Σάββατο 27 Απριλίου 2019

ΟΙ ΕΝΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΑΣ




Είναι τούτες οι ημέρες που η Αθήνα, ειδικά η παλιά Αθήνα του 19ου αιώνα  που περιορίζονταν γύρω από την Ακρόπολη στην Πλάκα και στο λεγόμενο σήμερα ιστορικό κέντρο που ανασταίνεται για μια ολόκληρη εβδομάδα, την Μεγάλη Εβδομάδα και σταυροκοπιέται στα εκκλησάκια που βρίσκονται εκεί, από αιώνες πριν χτισμένα.

Όντως παρατηρείται αυτές τις ημέρες μια ιδιαίτερη αύξηση του εκκλησιάσματος στις παλιές εκκλησίες της Πλάκας κυρίως και τούτο οφείλεται βέβαια στην ευλάβεια αλλά από την άλλη αποτελεί και έναν προορισμό, όπως λένε οι τουριστικοί οδηγοί της πόλης που απευθύνονται στους τουρίστες και πολλοί απ’ αυτούς παρακολουθούν τις τελετές. Είναι ελάχιστοι όμως μπροστά στο πλήθος των Αθηναίων που πλημμυρίζουν τις εκκλησίες και κατόπιν τα εστιατόρια της περιοχής για ένα νηστίσιμο δείπνο καθώς κι αυτό έγινε ένα αναπόσπαστο κομμάτι της χαρμολύπης που χαρακτηρίζει την Μεγάλη Εβδομάδα.

Το φαινόμενο του εκκλησιασμού στην Πλάκα και στις εκκλησίες του κέντρου της πόλης δεν είναι καινούργιο. Ανέκαθεν αυτά τα μοναδικά εκκλησάκια από τα οποία τα περισσότερα θάφτηκαν κάτω από τεράστιες πολυκατοικίες ήταν χώροι προσκυνήματος από τους ενορίτες – όσο υπήρχαν βέβαια στη γειτονιά- αλλά και από τους εργαζόμενους στην περιοχή γιατί εκεί χτυπούσε και η καρδιά του εμπορίου και το λεγόμενο εμπορικό κέντρο σήμερα ήταν το σημείο που συναντιόνταν όλες οι γενιές των Αθηναίων. 

Το εμπόριο ήταν αυτό που εκτόπισε σιγά – σιγά και τους κατοίκους του κέντρου και τα σπίτια έγιναν καταστήματα και ορισμένα απ’ αυτά πρόλαβαν να γίνουν και πολυκατοικίες που στέγασαν γραφεία και εργαστήρια μέχρι που ήρθε η μόδα των καφενείων και των άλλων καταστημάτων εστίασης για να υποχρεώσουν τα περισσότερα εμπορικά σε κλείσιμο. Τώρα ήρθε ο τυφώνας που λέγεται arnb (βραχυχρόνιες μισθώσεις) που προκαλεί νέες αναδιατάξεις στην πόλη και επιβάλλει μια καινούργια τάξη στην ανθρωπογεωγραφία της η οποία και επηρεάζει κυρίως τους γηγενείς ή όσους αισθάνονται έτσι, είτε αυτοί ζουν ακόμη στο κέντρο της πόλης είτε κρατάνε με αυτή μια νοερή σχέση μέσω των ενοριών που συγκροτούν γύρω από κάποιες εκκλησίας ομάδες ανθρώπων από διάφορα άλλα μέρη.

Αυτές οι φαντασιακές ενορίες είναι που τούτες τις ημέρες ανασταίνουν με τον τρόπο τους, την παλιά γειτονιά της πόλης και οι ενορίτες αν και προερχόμενοι από διάφορα άλλα σημεία, συναντούνται πιο τακτικά και αναλαμβάνουν ρόλους που κάποτε τους είχαν οι άνθρωποι της γειτονιάς. Καθαρίζουν τις εκκλησίες, τις στολίζουν με στόχο να έχουν και τον καλύτερο επιτάφιο την Μεγάλη Παρασκευή καθώς πάντα γίνεται ένας άτυπος διαγωνισμός και φυσικά να έχουν την πιο λαμπρή ανάσταση από τους άλλους γιατί όπως και να έχει, όπου και να ζουν τις άλλες μέρες, το Πάσχα του ζουν στην ενορία της καρδιάς τους…    

ΑΘΗΝΑ, 27042019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", 26042019, σελ. 22.     

Κυριακή 21 Απριλίου 2019

Ο ΓΑΤΟΣ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟ ΤΖΑΜΙ




Η τελευταία φορά που βρέθηκε στο δρόμο ένας γάτος ο οποίος δείχνει να βαριέται αφόρητα την μονότονη ζωή του πίσω από το τζάμι ασφαλείας ενός παραθύρου σε ημισόγειο γραφείο που βλέπει στην οδό Σόλωνος μπορεί να ήταν όταν τον μάζεψαν από κάποια γωνία ή στο πάρκο που τον παράτησαν όταν ήταν γατάκι. Κάποιος ή κάποια  που δεν μπόρεσε να μοιράσει σε γνωστούς και φίλους τα γατάκια που έφερε στον κόσμο η γάτα τους έθεσε με αυτό τον τρόπο εγκατάλειψης σε δοκιμασία τα φιλόζωα αισθήματα των περαστικών από εκείνο το σημείο. Γίνονται κι αυτά και αποτελούν μέρος της σχέσης που έχουμε ο ένας και ο άλλος με τα ζώα και δεν έχουμε ακριβώς εκτιμήσει τις υποχρεώσεις και τις συνέπειες κυρίως που προκύπτουν από την συγκατοίκηση με ένα δεσποζόμενο ζώο.

Έτσι ο κιτρονοκεφετί γάτος της βιτρίνας δεν πρόλαβε να εξελιχθεί σε έναν ακόμη αδέσποτο γάτο και να βρήκε στέγη, φαγητό και στοργή και ως ήταν επόμενο αποκόπηκε παντελώς από τη ζωή της πόλης στους δρόμους και στις πλατείες. Στην περίπτωση που εξελίσσονταν ως αδέσποτος σίγουρα θα ζούσε όσο το επέτρεπαν οι συνθήκες σε τίποτα ερειπωμένα σπίτια·  δεν θα είχε και κανέναν στο κεφάλι του να τον ζαλίζει με υποχρεώσεις κατοικιδίου και φυσικά ούτε χάδια και παιχνίδια. Βρέθηκε όμως σε ένα ζεστό και καθαρό σπίτι, δέχθηκε –δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς εξάλλου- ιατρικές φροντίδες, εμβολιασμούς και σίγουρα και τη στέρηση της γονιμοποιητικής ικανότητάς του. Δηλαδή δεν θα μπορούσε να γίνει πατέρας και οι θηλυκές γάτες αν συναντούσε καμιά φορά δεν θα είχαν γι’ αυτόν καμιά διαφορά από τις λούτρινες της κυράς του και θα έπαιζαν μαζί μόνο αθώα παιχνίδια. Τούτο είναι και το πιο βασικό για την συμπεριφορά του και ποτέ δεν φαντάστηκε πως θα μπορούσε, όταν βρει μια ευκαιρία, να ξεπορτίσει και να αρχίσει να αναζητά θηλυκές γάτες στο παρκάκι και να επιστρέψει σπίτι όταν τελειώσουν οι χειμωνιάτικοι έρωτες των γάτων μαδημένος, ματωμένος και τα αυτιά του να κρέμονται λωρίδες στο κεφάλι του.

Ο γάτος της βιτρίνας αγνοεί τι πραγματικά γίνεται έξω από το τζάμι που τον χωρίζει από τον κόσμο που  περνά όλη τη μέρα πάνω κάτω στη Σόλωνος. Καθότι περίεργος, σίγουρα θα έσκυψε να δει τι κολλούσε κάποιος στον τοίχο της πολυκατοικίας αλλά και να ήξερε γράμματα δεν μπορεί από τη θέση που είναι η αφίσα να διαβάσει το μήνυμα. Το μήνυμα της αφισέτας: «Ξύπνα τον γίγαντα που έχεις μέσα σου» αφορά εκτός απ’ αυτούς που αναζητούν την βελτίωση των ικανοτήτων τους και την ανακάλυψη των κρυφών πτυχών της ψυχής τους που διοργανώνει κάποια φιλοσοφική ομάδα φυσικά και τον ίδιο τον γάτο, ο οποίος θα μπορούσε να παρακολουθήσει και χωρίς να ξέρει γράμματα το σχετικό σεμινάριο. Το ζήτημα για τον γάτο όμως είναι ότι από τη θέση που βρίσκεται πίσω από το τζάμι ασφαλείας δεν μπορεί να το δει και το χειρότερο, όσοι περνάνε απ’ έξω και το διαβάζουν δεν μπαίνουν στον κόπο να τον πληροφορήσουν γιατί τον θεωρούν τελειωμένο από τη ζωή που τον υποχρέωσαν να κάνει σε ένα σπίτι και όχι στους δρόμους της πόλης.   



ΑΘΗΝΑ, 21042019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", 17042019. σελ. 37.

Τετάρτη 17 Απριλίου 2019

ΤΑ ΟΡΓΩΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΠΡΙΛΗ ΛΙΓΟΣΤΕΥΟΥΝ


Ο Νίκος Σαρόγλου οργώνει κήπο στη Μεγάλη Κάψη Δυτικής Φθιώτιδας και είναι φέτος η 26 φορά που το κάνει από τότε που το τελευταίο όργωμα είχε γίνει με ένα ζευγάρι μουλάρια.

Καθώς ανοίγει για τα καλά ο καιρός και στεγνώνει η γη από τις βροχές και τα χιόνια, τις πρώτες ημέρες του Απρίλη αρχίζουν παντού τα οργώματα των κήπων: στον κάμπο, στα βουνά και στα νησιά. Αυτή την αισιόδοξη όμως ενέργεια την παρατηρούσαμε μέχρι πριν από καμιά δεκαριά χρόνια που ήταν και τα τελευταία της πλαστής ευμάρειας η οποία ενίσχυσε με κάθε τρόπο την εγκατάλειψη της υπαίθρου και οι λειτουργοί της, η παλιά γενιά των Ελλήνων η οποία, καθώς αποσύρεται στο επέκεινα αφήνει πίσω της μια έρημη χώρα.

Τα πρώτα χρόνια της κρίσης ήταν αρκετοί εκείνοι που η αποδιοργάνωση της ζωής τους και η απελπισία που τους κυρίευε, τους οδηγούσε  να αφήσουν τις πόλεις, άλλοι για πάντα κι άλλοι μόνο για την θερινή περίοδο και από τις πρώτες ενέργειες της εγκατάστασής τους, ακούγοντας τις φωνές των προγόνων τους,  ήταν να φτιάξουν κήπους για να έχουν εξασφαλισμένη τουλάχιστον τα λαχανικά και τα όσπριά τους. Έτσι, κάποια χωράφια που είχαν να νιώσουν πολλά χρόνια το υνί στην πλάτη τους, σκιρτούσαν τέτοιες ημέρες από την θεία πράξη που λέγεται όργωμα και περίμεναν να πέσει ο σπόρος στο αφράτο χώμα να τον πολλαπλασιάσουν – ανάλογα βέβαια με τη φροντίδα και την πείρα των καλλιεργητών. 


Τον κήπο ο Νίκος Σαρόγλου τον γνωρίζει πολύ καλά αλλά δεν γίνεται να μην δώσει προσοχή και στις οδηγίες της κυρά Κούλας που τον ξέρει ακόμη καλύτερα αφού τον φυτεύει συνέχεια από το 1942 μέχρι σήμερα!   

Η πείρα ήταν ένα ζήτημα που λίγο – πολύ είχαν σαν μνήμη από τα παιδικά και εφηβικά τους χρόνια καθώς δεν ήταν και πολλές οι δεκαετίες που εγκατέλειψαν τα χωριά και την ύπαιθρο να μαζευτούν στην Αθήνα. Όλοι θυμόνταν το σκάψιμο, το σκάλισμα, το θέρισμα αλλά λίγοι ήταν ικανοί να φέρουν σε πέρας αυτές τις δουλειές καθώς ξέμαθαν τα χέρια τους ενώ η ηλικία δεν τους επέτρεπε και πολλές ώρες εργασία. Στα εξοχικά σπίτια που είχαν εξελιχθεί πια τα πατρογονικά ή στα καινούργια που έχτισαν γιατί δεν χωρούσαν, δεν υπήρχαν τα απαραίτητα εργαλεία καθώς κάποια απ’ αυτά έγιναν διακοσμητικά στα σαλόνια ενώ τα άλλα ήταν εντελώς ακατάλληλα για τις δουλειές που απαιτεί σήμερα καλλιέργεια. Έτσι υποχρεώθηκαν να πάρουν καινούργια τσαπιά, φτυάρια, τσουγκράνες, κλαδευτήρια, πριόνια, λάστιχα ποτίσματος, ένα σωρό εργαλεία για να κάνουν τη δουλειά τους και το κεφάλαιο που διέθεσαν δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητο. Το είδαν όμως σαν επένδυση που θα αποδώσει με τα χρόνια χάρη στα προϊόντα που θα παρήγαγαν.
Ήταν μια περίοδος εκείνη, πριν από οχτώ – δέκα χρόνια που πολλοί πίστεψαν πως θα ζωντάνευε η ύπαιθρος χώρα και ειδικά τα ορεινά χωριά αλλά καθώς περνούσαν τα καλοκαίρια, τούτο αποδείχθηκε πως ήταν αναλαμπή που σιγά - σιγά αποδυναμώθηκε και κοντεύει πλέον να σβήσει. Δεν έφταιγαν οι άνθρωποι, αυτοί ξεκίνησαν με ενθουσιασμό την επαναποίκηση της υπαίθρου αλλά η σειρά τους για δημιουργία είχε περάσει προ πολλού και όπου επέστρεψαν απλά αύξησαν με την παρουσία τους τον πληθυσμό των χωριών τα καλοκαίρια γιατί όπως αποδείχθηκε τους χειμώνες έφευγαν πάλι για τις πόλεις αφού οι συνθήκες δεν ευνοούσαν την επιβίωσή τους και δεν διακινδύνευαν την υγεία τους σε κάποια απρόσιτα χωριά στην ορεινή Ελλάδα ή στα νησιά που αποκλείονται το χειμώνα.   


Ο Νίκος έμαθε να οργώνει πρώτα με μουλάρια και μετά με τρακτέρ. Αυτή του η εμπειρία είναι και ένα από τα πλεονεκτήματά του καθώς δείχνει τον ίδιο σεβασμό και προσοχή όπως παλιά στο χωράφι και η διαφορά από τότε με σήμερα είναι πως το κάνει σε λιγότερο χρόνο.

Στη δεκαετία που πέρασε από εκείνη την εποχή και καθώς οι περισσότεροι που γύρισαν στα χωριά για να ζήσουν καλύτερα ήταν ηλικιωμένοι, αρκετοί απ’ αυτούς έφυγαν να ξεκουραστούν για τα καλά πλέον στους ουρανούς αφήνοντας έρημα πάλι τα χωράφια και τα κήπια που επιχείρησαν να αναστήσουν. Οι απόγονοι αυτών των ανθρώπων κανένα δεν έδειξαν ενδιαφέρον για τη συνέχεια και όσοι πηγαίνουν ακόμη τα καλοκαίρια στα χωριά τους προμηθεύονται ότι θέλουν από τα μεγάλα καταστήματα των πόλεων και έχουν πάψει πια να αναφέρονται με καλά λόγια στα προϊόντα που βγάζει ο τόπος τους γιατί αφ’ ενός δεν υπάρχουν αφού δεν καλλιεργούνται αλλά και γιατί οι συνήθειές τους ήταν πολύ πιο διαφορετικές από των γονιών τους και με κανένα λόγο δεν επιθυμούν να τις αλλάξουν. 


Τελειώνοντας αυτό τον κήπο που προορίζεται να φυτευτεί πατάτες ο Νίκος θα φρεζάρει πρώτα και την άλλη εβδομάδα θα οργώσει τον άλλο από κάτω για να μπουν φασόλια.
 

Πάνω κάτω έτσι περιγράφεται η κατάσταση σχετικά με τον κύκλο των εργασιών στα χωράφια και τα κήπια που ανοίγει αυτές τις ημέρες στα περισσότερα ημιορεινά χωριά. Όσα προαναφέρθηκαν εξηγούν πολύ καλά την δραματική μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων. Οι λίγοι που έχουν απομείνει και θέλουν να φτιάξουν κήπια αντιμετωπίζουν διάφορα προβλήματα: άλλα που έχουν να κάνουν με την ανύπαρκτη πλέον βοήθεια από κάποιους που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν, επ’ αμοιβή βέβαια, καθώς είναι ελάχιστοι οι δυνάμενοι  να προσφέρουν έργο που έχουν απομείνει στα χωριά. Για ένα διάστημα τη δουλειά αυτή την έκαναν αλλοδαποί, από την Αλβανία κυρίως προερχόμενοι οι περισσότεροι αλλά κι αυτοί σιγά – σιγά λιγόστεψαν γιατί μειώθηκαν τα μεροκάματα κι έτσι πια ένας ηλικιωμένος το σκέφτεται να βάλει μπροστά χωρίς την βοήθεια κάποιου που θα επιστράτευε για τις δύσκολες και βαριές δουλειές που δεν μπορεί να κάνει αυτός ενώ το όργωμα μιας και δεν υπάρχουν πια διαθέσιμα μουλάρια κάποιος που είχε τρακτέρ πάντα θα βρίσκονταν να οργώσει το χωράφι μιας και μια τέτοια δουλειά δεν βγαίνει με το τσαπί.   


Τελειώνοντας το όργωμα ακολουθεί μια ψιλοκουβέντα της κυρά Κούλας με τον Νίκο ο οποίος εκτός από τις ευχαριστίες, ακούει και τα σχέδιά της ως προς αυτά που προτίθεται να φυτέψει.  
 Άλλα ζητήματα επίσης που αναδεικνύονται από την αποψίλωση της υπαίθρου είναι ο καθαρισμός των δρόμων που οδηγούν στα χωράφια καθώς οι κατά τόπους δημοτικές αρχές δεν διαθέτουν τα μηχανήματα για μεμονωμένες περιπτώσεις ή τα αυλάκια που απαιτούν τη συμμετοχή πολλών στον καθαρισμό τους. Κοντά σε αυτά έχουν να αντιμετωπίσουν και το πλήθος των άγριων ζώων που κυκλοφορούν πλέον και μέσα στα χωριά τα οποία καθώς δεν έχουν και πολλές επιλογές πλέον, ρημάζουν κυριολεκτικά όποιον κήπο πατήσουν.  

Αυτές τις σκέψεις έκανα πριν από λίγες ημέρες στο χωριό βλέποντας τον γείτονά μας Νίκο Σαρόγλου, (με ρίζες από την Μικρά Ασία που παντρεύτηκε ως Μακεδών την Ελευθερία Λουκοπούλου) να οργώνει έναν κήπο της μάνας μου. Ο Νίκος είναι ένας από τους λίγους μονίμους κατοίκους της Μεγάλης Κάψης ο οποίος διαθέτει και το μεγάλο εργαλείο που λέγεται τρακτέρ και με αυτό οργώνει όπου του ζητήσουν οι συγχωριανοί τα χωράφια τους  και είναι ένας από τους ανθρώπους που συμμετάσχουν δυναμικά εδώ και πολλά χρόνια σε τούτη τη μέγιστη πράξη της δημιουργίας των τελευταίων κήπων στα χωριά του Ανατολικού Τυμφρηστού και στα χωριά της βόρειας Ευρυτανίας και αυτά κοντά στο Καρπενήσι.

Ο Νίκος τα προηγούμενα χρόνια έτρεχε και δεν προλαβαίνει να οργώσει, όχι μόνο τους μικρούς κήπους που παραδοσιακά καλλιεργούσαν οι γερόντισσες στο χωριό τα λαχανικά και τα όσπριά τους, αλλά και χωράφια που είχαν παρατήσει εδώ και τριάντα χρόνια κι έτσι μεταξύ των άλλων, ήταν ο άνθρωπος που δυναμικά συνέβαλλε στην αλλαγή του τοπίου που πολλοί πιστέψαμε τότε ότι άρχιζε  να αποκτά ζωή και σταδιακά θα μας μετέφερε σε εικόνες της δεκαετίας του ’60, τότε που στην περιοχή δεν υπήρχε ούτε ένα μέτρο γης ακαλλιέργητο και ούτε ένα χωράφι χωρίς την ανθρώπινη φροντίδα.

Θα ήταν αδύνατο να γίνουν πια κήποι από τότε που δεν υπάρχουν μουλάρια στα χωριά και το τρακτέρ του Νίκου Σαρόγλου αποδεικνύεται το πιο πολύτιμο μηχάνημα στην περιοχή. 

Δεν ήρθαν όμως έτσι τα πράγματα κι ο Νίκος έβλεπε χρόνο με το χρόνο να μειώνονται τα οργώματα και φυσικά οι δουλειές του. Δεν το βάζει όμως κάτω, συντηρεί ικανοποιητικά το τρακτέρ του και είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να βάλει τη φρέζα και το υνί και να ξεκινήσει αυτός πρώτος τον κύκλο της ετήσιας παραγωγής για ένα χωράφι ή ένα κήπο. Το τρακτέρ του Νίκου Σαρόγλου είναι το πιο πολύτιμο μηχάνημα στην περιοχή μας και ανεξάρτητα αν το έχουμε ανάγκη ή όχι, το καμαρώνουμε, παινεύουμε τον άξιο χειριστή και ευχόμαστε να γίνει κάτι και του χρόνου να οργώσει όλα τα χωράφια του χωριού μας!
ΑΘΗΝΑ, 17042019. Περιοδικό "Κυνήγι - Δημοκρατία", σελ. 14 - 17.

Τρίτη 16 Απριλίου 2019

ΤΙ ΜΟΝΜΑΡΤΗ, ΤΙ ΕΞΑΡΧΕΙΑ


Γράφιτι στην οδό Τζαβέλα: «Είμαστε εδώ και αν δεν μας βλέπετε σας το θυμίζουμε». 

Στα Εξάρχεια, μια παλιά γειτονιά της Αθήνας δίπλα στην πολύβουη Ομόνοια και κοντά σε μεγάλες πανεπιστημιακές σχολές, το Πολυτεχνείο και το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο από τα μέσα του προηγούμενου αιώνα άνθισαν πολλά στέκια στα οποία οι διαφορετικές αντιλήψεις για την ζωή, την κοινωνία και την τέχνη εύρισκαν εύκολα ακροατήριο. Οι νέοι και οι φοιτητές που σύχναζαν εκεί είχαν χρόνο αλλά και διάθεση να ασχοληθούν με πράγματα που δεν προλάβαιναν οι άλλοι άνθρωποι που κυνηγούσαν το μεροκάματο.

Έτσι χτίστηκε στην αντίληψη πολλών από τους Αθηναίους, κυρίως των νέων που διακατέχονταν από ποικίλες ανησυχίες πως εκεί μπορούσε όποιος ήθελε να βρει βιβλία, περιοδικά, να ακούσουν μουσικές που σε άλλες γειτονιές ούτε καν κυκλοφορούσαν και φυσικά να περάσουν και κάποιες ώρες στα καφενεία και στις ταβέρνες που έβριθαν εκείνα τα χρόνια και στις οποίες σύχναζαν οι εργαζόμενοι στην περιοχή και ο φοιτητόκοσμος.

Την κίνηση επίσης στα Εξάρχεια συντηρούσαν και αύξαναν τα δεκάδες τυπογραφεία, τα ατελιέ γραφικών τεχνών και φυσικά οι εκδοτικοί οίκοι και τα βιβλιοπωλεία που γνώρισαν μεγάλες δόξες από την μεταπολίτευση και δώθε. Ακόμη, στα Εξάρχεια, τη Νεάπολη και το διπλανό Κολωνάκι έμειναν και κυκλοφορούσαν πολλοί άνθρωποι που ξεχώρισαν στις πνευματικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες και η παρουσία και η συναναστροφή μαζί τους σε διάφορους χώρους ενθουσίαζε πολλούς φιλόδοξους νέους με καλλιτεχνικές τάσεις.   

Αυτή η εντύπωση ήταν που έδωσε στο παρελθόν και τον χαρακτηρισμό «Μονμάρτη της Αθήνας» στα Εξάρχεια. Υπήρξε μια περίοδος, στις αρχές της δεκαετίας του ‘80 κατά την οποία δεν έμεινε κανένα στέρεο παλιό σπίτι που να μην μετατραπεί σε μπαρ ή σε μουσική σκηνή κι σε αυτά ξενύχτησε και διασκέδασε όλη η Αθήνα μέχρι που άλλαξαν οι συνήθειες και άρχισε να αναπτύσσεται του Ψυρρή, ο Κεραμεικός, το Γκάζι και άλλες γειτονιές.
Δεν ήταν όμως μόνο αυτή η αιτία που άρχισαν αν χάνουν την αίγλη τους ως χώρος καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων τα Εξάρχεια αλλά και η επικράτηση διάφορων στοιχείων –«αναρχικούς» τους βάφτισαν τα ΜΜΕ και με αυτούς του συνέδεσε όλη η Ελλάδα και ο κόσμος παραπέρα. Πίσω όμως από το πολιτικό πρόσημο που επιπόλαια αποδέχθηκαν όλοι για τους «αναρχικούς», αυτό ήταν η επιφάνεια κάτω από την οποία κρύβονταν η παραβατικότητα και η οποία εκφράστηκε και εξελίχθηκε με πολλούς τρόπους ενώ κάποιοι πολιτικοί κύκλοι είχαν αναλάβει να τους δίνουν άλλοθι για πολλές από τις πράξεις τους.  

Η απογοήτευση από τους κατοίκους και τον κόσμο που κινείται και εργάζεται στα Εξάρχεια αυξήθηκε πολύ τα τελευταία χρόνια και για τους περισσότερους έγινε απελπισία καθώς τίποτα εκεί δεν λειτουργεί πλέον κανονικά, περισσεύει ο φόβος, η παρανομία και η βρωμιά σε κάθε σημείο τους. Ως «Μονμάρτη των Αθηνών» βλέπουν τα Εξάρχεια μόνο όσοι δεν θέλουν να αντιληφθούν ότι αυτά αποτελούν μια μαύρη τρύπα στην καρδιά της πόλης και όσους βολεύει να λένε τέτοιες ανοησίες από αφέλεια ή από άγνοια της πραγματικότητας. Η υπουργός Κατερίνα Παπακώστα που έγραψε προχθές αυτό, είναι χαρακτηριστική περίπτωση που συνδυάζει εκτός από τα προηγούμενα και την σκοπιμότητα αλλά ως φαίνεται δεν ξέρει απ’ αυτά τα παιχνίδια των συντρόφων που της έδωσαν την καρέκλα... 

 

ΑΘΗΝΑ, 16042019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 37

Παρασκευή 12 Απριλίου 2019

ΕΝΑ ΛΑΜΠΡΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΓΙΑ ΤΑ ΑΓΡΑΦΑ




Κοντεύει ένας αιώνας από τότε που στο Καροπλέσι, ένα μεγάλο και δυνατό χωριό του Νομού Αιτωλοακαρναίας – Ευρυτανίας και Καρδίτσας σήμερα, κάποιοι φωτισμένοι άνθρωποι έκαναν την δική τους έφοδο στον ουρανό στων Αγράφων και έκαναν το χωριό τους παράδειγμα για όλη την ορεινή Ελλάδα! Δημιούργησαν την «Φιλοπρόοδο Ένωση Καροπλεσίου Αγράφων» που αποτέλεσε έναν σημαντικό σταθμό της νεότερης ιστορίας των Αγράφων και ενέπνευσε το μετέπειτα κίνημα της εθνικοαπελευθερωτικής αντίστασης η οποία μπορεί να αποτελέσει και σήμερα έναν πλοηγό για μια άλλη πρόταση κοινωνικής αναγέννησης της τοπικής κοινωνίας και ισορροπημένης συμβίωσής της με το περιβάλλον τους. 


Τη σπουδαία αυτή στιγμή για τα Άγραφα όπου οι περισσότερες βουνοκορφές τους μεταξύ των οποίων και εκείνη της Νιάλας απειλούνται από σοβαρή αλλοίωση και καταστροφή εξαιτίας της εγκατάστασης ανεμογεννητριών έρχεται να μας θυμίσει ο Φώτης Κατέβας στο βιβλίο του «Τα Βουνά Προηγούνται - Η Φιλοπρόοδος Ένωση Καροπλεσίου Αγράφων», μέσα από το αρχείο του Γιάννη Κοσπεντάρη (1933-1936), Εκδόσεις «Ευτοπία» το οποίο παρουσιάζεται σήμερα, 12 Απριλίου 2019 στις 8.30 το βράδυ στο Παυσίλυπο. 



Στην εκδήλωση θα μιλήσουν ο συγγραφέας του βιβλίου Φώτης Κατέβας και ο Κλεομένης Γιαννέλος, δάσκαλος και θα συμβάλλω κι εγώ με όσα έμαθα και έζησα στα Άγραφα και με τους Αγρφαιώτες τα τελευταία 30 χρόνια που περπατάω αυτόν τον μοναδικό τόπο.
Σας περιμένουμε να συζητήσουμε μαζί για το όραμα της Φιλοπροόδου Ένωσης Καροπλεσίου, το οποίο ακόμα βρίσκεται ζωντανό στις καρδιές των Καροπλεσιτών αλλά είναι και μια πολύτιμη παρακαταθήκη για μια νέα δημιουργική προοπτική για το σύνολο της περιοχής των Αγράφων απέναντι σε κάθε επιβαρυντική για το περιβάλλον επένδυση.


Επίσης, συμβολική και προσκυνηματική πεζοπορία στην μαρτυρική Νιάλα των Αγράφων, οργανώνει ο Ελληνικός Ορειβατικός Σύλλογος Καρδίτσας (ΕΟΣΚ), σε συνεργασία με το «Δίκτυο για την Προστασία των Αγράφων» και την Περιβαλλοντική – Πολιτιστική Ομάδα «Οξυγόνο» το Σάββατο 13 Απρίλη, ημέρα της μαύρης επετείου των τραγικών γεγονότων του Απρίλη του 1947 στην Νιάλα, θέλοντας να καταδείξει την ιστορική βαρύτητα που φέρει αυτός ο τόπος, όπου τόσο άκριτα οι σύγχρονοι σωτήρες μας, θέλουν να την μετατρέψουν, στο όνομα της «πράσινης ανάπτυξης» σε βιομηχανική περιοχή και σωρούς από μπάζα, διαγράφοντας έτσι και τον ιστορικό της ρόλο.


Αναχώρηση στις 8 το πρωί του Σαββάτου από τον σταθμό του ΟΣΕ Καρδίτσας, με αυτοκίνητα μέχρι τον οικισμό Καμάρια Αγράφων. Θα ακολουθήσει πεζοπορία, ακλουθώντας την κορυφογραμμή, ανεβαίνοντας στις κορυφές, όπου σχεδιάζονται να μπουν τα αιολικά, Καρνόπι, Τούρλα και Γραμμένη και θα καταλήξουμε ν αφήσουμε λίγα λουλούδια στο μνημείο - σύμβολο συμφιλίωσης της Νιάλας.


Για πληροφορίες στα τηλέφωνα 6973695595 και 6934770763
ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 12042019

Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

Ο ΚΑΜΠΟΣ ΜΕ ΤΙΣ ΑΝΘΙΣΜΕΝΕΣ ΡΟΔΑΚΙΝΙΕΣ




Τι φύτρωνε εκεί και πως ήταν ο κάμπος της Κεντρικής Μακεδονίας πριν γεμίσει φρουτόδεντρα δεν είναι δύσκολο να το φανταστούμε. Όπου στράγγιζε το έδαφος οι άνθρωποι καλλιεργούσαν σιτηρά και έφτιαχναν κήπους και όπου βάλτωνε το άφηναν να βοσκάνε τα βουβάλια και να θεριεύουν τα δέντρα που ξύλευαν για τις ανάγκες τους ενώ στις πλαγιές των βουνών που υψώνονταν γύρω βοσκούσαν τα κοπάδια τους.



Ανάμεσά  τους φυσικά και υπήρχαν καρποφόρα δέντρα καθώς τα ευνοούσε το κλίμα και το έδαφος αλλά κυρίως γιατί υπήρχε άφθονο νερό αλλά αυτά ήταν να καλύπτουν τις ανάγκες των ντόπιων καθώς ούτε τα μέσα υπήρχαν να μετακινηθούν προς μεγαλύτερες αγορές, ούτε και οι μέθοδοι συντήρησης που χρησιμοποιούνται σήμερα είχαν αναπτυχθεί. Από τον κανόνα εξαιρούνταν τα καρύδια, τα κάστανα και κάποια σκληρά μήλα. Για ροδάκινα, κεράσια που αποτελούν σήμερα μονοκαλλιέργειες, ούτε λόγος. Γλυκό κεράσι ίσως έφτανε μέχρι τη Θεσσαλονίκη και αυτό σε μικρές συσκευασίες γιατί και το γυαλί ήταν βαρύ τότε ενώ η κομποστοποίηση ήταν ακόμη στα σπάργανα της εξέλιξής της.



Όλα άλλαξαν στον κάμπο όχι μόνο σε αυτόν που αναφέρθηκα αλλά σε κάθε γόνιμη περιοχή από τότε που ανοίχτηκαν δρόμοι, εξελίχθηκαν τα αγροτικά μηχανήματα και η γεωπονία που υποστηρίχθηκε από την χημεία και την τεχνολογία τροφίμων προσέφερε λύσεις για την συντήρηση για μεγάλο χρονικό διάστημα των προϊόντων ενώ παράλληλα άνοιξε κι ένας μεγάλος κύκλος εργασιών για τα φυτοφάρμακα και τα λιπάσματα. Πρόκειται για εξελίξεις που συνεχώς δημιουργούν καινούργια δεδομένα σε όλο τον κύκλο της παραγωγής τροφίμων και κανένας δεν είναι βέβαιος που και πως θα καταλήξουν κάποια μέρα. Συνεχώς παρουσιάζονται νέα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν και προκλήσεις που επιζητούν λύσεις με ένα τρόπο που ο στόχος του είναι η μεγαλύτερη παραγωγή με το λιγότερο βέβαια κόστος για να κερδίζουν όλοι όσοι εμπλέκονται στην δενδροκαλλιέργεια. 


Ο κάμπος που μιλάμε αυτόν τον καιρό είναι ντυμένος με όλα τα χρώματα της ανθοφορίας που ξεκινάει από τα πιο χαμηλά και ζεστά μέρη της Βέροιας και της Νάουσας με τα ροζ της ροδακινιάς και σιγά – σιγά ανεβαίνει στις πλαγιές, στα ορεινά της Έδεσσας όπου σε λίγες μέρες με τα άσπρα των κερασιών. Πρόκειται για ένα θαύμα που ενθουσιάζει πολλούς και μάλιστα οργανώνονται ειδικές διαδρομές σε πυκνοφυτεμένα σημεία ώστε να το απολαύσουν όσο γίνεται καλύτερα και περισσότεροι. Με λίγα λόγια, η ανθοφορία του κάμπου έχει γίνει τουριστικός προορισμός και πολλοί ωφελούνται από τις επισκέψεις που προκαλούν οι δημοσιεύσεις με τα ανθισμένα δέντρα στα κοινωνικά δίκτυα κυρίως.



Αξίζει όντως μια τέτοια εξόρμηση στον ανθισμένο κάμπο που είναι μοναδικός στην Ελλάδα και πολλοί τον συγκρίνουν με ανάλογα τοπία στην Ιαπωνία και αλλού. Πράγματι όταν βλέπει κάποιος από μακριά ένα τέτοιο τοπίο εντυπωσιάζεται, αλλά όταν τα πλησιάζει διαπιστώνει πως απέχει πολύ από τα λεπτεπίλεπτα και φροντισμένα πάρκα άλλων χωρών που βλέπουμε σε φωτογραφίες και ταινίες και η διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι αυτά προορίζονται για την αναψυχή ενώ του μακεδονικού κάμπου είναι παραγωγικά δέντρα.



Έτσι βλέπουμε παντού απλωμένα λάστιχα ποτίσματος που δημιουργούν ένα πυκνό δίκτυο μέσα στα χωράφια ενώ εμφανείς είναι σε πολλά σημεία και οι βάνες του αρδευτικού δικτύου.  Οι πιο εντυπωσιακές εικόνες φυσικά προέρχονται από μεγάλα κτήματα τα οποία και είναι φυτεμένα με την ίδια ποικιλία ροδακινιάς. Δεν ανθίζουν όλες οι ποικιλίες την ίδια περίοδο, υπάρχουν πρώιμες και όψιμες ενώ μεγάλο ρόλο παίζει στην ανθοφορία και το κλάδεμα κάθε δέντρου αλλά στο σύνολό τους δημιουργούν ένα μεγάλο ροζ χαλί που απλώνεται στον κάμπο το οποίο διακόπτεται όμως από ένα σωρό κτίρια και άλλες εγκαταστάσεις, λειτουργικές ή παρατημένες που λόγω ύψους ξεχωρίζουν ενώ σημαντικό ρόλο στην εικόνα παίζουν και τα εναέρια δίκτυα ηλεκτρισμού και οι κεραίες της κινητής τηλεφωνίας που ξεφυτρώνουν παντού σε κάθε ύψωμα και τρομάζουν το τοπίο. Αντιθέτως ωραίος συνδυασμός με τις ανθισμένες ροδακινιές είναι οι συστοιχίες των λευκών που λόγω ύψους και πυκνότητας υψώνονται σαν τείχη μέσα στον κάμπο και απηχούν μια άλλη εποχή που η καλλιέργειά τους ήταν πολλά υποσχόμενη για όσους είχαν ένα χωράφι που δεν καλλιεργούσαν άλλα είδη αλλά πια κανένας δεν ασχολείται με αυτές.



Όλοι σε αυτή την περιοχή ασχολούνται με την δενδροκαλλιέργεια η οποία έχει γίνει πλέον  μονοκαλλιέργεια και έχει δεσμεύσει όλες τις προσφερόμενες εκτάσεις με καρποφόρα δέντρα. Οι ντόπιοι έχουν συνηθίσει αυτή την εικόνα αλλά στον επισκέπτη δημιουργεί εντυπώσεις για την απουσία οποιασδήποτε άλλης συστηματικής καλλιέργειας. Το γεγονός, ασφαλώς παίζει σημαντικό ρόλο στα εισοδήματα των ντόπιων όταν βεβαίως η χρονιά πάει καλά αλλά τι γίνεται όταν οι καιρικές συνθήκες δεν είναι ευνοϊκές; Ή πάλι, όταν για διάφορους λόγους η αγορά δεν μπορεί να απορροφήσει την τεράστια παραγωγή που βγαίνει κάθε χρόνο από αυτόν τον κάμπο; 



Γι’ αυτό και κάθε χρονιά από τη στιγμή που θα αρχίσει την Άνοιξη να παίρνει χρώμα ο κάμπος από την ανθοφορία αρχίζει η αγωνία των καλλιεργητών και δεν σταματάει παρά μόνο όταν τα φρούτα μπουν στην κλούβα για το εμπόριο ή την κομποστοποίηση. Τότε βέβαια αρχίζει άλλη αγωνία για την πληρωμή αλλά τότε σταματάει να έχει το νου του στα δελτία του καιρού και κάθε πρωί που ξυπνάει να κοιτάζει τον ουρανό από πού θα έρθει η μπόρα και το χαλάζι που θα του ρημάξουν τους κόπους μιας χρονιάς και θα τον πνίξουν στα χρέη γιατί μεταξύ των άλλων, η δεντροκαλλιέργεια έχει πολλές επιβαρύνσεις σε φάρμακα.



Αυτός ο φόβος είναι που αλλάζει σιγά – σιγά και την εικόνα του κάμπου της Κεντρικής Μακεδονίας καθώς σε πολλά κτήματα έχουν αρχίσει να εφαρμόζονται ειδικά συστήματα προστασίας από τα απρόοπτα και επικίνδυνα καιρικά φαινόμενα και δεν είναι μακριά η εποχή που θα βλέπουμε τις κερασιές και τις ροδακινιές να ανθίζουν και να καρπίζουν όπως οι ντομάτες και τα αγγουράκια στα θερμοκήπια. Τότε θα είναι που θα χαθεί και η εικόνα του ανθισμένου κάμπου για την οποία πολλοί μιλάνε αυτές τις ημέρες γι’ αυτό όσοι θέλουν να τον δουν ας τρέξουν να την προλάβουν ακέραια. Κάθε χρονιά που περνάει κι ένα άλλο κομμάτι του κάμπου σκεπάζεται για να είναι ασφαλής ο κύκλος της παραγωγής και στην περίπτωση βέβαια, κανένας δεν σκέφτεται πως έτσι ο κάμπος θα γίνει ένα απέραντο θερμοκήπιο σκεπασμένο με ειδικές επιφάνειες νάιλον που στηρίζονται σε μεταλλικές κατασκευές και θα έχει πλέον άλλες, πιο επιτακτικές απαιτήσεις για τη λειτουργία του. 

ΑΘΗΝΑ 09042019, Περιοδικό "Κυνήγι - Δημοκρατία". 

Τρίτη 9 Απριλίου 2019

Η ΟΔΟΣ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΕΟΥΣ ΣΤΑ ΚΑΓΚΕΛΑ



Μετριέμαι κι εγώ σε αυτούς που θυμούνται στην οδό Θεμιστοκλέους, στα Εξάρχεια, να κατεβαίνουν αυτοκίνητα που έστριβαν από την Καλλιδρομίου και μετά τον κινηματογράφο ΒΟΞ κινούνταν δεξιά προς την Στουρνάρη. Από την Θεμιστοκλέους, την Μεθώνης, την Αραχώβης και την Τσαμαδού ξεκίνησαν εξάλλου οι πρώτες πεζοδρομήσεις που άλλαξαν την μορφή σε πολλές γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, άλλες προς το καλύτερο και άλλες προς το χειρότερο και αναλόγως πάντα με τις αλλαγές που έγιναν στο διάστημα που ακολούθησε στο ευρύτερο πεδίο των εμπορικών και κοινωνικών δραστηριοτήτων στο μήκος και το πλάτος κάθε πεζόδρομου. Για την ιστορία αναφέρουμε πως η γειτονική Τζαμαδού ήταν και ο πρώτος πεζόδρομος που ονομάστηκε από τους περιοίκους… πρεζόδρομος καθώς εκεί άρχισαν να γίνονται φανερά πλέον οι συναλλαγές και η συγκέντρωση των εξαρτημένων.


Οι πεζοδρομήσεις  άρχισαν στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 και σήκωσαν τότε πολύ κουβέντα στην πόλη. Οι περίοικοι στα Εξάρχεια τις είδαν σαν μια λύση να απαλλαγούν από τη φασαρία των διερχόμενων αυτοκινήτων ενώ οι επαγγελματίες άρπαξαν την ευκαιρία να απλώσουν περισσότερα τραπεζοκαθίσματα και φυσικά, πολλοί που στην καρδιά τους χτυπούσε μια φλέβα ακτιβισμού βρήκαν κι αυτοί την ευκαιρία να αναπτύξουν σε αυτούς μικρούς χώρους επικοινωνίας καθώς και προβολής των δράσεων τους. Ακόμη, προς απογοήτευση των φιλόζωων που έβρισκαν τους πεζόδρομους ωραίους για τις βόλτες των σκύλων τους, πολλές μηχανές βρήκαν έναν ιδανικό χώρο να παρκάρουν. 


Την ανάπλαση δεν γλίτωσε ούτε η πλατεία Εξαρχείων η οποία απ’ αυτή την περίοδο αρχίζει να αλλάζει καθώς στη γειτονιά εισέρχονται νέες δυνάμεις που αμφισβητούν την παλιά τάξη πραγμάτων που τροφοδοτούσε η συνύπαρξη μόνιμων κατοίκων και φοιτητών από το Πολυτεχνείο και τις άλλες σχολές της Σόλωνος με ορισμένους κύκλους που καλλιεργούσαν πρωτοποριακές ιδέες στην τέχνη καθώς και τους πρωτοπόρους του ελευθεριακού χώρου. Σε αυτή τη δεκαετία επίσης, τα Εξάρχεια πλημμυρίζουν από μπαρ τα οποία γίνονται χώροι αναφοράς και συνάντησης για πολλές παρέες του καλλιτεχνικού κυρίως χώρου και της πνευματικής κίνησης αλλά και των ποικίλων τάσεων της Αριστεράς. Παράλληλα συνεχίζουν να λειτουργούν και ορισμένες ταβέρνες οι οποίες όμως κι αυτές για να επιβιώσουν προσαρμόζονται στο κλίμα της μεταπολίτευσης ενώ ξεφυτρώνουν και πολλά μουσικά μαγαζιά με προγράμματα όπου κυριαρχεί το ρεμπέτικο κυρίως και το πολιτικό τραγούδι.


Τα ναρκωτικά που κυκλοφορούν στους πεζόδρομους αρχίζουν να τροφοδοτούν πια τις ειδήσεις με μικρά και μεγάλα γεγονότα και ως είναι επόμενο, τα Εξάρχεια αρχίζουν να παίρνουν κακό όνομα και τούτο συμπληρώνει η συγκέντρωση περιθωριακών απ’ όλο το λεκανοπέδιο και την Ελλάδα στην περιοχή. Η φήμη των «αναρχικών» και της ελευθεριακής ζωής που ανθίζει εκεί κυκλοφορεί ευρέως και προσελκύει κάθε άτομο ή συμπεριφορά που οπουδήποτε αλλού δεν θα του έδιναν σημασία ή απλά θα το περιόριζαν. Το γεγονός υποστηρίζεται και από διάφορα μουσικά μαγαζιά, δισκάδικα, βιβλιοπωλεία, εκδοτικούς οίκους και η εικόνα της ευρυθμίας στη γειτονιά αρχίζει να θαμπώνει. Παράλληλα από την Τσαμαδού τα ναρκωτικά αρχίζουν και φαίνονται πιο έντονα ότι κυκλοφορούν σε όλη την περιοχή πίσω από το Μουσείο και ο Λόφο του Στρέφη γίνεται ανοιχτός χώρος χρήσης.


Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 τα ναρκωτικά γίνονται το μεγάλο πρόβλημα των Εξαρχείων, πρόβλημα που συνεχίζει σήμερα ακόμη μεγαλύτερο σε συνδυασμό πάντα με τις δραστηριότητες ορισμένων περιθωριακών ομάδων τις οποίες τα ΜΜΕ βάφτισαν επιπόλαια «αναρχικούς». Τον Σεπτέμβριο του 1984 γίνεται η πρώτη επιχείρηση «αρετής» και από τότε μέχρι σήμερα τα Εξάρχεια απασχολούν κάθε μέρα σχεδόν την ειδησειογραφία με απίστευτα γεγονότα που συμβαίνουν στο λεγόμενο και από σοβαρούς ανθρώπους «κράτος των Εξαρχείων» ενισχύοντας έτσι την άποψη αυτών που θέλουν να διαφημίζονται και ως… άβατο γιατί αυτό εξυπηρετεί θαυμάσια τις όποιες δραστηριότητες κάνουν εκεί.


Από την πρώτη επιχείρηση «αρετής» μέχρι σήμερα τα Εξάρχεια από μια αστική γειτονιά με ιδιαίτερη ανεκτικότητα εξελίχθηκαν σε μια μαύρη τρύπα στην πόλη όπου ο «ακτιβισμός» ατόμων και ομάδων αμφίβολης πολιτικής υπόστασης συγχέεται πλέον με την εγκληματική δραστηριότητα την οποία ασκούν καθημερινά συμμορίες από ντόπιους και αλλοδαπούς που απολαμβάνουν ένα ιδιότυπο άσυλο και περίεργη περίθαλψη στα Εξάρχεια.


Τούτο το πάντρεμα έχει δημιουργήσει και μια ιδιαίτερη εικόνα στη γειτονιά όπου η οποιαδήποτε αίσθηση ασφάλειας έχει εκλείψει και για την Αστυνομία αποτελεί χώρο που όπως δείχνουν τα πράγματα φοβάται να επέμβει μιας και κάτι τέτοιο πιθανόν να μην ενθουσίαζε καθόλου την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη στην διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Οι παρεμβάσεις της Αστυνομίας γίνονται μόνο στις συνήθεις επετείους καταστροφών της πόλης με μεγάλες δυνάμεις γιατί και η ίδια νοιώθει ανυπεράσπιστη μπροστά στους κουκουλοφόρους και τις συμμορίες για τις ανορθόδοξες μεθόδους των επιθέσεών τους. Μια τέτοια παρέμβαση συνήθως επιφέρει περισσότερες καταστροφές και απελπίζει ακόμη περισσότερο τους μόνιμους κατοίκους από τους οποίους  εκτός από ορισμένους που έχουν τους λόγους τους να μην αντιδρούν οι περισσότεροι βλέπουν με δεμένα χέρια και χωρίς να μπορούν να αντιδράσουν τη ζωή τους να υποβαθμίζεται καθημερινά και τις περιουσίες τους στο έλεος του καθενός αλητήριου.


Ο δρόμος που η εικόνα του συμπυκνώνει όλη την κατάσταση που επικρατεί στα Εξάρχεια, είναι η οδός Θεμιστοκλέους την οποία αναφέραμε στην αρχή αυτού του σημειώματος. Στο τμήμα της από την Καλλιδρομίου ως την Πλατεία που έχει γίνει μια όαση από τα δέντρα που φυτεύτηκαν όταν έγινε πεζόδρομος παρατηρείται το μοναδικό φαινόμενο για κέντρο πρωτεύουσας οπουδήποτε στον κόσμο που οι ένοικοι των πολυκατοικιών έχουν βάλει κάγκελα σε κάθε πόρτα προκειμένου να αποθαρρύνουν την είσοδο τους απρόσκλητους και περίεργους επισκέπτες στα σπίτια τους. Κατά ένα τρόπο οι άνθρωποι μοιάζει να μπαίνουν όχι στο σπίτι τους αλλά σε μια φυλακή την πόρτα της οποίας πρέπει να κλειδώσουν μια και δυο φορές για να νιώσουν την στοιχειώδη αίσθηση ασφαλείας.


Φυσικά τούτο δεν εγγυάται τίποτα γιατί η πείρα από τη δράση των εγκληματικών συμμοριών μας δείχνει πως αυτοί είναι ικανοί, όταν θέλουν να κάνουν τη δουλειά τους να φέρουν εργαλεία να κόψουν τα κάγκελα ή απλά να τα ανατινάξουν και να μπουν στα σπίτια. Το παράξενο πάλι είναι ότι την εικόνα με τα κάγκελα στις πόρτες (και ορισμένα παράθυρα που μπορεί να τα φτάσουν με σκάλες) που έχουν γίνει καθεστώς πλέον σε πολλούς δρόμους των Εξαρχείων ενώ την γνωρίζουν στα ανώτερα κλιμάκια της Αστυνομίας,  του υπουργείου και της Κυβέρνησης ουδείς δείχνει να συγκινείται και να κινήσει διαδικασίες που θα επιφέρουν την ασφάλεια στην περιοχή. Πιθανόν να μην διαθέτουν τρεις κλούβες αστυνομικών για να καλύπτουν τις βάρδιες ενός εικοσιτετραώρου όπως στο σπίτι του υπουργού Αλέκου Φλαμπουράρη που είναι στην πίσω μεριά του λόφου Στρέφη η εξώπορτα του οποίου είναι όπως την παλιά εποχή που πηγαίναμε για φαγητό στον «Βρούτο» και γυρίζαμε τραγουδώντας στα δρομάκια γύρω από τον Λόφο του Στρέφη.



ΑΘΗΝΑ, 09042019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", 08042019

Η ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΜΙΑΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΙΑΣ




Αποτελεί κορυφαίο φαινόμενο μιας περίεργης αντίληψης για την φύση η μεταφύτευση ηλικιωμένων δέντρων σε διάφορα σημεία της πόλης καθώς ο χρόνος ζωής που αυτά έχουν μπροστά τους είναι μετρημένος. Έτσι, ούτε ο κόπος αξίζει αλλά ούτε και η δαπάνη για τα ταμεία του κάθε Δήμου που αποφασίζει να «στολίσει» κάποια πλατεία με ένα θνησιγενές δέντρο και αυτό συμφέρει μόνο τους εμπόρους και τους εργολάβους.

Τα τελευταία χρόνια της οικονομικής φούσκας που ζούσε η Ελλάδα, τότε ήταν που παρατηρήθηκε μετά τους εισαγόμενους φοίνικες μαζί με τα σκαθάρια που τους αποδεκάτισαν και η μεταφύτευση αιωνόβιων  ελιών σε ορισμένα σημεία των πόλεων για διακοσμητικούς λόγους. Οι σχετικές επιχειρήσεις επενδύθηκαν  μάλιστα με συγκίνηση για τη σωτήρια τάχα αυτών των δέντρων, πολλά από τα οποία μετρούν εκατοντάδες χρόνια ζωής στον κορμό τους, από την ξύλευση και το εμπόριο καυσόξυλων αλλά και γιατί αυτά θύμιζαν τον αρχαίο ελαιώνα της Αττικής που μόνο ελάχιστοι μπορούν να καταλάβουν που βρίσκεται μέσα σε μια περιοχή που επικρατεί η πιο άναρχη δόμηση του λεκανοπεδίου.

Πολλοί είδαν το φαινόμενο και ως εικαστική παρέμβαση σε διάφορες αμφίβολες αναπλάσεις δημοσίων χώρων οι οποίες γίνονταν πρόχειρα και επιπόλαια γιατί κακά τα ψέματα, ποιος εικαστικός θα έβαζε θέμα να γίνει όλη η πλατεία ελαιώνας, έστω σε μικρογραφία για να νιώσει άνετα η γέρικη ελιά που ξεκόλλησαν με βία από το χωράφι και την μετέφεραν εκεί; Ασφαλώς και πόνεσε στο ξερίζωμα αλλά είναι ευχαριστημένη που δεν έγινε καυσόξυλα. Εκεί η ελιά σε όλη την πορεία της ζωής της έβλεπε πουλιά να κουρνιάζουν στα κλαδιά της, άλλα ζωντανά της υπαίθρου να ακουμπάνε στον κορμό της, ανθρώπους να την πλησιάζουν, να την κλαδεύουν, να την φροντίζουν, να μαζεύουν τον καρπό της.
Τώρα εκεί που την έβαλαν με τραυματισμένες και ταλαιπωρημένες τις ρίζες τους βλέπει μόνο αυτοκίνητα να τρέχουν  όλο το εικοσιτετράωρο, αδέσποτα σκυλιά να κοιμούνται κάτω από τη σκιά της, κόσμο πολύ να την προσπερνάει και το χειρότερο, νιώθει κάποιους να την κοιτάζουν όπως ένα άγριο ζώο σε ζωολογικό κήπο ή του παραδόξου πλάσματος σε τσίρκο όπως έκαναν παλιότερα και έκοβαν εισιτήρια από τους θεατές. Χώρια που ο φωτισμός που έβαλαν στην ανάπλαση δεν την αφήνει να κλείσει μάτι ούτε λεπτό μέσα στη νύχτα.

Αυτές οι πανάρχαιες ελιές έρχονται να θυμίσουν ότι στις πλατείες που στολίζονται επίσης με φοίνικες και άλλα εξωτικά φυτά, ότι εκεί ευδοκιμούσε το είδος τους πριν από πολλούς αιώνες και οι κάτοικοι των Αθηνών από τη σοφία αυτού του ιερού δέντρου εμπνεύστηκαν πλείστα όσα τους πέρασαν στην αιωνιότητα και μνημονεύονται. Ο μύθος του αγώνα της Αθηνάς με τον Ποσειδώνα με νικητή την κόρη του Δία, το μαρτυρά μέχρι σήμερα.


Η φωτογραφία από τον Νίκο Κουρμούλη με πέτυχε στην αυτοψία…


Της Αττικής γης θαύμα ήταν και είναι η ελιά και από καμιά γενιά δεν αμφισβητήθηκε εκτός από τις τελευταίες που ξήλωσαν και ξύλισαν  τον αρχαίο ελαιώνα της για να κάνουν οικόπεδα να στεγάσουν κι άλλους κατοίκους. Κι αυτοί με τη σειρά τους είχαν παρατήσει τους πατρογονικούς ελαιώνες σε όλη την Ελλάδα για να αναζητήσουν την τύχη τους στην Αθήνα και με την μεταφύτευση όλοι μαζί καλλιεργούν της ψευδαίσθηση μιας συνέχειας.



-  -  Η νεκρή ελιά στη φωτογραφία βρίσκεται στο διάζωμα της Αθανασίου Διάκου όπως αυτή αρχίζει από την λεωφόρο Συγγρού.

ΑΘΗΝΑ, 03042019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 37

Τρίτη 2 Απριλίου 2019

ΜΩΒ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ ΣΤΟ ΠΑΡΚΑΚΙ





Είναι οι κουτσουπιές τα δέντρα των οποίων την ανθοφορία έχουμε συνδέσει με την χαρμολύπη της Μεγάλης Εβδομάδας και συχνά, όταν το Πάσχα πέφτει αργά τον Απρίλιο η εικόνα τους στους δρόμους και τις πλατείες της Αθήνας μας μπερδεύει και νομίζουμε πως κάτι δεν πάει καλά με το ημερολόγιο. Όπως και να’ χει όμως οι κουτσουπιές στο κέντρο της Αθήνας ανθίζουν πάνω κάτω στις αρχές του Απριλίου και ανάλογα τον καιρό κρατάνε στα κλαδιά τους τα λουλούδια λίγες ημέρες και δίνουν χρώμα στη καθημερινότητά μας.

Είναι πολλά τα σημεία που υπάρχουν κουτσουπιές στην Αθήνα, σε πάρκα, σε δρόμους αλλά και σε διάφορα άδεια οικόπεδα καθώς είναι είδος που φυτρώνει όπου να’ ναι και δεν έχει πολλές απαιτήσεις για να αναπτυχθεί. Επί πλέον,  επειδή ανήκει στην κατηγορία εκείνων των δέντρων που δεν θέλουν κλάδεμα ανθισμένες μοιάζουν με μωβ συννεφάκια που ρίχνουν τα ανθάκια τους σαν μωβ χιόνι στα πεζοδρόμια και ταξιδεύουν έτσι τους περαστικούς σε μέρη εξοχικά, μακριά από την κίνηση της πόλης και την βοή των αυτοκινήτων. 

Συνδεδεμένες με την χαρμολύπη του Πάσχα δημιουργούν τις ίδιες εντυπώσεις και σε άλλα σημεία της πόλης αλλά εκεί που ταιριάζουν πιο πολύ είναι το μικρό παρκάκι μπροστά στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων στην Ακαδημίας όπου  βρίσκονται και οι μεγαλύτερες ίσως κουτσουπιές της Αθήνας και αυτό οφείλεται σίγουρα στο ότι αφήνουν ήσυχες τις ρίζες τους να απλωθούν κάτω από το γκαζόν και ποτίζονται αρκετά.
Αυτά τα δέντρα που σαφώς και έχουν δει και ζήσει πιο όμορφες εποχές είναι εδώ και αρκετά χρόνια οι σιωπηλοί μάρτυρες μιας αθλιότητας με το εμπόριο και τη χρήση ναρκωτικών που μειώνεται περιστασιακά όχι ύστερα από κάποια σοβαρή ενέργεια εκ μέρους των αρχών αλλά γιατί οι διακινητές αλλάζουν στέκια και τους ακολουθούν όλοι οι χρήστες όπου αυτοί επιλέξουν να βγάλουν από την τσέπη τη δόση και να ακολουθήσουν  τα δράματα που λιγοστεύουν μέρα τη μέρα τη ζωή των ατόμων που είναι εξαρτημένα.

Το αλισβερίσι αυτό των ναρκωτικών γίνεται όλο το εικοσιτετράωρο καθώς κάτω από τα δέντρα και στις εσοχές του κτιρίου έχουν κατασκηνώσει πολλοί εξαρτημένοι που αλλού δεν έχουν το νου τους παρά στη δόση και στο βαποράκι που θα την φέρει. Έτσι είναι άδικο να τους κατηγορούμε ότι δεν πήραν είδηση πότε ξεκόλλησαν το κεφάλι του Τρίτση από το βάθρο του ούτε πάλι εκείνο του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου, μπροστά από την είσοδο της Νομικής. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν τον καημό τους και στο κάτω – κάτω γιατί να τους νοιάζει όταν ήρθε η συμμορία των τσιγγάνων με το Ντάτσουν και με τις βαριοπούλες έριξαν κάτω τις προτομές και τις πήραν να τις πουλήσουν σαν μέταλλο στα σκραπατζίδικα.

Οι κουτσουπιές τα έχουν δει αυτά αλλά δεν έχουν τρόπο να τα πούνε και το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να ανθίζουν και να ρίχνουν μελαγχολικά τα ανθάκια τους στις πλάκες με τα ξεραμένα αίματα και τις σύριγγες που είναι σκορπισμένες σε όλο το χώρο.



ΑΘΗΝΑ, 02042019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 37.

Δευτέρα 1 Απριλίου 2019

«ΕΜΠΡΟΣ ΣΤΟΝ… ΕΤΣΙ», ΣΤΑ ΠΡΟΠΥΛΑΙΑ




Έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε καθημερινά χιλιάδες καινούργια γράφιτι, μουντζούρες και συνθήματα στους τοίχους και οπουδήποτε αλλού είναι δυνατό στην πόλη και οι στρώσεις τους φαντάζομαι πως δεν προκαλούν πλέον κανένα ενδιαφέρον ότι μήνυμα και αν είναι αυτά φορτωμένα. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως τα άτομα που επιδίδονται στην τέχνη του δρόμου λεγόμενη ή τα άλλα που θέλουν να πουν κάτι με σπρέι στον τοίχο ή απλά να αφήσουν ένα ίχνος τους κάπου παραμένουν ανενεργοί και χωρίς μάλιστα να σκέφτονται.

Αν και παλιό είδος το γράψιμο διαφόρων συνθημάτων στους τοίχους, από την μεταπολίτευση και δώθε παίρνει διαστάσεις επιδημίας καθώς πάνω σε αυτούς εκφράζονται και διαφημίζονται όσοι το επιθυμούν χωρίς κανένα περιορισμό ως προς την τεχνοτροπία , το είδος του συνθήματος και φυσικά χωρίς κανένα σεβασμό στο χώρο, δημόσιο ή ιδιωτικό δεν έχει σημασία. Το γεγονός δεν πέρασε απαρατήρητο από τα ΜΜΕ και είναι αρκετές οι δημοσιεύσεις πάνω στο φαινόμενο ενώ κυκλοφόρησαν και κάποια βιβλία με τη σχετική θεματογραφία. Πρώτο ήταν του Γιάννη Δημαρά με τον τίτλο «Εμπρός στον έτσι που χάραξε ο τέτοιος» (Εκδόσεις Κάκτος, 1981 που το βρίσκουμε μόνο στα παλαιοβιβλιοπωλεία) και το οποίο γνώρισε τεράστια επιτυχία καθώς τότε όλη η Ελλάδα έτρεξε πίσω από τα «Εμπρός…» που έβαζε στόχους ο Ανδρέας Παπανδρέου και το ΠΑΣΟΚ.

Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια και η συνθηματογραφία σαφώς και ξεπέρασε τα κλασσικά πρότυπα και εμπλουτίστηκε με πολλές ιδέες από τον Μάη του ’68 καθώς και από τον αναρχικό χώρο  όπου κι εκεί η φαντασία για κάτι τέτοιο περίσσευε. Παράλληλα εξελίχθηκαν και τα τεχνικά μέσα και οι δράστες παράτησαν τα πινέλα και τους κουβάδες  με τη μπογιά, έπιασαν τα σπρέι και κάνουν τη δουλειά τους πιο εύκολα και σύντομα. Χάρη στα σπρέι πάλι μπορεί όποιος θέλει να γράψει κάτι όπου επιθυμεί μέσα σε ελάχιστο χρόνο και χωρίς να γίνει αντιληπτός σε καθένα. Ανάλογα δε σε ποιο τοίχο βλέπει το φως το σύνθημα ακολουθούν και οι ενέργειες για το σβήσιμό του ενώ τελευταία σε κάποια κτίρια όπου στεγάζονται μεγάλου κύρους υπηρεσίες καθώς και πρεσβείες απλώνουν στους τοίχους κάποιο υλικό που δεν κολλάει καμιά μπογιά κι έχουν το κεφάλι τους ήσυχο.

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με τους τοίχους των Προπυλαίων οι οποίοι είναι εκτεθειμένοι στις διαθέσεις του καθενός και ούτε οι φύλακες είναι έτοιμοι με το ρολό στο χέρι να σβήσουν ότι γράψει ο καθένας περαστικός. Παρόλα αυτά, κατάφεραν πριν από λίγες ημέρες να σβήσουν πολύ γρήγορα ένα σύνθημα πριν το διαβάσει πολύς κόσμος. Εκτιμώ πως ήταν τυχαίο αλλά από την άλλη, λυπάμαι που δεν το άφησαν να κοινοποιηθεί στην πόλη γιατί όντως ήταν πρωτότυπο και πρέπει κατά τη γνώμη μου να αναζητηθεί ο δράστης όχι για να επιπληχθεί αλλά για να επαινεθεί για την φαντασία του αν και στην περίπτωση που υιοθετούσαμε την σκέψη θα αρχίζαμε νέες γκρίνιες με τους Βαυαρούς… 



ΑΘΗΝΑ, 01042019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 35.