί και την βάζουν σε σκέψεις τα όσα ακούει για τις οικονομικές δυσκολίες που μας περιμένουν τον χειμώνα που έρχεται, συγκρίνει την εποχή μας με την δεκαετία του 1940 – 1950 και τα σκληρά μεταπολεμικά χρόνια που ακολούθησαν και αναλογίζεται πως θα τα βγάλει ο κόσμος πέρα. Επιστρατεύω όση αισιοδοξία μπορώ να έχω για να την βεβαιώσω ότι όλα θα πάνε καλά αλλά αμφιβάλω ότι και με πιστεύει σε όσα της λέω.     

Από προχθές όμως, όταν άκουσε την φριχτή κακοποίηση ενός γάιδαρου από κάποιον αχαρακτήριστο στην περιοχή της Ζίτσας, πήρε φόρα και μιλάει διαρκώς για το θέμα και την ακούω γιατί είναι η πιο κατάλληλη να μιλήσει για τη σχέση που είχαν οι άνθρωποι με τα ζώα τους μέχρι πριν από λίγα χρόνια που διαλύθηκαν οι μικρές οικογενειακές αγροτοκτηνοτροφικές μονάδες. Η μάνα, από τότε που γεννήθηκε ήταν αγρότισσα και παρά την ηλικία της και τις μειωμένες δυνάμεις συνεχίζει να ασχολείται με τον κήπο της αλλά από ζώα της, από τότε που της έφαγε το κουνάβι τις 3 κότες της έμεινε ένα κοπαδάκι γάτες τις οποίες καμώνεται πως δεν θέλει αλλά όλο και φροντίζει να μην μείνουν νηστικές.     

Η μάνα λοιπόν από τότε που θυμάται τη ζωή της, όλα είχαν να κάνουν με τα ζώα. Πολλά ζώα, πρόβατα, κατσίκες, γουρούνια, αγελάδες, ένας ταύρος για αρκετά χρόνια, μουλάρια, κότες, κουνέλια, σκυλιά, γάτες ακόμα και τα χελιδόνια, που συνεχίζουν να έρχονται στην ίδια φωλιά πάνω από την είσοδο ήταν ο κόσμος της και δεν θα ξεχώριζε κανένα αν επρόκειτο να διαλέξει ποια θα βάλει στην Κιβωτό αν πρόκυπτε τέτοιο θέμα. Η μάνα θα τα έβαζε όλα και είμαι βέβαιος πως θα εύρισκε θέση ακόμα και για τις χελώνες του χωραφιού, τους σχαντζόχοιρους, τους ασβούς, πιθανόν και για τις αλεπούδες και τις δεντρογαλιές.

Η μάνα και ο πατέρας ήξεραν τα πάντα για τα ζώα και έρχονταν στη θέση τους όταν αυτά είχαν κάποιο πρόβλημα ή φρόντιζαν ώστε να μην τους συμβαίνουν πράγματα που θα τα έβλαπταν γιατί εκτός από το ότι ήταν δεμένα με την οικονομία του σπιτιού είχαν και αυτά ψυχή. Έτσι ποτέ δεν φόρτωσε παραπάνω απ’ όσο άντεχε κάποιο μουλάρι. Θυμάμαι, ένα υπέροχο μουλάρι που είχε αγοράσει ο πατέρας στο παζάρι της Σωτήρας στην Ανατολική Φραγκίστα το 1972, την Ψάρω που ήταν έξι χρονών, πάνω στην κορύφωση της δύναμής της που θα μπορούσε να σηκώσει το βάρος όλου του κόσμου. Ποτέ όμως δεν την φόρτωσαν παραπάνω απ’ ότι έπρεπε. Όσο για την τροφή της, ούτε λόγος. Διπλή ήταν η μερίδα της σε βρώμη μετά το όργωμα και την μεταφορά ξύλων. Αμέσως δε μετά από τέτοιες βαριές δουλειές, την ξεσαμάρωναν και της έβαζαν μια κουβέρτα να μην κρυώσει. Τα τελευταία χρόνια είχαν τον Μάρκο, ένα γέρικο μουλάρι με λίγες δυνάμεις τον οποίο σπάνια τον φόρτωναν τίποτα ελαφρά βάρη και όταν δεν μπορούσε καθόλου πια, δεν τον πούλησαν στους πλανόδιους «ζωέμπορους» αλλά τον άφησαν να σβήσει ήσυχος στο παχνί του.

Το ίδιο έκανε με όλα τα ζωντανά όπως εξάλλου και οι περισσότεροι στο χωριό. Φυσικά υπήρχαν και κάποιοι που δεν φερόντουσαν καλά στα ζώα και αυτό συχνά προκαλούσε παρατηρήσεις από τους γεροντότερους στα καφενεία. Θυμάμαι κάποτε, την περίπτωση ενός χωριανού που κακομεταχειρίστηκε το μουλάρι του και το βράδυ στο καφενείο τον ξεμπρόστιασαν όλοι, σε βαθμό μάλιστα που έκανε ένα μήνα να ξαναπατήσει το πόδι του εκεί. Αυτό συνέβαινε και με άλλες περιπτώσεις και οι παρατηρήσεις είχαν να κάνουν με σαφώς με τον τρόπο που συμπεριφέρονταν κάποιοι στα ζώα τους αλλά απηχούσε και την ανάγκη που είχε η κοινότητα να έχει ένα σύνολο από δυνατά, υγιή και παραγωγικά γιατί απλά, αυτά στήριζαν την ευημερία της.

Η μάνα επικρίνει πολύ σκληρά την κακομεταχείριση του γάιδαρου στη Ζίτσα και δεν το κάνει από φιλοζωία όπως πολλοί που βρήκαν θέμα και διαμαρτύρονται αλλά για κάτι πιο βαθύ που και η ίδια δεν μπορεί να εξηγήσει: την διάρρηξη της αληθινής σχέσης των ανθρώπων με τα ζώα, κάτι που λίγοι πλέον αντιλαμβάνονται και τηρούν καθώς η συνύπαρξη και ο σεβασμός στο πλάσμα που στηρίζει τη ζωή σου, έγινε φιλοζωία. Η ζωή που πέρασε η μάνα με τα ζώα και ο κοινός δρόμος που πορεύτηκε μαζί τους, της δίνουν τη δύναμη να τα λέει έτσι και να υποστηρίζει με τον τρόπο της την αρχαία σύμβαση μαζί τους.

 ΥΓ. Είδα αρκετές φωτογραφίες του άτυχου ζωντανού στο Γραμμένο της Ζίτσας αλλά προτίμησα αυτό το κείμενο να το «στολίσω» με μια εξαιρετική φωτογραφία του φίλου Κωνσταντίνου Μπολέτη με ένα γάιδαρο που αισθάνεται σίγουρα ασφαλής και καμαρώνει δίπλα σε ένα ωραίο ερειπωμένο σπίτι κάπου στην ορεινή Αχαΐα.  

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 30082022     

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2022

Ο ΠΑΝΟΣ ΥΦΑΝΤΗΣ ΚΑΙ ΟΙ … ΓΙΔΟΥΛΕΣ ΤΟΥ

 


Στους ερημότοπους που έχει καταντήσει ολόκληρη η ελληνική ύπαιθρος στο καιρό μας λόγω της τραγικής αποψίλωσης του πληθυσμού και της υποχώρησης, έως την αφάνεια πλέον της παραδοσιακής ζωής, σκηνές σαν αυτή που είδαμε χθες το απόγευμα επιστρέφοντας από το Καρπενήσι με τον εξάδελφό μου Δημήτρη Προβόπουλο στο δρόμο λίγο πριν το απόκοσμο και ισκιωμένο από τεράστια έλατα ρέμα Χράμπα, είναι σπάνιες και πολύτιμες τόσο για την αίσθηση της συνέχειας, όσο και της πατριδογνωσίας…

Εκεί συναντήσαμε τον Πάνο Υφαντή, κάτοικο Τυμφρηστού που είχε βγάλει μετά το απόβρεχο τις τρεις ωραίες κατσίκες του να βοσκήσουν στα βάτα και στα χαμόκλαδα δίπλα στο δρόμο. Ένας άνθρωπος και τρεις γίδες δίπλα σε ένα δρόμο φυσικά και δεν λένε τίποτα στους νεότερους και μόνο κάποιοι που τα βλέπουν ως φολκλόρ μπορεί να σταματήσουν και να βγάλουν μια φωτογραφία να την ανεβάσουν στα ΜΚΔ να δηλώσουν τάχα πως είδαν κι αυτό ή ήταν εκεί. Το ίδιο θα έκαναν και κάποιοι φωτογράφοι, να μοιράσουν την φωτογραφία στα έντυπα, όσα απόμειναν πια και στους ιστότοπους για τον τουρισμό καθώς πιστεύουν πως με τέτοιες φωτογραφίες θα προσθέσουν κύρος στο πόνημά τους.

Φυσικά κι εμείς δεν είχαμε ούτε τέτοια πρόθεση, ούτε και διάθεση. Σταματήσαμε και πρώτα «φτύσαμε» κυριολεκτικά τις ωραίες κατσίκες για να μην τις ματιάσουμε και μετά χαιρετήσαμε τον τσοπάνο. Τον Πάνο τον ξέρουμε χρόνια, ήταν χειριστής μηχανημάτων όπως μπουλντόζες, γκρέιντερ και άλλα και δούλεψε πολλά χρόνια τόσο στα χωριά του Ανατολικού Τυμφρηστού αλλά κυρίως στην Ευρυτανία, όλες τις εποχές. Δεν υπάρχει δρόμος εκεί να μην τον έχει περάσει ο Πάνος είτε να τον ανοίξει από τα χώματα το καλοκαίρι, είτε από τα χιόνια τον χειμώνα και ήταν πολύ αγαπητός από τον κόσμο καθώς απ’ αυτόν εξαρτιόνταν και η επικοινωνία τους με τον έξω κόσμο. Μέχρι τα απίστευτα Ψιανά και Δολιανά έχει πάει αρκετές φορές να ανοίξει τον δρόμο που συνεχώς κλείνει.

Ο Πάνος πριν από τρία χρόνια συνταξιοδοτήθηκε και ζει στον Τυμφρηστό με την γυναίκα του Βασιλική (Μπακογιώργου) από τη Δάφνη Ευρυτανίας και τον γιο του Βαγγέλη μηχανικό. Ο άλλος του γιός, ο Χρήστος είναι δάσκαλος στον Πειραιά. Κουρασμένος από την βαριά δουλειά στα μηχανήματα ο Πάνος κάνει στον Τυμφρηστό μια ήσυχη ζωή, ασχολείται με τον κήπο του και ιδιαίτερα με τις τρείς όμορφες κατσίκες του. Την μεγάλη, την πεντάχρονη Φιορούλα του, την μεσαία Ζάνα και την μικρή Αστέρω που την ονόμασε έτσι γιατί έχει ένα άσπρο αστεράκι ανάμεσα στα κερατάκια της. Και οι τρεις προέρχονται από την ίδια οικογένεια και τούτο αποτελεί παράδοση για τις μανάρες για να έχουν μεταξύ τους φιλικές σχέσεις. Αλλιώς όλη μέρα, όπως το συνηθίζουν εξάλλου οι κατσίκες θα δοκίμαζαν τα κέρατά τους η μια στης άλλης το σώμα ή το κεφάλι. Από το μικρό κοπαδάκι του φυσικά λείπει ο τράγος, αλλά όταν χρειάζεται πάει και φέρνει μαζί τους ένα από τα βαρβάτα που έχει ο ξάδερφός του Νίκος Σεϊντής και γίνεται η δουλειά. Πρόπερσι μάλιστα από ένα τέτοιο μαρκάλο (έτσι το λένε για τις κατσίκες) η Φιορούλα γέννησε πέντε κατσικάκια και τον παίδεψαν πολύ μέχρι να πάρουν πάνω τους και να αρχίσουν να βόσκουν.

Οι κατσίκες του Πάνου είναι «μανάρες». Έτσι έλεγαν παλιότερα τις κατσίκες που δεν ήταν κοπάδι και κρατούσαν στα σπίτια, δυο – τρεις, το πολύ πέντε. Σχεδόν κάθε σπίτι σε χωριό είχε τις δικές του γιατί απ’ αυτές έπαιρναν το γάλα που έπιναν και έφτιαχναν κυρίως βούτυρο και σπανίως τυρί. Ήταν σαν λέμε σήμερα το γαλατάδικο του σπιτιού και δεν είχε τις ανάγκες και το κόστος της διατροφής που απαιτεί μια αγελάδα. Γι’ αυτό και οι πιο αδύναμοι οικονομικά στα χωριά και οι γέροντες είχαν από δυο – τρείς «γιδούλες» να πορεύονται. Τις βοσκούσαν μέσα στα χωράφια και τους κήπους, πολλές φορές δεμένες με ένα καναβίδι από τα κέρατα ή τα πόδια γιατί όσο και να τις πρόσεχαν πάντα αυτές εύρισκαν τρόπο να κουρέψουν κλήματα, δέντρα και καλλιέργειες. Ακόμα και στους δρόμους μέσα και έξω από το χωριό τις βοσκούσαν και δεν άφηναν βάτο για βάτο. Έτσι ήταν καθαροί οι δρόμοι και τα μονοπάτια, από τις «μανάρες» κατσίκες και ακόμη και από τα γαιδουρομούλαρα που κινούνταν στα χωριά. Τώρα που ούτε αυτά υπάρχουν, ούτε και κατσίκες γέμισαν παντού βάτα και αγριόδεντρα και δύσκολα πια περνιούνται. Ένας λόγος πάλι που μανάρες έκαναν μόνο κατσίκες ήταν γιατί αυτά τα υπέροχα ζώα είναι από τα καθαρότερα οικόσιτα και μπορούσαν ακόμη να συζούν στο ίδιο δωμάτιο ή καλύβα. Όσοι έχουν ζήσει στα χωριά τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες θα θυμούνται πολλές γερόντισσες να μένουν με τις μανάρες τους κάτω από την ίδια στέγη…

Η παράδοση με τις μανάρες κατσίκες έχει σχεδόν σβήσει και όποιος δει τον Πάνο Υφαντή στο δρόμο με τις «γιδούλες» ενδεχομένως δεν μπορεί να καταλάβει το ρόλο του ή να διαβάσει την σκηνή και η προσέγγισή του θα είναι επιφανειακή η επιεικώς φολκλορική. Τον Πάνο όμως δεν τον ενδιαφέρει καν αυτό και το εισπράττει με συγκατάβαση καθώς αυτός παίζει, με πλήρη συνείδηση μάλιστα, έναν πανάρχαιο ρόλο, τόσο κοινωνικό, όσο και οικονομικό. Ενδεχομένως δεν έχει την ανάγκη να συντηρεί δυο – τρεις «γιδούλες» που είχαν παλιότερα οι άνθρωποι αλλά αυτό το κάνει γιατί του αρέσει να τις βγάζει να βοσκήσουν, να τις φροντίζει και αυτές να τον ακολουθούν πιστές και φρόνιμες ομορφαίνοντας το τοπίο που τόσο ανάγκη έχει αυτές τις σκηνές να μην είναι άδειο.


ΥΓ. Η λέξη «μανάρα» ή «μανάρι» από την αγροτοποιμενική παράδοση έχει μεταπηδήσει και στην καθομιλουμένη των πόλεων και εκφράζει το νεαρό εκείνο άτομο, ιδίως θηλυκό και σπανίως αρσενικό που είναι όμορφο, φροντισμένο και καλοθρεμμένο από κάποιον ή την οικογένειά του. Όταν δε χρησιμοποιείται η λέξη, πάντα την ακολουθεί ένα θαυμαστικό!

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 26082022

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2022

ΤΙ ΜΑΣ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΣΥΚΙΕΣ;

 


Ένα από τα φυτά της Μεσογείου που δεν καίγονται εύκολα, είναι οι φραγκοσυκιά –πολύτιμη κάποτε για τον γλυκό καρπό της σε πολλούς ανθρώπους στο Αιγαίο ενώ σπουδαίο ρόλο έπαιζε επίσης και ως φράχτης για την προστασία των μικρών κήπων από τα ζωντανά κι ακόμη, ως γραμμή ανάσχεσης πιθανής πυρκαγιάς…


Ένα τέτοιο φυτό, οπλισμένο μάλιστα με ένα σωρό αγκάθια για να προστατεύεται από μόνο του είναι ευνόητο πως δεν χρειάζονταν κανενός είδους προσοχή.
Ο άνθρωπος όμως του Αιγαίου, ο αληθινός άνθρωπος και όχι οι καρικατούρες των καιρών μας έκρινε πως και αυτός ο σωρός με τα αγκαθωτά φύλλα έχρηζε προστασίας και γι’ αυτό συνήθως έκτιζε γύρω του ένα ψηλό πέτρινο τοίχο. Φανταστείτε λοιπόν να είχαν στον παντελώς άδενδρο Ασφοντυλίτη της Αμοργού (φωτογραφία) ένα ή δύο πεύκα τι θα έκαναν; Σίγουρα θα τα φύλαγαν με βάρδιες όπως οι τσολιάδες στο Σύνταγμα τον Άγνωστο Στρατιώτη για να μη πάθουν τίποτα και χάσουν, τουλάχιστον τη σκιά τους!

ΑΘΗΝΑ, 25092009

ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΝΟΥΡΓΙΑΣ: ΕΝΑΣ ΟΜΟΓΕΝΗΣ ΕΥΠΑΤΡΙΔΗΣ

 

Ο Κώστας Πανουργιάς στην είσοδο του «Ιδρύματος Γεώργιου

 Καφαντάρη» στην Ανατολική Φραγκίστα.

Τον Απρίλιο που πέρασε ο Κώστας Πανουργιάς (1930) από την Ανατολική Φραγκίστα Ευρυτανίας έκλεισε 71 χρόνια από το πρώτο του ταξίδι προς αναζήτηση καλύτερης τύχης από την ρημαγμένη Ελλάδα, στην Αμερική με το υπερωκεάνειο «Ατλαντίς». Λίγα χρόνια αργότερα το ίδιο ταξίδι έκαναν τα αδέρφια του Βαγγέλης και Λαμπρινή και η μητέρα τους Ελένη και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα έμειναν μαζί στη Νέα Υόρκη.    

Ο Κώστας Πανουργιάς ένας νέος με πολλές φιλοδοξίες πήγε στην Αμερική, ως «ανταρτόπληκτος» αφού είχε χάσει τον πατέρα του στις αρχές κιόλας του Εμφυλίου.  Πρώτη δουλειά που έκανε ήταν στην εστίαση σε καταστήματα συγγενών του, πράγμα που του άνοιξε πολλούς δρόμους  και εξελίχθηκε σε ένα επιτυχημένο και ονομαστό επιχειρηματία της Νέας Υόρκης με το κατάστημα «Lescargot» στην 55η Οδό, μεταξύ 5ης και 6ης Λεωφόρου που λειτούργησε υπό την διεύθυνσή του από το 1975 έως το 1989, χρονιά που αποφάσισε να ξεκουραστεί και να απολαύσει την πατρίδα του. Από τότε μέχρι σήμερα, κάθε χρόνο έρχεται στην Ελλάδα και μένει στην Ελλάδα περισσότερους από 5 μήνες, το μεγαλύτερο διάστημα στην Ανατολική Φραγκίστα. Ο αδερφός του Βαγγέλης (1947) σπούδασε χημικός μηχανικός αλλά δεν ασχολήθηκε επαγγελματικά με αυτή την επιστήμη καθώς από νωρίς, ασχολήθηκε κι αυτός με την εστίαση, στην αρχή σαν μάνατζερ κατόπιν άνοιξε δικό του κατάστημα το 1974 στη Νέα Υόρκη και συνταξιοδοτήθηκε το 2007 οπότε άρχισε να έρχεται κι αυτός συχνότερα στην Ελλάδα.

Ο Κώστας Πανουργιάς με τον αδερφό του Βαγγέλη στο σπίτι τους στην Ανατολική Φραγκίστα. 


    Το 1989 που συνταξιοδοτείται ο Κώστας Πανουργίας έρχεται στην Ελλάδα και επισκευάζει το πατρικό σπίτι, πράγμα που ήταν μεγάλη επιθυμία της μητέρας που πέθανε (1988) και θάφτηκε στην Αμερική. Είχε έρθει στην Ελλάδα τα προηγούμενα χρόνια, είδε το σπίτι τους ερείπιο και στη εξέφρασε στην διαθήκη της την επιθυμία όποιος το φτιάξει να είναι δικό του. Φυσικά και η απόφαση αυτή είχε τα απρόοπτά της αλλά χάρη στην επιμονή του το ολοκλήρωσε και αποτελεί σήμερα ένα στολίδι του χωριού καθώς μπορεί μεν να είναι ένα σύγχρονο σπίτι αλλά ακολουθεί πιστά την αρχιτεκτονική παράδοση της περιοχής.

Με τον αέρα του κοσμοπολίτη, ο Κώστας Πανουργιάς περνάει πια τα καλοκαίρια του στην Ανατολική Φραγκίστα και γίνεται το κέντρο πολλών συντροφιών και συζητήσεων. Με τον τρόπο του και με τις δυνατότητές του υποστηρίζει το χωριό του και τους συγχωριανούς του. Ακολουθώντας δε και την παράδοση των ευεργετών, που ήταν πολλοί και ονομαστοί, πριν από 10 χρόνια με δικές του δαπάνες, ύψους 100.000 δολαρίων ξεκίνησε και ολοκληρώθηκε το κτίριο που στεγάζει του «Ίδρυμα Γεώργιου Καφαντάρη» που αποτελούσε ένα όνειρο όλου των συγχωριανών του για να τιμηθεί ο μεγάλος Έλληνας Πρωθυπουργός που οι ρίζες του ξεκινούν από την Ανατολική Φραγκίστα καθώς και όλοι οι ευεργέτες και οι διακεκριμένοι άνθρωποι του χωριού. Το Ίδρυμα ήδη λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για την Ανατολική Φραγκίστα αλλά μένει ακόμη αρκετός δρόμος ώστε αυτό να αποτελέσει όχι πια ως αξιοθέατο αλλά ως εργαστήριο πολιτική σκέψης και πνευματικής αναζήτησης. Ο Κώστας Πανουργιάς έβαλε τα θεμέλια αυτού του στόχου και όλοι περιμένουν την συνέχεια, από την Τοπική Αυτοδιοίκηση και την Πολιτεία.

Τον Κώστα Πανουργιά μαζί με τον αδελφό του Βαγγέλη συνάντησα και χάρηκα την παρέα τους προχθές στην Ανατολική Φραγκίστα. Κάτσαμε ώρες στο παζάρι της Σωτήρας που κακά τα ψέματα καμιά σχέση δεν έχει με αυτό που γίνονταν παλιά και στα καφενεία του χωριού μιλώντας για την Αμερική αλλά και για την πατρίδα που και οι δυο της αφιερώνουν τόσο χρόνο. Αποχαιρετηθήκαμε με την υπόσχεση του χρόνου να είμαστε καλά και να ανταμώσουμε πάλι.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 25082022

Τετάρτη 24 Αυγούστου 2022

Η ΩΡΑΙΟΤΕΡΗ ΒΕΛΑΝΙΔΙΑ ΤΟΥ ΑΪ ΣΤΡΑΤΗ

 


Μπορεί να φτάσετε μια μέρα κι εσείς στον Αϊ Στράτη και να γνωρίστε όλες τις υπέροχες παραλίες και να ζήσετε μερικές ημέρες ωραίων διακοπών. Μη φύγετε όμως αν δεν επισκεφθείτε για να δείτε έστω από μακριά το υπέροχο βελανιδόδασος στη δυτική πλευρά του νησιού, στη θέση Αυλάκια. Σε ένα μεγάλο χωράφι εκεί πάνω από το φρύδι των απότομων βράχων θα δείτε την ωραιότερη βελανιδιά του νησιού και έστω για λίγα λεπτά σταθείτε στον ίσκιο της. Έχει τόσα να σας μουρμουρίσει με τα φύλλα της...  (24082012).

 

ΤΡΙΑ ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΑΓΡΑΦΑ ΣΤΗΝ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΦΡΑΓΚΙΣΤΑ

 

Στην πλατεία της Ανατολικής Φραγκίσταςμια αναμνηστική φωτογραφία από την παρουσίαση των βιβλίων για τα Άγραφα

H Aνατολική Φραγκίστα είναι ένα από τα πιο παλιά κεφαλοχώρια της Ευρυτανίας και η οποία, όπως κάθε άλλο σημείο της ορεινής Ελλάδας ζωντανεύει τα καλοκαίρια από τους χωριανούς που ζουν σε άλλα μέρη και τους λίγους επισκέπτες. Τον υπόλοιπο χρόνο, οι ορίζοντες χαμηλώνουν σε όλη την περιοχή και η ζωή κυλάει αργά χωρίς πολλές εκπλήξεις…

Από αριστερά: Κώστας Χαραμής, Μαίρη Κουδούνα, π. Ευάγγελος Φεγγούλης, Κώστας Μπουμπουρής, Ευάγγελος Κατσιφός.


Γι’ αυτό και στην περίοδο του καλοκαιριού, αυτοί που αγαπάνε το χωριό τους προσπαθούν με κάθε τρόπο να δημιουργήσουν κάποιες εκδηλώσεις που θα συγκεντρώσουν τους χωριανούς στην πλατεία, δίπλα από την προτομή του Γεωργίου Καφαντάρη, του σπουδαίου πρωθυπουργού που κατάγεται από την Ανατολική Φραγκίστα, να απολαύσουν στιγμές λίγες στιγμές τέχνης και εσχάτως, να γνωρίσουν κάποια βιβλία που έγραψαν Ευρυτάνες ή άλλα που αναφέρονται στον τόπο τους και στην ιστορία του.  

Έτσι έγινε και προχθές, όπου με πρωτοβουλία των πολιτιστικών και αυτοδιοικητικών  φορέων της περιοχής οργανώθηκε η παρουσίαση τριών βιβλίων. «Τα Άγραφα στην Επανάσταση και η συμβολή της εκκλησίας στον αγώνα» του π. Ευάγγελου Ι. Φεγγούλη, «Ο καπετάν Βασίλης Δίπλας» του Κώστα Μπουμπουρή (Εκδόσεις «Μπατσιούλας» και «Τ’ Άγραφα της Πίνδου», ανατύπωση του κλασικού βιβλίου του αείμνηστου Σεραφείμ Τσιτσά που έκανε η «Ένωση Αγραφιώτικων Χωριών».

Για τα βιβλία μίλησαν, οι Κώστας Χαραμής, συνταξιούχος δάσκαλος, Μαίρη Κουδούνα, Διδακτορας Πανεπιστημίου και επιστημονικός συνεργάτης ΕΚΠΑ και ΑΣΠΑΙΤΕ., Ευάγγελος Κατσιφός τέως δήμαρχος Αγράφων, ο Πρόεδρος του Συλλόγου Ανατολικής Φραγκίστας Αθηνών «Οι 12 Απόστολοι» Κώστας Κουτσιούμπας και οι ίδιοι οι συγγραφείς ενώ το συντονισμό έκανε ο Ιωάννης Φεγγούλης, φιλόλογος.   

Ο δήμαρχος Αγράφων Αλέξης Καρδαμπίκης με τον Κώστα Πανουργιά.

Ο π. Ευάγγελος Φεγγούλης, ο Κώστας Πανουργιάς και ο Κώστας Κουτσιούμπας.

Από τα  δύο πρώτα βιβλία αυτό του Κώστα Μπουμπουρή αναφέρεται στον καπετάν Βασίλη Δίπλα, τον άνθρωπο εκείνο που στον νταϊφά του έμαθαν κατά την προεπαναστατική περίοδο να πολεμούν οι περισσότεροι αγραφιώτες και κυρίως ο περίφημος Αντώνης Κατσαντώνης. Το άλλο του π. Ευάγγελου Φεγγούλη για το οποίο θα γίνει και ιδιαίτερη αναφορά πολύ σύντομα αποτελεί μια κιβωτό γνώσεων τόσο για τα πρόσωπα και τα γεγονότα στην περιοχή των Αγράφων κατά την προεπαναστατική περίοδο αλλά και για την ζώσα μέσα σε δύσκολους καιρούς εκκλησία, την προετοιμασία μέσω της εκπαίδευσης της επανάστασης και την υποστήριξή τους στους εξεγερμένους. 

Ο π. Ευάγγελος Φεγγούλης με τον Βαγγέλη Πανουργιά.


Ο Βαγγέλης Πανουργιάς, ο Κώστας Πανουργιάς, ο Δημήτρης Δράκος και η σύζυγός του.

Την ωραία εκδήλωση παρακολούθησε αρκετός κόσμος και μετά το τέλος της παρουσίασης συνομίλησε με τους συγγραφείς ενώ ιδιαίτερη στιγμή ήταν η απονομή τιμητικών βραβείων εκ μέρους των διοργανωτών στους απογόνους των οπλαρχηγών Πανουργιά και Δράκο, Κώστα και Ευάγγελο Πανουργία και Δημήτρη Δράκο καθώς και στον δραστήριο Κώστα Κωστόπουλο που επί πολλά χρόνια πρωτοστατεί σε ποικίλες πρωτοβουλίες για το καλό της Ανατολικής Φραγκίστας.    

Η αντπεριφερειάρχης Στερεάς Ελλάδας Κατερίνα Καλατζή με τον Δημήτρη Δράκο.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 24082022


Τετάρτη 17 Αυγούστου 2022

ΕΝΑΣ ΦΩΤΟΓΕΝΗΣ ΣΚΑΝΤΖΟΧΟΙΡΟΣ

 Αυτός ο μικρός σκαντζόχοιρος είχε βγει βόλτα με τη χθεσινή δροσιά να βοσκήσει σε τίποτα κήπους, στο χωριό μου και άθελά του βρέθηκε στο δρόμο που περνούν τα αυτοκίνητα. Ήταν τυχερός όμως, γιατί o οδηγός που άθελά του κι αυτός τον τύφλωσε, φρενάρισε. Το ζωάκι τρόμαξε και η καρδιά του χτύπαγε σαν ταμπούρλο σαν βρέθηκε σε μια χούφτα της που αψήφησε τα αγκάθια του (αν και μικρός κι αυτού καρφώνουν δυνατά) για να τον απομακρύνει από το επικίνδυνο σημείο. Πριν τον απολύσουμε σε ένα κήπο μακριά από το δρόμο όπου θα είχε ασφάλεια, ο μικρός σκαντζόχοιρος αποδείχθηκε πως ήταν ιδιαίτερα φωτογενής και άφησε το φλας να τον χαϊδέψει

Έδειξε και ποδαράκι...


Δεν είναι από τα πιο κομψά πρόσωπα;

Η ώρα για να πάει στον κήπο έφτασε!

Παίζει τα ματάκια του κάτω από τα αγκάθια









Τρίτη 16 Αυγούστου 2022

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΣΕ ΠΛΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΡΕΚΛΕΣ


Στα παιδικά μου χρόνια η μεγαλύτερη ημέρα του καλοκαιριού, μην πω του χρόνου ολόκληρου ήταν το πανηγύρι προς τιμήν του αγίου του χωριού μας, του Αγίου Παντελεήμονος επί του προκειμένου που ήταν και μοναδικός σε όλα τα χωριά των ανατολικών κλιτύων του Τυμφρηστού οπότε δεν υπήρχε και ανταγωνισμός. Tης Αγίας Παρασκευής για παράδειγμα που είχαν όλα τα χωριά ένα εκκλησάκι ή της Παναγίας κυρίως και τις γιόρταζαν ανάλογα με την επιρροή που είχαν στα άλλα, τον Δεκαπενταύγουστο ή σε διάφορες άλλες ημέρες του χρόνου αφιερωμένες στη Θεοτόκο.

Έτσι κατάφερναν εκείνες οι αγροτικές κοινότητες που διατηρούσαν επί αιώνες το νήμα της παράδοσης να έχει η κάθε μια το δικό της πανηγύρι και ανάλογα, λαμβάνοντας υπ’ όψιν την απόσταση γιατί ακόμη δεν είχε γεμίσει ο κόσμος δρόμους και αυτοκίνητα τιμούσαν με την συμμετοχή τους η μια την άλλη. Ήταν μικρός ο κόσμος τότε και κάθε λεπτομέρεια που στις σχέσεις των κοντοχωριανών λαμβάνονταν σοβαρά υπ’ όψιν και το πανηγύρι του κάθε χωριού ήταν η μέρα που φαίνονταν αυτές πιο καθαρά τι τα έδενε και τι χώριζε.    

Το πανηγύρι ήταν τότε η μεγάλη ημέρα που πέρα από το τυπικό της εκκλησίας το οποίο προϋπόθετε νηστεία όλο το δεκαπενθήμερο πριν από την γιορτή της Παναγίας, οργανώνονταν από κυρίως από τα μαγαζιά που αυτά αναλάμβαναν να συνεννοηθούν με τα «όργανα» και κάποιους άλλους που είχαν πείρα σε αυτά. Οι μαγαζάτορες ήταν εκείνοι οι οποίοι καθώς γνώριζαν και την οικονομική δυνατότητα των χωριανών καθώς και τις περιπτώσεις των ασθενειών και των θανάτων που θα περιόριζαν πιθανόν την συμμετοχή κάποιων οικογενειών και έκαναν και τις ανάλογες προετοιμασίες σε ψητά μαζί με κοκορέτσια και μπύρες. Το κρασί, στις αρχές της δεκαετίας του ’70  είχε ήδη να εξοβελίζεται από τα πανηγύρια καθώς οι μπύρες σε γυάλινο μπουκάλι αποτελούσαν ένα νέο προϊόν που κέρδιζε συνέχεια έδαφος με την βοήθεια βέβαια των ψυγείων που μετά τον εξηλεκτρισμό άρχισαν να μπαίνουν σιγά – σιγά σε κάθε σπίτι. Οι σαλάτες μόλις είχαν αρχίσει να εμφανίζονται ενώ για σουβλάκια, ούτε λόγος. Θεωρούνταν ακόμη παρακατιανό είδος και ότι δεν είχαν σχέση με το πανηγύρι ενός χωριού στη Ρούμελη.

Τα μαγαζιά επίσης φρόντιζαν να φωτιστεί με λάμπες με ασετυλίνη στην αρχή και ηλεκτρικό αργότερα ο χώρος μπροστά τους ή στην πλατεία, να συνδεθούν τα «όργανα», καθώς και για τη διατροφή και την διαμονή των μουσικών που συνήθως ήταν γνωστοί από την περιοχή τα βασικά όργανα (κλαρίνο, βιολί, κιθάρα ενώ είχε αρχίσει σιγά – σιγά να εισβάλλει και η χρήση των κρουστών – ντραμς). Τα «όργανα» ήταν δυο - τρεις άντρες και συχνά μια γυναίκα τραγουδίστρια και το ρεπερτόριό τους ήταν δημοτικά του συρμού καθώς και κάποια λαϊκά τραγούδια που ήταν γνωστά από το ραδιόφωνο και τις δισκογραφικές. Πολλές φορές τα «όργανα» κανόνιζαν με τα μαγαζιά κάποια αμοιβή αλλά ως επί το πλείστον τα μάζευαν από τις παραγγελιές και ήταν συνηθισμένο φαινόμενο το κόλλημα του χαρτονομίσματος στο κούτελο του κλαριντζή ή στο κλαρίνο.  Η μουσική άρχιζε μόλις σουρούπωνε και αφού είχε φάει και πιεί ο κόσμος και μπορεί να κρατούσε ως τις πρωϊνές ώρες, ανάλογα πάντα με την διάθεση του κόσμου και την οικονομική επιφάνεια ορισμένων που ήθελαν να ξεχωρίσουν στο πανηγύρι με τις παραγγελιές στο χορό ή άλλες επιδείξεις και όλα αυτά ήταν θέμα συζήτησης σχεδόν μέχρι το επόμενο πανηγύρι.

Ο κόσμος πήγαινε στο πανηγύρι οικογενειακώς με τα καλά του και κάθονταν σε πρόχειρα τραπέζια και πάγκους που είχαν φτιάξει επί τούτου τα μαγαζιά καθώς δεν διέθεταν τόσα τραπεζοκαθίσματα.  Το κράτημα της θέσης ίσχυε φυσικά και τότε αλλά ο μαγαζάτορας είχε πάντα τον πρώτο λόγο και τις προτιμήσεις του κυρίως για τον τζίρο που θα έκανε κάθε οικογενειακό τραπέζι. Έβαζε όμως και τραπέζια στις άκρες για τους «ξένους» ή τους μοναχικούς. Σε κάθε τραπέζι ξεχώριζε ο αρχηγός της οικογένειας ή του σογιού και φυσικά ο ξενιτεμένος που φρόντιζε να είναι λίγες μέρες στο χωριό και ο οποίος ήταν βέβαια και στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος όλων. Το πανηγύρι επίσης έδινε την ευκαιρία να βγουν και πολλές γυναίκες από το σπίτι καθώς τα ήθη εκείνης της εποχής την ήθελαν. Έτσι συναντιόνταν με γυναίκες από άλλες γειτονιές και αντάλλαζαν πληροφορίες ενώ το ίδιο ίσχυε και για τα κορίτσια που μάζευαν τα βλέμματα όλων για το νυφοδιέλεγμα. Τα παιδιά φυσικά γίνονταν ένα μπουλούκι που έπαιζε στις άκρες του πανηγυριού και ήταν ευτυχή αν κανένας πλανόδιος άπλωνε πάγκο με παιχνίδια και άλλα πράγματα που τα συνάρπαζαν.

Αυτά τα πανηγύρια δεν γίνονται πια. Ούτε η πνευματική προετοιμασία που θέλει ο Δεκαπενταύγουστος (για να ήμαστε στο κλίμα των ημερών) τηρείται, ούτε η νηστεία που υπαγορεύει το Πάσχα του καλοκαιριού καθώς ο πυρήνας που την διατηρούσε, η αγροτική οικογένεια δηλαδή έχει χαθεί. Όλες οι ημέρες είναι πια ίδιες και η ημέρα του πανηγυριού, η οποία πολλές φορές γίνεται άλλη ήμερα από την γιορτή της Παναγίας για λόγους καθαρά πρακτικούς, όπως η συμμετοχή περισσότερων σε αυτό και τα περισσότερα γίνονται με πρωτοβουλία πλέον των Πολιτιστικών Συλλόγων που υπακούουν σε άλλα κελεύσματα και ακολουθούν άλλες μόδες καθώς και Τοπικής Αυτοδιοίησης που βλέπει τα πράγματα με το δικό της μάτι. Αυτοί πληρώνουν τα «όργανα» τα οποία κουβαλούν πλέον μαζί τους βαρύ ηλεκτρονικό εξοπλισμό και αυτοί λίγο – πολύ οργανώνουν και το μουσικό πρόγραμμα το οποίο ελάχιστα συνδέει πια με την. παράδοση κι αν αυτό συμβαίνει είναι στημένη. Το φαγητό πια είναι σουβλάκια, σαλάτες και άλλα εδέσματα σουβλατζίδικου σε πλαστικά σκεύη μιας χρήσης, τα ποτά μπύρες σε κουτάκια. Η ιεραρχία που τηρούνταν τα παλιότερα χρόνια δεν υφίσταται σχεδόν καθόλου καθώς τα πλαστικά τραπέζια μπαίνουν, όπως και στους στρατώνες σε παράλληλες σειρές να εξυπηρετήσουν περισσότερο κόσμο.

Η μεγάλη διαφορά πάντως είναι στο μουσικό πρόγραμμα το οποίο ανοίγει συνήθως με παραδοσιακά τραγούδια που χορεύουν οι «επίσημοι» και τα προεδρεία των Συλλόγων και πολύ γρήγορα εξελίσσεται σε ένα μακρύ γαϊτανάκι στο οποίο σηκώνονται να χορέψουν σχεδόν όλοι, ξέρουν δεν ξέρουν χορό και αυτό κρατάει ως το πρωί και την επομένη όλο το χωριό κοιμάται μιας και κανένας σχεδόν δεν έχει τίποτα να ασχοληθεί. Το απόγευμα γίνεται ο οικονομικός απολογισμός από τους διοργανωτές και όλοι βάζουν ιδέες για το επόμενο που στόχο έχει πόσο κόσμο θα μαζέψει και πόσο δια διακριθεί έναντι των άλλων χωριών. Α, και να προλάβουν να κλείσουν κάποια φίρμα του συρμού να εντυπωσιάσουν…   

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 16082022

Σάββατο 13 Αυγούστου 2022

ΑΛΛΟ ΙΔΙΩΤΙΚΑ ΚΙ ΑΛΛΟ ΑΤΣΟΠΑΝΕΥΤΑ ΚΑΤΣΙΚΙΑ…


Έπεσαν από παντού να τον φάνε τον Κρίτωνα Αρσένη που μίλησε για «ιδιωτικά» κατσίκια που ξυρίζουν την βλάστηση της Σαμοθράκης. Γιατί ο βουλευτής του ΜεΡΑ 25 χρησιμοποίησε τη λέξη «ιδιωτικά» αντί για ελεύθερα και «ατσοπάνευτα» χωρίς να ξέρει τι ακριβώς συμβαίνει με αυτού του είδους την κτηνοτροφία και εκτέθηκε για μια ακόμη φορά αποδεικνύοντας ότι έχει μαύρα μεσάνυχτα για το τι συμβαίνει στον ιδιότροπο αυτό χώρο.

Τόλμησε όμως να πει αυτό που οι άλλοι (ποιοι τώρα;) βουλευτές και σύμβουλοι της κυβέρνησης που έχουν ρίζες και εκλέγονται στην επαρχία φοβούνται ακόμη και να το σκεφτούν γιατί τους περιμένει… ο τράγος του κομματάρχη στη γωνία. Ο Κρίτων το τόλμησε (μπορεί και να του ξέφυγε γιατί ανακατεύεται επιπολαίως στα πάντα) χωρίς να γνωρίζει το αντικείμενο καθότι παιδί του κομματικού σωλήνα στερείται παντελώς την εμπειρία με την πραγματικότητα του λαού και κυρίως της υπαίθρου. Τούτο ασφαλώς και δεν ενδιέφερε αυτούς που τον ψήφισαν καθώς με άλλους τρόπους αυτός και ο αρχηγός του Γιάνης γοήτευσαν μέρος του εκλογικού σώματος. Τόλμησε να φέρει στην επικαιρότητα το θέμα των ελεύθερων κατσικιών που λυμαίνονται κυρίως τα νησιά του Αιγαίου καθώς σε αυτά είναι εύκολο να «μαντρωθούν» χωρίς να λαμβάνεται υπ’ όψιν ο αριθμός τους και οι δυνατότητα που έχει κάθε νησί να τα ζήσει. Αλλά με το λεκτικό αυτό ατόπημα ο Κρίτων εκθέτει και πολλούς άλλους συναδέλφους του στο Κοινοβούλιο που κι αυτοί δεν γνωρίζουν πράγματα και στοιχεία του τόπου που εκλέγονται αλλά φροντίζουν τουλάχιστον να μένουν στη σκιά της επικαιρότητας γιατί είπαμε, ο τράγος του κομματάρχη τους περιμένει…
Στη φωτογραφία κατσίκια κάπου στην Ευρυτανία που… τσοπανεύονται, όσο βέβαια μπορεί να το κάνει ακόμη το αφεντικό τους που είναι ένας από τους τελευταίους εναπομείναντες σε αυτόν τον τόπο.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 13082022

Τρίτη 9 Αυγούστου 2022

ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑΣ

 


Δεν μπορείς να το πεις πια χωριό - μια φωλιά σπιτιών είναι δίπλα σε μια ρεματιά που συγκροτούν το Βεναρδάδος λίγο πιο πάνω από τον ονομαστό Πύργο της Τήνου απ’ όπου προήλθαν πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες, κυρίως γλύπτες που τίμησαν με το παραπάνω αυτή την σπουδαία τέχνη. Υπήρξαν καιροί που το Βερναρδάδος ήταν γεμάτο κόσμο που οι περισσότεροι δούλευαν στα γύρω λατομεία μαρμάρου και την επεξεργασία τους. Οι καιροί αυτοί πέρασαν, όπως παντού εξάλλου στην χώρα μας και ο μικρό χωριό χωρίς ανθρώπους σιώπησε, μόνο λίγοι κατοικούν πια σε αυτό όλο το χρόνο και όσο περνούν τα χρόνια λιγοστεύουν κι εκείνοι που έχουν θύμισες από τον παλιό καιρό.

H ζωγράφος Κωνσταντίνα Συλίκου που σχεδίασε και επιμελήθηκε την έκθεση στο πλυσταριό του Βερναράδου δείχνει μια φωτογραφία από την εποχή που αυτό λειτουργούσε. 


Για να μην ξεχαστούν αυτοί οι χρόνοι, ο δραστήριος σύλλογος του χωριού «Άγιος Ιωάννης Θεολόγος» που φέρει το όνομα της εκκλησίας του χωριού Αϊ – Γιάννη  του Θεολόγου, διοργάνωσε φέτος έκθεση φωτογραφίας με τίτλο «Οι ρίζες μας» αφιερωμένη στους προγόνους των Βεναρδαδιτών και την κληρονομιά τους. Η έκθεση η οποία σχεδιάστηκε και επιμελήθηκε η ζωγράφος Κωνσταντίνα Συλίκου περιλαμβάνει φωτογραφίες από το Βεναρδάδο τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα με πρόσωπα κυρίως σε διάφορες στιγμές της οικογενειακής και κοινοτικής ζωής. Κάποιες απ’ αυτές τις φωτογραφίες στόλισαν το ημερολόγιο του Συλλόγου το 2020 αλλά από τότε συγκεντρώθηκαν και άλλες και τυπωμένες σε μεγάλο μέγεθος αυτές τις ημέρες εκτίθενται σε διάφορα σημεία του χωριού. Το ιδιαίτερο στην περίπτωση είναι ότι επιλέχθηκε να εκτεθούν στα σημεία που είχαν τραβηχτεί πολλά χρόνια πριν και τούτο προκαλεί περισσότερο το ενδιαφέρον καθώς οι απουσίες γίνονται πιο αισθητές και οι συγκρίσεις αναπόφευκτες. Ακόμη, οι φωτογραφίες όπως έχουν απλωθεί στο χωριό αποτελούν έναν οδηγό για την ιστορία του και σε αυτό μπορούν να βοηθήσουν όποιον ενδιαφέρεται και τα μέλη του δραστήριου συλλόγου.








Ενδιαφέρον προκαλούν οι φωτογραφίες σε μια κλειστή πόρτα που από πάνω της υπάρχει η ταμπέλα «Ταβέρνα – Το Ξημέρωμα». Στο Βερναρδάδο δεν λειτούργησε ποτέ ταβέρνα αλλά οι χωριανοί επέλεξαν αυτό το χώρο για να συγκεντρώνονται μετά τον κόπο της ημέρας και μετά την λειτουργία της Κυριακής. Εκεί έφερνε ο καθένας από το σπίτι του ότι είχε, άλλος κρασί, άλλος ρακί, ψωμί, τυρί, καρπούς, φρούτα και κάθονταν και απολάμβαναν την παρέα ενώ πολλές φορές τους διασκέδαζε το «Ραδιόφωνο» ο Μάρκος Συλίκος που τραγουδούσε πολύ όμορφα τα πάντα και γι’ αυτό τον έλεγαν έτσι. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν επίσης οι φωτογραφίες που είναι αναρτημένες στο σώμα του παλιού πλυσταριού στη ρεματιά, ενός μνημείου της κοινωνικής ζωής του Βερναρδάδου αλλά και αρχιτεκτονικό κόσμημα που σώζεται ακέραιο και προκαλεί να ξαναπάρει ζωή. Στο πλυσταριό ο επισκέπτης μπορεί επίσης να δει την εικαστική παρέμβαση της Πηνελόπης Γαΐτη με τίτλο «Γέννα, μια αέναη επιστροφή» που εντάσσεται στη σειρά εκδηλώσεων «Ιστορίες Νερού» που γίνονται το φετινό καλοκαίρι σε όλη την  Τήνο. Λίγο πιο πάνω από το πλυσταριό βρίσκεται ένας ωραίος σπάνιας κατασκευής περιστερώνας σε σχήμα γάμα τον οποίο ο Σύλλογος κατάφερε να βρει τον ιδιοκτήτη του και τον ανακαίνισε υποδειγματικά.













Η έκθεση των φωτογραφιών στο Βερναρδάδο στο κτίριο που ήταν κάποτε σχολείο μπροστά στη μεγάλη πλατεία εγκαινιάστηκε στις 21 Ιουλίου, παραμονή της εορτής της Αγίας Μαρκέλλας, εικόνα της οποίας φυλάσσεται στο χωριό και τελείται εσπερινός στη χάρη της. Θα διαρκέσει μέχρι τα τέλη του Αυγούστου ενώ υπάρχει σκέψη να παραταθεί καθώς το ενδιαφέρον τόσο των συγχωριανών όσο και των επισκεπτών είναι έντονο.

Για τα επόμενα χρόνια, όπως μας είπε η Κωνσταντίνα Συλίκου έχουν προγραμματίσει να κάνουν εκθέσεις αφιερωμένες στους Βερναρδαδιανούς μαρμαργλύπτες καθώς κάθε οικογένεια έχει έναν η δύο καθώς και στην σπουδαία χορεύτρια κλασικού μπαλέτου Λιλή Μπερδέ. Τους ευχόμαστε καλή επιτυχία…

ΑΘΗΝΑ, 09082022

Κυριακή 7 Αυγούστου 2022

ΕΝΑΣ «ΑΟΡΑΤΟΣ» ΤΟΙΧΟΣ ΥΠΟΝΟΜΕΥΕΙ ΤΟ ΧΩΡΙΟ

 


Αυτοί που σε κάποια αμνημόνευτη εποχή ίδρυσαν το χωριό μας επέλεξαν ένα προσήλιο και με καλή θέα σημείο σε κάποια πλαγιά του Τυμφρηστού που είχε νερά κι εκεί, αφού πάλεψαν με το δάσος πολλά χρόνια κατάφεραν να το περιορίσουν. Ακολουθώντας το ανάγλυφο της περιοχής έφτιαξαν κήπους και χωράφια και σιγά – σιγά έχτισαν σπίτια, εκκλησία και σχολείο, δημιουργώντας έτσι μια μικρή αλλά ακμαία ορεινή κοινότητα που στοιχεία για την ύπαρξή της έχουμε αρκετά μόνο από τα τελευταία 200 περίπου χρόνια.  

Σύμφωνα με το ανάγλυφο της περιοχής έγιναν και οι δρόμοι και τα μονοπάτια που επικοινωνούσαν μεταξύ τους οι χωριανοί και αυτό κράτησε μέχρι που η εξέλιξη τους υποχρέωσε να δώσουν από εκεί που θα περνούσε ένα κομμάτι γης για να έρθει το αυτοκίνητο στο χωριό. Η πρώτη διάνοιξη έγινε το 1950 με τσαπιά και φτυάρια από άνδρες και γυναίκες του χωριού και ακολουθώντας για ευκολία το ανάγλυφο πέρασε από το κάτω μέρος του χωριού και συνέχισε για τα επόμενα, Μερκάδα, Μαυρίλο και Ευρυτανία.

Ο δρόμος αυτός όμως δεν περνούσε από το κέντρο του χωριού, την εκκλησία δηλαδή και τα μαγαζιά και πολύ σύντομα, το 1957 χάρη και στις ενέργειες του συγχωριανού μας υπουργού Ευάγγελου Καλαντζή, έγινε καινούργια χάραξη έξω από το χωριό και ο δρόμος πέρασε και από εκεί. Για να γίνει όμως αυτό χρειάστηκε να γίνουν μεγάλοι πέτρινοι τοίχοι στους οποίους εργάστηκαν πάλι οι συγχωριανοί.  Έτσι άλλαξε εικόνα και το χωριό και όποιος περνάει σήμερα από αυτό δεν μπορεί να υποπτευθεί ότι ο δρόμος κρατιέται από αυτούς τους τοίχους οι οποίοι φαίνονται πλέον καθαρά μόνο πάνω από την εκκλησία.

Αυτοί οι «αόρατοι» από την βλάστηση πια τοίχοι, όπως και κάθε άλλο πράγμα στο χωριό και τον κόσμο έχουν γεράσει. Κι όταν λέμε ένας τοίχος έχει γεράσει, εννοούμε πως οι φυσικές δυνάμεις, τα νερά και ο πάγος καθώς και οι ρίζες των δέντρων τους έχουν αποσαθρώσει και σε πολλά σημεία άρχισαν να πέφτουν οι πέτρες και σε λίγα χρόνια είναι βέβαιο πως θα διαλυθεί και κατά συνέπεια, θα καταρρεύσει και ο δρόμος και αυτό σίγουρα θα παρασύρει και κάποια σπίτια. Ειδικά ένας πλάτανος πάνω από την εκκλησία που αφέθηκε να μεγαλώσει μέσα στον τοίχο δίπλα στο καμπαναριό, τον έχει διαλύσει.


Το φαινόμενο γνωρίζουν καλά οι χωριανοί, έχουν ενημερώσει καταλλήλως τον Δήμο Μακρακώμης (με έδρα την Σπερχειάδα παρακαλώ) αλλά είναι από εκεί δεν δόθηκε καμιά προσοχή. Είπαν θα κάνουν μελέτες, θα δρομολογήσουν έργα για την συντήρηση του τοίχου αλλά μέχρι σήμερα τίποτα. Οι πέτρες συνεχίζουν να πέφτουν και δεν αποκλείεται στην πρώτη μεγάλη κακοκαιρία να σωριαστεί ο τοίχος και το χωριό να εξυπηρετείται πια από τον κάτω δρόμο. Τότε φυσικά και θα είναι πολύ αργά, γιατί ένα έργο σαν αυτούς τους τοίχους δεν γίνεται μια φορά και τελειώνει αλλά συντηρείται διαρκώς για να είναι λειτουργικό.

Το ξέρουν αυτό στο Δήμο που είναι υπεύθυνος πια για κάθε τι, αλλά όπως φαίνεται δεν τους ενδιαφέρει να προωθήσουν το έργο ή δεν μπορούν να προβάλλουν την ανάγκη του στις σχετικές υπηρεσίες και της πηγές των πόρων. Αντ’ αυτού, ακολουθώντας τον συρμό και τα συμφέροντα που προωθούν σε μικρές και μεγάλες πόλεις τις αναπλάσεις των πλατειών και την δημιουργία παιδικών χαρών, το ενδιαφέρον για έναν τοίχο μοιάζει τουλάχιστον αναχρονισμός…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 07082022