Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2020

ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΔΕΝ ΚΑΝΕΙ ΚΑΛΟ ΣΤΑ ΗΛΙΟΤΡΟΠΙΑ




Κάθε καλλιέργεια έχει και το ρίσκο της και τούτο βέβαια κρίνεται κυρίως με το μέγεθος της ανάγκης ή της απασχόλησης του σε ελεύθερο χρόνο που έχει κάποιος όταν αποφασίζει να φυτέψει το ένα ή το άλλο είδος στον κήπο ή στο χωράφι του. Εννοείται δε ότι αυτό έχει να κάνει με την παραγωγή που προορίζεται είτε να καλύψει πάγιες ή περιστασιακές διατροφικές ανάγκες, είτε να βγει στο εμπόριο με άλλα τότε οφέλη. Στην περίπτωση πάντως δεν εξαιρούνται και τα είδη που καλλιεργούνται για την ομορφιά τους, τα καλλωπιστικά δηλαδή που ξέρουμε ως φυτά κήπου, αναρριχητικά, θάμνους και δέντρα.

Με λίγα λόγια κανένας δεν μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων αν αυτά που θα βάλει στον κήπο του αποδώσουν εκείνα που περιμένει και το χειρότερο είναι, όταν το τάδε ή το δείνα είδος δείξει πως θα πάει καλά και ξαφνικά το βλέπει ένα πρωί να λιποθυμά και παρ’ όλες τις προσπάθειες που ενδεχομένως κάνει, αυτό θα ξεραθεί χωρίς να προλάβει να εκπληρώσει τον προορισμό του. Τότε είναι που ο καλλιεργητής, επαγγελματίας ή ερασιτέχνης θα αρχίσει να μετράει το πόσο του στοίχισε η απόπειρα και ενώ μπορεί να μην του κακοφανεί η οικονομική ζημιά, ο χαμένος χρόνος όμως μεταφραζόμενος σε εργατοώρες θα τον απογοητεύσει πολύ ενώ ένα τραύμα και στην ψυχή δεν αποκλείεται να μείνει και αυτό είναι τις περισσότερες φορές που εμποδίζει την επανάληψη.

Είναι πολλές οι περιπτώσεις των καλλιεργειών που αποτυγχάνουν κι αυτό κάνει πάντα τους καλλιεργητές να το σκέφτονται πριν ξεκινήσουν κάθε φορά και στην περίπτωση, αυτοί που δεν μετράνε πολλές ζημιές είναι εκείνοι που διαθέτουν αρκετή εμπειρία, ξεχωριστή φυσικά για κάθε είδος.  Πάνω σε αυτό το θέμα παρατηρώ τη μάνα μου η οποία αν και διαθέτει εμπειρία 80 ετών στην σπιτική γεωργία σπάνια επιχειρεί να καλλιεργήσει είδη που δεν γνωρίζει και πάντα κρατάει σπόρο από τα δικά της προϊόντα. Τελευταία οι μειωμένες δυνάμεις της την υποχρεώνουν να πάρει σπόρους ή φυτά από κάποιο γεωπονικό κατάστημα αλλά αυτό, αν και τις προκαλεί πολλές απογοητεύσεις, δεν αναιρεί καθόλου τον κανόνα που τήρησε μια ολόκληρη ζωή.

Η μάνα λοιπόν δεν επιχείρησε ποτέ να καλλιεργήσει ηλιοτρόπια. Τα έβλεπε αλλού, της άρεσαν αλλά δεν έβαλε ποτέ στον δικό της κήπο ούτε για την ομορφιά όπως κάνουν πολλοί γιατί δεν ήξερε την συμπεριφορά αυτών των φυτών και δεν ήθελε ούτε να μπλέξει, ούτε και να εισπράξει κάποια απογοήτευση αν δεν πήγαιναν καλά τα πράγματα. Ούτε τι να κάνει τους σπόρους της ήξερε καθώς στα μέρη μας δεν συνηθίζονταν η καλλιέργειά τους.

Έτσι άκουσε με επιφύλαξη όταν της είπα πως έβαλα σε κάνα δυο γωνιές του χωραφιού ηλιοτρόπια και η πιο σοβαρή παρατήρηση που έκανε ήταν ότι θα πάει χαμένο το νερό που ήταν πολύτιμο για ένα σωρό άλλες καλλιέργειες, ειδικά των φασολιών και της ντομάτας. Δεν έδωσα σημασία σε αυτά που μου είπε και προχώρησα, έσπειρα ηλιοτρόπια σε τρία σημεία και λαγάρισαν καμιά εκατοστή φυτά σύνολο και το πρώτο που διαπίστωσα ήταν ότι όντως ήθελαν να ποτίζονται τακτικά, αν γίνονταν καθημερινά αλλιώς έμοιαζαν κακόμοιρα.

Τα πότιζα και δεν χόρταιναν νερό, ψήλωσαν μάλιστα αρκετά το λιγνό κορμί τους και όσα βρήκαν καλό χώμα, έφτιαξαν ένα τεράστιο άνθος, τόσο βαρύ που τα λυγάει και ορισμένα τα έχει σπάσει στα δύο, πράγμα που για όσα δεν έχουν ωριμάσει αποβαίνει μοιραίο. Για να τα γλιτώσω δε σκέφτομαι να τους βάλω δίπλα κλάρες, όπως έκανα και σε κάποια καλαμπόκια. Το σκέφτομαι και θα το κάνω για μερικά για να μην ακυρώσω την προσπάθεια που έκαναν μέχρι σήμερα να βλαστήσουν, να δέσουν καρπό και να τον ωριμάσουν. Του χρόνου όμως θα το σκεφτώ πολύ αν πρέπει να ξαναφυτέψω ηλιοτρόπια εκτός βέβαια αν βρω κάποια ποικιλία απ’ αυτές που καλλιεργούν στους κάμπους που όπως έχω παρατηρήσει δεν γίνονται πολύ ψηλά και έχουν χοντρό κορμί να κρατάει το βάρος του της ανθισμένης κεφαλής τους. Να είμαστε καλά και θα το δοκιμάσουμε κι αυτό…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 31082020



Σάββατο, 22 Αυγούστου 2020

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΓΥΦΤΟΦΑΣΟΥΛΩΝ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ



Τον τελευταίο που θυμάμαι στο χωριό να μιλάει για γυφτοφάσουλα ή χαρόνια (έτσι έλεγαν εδώ κάποτε τα αμπελοφάσουλα) ήταν ο αείμνηστος Τιτοφώτης (Φώτης Δεδούσης) και νομίζω πως καλλιεργούσε κιόλας στο Παλιάμπελο ανάμεσα στα κλήματα που ήταν κάτω από την αχυρώνα του στον δρόμο που πάει προς την Μερκάδα, πριν από την Παλιόγουρνα.

Δεν θυμάμαι όμως αν τα είχα δοκιμάσει ποτέ αλλά είμαι βέβαιος πως στα χρόνια που ακολούθησαν κανείς άλλος δεν καλλιέργησε ποτέ απ’ αυτά, μη της μάνας μου εξαιρουμένης. Ο λόγος απλός, δεν τα θεωρούσαν σπουδαίο είδος  μιας και στο χωριό μπορούσαν να έχουν κλαρωτές φασολιές λόγω των νερών που υπήρχαν τότε καθώς και κοντές και με τον καρπό απ’ αυτές πορεύονταν. Τα γυφτοφάσουλα πάλι (το γράφω και περιμένω την απανταχούσα από τίποτα ευαίσθητους αναγνώστες μου) δεν είχαν την εμφάνιση που είχαν τα μπαρμπούνια και οι γίγαντες και ούτε και τιμή φαντάζομαι κι έτσι απέφευγαν να τα καλλιεργήσουν κι ας είναι σε αυτό πιο εύκολα απ’ όλα, ακόμα και από τις φακές και φυσικά μπορούσαν να καταναλωθούν και ως χλωρά αλλά ποτέ δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο στο χωριό.  Την ίδια εποχή που αναφέρομαι στο χωριό, στις αρχές του ’70 σταμάτησαν εντελώς απότομα και οι καλλιέργειες φακής, ρεβυθιών και φυσικά σιτηρών.

Τα είχα όλα αυτά στο νου μου όταν αποφάσισα μεταξύ των άλλων που φύτεψα στο χωράφι, να βάλω και αμπελοφάσουλα. Επρόκειτο για μια πρωτοβουλία που πρώτη απ’ όλους περίμενα πως θα την σχολίαζε η μάνα μου, αμφιβάλλοντας, και με το δίκιο της, αν πράγματι ήξερα να καλλιεργώ τέτοια πράγματα γιατί ομολογώ πως τα χρόνια που έπρεπε να μάθω, εγώ άνοιγα τα φτερά μου να φύγω από το χωριό. Από την γενιά μου, κανένας σχεδόν δεν έμεινε στην μικρή του πατρίδα κι όσοι για κάποιους λόγους υποχρεώθηκαν να το κάνουν, δεν ασχολήθηκαν με τους κήπους όπως οι παλαιότεροι. Έτσι σιγά – σιγά έσβησε η όποια παράδοση και μόνο κάποιες πολύ ηλικιωμένες γυναίκες την συντηρούν ακόμη.

Η γενιά της μάνας μου πάλι, η πρώτη μεταπολεμική που έζησε την εμπειρία της τραγικής δεκαετίας 1940 – 1950 ήταν αυτή που έζησε και την μεγάλη ρήξη με την παράδοση, στην ουσία με την παγιωμένη επί αιώνες αντίληψη με τα πράγματα και υιοθέτησε νεωτερισμούς που και για την ίδια ήταν αδιανόητοι. Όπως τα τσιμεντένια αυλάκια για παράδειγμα που αναπτύχθηκαν στο χωριό στα τέλη της δεκαετίας του ΄50, τα σιδερένια άροτρα της UNTRA, τα τρακτέρ αργότερα, τις αλωνιστικές μηχανές, τα αλυσοπρίονα και ένα σωρό άλλα πράγματα που άλλαξαν διαπαντός το τοπίο της παραδοσιακής αγροτικής ζωής.

Σε αυτές τις αλλαγές ήταν και η εγκατάλειψη των φτωχών παραδοσιακών καλλιεργειών, ρεβύθια, φακές, καλαμπόκι, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω και φυσικά των γυφτοφάσουλων και η απομάκρυνσή τους από την διατροφή η οποία αλλάζει καθώς αρχίζουν να μπαίνουν στο πιάτο όλο και πιο συχνότερα τα ζυμαρικά για παράδειγμα και άλλα είδη της αγοράς. Τούτο γίνεται βέβαια γιατί αρχίζουν να φαίνονται τίποτα μεροκάματα στα έργα, αναγκαία ή επινοημένα από τους πολιτικούς της περιοχής, κάτι συντάξεις, κάτι εμβάσματα από τα ξένα και έτσι αλλάζει και η διαρκώς χειμαζόμενη σχέση των ανθρώπων με την αγορά …

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον τα γυφτοφάσουλα δεν είχαν καμιά ελπίδα να συνεχίσουν να καλλιεργούνται κι έτσι η απόπειρά μου έγινε θέμα συζήτησης και ομολογώ πως μου άρεσε να λέω πως τα κατάφερα να βγάλω αμπελοφάσουλα μέχρι 60 πόντους. Τα ήθελε η γη μας και τους έδωσε δυνάμεις να μεγαλώσουν όσο μπορούσαν. Σα να τα περίμενε να συμπληρώσουν ένα διατροφικό τοπίο που χόρταινε πολλές γενιές πριν από την δική μου.  Τούτο το εκλαμβάνω ως σήμα να επαναλάβω του χρόνου την καλλιέργειά τους και θα το κάνω, τόσο με σπόρους από τα ίδια που θα κρατήσω αλλά και άλλους από την Αμοργό που καλλιεργούν σε ξηρικά χωράφια και έχουν καλή παραγωγή. Εκεί εξάλλου είδα να τα καλλιεργούν συστηματικά και φυσικά να αποτελούν ένα πολύ νόστιμο και ιδιαίτερο πιάτο και έτσι θέλησα να τα έχω κι εγώ πρόχειρα στον κήπο μου…  


ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 21082020

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2020

Ο ΝΙΚΟΛΑΣ ΘΕΟΛΟΓΙΤΗΣ ΣΤΟΝ ΑΪ - ΣΤΡΑΤΙΟ




Η Αμοργός δεν είναι ένα νησί που ζει μόνο το καλοκαίρι αλλά έχει ζωή όλο το χρόνο και οι μόνιμοι κάτοικοί της ασχολούνται ικανοποιητικά με τα χωράφια τους, τις ελιές τους και ζωντανά τους, πράγμα που ενισχύει την εντύπωση της διαφοράς της από τα άλλα νησιά και γι’ αυτό έχει πολλούς από την Ελλάδα και ολόκληρο τον κόσμο που την αγαπάνε. Όλοι όσοι δε επισκεπτόμαστε την Αμοργό τακτικά, φυσικά και έχουμε γνωρίσει πολλούς Αμοργιανούς και έχουμε δημιουργήσει φιλίες που κρατάνε και τα καλοκαίρια και τους χειμώνες…

Ένας από τους Αμοργιανούς που αγαπώ πολύ και φροντίζω όταν πηγαίνω να τον δω από τους πρώτους, είναι ο Νικόλας Θεολογίτης, αειθαλής και ακούραστος που καταφέρνει να κερδίζει αμέσως τις εντυπώσεις χάρη στην τέχνη του να φτιάχνει επιτόπου στίχους για κάθε τι που παρατηρεί γύρω του και να τους απαγγέλλει, συνήθως στην ταβέρνα «Το Πανόραμα» του γιού του Βούλη, στα Θολάρια. Εμένα προσωπικά με έχει «στολίσει» με δεκάδες στίχους που άλλη φορά θα τολμήσω να σας τους παρουσιάσω.

Η στιχουργική είναι ένα μέρος της φιλίας μας και της εκτίμησης που έχω στον Νικόλα, ο οποίος διατηρεί ακέραιο το ύφος του παραδοσιακού Κυκλαδίτη και συνεχίζει να είναι τόσο δραστήριος, όσο και στην νεότητά του. Μπορεί δε να αφηγείται με τις ώρες όσες δουλειές έκανε στη ζωή του και που έτρεχε στο νησί, μια εποχή που δεν υπήρχαν οι σημερινές ευκολίες και μέσα από τα λεγόμενά του ξετυλίγεται η οικονομική και η κοινωνική επιφάνεια της Αιγιάλης για δυο γενιές και παραπάνω. Από τους τελευταίους εκπροσώπους της παλιάς γενιάς των Αμοργιανών, ο Νικόλας αποτελεί για ντόπιους και επισκέπτες έναν θησαυρό πληροφοριών για κάθε τι που αφορά την Αμοργό και τους ανθρώπους της.

Τον Νικόλα τον χαίρομαι πάντα στο «Πανόραμα» αλλά εκεί που μου αρέσει περισσότερο να τον συναντώ είναι στον Αϊ-Στράτιο. Ο Αϊ-Στράτιος είναι μια περιοχή στο μέσον περίπου της διαδρομής από τα Θολάρια προς τη Λαγκάδα που έχει κτήματα ο Νικόλας και έχει πάρει το όνομά της από το πανάρχαιο εκκλησάκι που είναι αφιερωμένο στον Αϊ-Στράτιο και εορτάζει στις 8 Νοεμβρίου, μαζί με τους αρχαγγέλους και η αγία τράπεζά του στηρίζεται πάνω σε έναν αρχαίο κίωνα κορινθιακού ρυθμού. Αυτό το πανηγυράκι το αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου ο Νικόλας και προσφέρει σε όσους πάνε κρασί και παστά ψάρια.  

Το κτήμα του Νικόλα το οποίο το έχει μοιράσει στους τρεις γιούς του, Δημήτρη, Παρασκευά (Βούλη) και Σταμάτη αρχίζει από εκεί που τελειώνει ο περίβολος του Αϊ – Στράτιου και η βαριά τοιχοποιία ενός αρχαίου κτίσματος  και περιλαμβάνει ελαιώνα, αμπέλι και τμήμα για κηπευτικά που ποτίζονται από ένα επίσης αρχαίο πηγάδι. Σε αυτό ο Νικόλας παλαιότερα πήγαινε καθημερινά αλλά τώρα τα χρόνια δεν του επιτρέπουν και έχει αραιώσει τις επισκέψεις καθώς φυσικά και τις καλλιέργειες. Σύντροφός του και πλάτη για τις μετακινήσεις είναι η γαϊδάρα που ακούει στο όνομα Αντζουλίνα που όπως διαπίστωσα ο ίδιος χαίρεται περισσότερο να είναι στον Αϊ-Στράτιο παρά στα Θολάρια γιατί εκεί δεν έχει την ελευθερία της και την βοσκή που περισσεύει. Εκεί διαμένει και ο φύλακας του κτήματος, ο μαύρος Αστερίξ που γαυγίζει όταν πάρει είδηση κάποια παράξενη κίνηση.

Τον περασμένο μήνα που επισκέφτηκα την Αμοργό, πετάχτηκα ένα πρωί ως τον  Αϊ-Στράτιο να δω τον Νικόλα Θεολογίτη και τον βρήκα να μαζεύει μαυρομάτικα φασόλια και πήρα ένα σπουδαίο μάθημα γι’ αυτά να το εφαρμόσω την επόμενη χρονιά στο χωριό ενώ τον παρακάλεσα να μου κρατήσει λίγο σπόρο να συγγενέψουμε στα χωράφια μας. Θα τον συναντήσω πάλι πιστεύω όταν πάνε να τρυγήσουν τον Σεπτέμβρη και ελπίζω να έχει μείνει και κανένα σύκο από τις υπέροχες συκιές που υπάρχουν στο κτήμα ενώ τον Νοέμβριο που σχεδιάζω πάλι να πάω στην Αμοργό, να βάλω κι ένα χεράκι στο μάζεμα των ελιών.

Ο Νικόλας Θεολογίτης έχει ένα προνόμιο που λίγοι Κυκλαδίτες και Έλληνες διαθέτουν. Καλλιεργεί ακόμη έναν πανάρχαιο τόπο και αυτό το φανερώνουν τα σημάδια δίπλα του και ο οποίος τον καθορίζει στο ύφος και την συμπεριφορά.  Γι’ αυτόν ο  Αϊ – Στράτιος  έχει μια ιδιαίτερη, βαθιά και μυστική σημασία και για όποιος τον επισκεπτόμαστε, δεν είναι παρά προσκύνημα και τιμή στις αμέτρητες γενιές προγόνων που τον καλλιέργησαν από την αυγή της ιστορίας μέχρι σήμερα. Να είσαι καλά Νικόλα να συνεχίζεις και να μας διδάσκεις...

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 17082020

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2020

Η ΑΜΟΡΓΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΗΣ



Είχα την τύχη τα περασμένα χρόνια στην Αμοργό, τη νησιωτική πατρίδα μου, να ζήσω και να χαρώ από τα μεγαλύτερα ως τα μικρότερα πανηγύρια της. Στη Χώρα, την Κάτω Μεριά, τα Κατάπολα, την Αιγιάλη. Άλλα σε λαμπρές εκκλησίες κι άλλα σε εξωκλήσια στις κορυφές, τις παραλίες, τα νησιά της και φυσικά, σε διάφορες εποχές του χρόνου και με όποιο καιρό...

Φέτος είχα προγραμματίσει να πάω σε αρκετά απ’ αυτά τα πανηγύρια, έχοντας στο μυαλό μου την συμπλήρωση και την αξιοποίηση ενός πλούσιου αρχείου φωτογραφιών μιας εικοσαετίας και την έκδοση ενός τόμου με τις κοινές με τους Αμοργιανούς αυτές εμπειρίες. Δεν με ενδιέφεραν τόσο τα μεγάλα, όπως της Αγίας Παρασκευής στην Κάτω Μεριά ή της Παναγίας της Πανοχωριανής στην Αιγιάλη, αλλά τίποτα μικρότερα εδώ κι εκεί στο νησί αλλά ο φόβος της επιδημίας, ανέβαλε τις επισκέψεις. Εξάλλου, σε όλη την Ελλάδα, τα πανηγύρια περιορίστηκαν στο θρησκευτικό κομμάτι τους και ούτε καν επιχειρήθηκε να γίνουν όπως κάθε χρόνο τραπέζια, τραγούδια, χοροί και άλλα κοσμικά που συμπλήρωναν το καλοκαιρινό αντάμωμα ντόπιων και επισκεπτών που προέκυπτε σε κάθε περίπτωση.



Έχοντας ζήσει όλα αυτά τα πανηγύρια και κυρίως την προετοιμασία τους, γιατί πήγαινα από τις προηγούμενες ημέρες και συχνά έβαζα κι εγώ ένα χέρι στις δουλειές, γνώρισα και πάρα πολλούς ανθρώπους που ήταν κυριολεκτικά ταγμένοι σε αυτά και όλο τον χρόνο ζούσαν περιμένοντας πότε θα  φτάσει το ένα ή το άλλο. Αναφέρομαι κυρίως στους μαγείρους που καλύτεροί τους δεν νομίζω πως υπάρχουν σε όλο το Αιγαίο και οι οποίοι, με τον δικό του τρόπο ο καθένας έβαζε την σφραγίδα του στην νοστιμιά του φαγητού σε κάθε πανηγύρι. Δεν αναφέρω τα ονόματά τους εδώ, σε άλλο σχόλιο θα διαβάσετε περισσότερα με αναφορές σε αυτούς που μας άφησαν για τα πανηγύρια του ουρανού και σε εκείνους που συνεχίζουν μια παράδοση που τιμά την Αμοργό και τον κόσμο που την επισκέπτεται.



Και δεν είναι όμως μόνο οι μάγειρες που ετοιμάζουν τα πανηγύρια, είναι οι βοηθοί και οι δεκάδες Αμοργίνοι που συμμετέχουν ο καθένας με τον τρόπο του στην προετοιμασία τους. Από το άσπρισμα και το ασβέστωμα των εκκλησιών και των πέριξ σε αυτές χώρους μέχρι το καθάρισμα των κρεμμυδιών και το πλύσιμο των πιάτων, μια σειρά δουλειές που αν δεν υπήρχε η προσφορά των Αμοργινών και των φίλων της Αμοργού, δεν θα γίνονταν κανένα πανηγύρι. Κι ακόμη, την προσοχή που δίνουν όλοι έτσι ώστε ο χώρος που έγινε το πανηγύρι να καθαριστεί επιμελώς και να αφεθεί στην ησυχία και ηρεμία του αμοργιανού τοπίου.

Τούτο είναι κατά τη γνώμη μου και το κυριότερο που εκφράζει την αγάπη που έχουν για τον τόπο τους καθώς και το δέσιμο μεταξύ τους. Άνθρωποι από τις δυο άκρες του νησιού συναντιούνταν πάντα στα πανηγύρια κι έτσι με αυτό τον τρόπο καλλιεργούνταν η επικοινωνία και η εξέλιξη της αμοργιανής κοινωνίας. Επί πλέον, πέρα από την προσφορά της εργασίας σημαντική ήταν και η προσφορά των αγαθών που προορίζονταν για την λειτουργία των ιερών ναών και της κοινής τράπεζας που ακολουθούσε. Ψωμί, κρασί, λάδι και όλα όσα απαιτεί ένα καλό καζάνι πατάτο (όταν δεν νήστευαν αν και πάντα υπήρχε αυτή η πρόβλεψη) προσφέρονταν από τους Αμοργίνους σε όλα τα πανηγύρια και στα μεγάλα και εξέχοντα όπως της Παναγίας της Χοζοβιώτισας ή της Αγίας Παρασκευής και από τα γύρω νησιά που είναι και τα ωραιότερα μιας και η μετακίνηση γίνεται με όμορφα πλεούμενα.




Η φετινή κατάσταση πίκρανε και μούδιασε κάπως τους Αμοργιανούς. Δεν το βάζουν όμως κάτω, του χρόνου (Θεού θέλοντος και επιδημιών επιτρεπόντων φυσικά) υπόσχονται πως θα κάνουν όπως πάντα τα πανηγύρια τους και μάλιστα διπλά για να μετρήσει έτσι ο χρόνος και να μην δημιουργηθεί στο παραμικρό η εντύπωση πως υποχώρησαν τα έθιμα γιατί τούτο απλά και μόνο θα σημαίνει πως η κοινωνία της Αμοργού σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία για όλη την Ελλάδα και τον κόσμο και μπροστά σε ένα άδηλο προς το παρόν μέλλον με την επιδημία,  χάνει την αισιοδοξία της, απομονώνεται και εν τέλει συρρικνώνεται.

Η Αμοργός τα τελευταία είκοσι χρόνια ακολουθεί έναν διαφορετικό δρόμο παρουσίας στο Αιγαίο με ισόρροπη την τουριστική ανάπτυξη με άλλες πρωτογενείς δραστηριότητας (γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία) σε όλο το νησί και χάρη σε αυτό έχει κερδίσει την συμπάθεια ενός μεγάλου αριθμού επισκεπτών (ναι επισκεπτών και όχι τουριστών) από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο και δεν θέλει να το χάσει. Το στοίχημα που βάζουν οι Αμοργίανοι, αφορά όλους και αποτελεί παράδειγμα για όλη την Ελλάδα που αξίζει ένα ασφαλές μέλλον.




Μένοντας φέτος με κάθε τρόπο ασφαλείς, του χρόνου θα γιορτάσουμε διπλά. Τις εκκλησίες και τους αγίους της Αμοργού (και όλης της Ελλάδας) και την νίκη έναντι στην επιδημία…



ΥΓ. Οι φωτογραφίες από την προετοιμασία του πανηγυριού της Παναγίας της Πανοχωριανής στην Αιγιάλη, το 2012.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 16082020

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2020

ΑΡΓΗΣΑΝ ΝΑ ΩΡΙΜΑΣΟΥΝ ΦΕΤΟΣ ΟΙ ΝΤΟΜΑΤΕΣ




Το μέσο υψόμετρο του χωριού είναι τα 800 μέτρα πάνω από τη θάλασσα και από τη μέση του και πάνω αρχίζει σχεδόν η ζώνη του ελάτων. Οι παλιότεροι θα θυμούνται πως από το χωριό και κάτω τα έλατα ήταν σπάνια, κάποια μεμονωμένα υπήρχαν εδώ κι εκεί και μόνο και σε τίποτα ζερβά μέρη τα βλέπαμε ενώ τώρα, κοντεύουν να σχηματίσουν δάσος ακόμα και μέσα στην κοίτη του Σπερχειού, στα 400 μέτρα μαζί με τις ιτιές και τα πλατάνια!

Τούτο σχολιάζουν οι ντόπιοι, όσοι δείχνουν ενδιαφέρον για ότι συμβαίνει δίπλα τους, οφείλεται στον περιορισμό της κτηνοτροφίας και μάλιστα της αιγοτροφίας. Οι ειδικοί όμως, δασολόγοι, μετεωρολόγοι και άλλοι, επισημαίνουν πως αυτό έχει να κάνει με το κρύωμα της γης – κάποιοι λένε μάλιστα πως μπαίνουμε σε μια νέα περίοδο παγετώνων αλλά λίγοι το παίρνουν σοβαρά καθώς η προπαγάνδα περί κλιματικής αλλαγής, καλά κρατάει και πουλάει διάφορες τεχνολογίες για να μην μείνουν χωρίς δουλειά τα γερμανικά εργοστάσια που κάνουν ανεμογεννήτριες και οι ντόπιοι «επενδυτές». Η υπόθεση σηκώνει μεγάλη κουβέντα, αφού πρώτα υπάρξει και η σχετική ενημέρωση για όσους θέλουν να συμμετάσχουν για να μην μιλάμε στον βρόντο. Γι’ αυτό την αφήνουμε στην άκρη και ίσως με το παράδειγμα που ακολουθεί οδηγηθούμε σε νέους προβληματισμούς.

Ας σταθούμε λοιπόν σε ένα άλλο φαινόμενο που παρατηρούμε φέτος στην μικρή πατρίδα και όχι μόνο. Όλα τα κηπευτικά άργησαν να ωριμάσουν περί τις 15 ημέρες.  Τούτο μπορεί να μην γίνεται ευθέως αντιληπτό σε αρκετούς και να μην ενδιαφέρει καθόλου άλλους αλλά η μάνα που επί 80 χρόνια τώρα ζει μέσα στους κήπους και παρατηρεί τα φαινόμενα, λέει πως δεν έχει ξαναγίνει κι ακόμη, πως χρονιά με τη χρονιά η γη κρυώνει περισσότερο. Μπορεί να αργήσαμε φέτος να φυτέψουμε κηπευτικά, λόγω των βροχών αλλά εκείνο που καθόρισε κατόπιν τη βλάστησή τους και την εν γένει πορεία τους ήταν η ζέστη της γης.

Η γη μας μπορεί να στέγνωσε στις αρχές Μαΐου αλλά κάτω από τους δέκα πόντους ήταν κρύα και αυτό το καταλάβαμε πρώτα από τις πατάτες που άργησαν να βγάλουν φύλλα και κατόπιν απ’ όλα τα κηπευτικά που βλέπαμε να μεγαλώνουν πολύ διστακτικά . Ζέστανε λίγο προς τα τέλη του Μαΐου αλλά ήταν αργά, χάθηκαν σχεδόν δέκα μέρες βλάστησης, χρόνος που δεν αναπληρώνεται με όση ζέστη και να κάνει κατόπιν. Η γη όμως συνέχισε να είναι κρύα και αυτό το καταλάβαμε προχθές βγάζοντας τις πατάτες. Το χώμα δεν ήταν ζεστό όπως παλιά αλλά κρύο και οι πατάτες σε ορισμένα σημεία σαν να έβγαιναν από το ψυγείο. Σε αυτό το κρύο χώμα κλήθηκαν φέτος να βλαστήσουν και να αναπτυχθούν και οι ντομάτες.

Τα προηγούμενα χρόνια, ήδη έβγαιναν οι πρώτες τις τελευταίες ημέρες του Ιουλίου αλλά φέτος έφτασε Δεκαπενταύγουστος και τώρα αρχίζουμε να βλέπουμε κάποιες να κοκκινίζουν ενώ οι περισσότερες παραμένουν πράσινες και διστακτικές κρεμασμένες πάνω στην ντοματιά. Θα κοκκινίσουν σίγουρα, αλλά οι ρυθμοί που θα το κάνουν θα είναι πιο αργοί κι έτσι θα πάει πίσω τουλάχιστον δεκαπέντε ημέρες και η παραγωγή ντοματοπελτέ και χυμού που κάνουν συνήθως στο σπίτι. Ούτε κι αυτό πάλι είναι βέβαιο πως θα έχει φέτος επιτυχία γιατί αλλιώς είναι η ωρίμανση της ντομάτας όταν είναι ζεστός ο Αύγουστος κι αλλιώς τον δροσερό Σεπτέμβριο που μια χαρά κάνουν για σαλάτα.     

Το γεγονός ίσως απασχολεί μόνο τη μάνα μου, ίσως και κάποιους άλλους λίγους συγχωριανούς και συντοπίτες. Οι περισσότεροι και δεν αναφέρομαι μόνο στους συγχωριανούς μου, μη έχοντας καμιά σχέση πλέον με τη γη, ως παθητικοί θεατές και άμοιροι του αγώνα που θέλουν οι καλλιέργειες και καταναλωτές που δέχονται παθητικά τις προτάσεις της αγοράς, ουδόλως ενδιαφέρονται γι’ αυτές τις λεπτομέρειες και φυσικά καλύπτουν τις ανάγκες τους από το σούπερ μάρκετ με προϊόντα που ούτε καν ξέρουν από πού προέρχονται και με ποιο τρόπο αυτά ωρίμασαν. Είναι πρόκληση γι’ αυτούς να σκεφτούν, μέσα στην καλοκαιρινή ραστώνη, αν η γη που περπατάνε είναι πιο κρύα πριν από πέντε ή δέκα χρόνια κι αν οι ντομάτες κοκκινίζουν πιο αργά από τις άλλες χρονιές…  

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 14082020

Ο ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΔΗΜΙΑΣ




Δεν έχει την ίδια νοστιμιά η γιορτή αν δεν γίνεται στη μέρα της. Δεν γίνονταν όμως αλλιώς και ο παπα Βαγγέλης Γιαννουσιάς που εξυπηρετεί και την ενορία του Νεοχωρίου έκανε σήμερα της λειτουργία στην δική μας Παναγία κι αύριο, ανήμερα στη χάρη της θα λειτουργήσει εκεί καθότι είναι και η κεντρική τους εκκλησία και κάποτε έκαναν και ωραίο πανηγύρι. Έτσι λοιπόν γιορτάσαμε α την δική μας Παναγία (Γενέσιον της Θεοτόκου) σήμερα που έχει και την θλιβερή επέτειο, όπως και όλο το χωριό της πυρπόλησής της από τους Γερμανούς το 1944 και μας το θυμίζει η εντοιχισμένη πλάκα πάνω από την είσοδό της.




Στον σημερινό εκκλησιασμό ανταποκρίθηκε σχεδόν το σύνολο του χωριανών τηρώντας σε ικανοποιητικό βαθμό τα μέτρα για την επιδημία, πράγμα που μας κάνει να νιώθουμε κάπως ασφαλείς γιατί καλά εμείς εδώ συνηθίσαμε αλλά είδαμε και πολλούς καινούργιους που ήρθαν να περάσουν λίγες μέρες στο χωριό και ως είναι φυσικό, κάπως ανησυχούμε.

Τούτο ήταν και η αφορμή να διαλυθεί αμέσως ο κόσμος που ήρθε στην εκκλησία και έμειναν μόνο όσοι είχαν σκοπό να κάνουν αγιασμό στα μνήματα των αποδημησάντων χωριανών μας καθώς η Παναγία μας είναι και το κοιμητήριο του χωριού, ένα από τα αρχαιότερα της περιοχής. Βιαστικά ο παπα Βαγγέλης πέρασε από τα μνήματα, έψαλε το τρισάγιο και σιγά – σιγά ο χώρος έπεσε στην σιωπή που έχει τις υπόλοιπες ημέρες…
Του χρόνου με την βοήθεια του Θεού κι αν έχουμε την υγεία μας, σίγουρα θα είμαστε περισσότεροι και θα μπορούμε να χαιρετιόμαστε ή να αγκαλιαζόμαστε ελεύθερα γιατί αυτή η μέρα που κατά παράδοση όλο το χωριό συναντιόνταν εκεί, την βάραινε ο φόβος του αόρατου εχθρού που κυκλοφορεί ανάμεσά μας και δεν ξέρουμε πως θα μας προσβάλλει…

Με το τέλος της λειτουργίας ο Δημήτρης ξεκρεμάει την καμπάνα
για να μην προκαλεί τους ανακυκλωτές..

ΥΓ. Οι φωτογραφίες από απόσταση, για ευνόητους λόγους.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 14082020

Πέμπτη, 13 Αυγούστου 2020

ΕΝΑ ΜΑΘΗΜΑ ΠΟΥ ΜΟΥ ΕΔΩΣΑΝ ΤΑ ΡΕΒΥΘΙΑ



Με την ορμή του «νέου αγρότη» και την αισιοδοξία του νεοφώτιστου καλλιεργητή ότι όλα θα πάνε καλά, επιχείρησα στο χωράφι που ανέστησα την Άνοιξη να φυτέψω και ρεβύθια.  Το πώς καλλιεργούνται όμως αυτά, μόνο σαν μνήμη των παιδικών χρόνων το είχα καθώς εκείνη την εποχή άρχισαν ήδη να εγκαταλείπονται τα χωράφια, τα ξηρικά κυρίως που οι συγχωριανοί τα έσπερναν συνήθως μαζί με καλαμπόκια. Οι ελπίδες μου πάντως να επαναλάβω αυτές τις πανάρχαιες καλλιέργειες ήταν να αποκτήσω κυρίως την εμπειρία και δεν περίμενα να έχω και μεγάλη σοδειά γιατί άργησα κάπως να τα φυτέψω. 

Η μάνα μου την οποία θυμάμαι πριν από 50 χρόνια περίπου να μαζεύει ρεβύθια από το χωράφι στα Κμάσια που είχαν σπείρει και καλαμπόκι και ποτίζονταν, αν κάποιος είχε χρόνο να φτάσει ως εκεί, έδειξε έκπληκτη για το εγχείρημά μου. Η καλλιέργεια των ρεβυθιών και της φακής είχε αρχίσει να εγκαταλείπεται από  τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια και μέχρι τα μέσα της δεκαετία του ΄60 είχε σταματήσει σε όλα τα χωράφια του χωριού ενώ στις αρχές της επόμενης δεκαετίας του ΄70 σταμάτησε και η καλλιέργεια σιταριού και κριθαριού. Όλα τα χωράφια που καλλιεργούνταν τότε σιτηρά και όσπρια, σήμερα έχουν γίνει λόγγος.

Ξεκινώντας λοιπόν να καλλιεργήσω ρεβύθια, το πρώτο πράγμα που διαπίστωσα ήταν ότι δεν είχα σπόρο, ούτε στο χωριό μπορούσα να αναζητήσω, ούτε στην περιοχή. Έτσι απευθύνθηκα ην φίλη Χριστίνα Βαϊοπούλου η οποία καλλιεργεί όσπρια στην Καρδίτσα. Μου έστειλε, τα φύτεψα όπως μου είπε, τα πότισα δυο τρεις φορές και προχθές τα μάζεψα, δυο δεμάτια όλα κι όλα και τα κουβάλησα στην πλάτη στο σπίτι. Τα βάλαμε στον ήλιο να στεγνώσουν πολλές ώρες, τα πάτησα με τις αρβύλες όπως μου είπε η μάνα μου να σπάσουν τα κλαδιά και τα τσόφλια και έκατσε με την Άρτεμη και τα ξεχώρισαν. Παλιά τα στούμπαγαν στο αλώνι με ένα ξύλο να σπάσουν και κατόπιν τα λίχνιζαν να μαζέψουν τον καρπό. Το ίδιο έκαναν και με τις φακές στο αλώνι ενώ λίχνιζαν τα φασόλια στη Ράχη αλλά τώρα εκεί η στροφούλα καλύφθηκε με άσφαλτο κι ένας τοίχος εμποδίζει τον αέρα.  

Δεν μπορώ να πω ότι η απόδοσή τους με ικανοποίησε, με το ζόρι να βγάλαμε πέντε κιλά και τούτο οφείλεται στο ότι άργησα να τα φυτέψω λόγω του παρατεταμένου χειμώνα. Δεν με πείραξε, έμαθα πως κάποια πράγματα θέλουν άλλο χρόνο απ’ αυτόν που εμείς εννοούμε και φυσικά, την επίδραση του καιρού πάνω στα πράγματα και κυρίως στις καλλιέργειες. Η σκέψη μου πήγε στα παλιότερα χρόνια, όταν τα ρεβύθια που αναφέρω ή οι φακές ήταν μαζί με τα φασόλια η κύρια τροφή των ανθρώπων και από την απόδοση των χωραφιών τους εξαρτιόνταν και η επιβίωσή τους. Όταν δεν τους πήγαινε καλά ο καιρός, τότε το ο φόβος της πείνας πλάκωνε το νοικοκυριό που δεν είχε άλλο τρόπο να αντικαταστήσει τη χαμένη σοδειά. Αν δε πήγαινε άσχημα και το καλαμπόκι, τότε σίγουρα θα πεινούσαν.

Μια κακή παραγωγή ρεβυθιών λοιπόν όπως η δική μου, θα ήταν προάγγελος δυσκολιών για τον χειμώνα οπότε κάποιος ή περισσότεροι από το σπίτι θα έπρεπε να φύγει να πάει κάπου να δουλέψει για να μπορέσει η οικογένεια να τα βγάλει πέρα. Μέχρι την δεκαετία του ’40 ούτε αυτό ήταν εύκολο, τα πράγματα άλλαξαν μετά τον πόλεμο που άνοιξαν οι δουλειές και οι δρόμοι προς τον κάμπο και τις πόλεις κι έτσι το μεροκάματο έσβησε η λαχτάρα για τον αν θα βρέξει να ποτιστούν τα χωράφια ενώ το δημόσιο έδωσε και σε πολλούς την δυνατότητα «βρέξει – χιονίσει» να μην έχουν άγχος για την επιβίωση.


Ρομαντικός, έρχομαι τώρα να δοκιμάσω αν αποδίδουν τα ρεβύθια στο χωριό και μαθαίνω από πρώτο χέρι έναν από τους λόγους που άδειασε η ορεινή Ελλάδα. Το καλό στην περίπτωση είναι ότι μου έμεινε η γνώση και ίσως φανεί χρήσιμη και σε άλλους όταν έρθει πάλι η ώρα να μας σώσουν τα βουνά και τα ξεχερσώματα για λίγα μέτρα καθαρής γης. Ελπίζω δε να είναι και κάποιος που θα μας δώσει σπόρο χωρίς πολλά ανταλλάγματα…  

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 13082020

Τρίτη, 11 Αυγούστου 2020

ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΗ ΑΓΩΓΗ ΣΤΑ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙΑ



Τα καλαμπόκια είναι φυτά τα όποια μεγαλώνουν χωρίς να χρειάζονται υποστήριγμα ή άλλο τρόπο να στηριχθούν ενώ πολλές φορές, όταν είναι φυτεμένα δίπλα σε φασολιές κλαρωτές, τότε αυτά χωρίς να θέλουν τις φιλοξενούν, σε βαθμό μάλιστα που δεν μπορούν να αναπνεύσουν καθώς οι δεύτερες διακρίνονται για το άπλωμα των κλαδιών τους. Το ίδιο κάνουν καμιά φορά και οι αγγουριές και τίποτα περικοκλάδες αν τύχει να είναι κοντά τους.

Φυσικά μιλάμε για τα ψηλά καλαμπόκια γιατί αυτά είναι πολλές ποικιλίες και αναλόγως που είναι φυτεμένα γιατί μεγάλο ρόλο στην περίπτωση παίζει και το έδαφος καθώς και ο χρόνος που φυτεύτηκαν. Τα κοντόροκα για παράδειγμα που είναι στα χωράφια δεν διατρέχουν τέτοιον κίνδυνο. Μόνο αυτά που φυτεύουν στα κήπια γίνονται υποστηρίγματα άλλων φυτών και το παράδοξο είναι παρά τον ανταγωνισμό για αέρα και φως τα καταφέρνουν να δένουν μεγάλα καλαμπόκια τα οποία τρώμε μόνο ψητά γιατί πλέον το καλαμποκάλευρο έχει βγει από τη διατροφή μας ενώ ούτε ζώα υπάρχουν να ταϊστούν.
Η ιδιαιτερότητα των καλαμποκιών όμως να ψηλώνουν χωρίς υποστήριγμα έχει και τις εκπλήξεις της και κυρίως από τον αέρα και τις καταιγίδες  που μπορεί με την ένταση και την δύναμή τους να τα ρίξουν χάμω και επειδή δεν έχουν την ευχέρεια να σηκωθούν πάλι, ταλαιπωρούνται και μεγαλώνουν με τραύματα ενώ δεν αποκλείεται και να ξεραθούν. Γι’ αυτό και υποθέτω τα φυτεύουν μαζί με τα φασόλια τα οποία στηριγμένα στις κλάρες και με τον όγκο που δημιουργούν ένα φράγμα που αντέχει και σε ενισχυμένους ανέμους. Στην περίπτωση όμως της καλοκαιρινής καταιγίδας, η κατάληξη δεν είναι πάντα καλή και για τα δυο είδη  και η σοδειά να καταλήξει να γίνει ένα κουβάρι με τις λάσπες στο χώμα.


Κάτι τέτοιο παραλίγο να πάθουν και οι δικές μου καλλιέργειες καλαμποκιού από την κακοκαιρία «Θάλεια» που πέρασε πρόσφατα και τα μέρη μας και μια νύχτα έβρεξε όσο θα έβρεχε ένα μήνα. Φύτεψα πέντε διαφορετικά είδη να δω τι αποτέλεσμα θα έχουν και να κρατήσω σπόρο για του χρόνου. Τα κοντόροκα δεν έπαθαν τίποτα αλλά τα ψηλά που είχα φυτεμένα στην άκρη του κήπου, τα περισσότερα λύγισαν από την ορμή του αέρα. Τα είδα και στεναχωρήθηκα πολύ και σκεφτόμουν να τα ξεριζώσω να μην ταλαιπωρούνται έτσι γερμένα στο χώμα. Την απογοήτευσή μου μετέφερα στη γειτόνισσα Ελευθερία Σαρόγλου η οποία μου έδωσε και την ιδέα πως θα τα σώσω. Να τα δέσω σε μικρά παλούκια και αυτά θα πάρουν πάνω τους και θα ισιώσουν, μου είπε.
Αυτό έκανα σήμερα το πρωί. Πήρα μερικά λεπτά κλαριά και ένα – ένα ή δυο, τρία μαζί τα έδεσε με ένα κορδελάκι και τα ίσιωσα. Το παλούκι επί του προκειμένου λειτούργησε σαν ορθοπεδικός νάρθηκας που κρατά το τραυματισμένο καλαμπόκι κι έτσι πιστεύω πως θα συνεχίσουν να είναι όρθια και να ωριμάσουν τις ρόκες τους μιας και το ζητούμενο είναι να κρατήσουμε λίγο σπόρο απ’ αυτά για την επόμενη χρονιά. Το απόγευμα που τα επισκέφτηκα πάλι και τα πότισα διαπίστωσα πως ήδη είχαν αρχίσει να παίρνουν πάνω τους και να βλέπουν με αισιοδοξία τη συνέχεια του καλοκαιριού.


Επειδή με τον νάρθηκα που έβαλα στα καλαμπόκια, άκουσα προσεκτικά και διάφορα σχόλια πάνω στην καλλιέργεια των καλαμποκιών και σημειώνω την παρατήρηση του γείτονα Νίκου Σαρόγλου για το λεπτό κορμί που είχαν και γι’ αυτό λύγισαν από τον αέρα. Εκείνο όμως που με έβαλε σε προβληματισμούς, ήταν από την μάνα μου που είπε ότι μπορεί να μην τα φύτεψα στο σωστό βάθος. Τη ρώτησα σε τι βάθος τα βάζει αυτή αλλά δεν ήξερε να μου απαντήσει γιατί αυτή με την πείρα 80 χρονών στα κήπια έχει τον δικό της τρόπο να υπολογίζει τα πράγματα που κάνει και γι’ αυτό δεν της συμβαίνουν απρόοπτα…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 11082020

ΟΙ ΦΥΛΑΚΕΣ ΣΤΑ ΑΓΓΟΥΡΙΑ




Τα αγγούρια είναι μεταξύ των κηπευτικών που καλλιεργούνται στους ορεινούς κήπους τα πιο πολύτιμα γιατί δροσίζουν το στόμα χωρίς να χρειάζονται ξεφλούδισμα και δεν τρέχουν ζουμιά όπως οι ντομάτες ενώ ωριμάζουν σχετικά νωρίς. Όπως δε μεγαλώνουν πολύ γρήγορα, μέσα σε μια νύχτα, αποτελούν για τον κηπουρό ή τον επισκέπτη του κήπου, ένα εξαίρετο έδεσμα που τον περιμένει πρωί – πρωί κρεμασμένο σε μια μικρή κρεβατίνα.

Ναι, για τον λόγο αυτό κυρίως, να μην σέρνονται δηλαδή στο χώμα σαν τα κολοκύθια, που είναι μακρινά ξαδέρφια αλλά δεν έχουν καμιά σχέση στη γεύση, τα αγγούρια φροντίζει ο κηπουρός να τα βοηθάει με μικρές ιδιοκατασκευές να ανεβαίνουν ψηλά, να κρέμονται, να αερίζονται καλά και να τα προλαβαίνουν οι μέλισσες. Έτσι επίσης δεν λασπώνονται στο πότισμα και φυσικά δεν έρχονται σε επαφή με αυτά τα ζώα, ήμερα ή άγρια. Ειδικά τα σκυλιά που αναζητούν δροσιά πηγαίνουν και κυλιούνται στα ποτισμένους κήπους και αφήνουν τρίχες ενώ πολλές φορές κάνουν εκεί και την ανάγκη τους. Έτσι λοιπόν τα οποία μπορεί να φάει κάποιος ένα αγγούρι από τον κήπο, αυτό πρέπει να είναι κρεμασμένο.

Αυτό είναι ένας άγραφος κανόνας και η μάνα μου που κάτι τέτοια τα προσέχει, από την στιγμή που δεν μπορεί να φυτέψει αγγουριές στον κήπο, τις βάζει στο παρτέρι με τα λουλούδια της αυλής όπου τα πάντα είναι υπό τον έλεγχό της και φυσικά μπορεί να τα ποτίζει περισσότερο με το λάστιχο που της είναι πιο εύκολο. Επί πλέον, από εκεί μπορεί να κόψει ένα αγγούρι να φιλέψει κάποιον επισκέπτη ή να το καθαρίσει, να το αλατίσει και με αυτό να το προσφέρει σαν μεζέ στο τσίπουρο που πίνουμε καμιά φορά στην αυλή. Όταν έχει και ντομάτες, τις κόβει κι αυτές και τις βάζει μαζί με το αγγούρι στο πιάτο και η σύνθεση αποτελεί τον πίνακα της απόλαυσης μιας προμεσημβρινής σύναξης στην αυλή.

Τα αγγούρια πάλι ήταν και το πιο εύκολο να κόψει ο περαστικός από τον κήπο ή το χωράφι κι αυτό φυσικά και δεν άρεσε σε κανέναν απ’ αυτούς που λαχταρούσαν να τα απολαύσουν και περίμεναν πως και πως αυτή τη στιγμή. Σε αυτό όμως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα να τα προφυλάξει και αν τα είχε φυτεμένα σε μακρινό χωράφι έπρεπε να τα ξεχάσει. Γι’ αυτό και τα φύτευε στους κοντινούς κήπους ή στην αυλή, όπως καλή ώρα κάνει η μάνα μου.

Στο σημείο που τα έχει φυτεμένες τις αγγουριές της οι οποίες σημειωτέον προέρχονται από σπόρο που κρατάει και διατηρεί ευλαβικά, αυτές μπορούν να σκαρφαλώσουν στη σίτα της περίφραξης του γείτονα και φτάνουν αρκετά ψηλά. Πίσω δε από τη σίτα έρχονται καθημερινά τα σκυλιά του γείτονα Νίκου Σαρόγλου, ο Νταβέλης και η Σπίθα, πότε το ένα ή και τα δυο μαζί και κάθονται εκεί με τις ώρες επειδή ξέρουν ότι η μάνα μου τους δίνει να φάνε διάφορα. Όσο και να τα μαλώνει ο Νίκος να μην γυφτίζουν στη γειτονιά, αυτά έρχονται και για όποιον δεν ξέρει, όταν τα δει θα νομίσει πως κάθονται εκεί να φυλάνε τα αγγούρια της μάνας μου μη περάσει κανένας και τα κόψει. 

Αυτό όμως είναι και το τελευταίο που απασχολεί τον Νταβέλη και την Σπίθα και με την παρουσία τους εκεί, υποχρεώνουν και τις γάτες να βλέπουν από μακριά την αυλή και αυτές τις στιγμές μπορούν να κατέβουν και τίποτα πουλάκια να τσιμπήσουν κανένα ψίχουλο. Έτσι σώζουν και την εντύπωση του φύλακα που δίνουν πίσω από τη σίτα με τις αγγουριές.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 11082020

Δευτέρα, 10 Αυγούστου 2020

ΣΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΕΧΟΥΜΕ ΚΑΙ ΚΟΥΝΙΑ!!!


Ήθελε διπλή σκάλα να φτάσω στο ψηλό κλαρί
 να δέσω την τριχιά και το αποτέλεμα εξαιρετικό...

Η δουλειά στο χωράφι είναι μοναχική καθώς κανένας άλλος από το σπίτι συμμετέχει. Η μάνα δεν είναι σε θέση να κάνει πια δουλειές εκεί, λόγω ηλικίας, ούτε και η Άρτεμη ξέρει τίποτα αφού έχει μεγαλώσει μακριά από το χωριό. Η μάνα που το έχει ζήσει το χωράφι 80 χρόνια και ξέρει κάθε σπιθαμή του θέλει να κατέβει αλλά σκέφτεται τον ανήφορο και το αναβάλλει. Τον ανήφορο σκέφτεται και η Άρτεμη αλλά καμιά φορά κάνει τις υπερβάσεις της και μου φέρνει εκεί νερό και καφέ, όταν έχω δουλειά που πρέπει να συνεχιστεί. Καμιά φορά δε όταν έχουμε «θέμα» έρχεται και μου βγάζει κάποιες φωτογραφίες για το ημερολόγιο που κρατάω και κάποια στιγμή όταν συμπληρωθεί ο κύκλος θα το διαβάσετε και θα καταλάβετε τι προσπάθησα να κάνω από την έναρξη της επιδημίας μέχρι τώρα.


Μαζεύοντας κοντά φασολάκια στο Γιούρτι!

Η γυναίκα μου Έλενα Μίντση ζει στην Έδεσσα αλλά  μαθαίνει καθημερινά μέσα από την επικοινωνία μας και τις φωτογραφίες που ανεβάζω τι κάνω σε αυτό κι έτσι πάνω κάτω είναι ενήμερη.  Όσες φορές δε έχει έρθει στο χωράφι, την Άνοιξη, όταν το ετοίμαζα για καλλιέργεια δεν έδειξε να φοβάται τον ανήφορο και τούτο αποδείχθηκε τις προηγούμενες ημέρες. Κατέβηκε στο χωράφι φυσικά με την διάθεση να βοηθήσει και όντως κατάφερε να βάλει ένα χέρι στο μάζεμα των φρέσκων φασολιών καθώς και στο βγάλσιμο των κρεμμυδιών. Για σκαλίσματα βεβαίως, βοτάνισμα και πότισμα, ούτε λόγος γιατί κι αυτή δεν έχει ιδέα από αγροτική ζωή και όλα όσα δύσκολα αλλά και ωραία που την συνθέτουν. Την ευχαριστεί όμως που μπορεί να είναι μαζί μου και σε ένα χώρο τον οποίο έχω ημερέψει με τα χέρια μου και προσπαθώ να του εμφυσήσω την ξεχασμένη αίσθηση της καρποφορίας. Ως φιλόλογος τα βλέπει αλλιώς, την εμπνέει λέει το χωράφι όπως το οργανώνω με τις καλλιέργειες και τα δέντρα που σχεδιάζω να φυτέψω και μπορεί να διαβάζει με τις ώρες εκεί κάτω από την σκιά των καρυδιών παρακολουθώντας που και που αυτά που κάνω.

Σε ένα διάλειμμα λοιπόν των δικών μου εργασιών και του διαβάσματος μου ανέφερε πως όταν ήταν κοριτσάκι της άρεσαν οι κούνιες στα δέντρα και πόσο θα ήθελα να είχαμε μια στο κλωνάρι της μεγάλης καρυδιάς κάτω από την οποία αφήνω τα εργαλεία μου.


Τα μαυρομάτικα ήταν φέτος η έκπληξη του κήπου και τα κρεμμύδια, πρώτης ποιότητας...

Δεν απάντησα αλλά την επόμενη ημέρα που πήγαμε στη Σπερχειάδα για διάφορες δουλειές αγόρασα μαζί με δυο αξινάκια που ονειρευόμουν και τριάντα μέτρα τριχιά, από την καλή μάλιστα που μου πρότειναν στο κατάστημα όταν τους είπα τι την θέλω. Γυρνώντας στο χωριό, πήρα την μεγάλη πτυσσόμενη σκάλα για να φτάσω στο ψηλό κλαρί όπου την έδεσα με πολλούς σφιχτούς κόμπους, την δοκίμασα να δω αν αντέχει το κλαρί βάρος και σαν βεβαιώθηκα πως είναι έτοιμη και ασφαλής, της τηλεφώνησα να πάρει ένα μαξιλάρι και να κατέβει στο χωράφι, πράγμα το οποίο έγινε και μάλιστα πολύ σύντομα.

Όταν είδε την κούνια, δεν το πίστευε καθώς δεν έδειξα και πολύ ενδιαφέρον όταν μου είπε ότι θα ήθελε μια κούνια να κρέμεται από την καρυδιά. Της έκανα έτσι έκπληξη και ανταμείφθηκα με ένα βλέμμα της γεμάτο θαυμασμό και πολλά φιλιά. Την δοκίμασε με προσοχή, είδαμε πως το κλαρί αντέχει και μεγάλο αιωρισμό αλλά το μαξιλάρι δεν βόλευε. Γι’ αυτό και πήγε σπίτι, πήρε ένα καρεκλάκι θαλάσσης και το προσαρμόσαμε έτσι ώστε η κούνια να αποκτήσει ένα άνετο κάθισμα και χάρηκε τόσο που προσγειώθηκε με ευχάριστη ζαλάδα μετά από μια ώρα περίπου, νιώθοντας πως ήταν κοριτσάκι στη Φλώρινα…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 10082020


Κυριακή, 9 Αυγούστου 2020

ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΑΚΙ ΑΠΟ ΣΠΟΥΡΓΙΤΕΣ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ





Αναφέρομαι και γράφω συνεχώς τον κήπο και τις καλλιέργειες, σαν μέσα σε αυτό να κυκλοφορώ μόνο εγώ και γύρω μου να είναι τα φυτά και τα δέντρα, ήμερα και άγρια, στέρφα ή καρποφόρα. Όλο αυτό τον καιρό σπάνια ήταν η αναφορά σε άλλα ζωντανά, μια δυο σημειώσεις ήταν για τα πρόβατα του γείτονα την άνοιξη και για τις χελώνες που στεναχωρήθηκαν πολύ που τους έκοψα με την περίφραξη την όρεξη να επισκεφτούν τον κήπο και να δοκιμάσουν πρώτες απ’ όλους αυτές τα κηπευτικά που φύτεψα.

Δεν έχω αναφερθεί σχεδόν καθόλου στα πουλιά και αυτό γιατί απλά δεν υπάρχουν και κυριολεκτώ. Έξι μήνες ανεβοκατεβαίνω στο χωράφι και αν είδα λίγα κοράκια, κάποιες κίσσες, μερικούς κότσυφες είναι ζήτημα. Α, και λίγα λιανοπούλια. Το γεγονός, αν λάβω υπ’ όψιν τη ζωή που είχε το χωράφι πριν από τριάντα, πενήντα χρόνια είναι απογοητευτικό και φανερώνει πως για κάποιο λόγο έχουν εξαφανιστεί σε τραγικό βαθμό τα πουλιά αλλά και κάθε άλλο είδος ζωής εκτός από τα αγριογούρουνα, τα ζαρκάδια και τα αρπακτικά (αλεπούδες, κουνάβια, λυκόπουλα) που σημάδια από το πέρασμά τους βλέπω καθημερινά.

Κάποτε το χωράφι αλλά και όλος ο τόπος γύρω έσφυζε από ζωή, θηλαστικά, τρωκτικά, ερπετά και πτηνά ήταν σε διαρκή κίνηση και φυσικά ανταγωνισμό για το ποιο θα επιβιώσει. Ήταν μια εποχή που όχι μόνο το χωράφι αλλά και ο γύρω απ’ αυτό χώρος περπατιόνταν από ζωντανά και οι άνθρωποι παντού άφηναν τα σημάδια τους με τις καλλιέργειες και όσα αυτές απαιτούσαν. Παντού τα μονοπάτια ήταν ανοιχτά, τα αυλάκια καθαρά και οι πηγές και οι γούρνες περιποιημένες. Έτσι όλα αυτά τα πλάσματα εύρισκαν τροφή και νερό.

Με τα χρόνια όμως και την εγκατάλειψη που ακολούθησε, αυτός ο μικρόκοσμος χωραφιού και λόγγου που λειτουργούσε αρμονικά άρχισε να διαλύεται και ορισμένα είδη να απομακρύνονται απ’ αυτόν ή να εξαφανίζονται. Στην περίπτωση δεν έπαιξαν ρόλο ούτε τα φυτοφάρμακα, ούτε τα λιπάσματα γιατί κανένας δεν τα χρησιμοποιούσε. Η απουσία του ανθρώπου και των ήμερων ζώων ήταν καθοριστική για τη συνέχεια αυτού του παραγωγικού αλλά συνάμα και ευαίσθητου οικοσυστήματος που σήμερα βλέπουμε έρημο.

Είναι πολλά αυτά τα οποία θα μπορούσαν να αναφερθούν σε αυτή εξέλιξη αλλά σήμερα ας σταθούμε στα πουλιά που όπως αναφέρθηκε παραπάνω ορισμένα είδη τους εξαφανίστηκαν και τα μόνα που βλέπουμε να είναι αρκετά πλέον είναι τα σπουργίτια κοντά στα σπίτια. Τα σπουργίτια δεν είναι πουλιά που συχνάζουν στα χωράφια αλλά προτιμούν να είναι κοντά στα σπίτια και στις αχυρώνες, ειδικά όταν σε αυτές στεγάζονται κοτέτσια γιατί σε αυτά βρίσκουν τροφή που προλαβαίνουν να αρπάξουν από το στόμα της κότας.

Έτσι στο σύνορο των κήπων με τον γείτονα όπου υπάρχει μια πυκνή συστάδα από αφροξυλιές (σαμπούκο) και γκορπένια και στον λαβύρινθο των κλαδιών της βρίσκουν προστασία από τα αρπακτικά και τις γάτες, ζει όλο το χρόνο ένα κοπάδι από σπουργίτια. Αυτά κάποιες πετάνε όλα μαζί εκεί που βρίσκουν τροφή και αφού τσιμπήσουν ότι προλάβουν επιστρέφουν στην ασφάλεια της αφροξυλιάς όπου και περνάνε και τα βράδια τους. Το πρωί, την ίδια ώρα σχεδόν με τα κοκόρια της οικογένειας Σαρόγλου, είναι και τα πρώτα που αρχίζουν να τσιρίζουν και ξυπνάνε, κάθε μέρα του χρόνου τη γειτονιά.

Σήμερα το απόγευμα τα είδα να ορμάνε όλα μαζί στον κήπο του γείτονα Πάνου Τσιρώνη και να τσιμπολογάνε σπόρους που έπεσαν από τα χορτάρια που κούρεψε πρόσφατα, έχοντας το νου τους στις γάτες που ευδοκιμούν στη γειτονιά μας και είναι πολύ σπουδαίες στο κυνήγι. Έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία να τα φωτογραφήσω να χτενίζουν με τα ράμφη τους το έδαφος και τη στιγμή που ένιωσαν πως κινδυνεύουν και σηκώθηκαν σαν μικρό σύννεφο και χώθηκαν στην αφροξυλιά της οποίας οι καρποί φέτος είναι αρκετοί να κάνουν πάρτι για πολλές ημέρες οι μικροί φτερωτοί γείτονές μας χωρίς να τρέχουν στον λόγγο.  

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 09082020



Σάββατο, 8 Αυγούστου 2020

ΟΤΑΝ ΟΙ ΚΟΛΟΚΥΘΙΕΣ ΧΑΝΟΥΝ ΤΟ ΔΡΟΜΟ!




Οι σχέσεις που είχα με τις κολοκυθιές τα περασμένα χρόνια ήταν μάλλον αδιάφορες, τολμώ να πω γι’ αυτό το σπουδαίο κατά τα άλλα κηπευτικό. Τούτο είχε να κάνει και με όσα απαξιωτικά από παιδί άκουγα για τα κολοκύθια που σαν λέξη συνόδευε πάντα κάτι που περιείχε περιφρόνηση. Όπως: «κολοκύθια με ρίγανη», «κολοκύθια στο πάτερο», «κολοκύθια τούμπανο» και άλλα πολλά, τα περισσότερα με πονηρά υπονοούμενα.

Τούτο βέβαια έχει να κάνει με την ταπεινότητα αυτού του κηπευτικού, την φύση του να έρπει εδώ κι εκεί και τον καρπό του που αν και απαραίτητος σε κάθε τραπέζι, έμοιαζε εντούτοις σαν φτωχός συγγενής απέναντι στις ντομάτες και τα άλλα κηπευτικά. Παρόλα αυτά όμως φέτος επιχείρησα να βάλω στον κήπο κάποιες ποικιλίες που είδα φανταχτερές στα σακουλάκια που πουλάνε τα ειδικά καταστήματα να δω τι θα βγάλουν και φυσικά ακόμα περιμένω και θα αναφερθώ σε αυτή την εμπειρία όταν δω αποτέλεσμα…  

Η μάνα μου από την άλλη εκτιμά πολύ τις κολοκυθιές, σπέρνει με ένα σπόρο που κρατάει από παλιά σε όλες τις άκρες του κήπου και αυτές μεγαλώνουν γρήγορα, παίρνουν δρόμο και όπου τις βγάλει. Τις λέει «μακριές» και όντως, μπορούν να περπατήσουν ακόμη και δέκα μέτρα αναζητώντας φως και χώρο να μεγαλώσουν άνετα τα κολοκύθια τους. Σπέρνει και κάποιες άλλες, με άλλο σπόρο που φροντίζει κάθε χρόνο να κρατάει σε πάνινα σακουλάκια τις οποίες λέει «κοντές» και αυτές πράγματι σε αντίθεση με τις «μακριές» δεν ξεμακραίνουν πολύ από τον κήπο. Και από τις δυο ποικιλίες κρατάει κάποια κολοκύθια να φτιάχνει πίτες τους χειμερινούς μήνες και σπόρο γιατί θέλει να έχει τον δικό της.

Απ’ όλες δε μαζεύει κάθε πρωί τα λουλούδια τους και φτιάχνει υπέροχα φαγητά με κολοκυθανθούς ή κολοκυθολέλουδα όπως τα λέει. Την παρατηρώ όταν τα μαζεύει και διαπιστώνω πως διαλέγει τα αρσενικά λουλούδια γιατί έτσι δίνει την δυνατότητα στην κολοκυθιά θα κάνει περισσότερα κολοκύθια τα οποία δεν λείπουν από το τραπέζι μας τηγανητά ή βραστά καμιά μέρα του καλοκαιριού. Η μάνα μου επίσης, όταν ελευθερώνεται ο κήπος από τις πατάτες, φυτεύει πάλι κολοκυθιές για να έχει μέχρι αργά το φθινόπωρο κολοκυθοκορφάδες και κολοκυθάκια και αν δεν πλακώσει κανένας χιονιάς και τις μαράνει μαζεύει μέχρι τα τέλη του Οκτωβρίου.

Έτσι, ανάμεσα στα άλλα που μαθαίνω για τους κήπους από την μάνα μου, μαθαίνω και για τις κολοκυθιές και τα κολοκύθια. Για να έχουν επιτυχία απαιτείται να φυτευτούν σε  καλό χώμα, με χωνεμένη κοπριά αν γίνεται και θέλουν συχνό πότισμα αλλιώς θα συσκολευτούν πολύ να μεγαλώσουν και να απλώσουν τα βλαστάρια τους. Σημαντικό επίσης είναι να πάρουν τον σωστό δρόμο, να περπατήσουν δηλαδή προς ένα μέρος που θα μπορούν να απλώσουν άνετα τα φύλλα τους τα οποία προστατεύουν τα κολοκύθια από τον ήλιο και τα πλοκάμια τους με τα οποία στηρίζονται σε ότι άλλο φυτό βρουν μπροστά τους.

Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που οι κολοκυθιές χάνουν τον δρόμο τους, μπερδεύονται με τις διπλανές τους η βρίσκουν εμπόδιο σε κάποιο άλλο κηπευτικό ή φυτό και προκειμένου να γίνουν μέσα στον ανταγωνισμό τους ένα κουβάρι, απαιτείται επέμβαση! Τότε παρεμβαίνει η μάνα μου και απαλά – απαλά τις πιάνει και τις δίνει έναν προορισμό όπου θα μπορούν να περπατήσουν άνετα και να ευχαριστηθούν άπλωμα. Την παρατηρώ να κάνει αυτή τη δουλειά με ιδιαίτερη προσοχή και καταλαβαίνω πως εκείνη τη στιγμή ζητάει από μέσα της και συγνώμη από τις κολοκυθιές για την αναστάτωση που τους δημιουργεί. Τα φυτά φαίνεται πως το καταλαβαίνουν, τρομάζουν για λίγο σαν να πρόκειται να περάσει από πάνω τους το στόμα κάποιας κατσίκας, μαζεύονται και μετά από λίγη ώρα αρχίζουν να ανοίγουν και να αναδεύουν τα φύλλα τους, απλώνουν καινούργια πλοκάμια να πιαστούν και αμέσως το πρώτο βλαστάρι, ξεκινάει να καταλάβει τον χώρο  που του υπόδειξε η μάνα.

Μετά φόβου και κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της κυρά Κούλας επιχείρησα κι εγώ να δώσω κατεύθυνση σε κάποιες κολοκυθιές και νομίζω πως τα κατάφερα. Έκρινα δε καλό πριν προχωρήσω στην αλλαγή του προσανατολισμού που είχαν πάρει να κατέβω στο ύψος τους να τους μιλήσω πως αυτό που θα κάνω θα είναι σύντομο και για το καλό τους και φυσικά να τους ζητήσω συγνώμη για την εντύπωση που είχα τόσα χρόνια γι’ αυτές…

MΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 08082020

ΑΣΦΑΛΕΙΣ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΣΤΗΝ ΑΜΟΡΓΟ



Ασφαλείς στην Αμοργό, με τις μάσκες A-Mask. Στην υπέροχη βεράντα του ξενοδοχείου Aegialis Hotel & Spa με την γυναίκα μου Έλενα Μίντση και την Ειρήνη Γιαννακοπούλου.


Την Αμοργό τη θεωρώ ως την θαλασσινή πατρίδα μου· αν δεν είχα μάλιστα τους δεσμούς που έχω αναπτύξει με τα βουνά της Κεντρικής Ελλάδας και περισσότερο με τα Άγραφα, θα φρόντιζα να ζω εκεί όσο μου το επέτρεπαν οι καταστάσεις και οι δυνατότητές μου.

Την Αμοργό την επισκέπτομαι συχνά τα τελευταία είκοσι χρόνια, όλες τις εποχές του χρόνου και έχω δημιουργήσει ωραίες φιλίες με πολλούς από τους μόνιμους κατοίκους της σε όλα τα μέρη της και χαιρόμαστε πολύ όταν βρισκόμαστε όχι μόνο στις γιορτές και τα πανηγύρια, αλλά και στην καθημερινότητα, γνωρίζω τις δουλειές που κάνουν, κυρίως στην πρωτογενή παραγωγή αλλά και στον τουρισμό με τον οποίο ασχολούνται όλο και  περισσότεροι τα τελευταία χρόνια. Έναν τουρισμό υψηλής ποιότητας που στηρίζεται στον επαγγελματισμό που έχουν αναπτύξει αλλά κυρίως στην αγάπη που έχουν και οι ίδιοι για το νησί τους το οποίο φροντίζουν να το κρατάνε φιλικό, καθαρό και παραγωγικό.


Στα μέσα του Ιουλίου, ο μοναδικός όρμος της Αιγιάλης σε όλο του το μεγαλείο.

Η Αμοργός είναι από εκείνα τα νησιά που δεν κλείνει το χειμώνα και οι άνθρωποί της ασχολούνται με την γεωργία, την κτηνοτροφία και την αλιεία, πράγματα που ενισχύουν την οικονομία της και βελτιώνουν την ποιότητα της ζωής τους. Αυτός είναι και ο λόγος που η Αμοργός που για πολλούς Έλληνες αλλά και ξένους αποτελεί και πέρα από τους καλοκαιρινούς μήνες έναν ιδιαίτερο προορισμό, γνωριμίας με το νησί και απόλαυσής του. Τα τελευταία μάλιστα χρόνια, χάρη στη λειτουργία κέντρου γιόγκα στο ξενοδοχείο Aegialis Hotel & Spa στην Αιγιάλη, η Αμοργός έχει γίνει διεθνής προορισμός σε αυτόν τον τομέα. 


Βαθύ μπλέ και γαλάζιο, στην πισίνα του ξενοδοχείου Αegialis Hotel & Spa

Αναφέρω το ξενοδεχείο Aegialis Hotel & Spa γιατί τις περισσότερες φορές που έχω επισκεφτεί την Αμοργό μένω εκεί και έχω αναπτύξει ιδιαίτερες φιλίες με την Ειρήνη Γιανακοπούλου και τον άντρα της Νικήτα, των οποίων το ξενοδοχείο θεμελίωσε τον τουρισμό στην Αμοργό καθώς και των υπολοίπων μελών αυτής της δημιουργικής οικογένειας. Ειδικά για το δύσκολο φετινό καλοκαίρι εφαρμόζοντας όλα τα πρωτόκολλα για την προστασία από την πανδημία έθεσε στην άμυνά μας απέναντι στον κορωνοϊό και την Α-mask, μια μάσκα που ήταν ιδέα του Σταμάτη Γιαννακόπουλου ο οποίος την σχεδίασε και άρχισε να παράγεται στην περίοδο της καραντίνας από το ίδιο το προσωπικό. Σήμερα η Α-mask είναι το σήμα κατατεθέν της προστασίας για όλη την Αμοργό, τις Κυκλάδες και αλλού. 


Είτε διαλέξετε τον ιστορικό "Σκοπελίτη", είτε το μεγαλόπρεπο "Blue Star" να πάτε στην Αμοργό, το ταξίδι θα έχει την ίδια χάρη...

Εννοείται ότι τις ίδιες καλές σχέσεις και φιλίες έχω αναπτύξει με τους περισσότερους που ασχολούνται με τον τουρισμό στην Αμοργό και για τους οποίους θα διαβάσετε σε επόμενα σημειώματα. Τούτο το σημείωμα αποτελεί κατά κάποιον τρόπο την εισαγωγή σε μια σειρά δημοσιευμάτων που προέκυψαν μετά από μια ολιγοήμερη επίσκεψή μας στην Αμοργό στα μέσα Ιουλίου και στόχο έχουν να θυμίσουν πως στο μοναδικό αυτό νησί τηρούνται όλα τα πρωτόκολλα υγιεινής και οι επισκέπτες του. Εφόσον βέβαια είναι πρώτα βέβαιοι για την κατάστασή της υγείας τους δεν διατρέχουν κανέναν κίνδυνο και μπορούν να περάσουν τις διακοπές τους εκεί με ασφάλεια χωρίς αυτό να μειώνει σε τίποτα την ποιότητα του τουρισμού στην Αμοργό. Οι Αμοργινοί ξέρουν να φυλάνε το νησί τους και το εγγυώνται…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 08082020



Παρασκευή, 7 Αυγούστου 2020

ΤΟ ΞΕΧΩΜΑ ΤΗΣ ΠΑΤΑΤΑΣ ΕΙΝΑΙ ΤΕΧΝΗ



Παρόλο που μεγάλωσα στο χωριό και ήξερα πολλές από τις δουλειές που πρέπει να κάνει κάποιος εδώ για να ζήσει, τελικά αποδείχθηκε πως έμαθα λίγα κι απ’ αυτά τα περισσότερα κρίθηκαν στην πράξη όταν φέτος ασχολήθηκα πραγματικά με τα χωράφια και τους κήπους.

Δεν θα κάνω απόψε απολογισμό του όλου εγχειρήματος, θα αναφερθώ μόνο στον τρόπο που βγαίνει η πατάτα από το χώμα και αυτό υπό το αυστηρό βλέμμα της μάνας μου η οποία έλειψε από το χωριό μόνο την περίοδο 1947 – 1950, στον Εμφύλιο, όταν ο Στρατός άδειασε το χωριό να μην ταλαιπωρείται άλλο ο κόσμος από τους αντάρτες και αυτοί να μην βρίσκουν υποστήριξη και καταφύγιο. Έτσι χοντρικά υπολογίζω πως η κυρά Κούλα (91 χρονών σήμερα) πρέπει στη ζωή της να φύτεψε και να έβγαλε πατάτες πάνω από 80 φορές πράγμα που την καθιστά ειδικό πάνω στο θέμα και φυσικά ο τρόπος που το αντιλαμβάνεται είναι ο πλέον αυστηρός.

Ομολογώ πως μου διαφεύγει όπως και άλλα πολλά ζητήματα της καλλιέργειας το πότε ωριμάζει η πατάτα. Η μάνα μου όμως έχει τον δικό της αλγόριθμο να το λογαριάζει, όπως κάνει και με ένα σωρό άλλα πράγματα τα οποία σημειώνω καθότι χρήσιμα. Στην περίπτωση της πατάτας, αφού έχει εκτιμήσει την ποιότητα του χώματος, το ξεβοτάνισμα, το κυνήγι των παρασίτων και ειδικά του δορυφόρου (ναι τα κυνηγάει γιατί δεν έχει εμπιστοσύνη και δεν χρησιμοποιεί φυτοφάρμακα και λιπάσματα για τον απλό λόγο ότι κοστίζουν), τα ποτίσματα, το στέγνωμα και ξέραμα των φύλλων, τον καιρό, την υγρασία του χώματος και ποιος ξέρει τι άλλο, τότε αποφασίζει να βγάλει την πατάτα από το χωράφι.

Το βγάλισμο ή ξέχωμα της πατάτας είναι μια δύσκολη δουλειά που θέλει πολύ σκύψιμο η μάνα μου το κάνει αργά το απόγευμα όταν πέφτει ο ήλιος και χρησιμοποιεί μια ελαφρά μικρή αξίνα την οποία απαγορεύει να χρησιμοποιεί κανένας άλλος. Με αυτή σκάβει γύρω από τη φωλιά που κρύβει τις πατάτες και την οποία φανερώνουν μόνο τα ξερά φύλλα του φυτού και με το πλατύ μέρος της (οι αξίνες έχουν πλατύ και λεπτό μέρος για πρακτικούς λόγους) απομακρύνει το χώμα. Όταν φαίνονται οι πατάτες επιστρατεύει τα χέρια της και απαλά – απαλά να μην τις τραυματίζει της βγάζει τις ακουμπάει δίπλα της και συνεχίζει.

Στην περίπτωση που χτυπήσει καμία δεν την πετάει, τη βγάζει κι αυτή στην άκρη και όταν κάνει την επιλογή, την κόβει και τις αφήνει μαζί με τις άλλες κομμένες στον ήλιο για να ξεραθεί όπως τα τραύματα η κομμένη επιφάνεια. Με αυτό τον τρόπο η κομμένη πατάτα διατηρείται αρκετό διάστημα και είναι οι πρώτες που καταναλώνουμε στο χωριό. Παλιότερα που τρέφαμε και γουρούνια στο σπίτι, αυτές οι πατάτες καθώς και οι μικρότερες ήταν η κύρια τροφή τους για πολλές ημέρες. Όταν τελειώσει το βγάλσιμο, τις διαλέγει και τις βάζει σε ένα σωρό στο υπόγειο του σπιτιού όπου διατηρούνται μέχρι την άνοιξη.

Ο καλύτερος τρόπος να διατηρηθούν οι πατάτες ως την άνοιξη ήταν να μπουν μέσα σε φτέρες γιατί αυτές έχουν τέτοια τοξικότητα που δεν αφήνει τους μύκητες και τα μικρόβια να αναπτυχθούν. Το ίδιο έκαναν και με τα φρούτα αλλά κανένας πλέον δεν μπαίνει στον κόπο να το κάνει γιατί ούτε και η παραγωγή είναι μεγάλη αλλά και γιατί βρίσκουν στο κοντινό μανάβικο όσες θέλουν απ’ αυτές που διατηρούνται με φάρμακα και χημικά και μυρίζουν ξένο χώμα. Παλιότερα επίσης απ’ αυτές τις πατάτες κρατούσαν και μια ποσότητα, τις μικρότερες και τις άσχημες για σπόρο, τον οποίο πρόσεχαν σαν τα μάτια τους όλο τον χειμώνα αλλά και αυτή η μέθοδος έχει εγκαταλειφθεί καθώς τα γεωπονικά καταστήματα από κάτι τέτοια επιβιώνουν.



Θα μπορούσα να γράψω κι άλλα πολλά για το βγάλσιμο της πατάτας αλλά εκείνο που σημειώνω σήμερα πως κι αυτό θέλει την τέχνη του και κάποιος που το έχει κάνει τόσες και τόσες φορές στη ζωή του, είναι απαραίτητος να διδάσκει τους μαθητευόμενους οι οποίοι είναι όμως απαραίτητοι να τις μαζεύουν και να τις κουβαλάνε στην αποθήκη…
Το βγάλσιμο της πατάτας είναι την τέχνη του και κάποιος που το έχει κάνει τόσες και τόσες φορές στη ζωή του, είναι απαραίτητος να διδάσκει τους μαθητευόμενους οι οποίοι είναι όμως απαραίτητοι να τις μαζεύουν και να τις κουβαλάνε στην αποθήκη…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 07082020