Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2019

Η ΖΩΗ ΣΤΑ ΧΩΡΑΦΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΖΕΙ ΤΟ FACEBOOK

Το κούτσουρο που βλέπετε στη φωτογραφία είναι ότι απόμεινε από μια μεγάλη καστανιά 
150 χρόνων που ξεράθηκε πριν από 20 χρόνια από την αρρώστια και παραμένει εκεί, 
ως φορέας της και σίγουρα θα επηρεάσει και την παραφυάδα που μπόλιασε ο πατέρας μου. 

Μετά από 10 χρόνια παρουσίας στο Facebook,  το τρίμηνο του καλοκαιριού που μας πέρασε μαζί με όλο τον Οκτώβριο για να συμπληρωθούν 100 ημέρες, περιόρισα την καθημερινή δραστηριότητα μου στα δίκτυα γιατί αυτό το διάστημα αφιερώθηκα αποκλειστικά στον καθαρισμό και την προετοιμασία του μεγάλου χωραφιού στο χωριό για να καλλιεργηθεί ξανά την Άνοιξη και να φυτευτεί με καινούργια δέντρα.  

Η περισσότερη δουλειά στο χωράφι έγινε με το χορτοκοπτικό και το αλυσοπρίονο 
αλλά το τσεκούρι ήταν απαραίτητο γιατί με αυτό στα χέρια έχει άλλο νόημα…

Αυτό δεν ήταν καθόλου εύκολο γιατί υπήρχαν ορισμένα σημεία που είχαν παρατηθεί εδώ και είκοσι χρόνια και είχαν γίνει κυριολεκτικά δάσος που είχαν πνίξει τα βάτα και οι θάμνοι. Χώρια που η αρρώστια που έχει προσβάλλει εδώ και πολλά χρόνια τις καστανιές είχε μεταμορφώσει αυτά τα ωραία και καρπερά δέντρα σε απολιθώματα που έπρεπε να από απομακρυνθούν και να καούν τα περισσότερα για να μην συνεχιστεί η μόλυνση. Αυτό ήταν και το πιο δύσκολο κομμάτι που αφιέρωσα περί τον ένα μήνα να καθαρίσω τον καστανόλογγο και περιμένω να αρχίζει να βρέχει να κάψω τα ξερά και άρρωστα ξύλα.

Τα ξύλα που βγήκαν από τον καθαρισμό του καστανόλογγου από τα άρρωστα
 και άκαρπα δέντρα φτάνουν για δυο χειμώνες στο χωριό. 
Στο υπόλοιπο χωράφι έκοψα ότι ασθενικό και άρρωστο υπήρχε και το καθάρισα απ’ άκρη σε άκρη και περιμένω να βρέχει να μπει σκαπτικό μηχάνημα να βγάλει τις ρίζες και να ισιώσει ορισμένα σημεία έτσι ώστε να μπορεί να οργωθεί και να αναπτυχθούν αυλάκια για το πότισμα των δέντρων και όποιων καλλιεργειών γίνουν την άνοιξη. Πιστεύω πως με αυτό τον τρόπο και ας μην ευοδωθούν στο βαθμό που θέλω τα σχέδιά μου, το ημέρωσα και χωρίς να κάνω τίποτα άλλο για μερικά χρόνια θα θυμίζει πως είναι χωράφι.
Πράγμα το οποίο πρέπει να πω, δεν κάνει σχεδόν κανένας άλλος με αποτέλεσμα να έχει αρχίσει το δάσος να απειλεί κυριολεκτικά το χωριό και να αποτελεί κίνδυνο για πυρκαγιά το καλοκαίρι και αυτό είναι ένα θέμα που ετοιμάζω να βάλω στη συζήτηση με τους χωριανούς και κυρίως με τους γείτονες που έχουν χωράφια και οικόπεδα στο χωριό παρατημένα και με την συσσώρευση νεκρής δασικής ύλης επί δεκαετίες στο έδαφος είναι πολύ επικίνδυνα, χώρια που κουβαλάνε και την αρρώστια πάνω τους.

Θα μπορούσε να γίνουν εξαιρετικό λίπασμα τα κλαδιά και τα φύλλα που βγήκαν από τον καθαρισμό 
του καστανόλογγου αλλά ο φόβος ότι κουβαλάνε την αρρώστια θα τα κάνει στάχτη.  

Το πρώτο καλό που βγήκε απ’ αυτή την επιχείρηση, η οποία θα συνεχιστεί για αρκετές ημέρες μέσα στο χειμώνα και στα άλλα χωράφια, στα Κ’μάσια και στα Δρέματα για να ημερώσουν κάπως κι αυτά, είναι ότι έβγαλα αρκετά ξύλα, για δυο χειμώνες υπολογίζω! Αυτό με κάνει να σκέφτομαι να μείνω και το χειμώνα στο χωριό, με την μάνα μου και την Άρτεμη αλλά φοβάμαι πως οι υποχρεώσεις μου στην Αθήνα, με τη δουλειά αλλά και οι τακτικές επισκέψεις μου στην Έδεσσα στην Έλενα δεν θα μου το επιτρέψουν.
Την άνοιξη, αφού φυτέψω όσα δέντρα μπορέσω και μπουν κάποια πράγματα στη σειρά, το βλέπω τώρα να αρχίσω πάλι τα καθαρίσματα με σκοπό σε τρία χρόνια να έχω τελειώσει και τα χωράφια να μοιάζουν όπως ήταν πριν από πενήντα χρόνια, εποχή που άρχισε να αδειάζει το χωριά και τα παράτησαν στην τύχη τους και βεβαίως να αποδίδουν καρπούς και ενδεχομένως και λίγα γεωργικά προϊόντα. Για κτηνοτροφία, δεν το σκέφτομαι ακόμη, μπορεί σε κάποια χρόνια να φτιάξω κι ένα μικρό κοπάδι για να βοηθάει περισσότερο στο καθάρισμα με τη βοσκή του παρά να αποδίδει σε άλλα πράγματα. 

Το χωράφι καθάρισε από φτέρες, βάτα, αγριόδεντρα και μένει να κοπούν και κάποιες 
καρυδιές που δεν είναι καλές, να φύγουν οι ρίζες τους και να φυτευτούν καινούργια δέντρα.

Με λίγα λόγια, μπήκα σε μια περιπέτεια που αν πάνε καλά τα πράγματα θα έχει σπουδαία αποτελέσματα, όπως καλύτερη παραγωγή σε καρύδια και κάστανα αλλά και αύξηση της στο μέλλον με τα καινούργια δέντρα. Ανάλογα πάλι με τις δυνάμεις μου και την κατάσταση που θα βρίσκομαι την άνοιξη, θα κάνω όσο μπορώ περισσότερη καλλιέργεια πατάτας η οποία θα είναι κατ’ εξοχήν βιολογική σε χώματα που έχουν να καλλιεργηθούν 30 χρόνια.

Στο τμήμα του χωραφιού που είναι οι ξερές φτέρες θα φυτευτούν φέτος πατάτες,
 κρεμμύδια και σκόρδα καθώς και ροδιές, συκιές και λωτοί
 και θα συνεχίσει να καλλιεργείται μέχρι να πάρουν πάνω τους τα δέντρα.

Παράλληλα για όλη την υπόθεση κράτησα μια σειρά σημειώσεων για να θυμάμαι εγώ τι έχω κάνει αλλά και για να γνωρίσουν και άλλη αυτή την προσπάθεια και αν τους αρέσει να την ακολουθήσουν. Εγώ θεωρώ την ανάσταση αυτών των παρατημένων χωραφιών στην ημιορεινή Ελλάδα τη λύση όχι μόνο για τα ζητήματα διατροφής που οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να αντιμετωπίσει κάθε κοινωνία, αλλά και μια επανάσταση που αφορά πολλούς και θα δώσει λύσεις σε ένα σωρό άλλα προβλήματα, όπως την αποσυμφόρηση των πόλεων, το δημογραφικό ζήτημα, το πολιτιστικό γίγνεσθαι, το περιβάλλον, το μεταναστευτικό.

Για να έχουμε ένα μέτρο σύγκρισης. Οι φτέρες και τα βάτα σε ένα χωράφι 
16 στρεμμάτων για φέτος είναι παρελθόν και του χρόνου ελπίζω να είναι λιγότερες… 

Ακολούθησα σε κάποια πράγματα την απλή πρακτική, αυτή που εφάρμοσαν οι πρόγονοι και οι πρώτοι που αποίκησαν το χωριό, σε άγνωστη χρονική στιγμή στο παρελθόν. Στη φλούδα του χωραφιού, το οποίο ως ενιαίο με τα δικά του νερά, τα αυλάκια και τα μονοπάτια κατάφερνε και λειτουργούσε ικανοποιητικά και αποδοτικά μετά τον καθαρισμό και την αποψίλωση διακρίνονται τα αρχαία θεμέλια, ήτοι οι πεζούλες με τις πέτρες από το ξεψάχνισμα του χωραφιού που ύψωσαν να κρατήσουν το γόνιμο χώμα σε κάποιες πλαγιές κοντά στα νερά και με οδηγούν σε σκέψεις για τη δύναμη και την πίστη που είχαν εκείνοι οι άνθρωποι. Ειδικά πίστη και νιώθω πως οι σκιές τους με ακολουθούν όλη την ημέρα σε κάθε σημείο του χωραφιού και με οδηγούν με τον τρόπο τους να κάνω το καλύτερο.

Οι καρυδιές δεν επηρεάστηκαν από την αρρώστια και όσες κάνουν καλά καρύδια θα μείνουν. 
Οι άλλες δυστυχώς θα πάνε για καυσόξυλα και μπορεί και για κανένα έπιπλο.

ΥΓ. Φέτος δεν είχα όρεξη για φωτογραφίες στο χωράφι ή στην ώρα της δουλειάς. Τις λίγες που βλέπετε τις τράβηξε η Άρτεμη με κινητό και μάλλον έτσι θα συνεχίσω γιατί μετά από την κλοπή των μηχανών του καλοκαιριού δεν θέλω να κουβαλάω πια τίποτα μαζί μου.   

Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2019

ΟΙ ΣΗΜΑΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΟΥΣ…



Εντάξει, έχουμε χωριστεί στα δυο, αναφορικά με τις παρελάσεις και κάποιοι κύκλοι χρόνια τώρα κουβεντιάζουν το αν πρέπει να γίνονται ή όχι και επικρίνουν τόσο τις στρατιωτικές, όσο και τις μαθητικές. Από την άλλη πλευρά, η Πολιτεία ούτε καν τους ακούει και το γεγονός δημιουργεί σε πολλούς από τους πρώτους, τη διάθεση να βρουν ένα τρόπο να τις «χαλάσουν» ή στη διάρκειά τους να προβάλλουν αντιδράσεις επι παντός του επιστητού.
Δεν κρίνω τούτη τη στιγμή αυτή τη διάθεση και αφήνω να το σκεφτούν με το μέσα μυαλό και να το δουν με άλλα μάτια αλλά δεν μπορώ να μη σχολιάσω μια άλλη παρέλαση: το πέρασμα δηλαδή των ανθρώπων στην πιο όμορφη στοά των Αθηνών, την περίφημη «Στοά του Βιβλίου» όπου μέχρι πριν από λίγο καιρό λειτουργούσαν κάποια από τα πιο σοβαρά καταστήματα των Αθηνών και ανάμεσά τους ο ειδικευμένος στις σημαίες οίκος «Κοκώνη».

Περνώντας από εκεί χθες το μεσημέρι, είδα πως ο οίκος «Κοκώνη», ο οποίος μετακόμισε από τη μεγάλη γωνία σε μικρότερο κατάστημα σημαιοστόλισε και φέτος την ιστορική στοά αλλά κόσμος πουθενά αφού δεν έχει που να πάει καθώς και μέσα στην ίδια τη στοα έχουν κλείσει τα περισσότερα καταστήματα (ακόμη και το καφενείο) ενώ η ίδια κατάσταση επικρατεί και στην γεμάτη λουκέτα Σταδίου και τους άλλους μικρούς δρόμους γύρω της…
Ανεξάρτητα λοιπόν από το αν πρέπει να γίνονται ή όχι οι παρελάσεις, κάποιους θα πρέπει να απασχολήσει (λέμε τώρα) και το γεγονός ότι παρέλαση σε ένα μεγάλο κεντρικό δρόμο που τα οκτώ στα δέκα καταστήματα τουλάχιστον είναι κλειστά και οι τοίχοι γεμάτοι ενοικιαστήρια, κανέναν δεν ανεβάζει, ούτε εθνικά, ούτε και ψυχικά όσες σημαίες και αν ανεμίζουν στον αέρα, όσοι θούριοι και αν γεμίσουν τον αέρα της Αθήνας κι ακόμη κι όσες διαματυρίες εκφραστούν από τους αυτούς που θεωρούν ως άχρηστες και περιττές δεν πρόκειται να δώσουν σύντομα πάλι ζωή στο ρημαγμένο εμπορικό κέντρο της Αθήνας.
ΑΘΗΝΑ, 27102012

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2019

ΟΙ ΜΑΥΡΕΣ ΤΡΥΠΕΣ ΣΤΑ ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΑ






Τις βλέπουμε όταν ξημερώνει συνήθως και το φως γεμίζει τους δρόμους της πόλης, τις τρύπες που αφήνουν στα πεζοδρόμια αυτοί που μέσα στη νύχτα σήκωσαν τα μεταλλικά καπάκια από κάποιο ρολόι, της ΕΥΔΑΠ πιο συχνά που είναι φωλιασμένα κάτω από τις πλάκες, τα φόρτωσαν στο Ντάτσουν και αχάραγα για να μην τους πιάσει κανένα μάτι ή πέσουν πάνω σε κανένα έλεγχο της Τροχαίας, το άδειασαν μαζί με άλλα λάφυρα από την επιδρομή τους στην πόλη, στο σκραπατζίδικο που μόνο αυτοί ξέρουν που λειτουργεί. 

Είναι μια διαρκής πληγή της πόλης το κλέψιμο αυτών των καπακιών γιατί πρώτα – πρώτα δεν είναι ασφαλισμένα, δηλαδή κλειδωμένα με κάποιο τρόπο γιατί είναι δεκάδες χιλιάδες απλωμένα σε όλο το λεκανοπέδιο και ο αριθμός των κλειδαριών που θα απαιτούντο και τα κλειδιά που θα έπρεπε να γίνουν θα έκανε πλούσιους  όλους τους κλειδαράδες της Ελλάδας. Χώρια δε τα προβλήματα που θα προέκυπταν όταν δεν τα είχε πρόχειρα ο υπάλληλος να ανοίξει το φρεάτιο ή τα έχανε στο δρόμο. Ένα χαμένο κλειδί θα ήταν ικανό να παραλύσει όλη την Εταιρεία και έτσι νομίζω τα άφησαν ελεύθερα και φυσικά κανένας δεν φαντάζονταν πως θα έρχονταν μια νύχτα που ένα Ντάτσουν με λίγες στάσεις που θα έκανε σε ένα υποφωτισμένο ή εντελώς σκοτεινό δρόμο θα γέμιζε την καρότσα του με αυτά.

Το μαντέμι που είναι φτιαγμένα αυτά τα καπάκια δεν είναι πολύτιμο αλλά είναι βαρύ στο ζύγισμα και με δέκα τέτοια βγάζει μεροκάματο όποιος αποφασίσει να ασχοληθεί με αυτά. Εισπράττει αμέσως μόλις ξεφορτώσει στο σκραπατζίδικο οι εργάτες του οποίου ξεχωρίζουν το είδος του μετάλλου και τα στέλνουν στα χυτήρια όπου συνήθως παράγουν πρώτη ύλη για ανάλογα αντικείμενα ή σωλήνες. Οι σχάρες των υπονόμων και τα πλαίσια στα ρολόγια είναι πολύ πιο εύκολη δουλειά για τους κλέφτες της νύχτας απ’ ότι τα καλώδια που βγάζουν χαλκό και αυτή τη δουλειά την έχουν αναλάβει άλλες ομάδες μέλη των οποίων συχνά κινδυνεύουν από ηλεκτροπληξία και άλλα απρόοπτα. 

Στην ίδια κατηγορία με τα πλαίσια και υποψήφια πάντα για κλοπή είναι κι ένα σωρό άλλα πράγματα στην πόλη, όπως τα μεταλλικά παγκάκια, οι ζαρτινιέρες, διάφορα κάγκελα εδώ κι εκεί που χάρη στο γερό κόλλημα γλιτώνουν γιατί οι κλέφτες δεν κουβαλάνε μαζί τους εργαλεία να τα κόβουν γιατί κάνουν θόρυβο και μπορεί να γίνουν αντιληπτοί και φωνάξουν για την κλοπή.

Τώρα ποιος θα είναι αυτός που θα δει κάποιος να βγάζει το καπάκι από το φρεάτιο της ΕΥΔΑΠ και βάλει τις φωνές, είναι ένα ζήτημα που χρήζει ειδικής προσέγγισης. Πρώτα απ’ όλα κανείς δεν νιώθει τόσο ασφαλής να τα βάλει με τους κλέφτες του μετάλλου και γενικώς με τους κλέφτες, ειδικά όταν αυτοί δουλεύουν τη νύχτα γιατί φοβάται για την σωματική του ακεραιότητα καθώς ξέρει από τις ειδήσεις αλλά και από αφηγήσεις στη γειτονιά ποια κατάληξη θα έχει η παρέμβασή του. Να ειδοποιήσει την Αστυνομία;

Δεν το κάνει γιατί απ’ όσα έχει ακούσει είναι βέβαιος, πως ναι μεν θα τον ακούσουν από το κέντρο της Άμεσης Δράσης αλλά αν θα περιληφθούν του θέματος  κατόπιν εξαρτάται από την κίνηση που έχει εκείνη τη στιγμή η υπηρεσία δίωξης και την αξιολόγηση που θα κάνουν στην καταγγελία. Ασφαλώς και έχουν πάντα σοβαρότερα ζητήματα να αντιμετωπίσουν και η κλοπές στα μεταλλικά καπάκια των φρεατίων να μπορεί να συνεχίζονται μέχρι να τα ξηλώσουν όλα και τα πεζοδρόμια να γίνουν σαν ναρκοπέδιο από τις μαύρες τρύπες που αφήνουν πίσω τους.      

ΑΘΗΝΑ, 22102019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 37. 

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2019

Η ΑΠΑΞΙΩΣΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ ΤΩΝ ΔΕΝΤΡΩΝ




Καρυδιές σε παρατημένους κήπους γεμάτες καρύδια 
και αχυρώνες που κοντεύουν να γίνουν ερείπια.

Τα περισσότερα νοικοκυριά στα χωριά του Ανατολικού Τυμφρηστού μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ‘70 ακόμη στήριζαν την επιβίωσή τους στη γεωργία και την κτηνοτροφία και Θεού θέλοντος και καιρού βεβαίως επιτρέποντος, κατάφερναν να βγάζουν τη χρονιά χωρίς να πεινάσουν ενώ από το δάσος βολεύονταν με λίγα ξύλα για φωτιά και θέρμανση.

Φυσικά, το πόσα στόματα είχε η οικογένεια θα θρέψει, έπαιζε κι αυτό ρόλο αλλά από την άλλη, όταν στο σπίτι υπήρχαν περισσότερα χέρια για δουλειά, το αποτέλεσμα ήταν εμφανές ιδιαίτερα στην κτηνοτροφία καθώς και ανήμπορος να ήταν κάποιος ή ανήλικος, μπορούσε να προσφέρει στο φύλαγμα του κοπαδιού που ήθελε κυρίως χρόνο και όχι κόπο. Εκείνο όμως που έκανε την μεγάλη διαφορά σε ορισμένα σπίτια ήταν το μεροκάματο που μπορούσαν να βγάλουν όσοι ήξεραν μια τέχνη ή ήταν ικανοί να κάνουν διάφορες δουλειές στο χωριό ή σε άλλα μέρη που πήγαιναν σποραδικά ή συγκεκριμένες εποχές. Όπως το μάζεμα των ελιών, του βαμβακιού, το σκάψιμο στα αμπέλια και ένα σωρό άλλα που δεν απαιτούσαν καμιά ειδίκευση πέρα από την αντοχή στο κρύο και τη ζέστη από την ανατολή ως τη δύση του ήλιου, όπως συνήθιζαν τότε να εργάζονται.

Υπήρχαν όμως και νοικοκυριά που κατάφερναν να έχουν περισσότερα έσοδα και αυτό χάρη στα δέντρα που είχαν στα χωράφια τους και κάποιος προνοητικός πρόγονος είχε φυτέψει, καρυδιές κυρίως, καστανιές όπου σήκωνε ο τόπος, μηλιές και κερασιές. Τα χωριά τότε ήταν γεμάτα καρυδιές και ο καρπός τους πολύτιμος, τόσο στη διατροφή αλλά κυρίως γιατί χάρη στην αντοχή του στις μετακινήσεις μπορούσε να μεταφερθεί στα χωριά του κάμπου της Φθιώτιδας αλλά και της κοντινής Θεσσαλίας και να ανταλλαχθεί με σιτάρι ή καλαμπόκι αλλά και να αποφέρει χρήμα, κάτι σπάνιο για την οικονομία εκείνης της εποχής στα χωριά.



Αυτό το ήξεραν και οι έμποροι καρυδιών που γυρνούσαν στα χωριά και αγόραζαν καρύδια για τις αγορές των πόλεων. Με καραβάνια από αλογομούλαρα πριν γίνουν οι δρόμοι και με φορτηγά αργότερα έρχονταν στα χωριά με άδεια τσουβάλια και η παρουσία τους αποτελούσε μέγα γεγονός από το οποίο εξαρτιόνταν τα οικονομικά του σπιτιού. Ανάλογα με την παραγωγή του καθενός, έβλεπε και το χρήμα να πέφτει στην τσέπη του και με αυτό εξυπηρετούσε έκτακτες ανάγκες, το ξόδευε και σε απαραίτητες πολυτέλειες αλλά ένα μέρος του έμεινε στην άκρη για προίκες κοριτσιών και έξοδα παιδιών που σπούδαζαν.

Θυμάμαι ανθρώπους στο χωριό που έλεγαν πως με τα καρύδια και τα κάστανα, τους σπούδασαν οι γονείς τους στα χρόνια του μεσοπολέμου και καμάρωναν για τα δέντρα που είχαν στα χωράφια τους και τα περιποιούνταν για να έχουν κάθε χρόνο παραγωγή. Εκείνα τα χρόνια πάλι, όπως έλεγαν οι παλιότεροι αλλά το έβλεπα κι εγώ παιδί, οι καρυδιές δεν λάθευαν, δεν αποτύγχαναν δηλαδή στο δέσιμο του καρπού την άνοιξη και καθώς τα καλοκαίρια ήταν πιο δροσερά και έβρεχε κάποιες φορές, τα καρύδια δεν ταλαιπωρούνταν, ωρίμαζαν ικανοποιητικά και ραβδίζονταν πιο εύκολα από κάποιους χωριανούς που ήταν ειδικευμένοι σε αυτά και ανέβαιναν στα δέντρα με την ευκολία των σκιούρων. 

Εκείνα τα χρόνια πάλι, δεν υπήρχαν τόσα πολλά τρωκτικά να ρημάζουν τα δέντρα λένε πάλι οι παλιοί που βλέπουν σήμερα με πολύ στεναχώρια ορδές τρωκτικών, κυρίως ποντικιών να μην αφήνουν καν τα καρύδια να ωριμάσουν αλλά και των αγριογούρουνων που κάθε βράδυ κάνουν πάρτι κάτω από τα δέντρα και δεν τους ξεφεύγει κανένα καρύδι. Φυσικά εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν αγριογούρουνα, που και που ξέπεφτε κανένα αλλά η παρουσία τόσων ανθρώπων στις εξοχές και τα άπειρα σκυλιά που κυκλοφορούσαν τα φόβιζαν κι έτσι δεν πλησίαζαν όπως σήμερα το χωριό, ούτε καν στα απόμακρα χωράφια.
Όσο για τα τρωκτικά τα οποία αποτελούν πληγή για όλα τα καρποφόρα δέντρα, υπήρχαν και τότε και μπορεί να ήταν περισσότερα αλλά τότε σε όλη την έκταση του χωριού πρέπει να ήταν πάνω από 1000 καρυδιές και έτσι μοιράζονταν η ζημιά. Τα τελευταία χρόνια που εγκαταλείφθηκαν εντελώς όλα τα χωράφια έξω από το χωριό, οι καρυδιές πνίγηκαν από διάφορα αγριόδεντρα, κισσούς και βάτους και ούτε καν θυμούνται αυτοί που τις είχαν που είναι όχι μόνο τα δέντρα αλλά και τα χωράφια τους που τα κυρίευσε το δάσος.


Οι καρυδιές τώρα που είναι μέσα στο χωριό και οι οποίες δεν είναι και λίγες, φέτος τσακίζονται από τον καρπό. Ενώ η άνοιξη δεν βοήθησε κανένα άλλο καρποφόρο δέντρο, στις καρυδιές έδειξε μια ιδιαίτερη επιείκεια και ο καιρός που ακολούθησε τις ευνόησε πολύ, σε βαθμό να μιλάνε για υπερπαραγωγή. Κάτι που είχε να συμβεί χρόνια και δημιουργεί πρόβλημα το πώς θα μαζευτούν γιατί τα θεριεμένα βάτα και τα αγριόχορτα τις έχουν αποκλείσει, σε βαθμό που αποτρέπουν ακόμη και τις επισκέψεις των αγριογούρουνων. Το καθάρισμα, που παλιότερα γίνονταν κάθε χρόνο και ήταν πιο εύκολο, απαιτεί αρκετό κόπο αλλά δεν υπάρχουν άτομα να αναλάβουν τέτοια δουλειά. Τα τελευταία χρόνια υπήρχαν σε όλα τα χωριά Αλβανοί κυρίως που έκαναν διάφορες αγροτικές εργασίες αλλά τα έχουν εγκαταλείψει πλέον γιατί δεν υπάρχουν δουλειές αφού έχουν λιγοστέψει και οι μόνιμοι κάτοικοι των χωριών αλλά και οι συνταξιούχοι που συνήθιζαν να περνάνε τα καλοκαίρια τους εκεί και να ασχολούνται με τα χωράφια τους.
Ο κίνδυνος να μην μαζευτούν εφέτος τα καρύδια ούτε και στα χωράφια που δεν έχουν βάτα και χόρτα, είναι μεγάλος καθώς δεν υπάρχει κανένας που να μπορεί να ανέβει σε μια καρυδιά και να την ραβδίσει. Την δουλειά αυτή την έκαναν πάλι οι Αλβανοί, ιδίως κάποιοι νέοι αλλά κι αυτοί πια έχουν φύγει κι έτσι η περισσότερη παραγωγή φέτος των καρυδιών θα μείνει κάτω από τα δέντρα και αυτό αποτελεί δώρο για τα ποντίκια που θα βγάλουν χορτάτα τον φετινό χειμώνα και αποτέλεσμα της καλής τους διατροφής σίγουρα θα είναι η αύξησή τους αφού πια θα ξέρουν πως οι καρυδιές καρπίζουν μόνο γι’ αυτά πλέον.

Τα ποντίκια φτάνουν ως τα τελευταία κλαδιά της καρυδιάς και ξεφλουδίζουν με τα δόντια τους τα καρύδια και αν καταλάβουν πως είναι άγουρα, τα παρατάνε. 

Όσοι από τους χωριανούς έχουν ζήσει τις χρυσές, κυριολεκτικά εποχές με τα καρύδια στεναχωριούνται που βλέπουν τα δέντρα να τσακίζονται στον καρπό και θα πάνε χαμένα αφού δεν μπορούν να τα μαζέψουν. Τη στεναχώρια συμπληρώνει και το γεγονός, ότι πολλοί ώριμοι συγχωριανοί (δεν αναφέρομαι καν στους νεότερους γιατί ούτε καν ξέρουν τι σημαίνει παραγωγή καρυδιών) ενώ ξέρουν το καθάρισμα ούτε καν δείχνουν ενδιαφέρον να το κάνουν. Το γεγονός σχολιάζεται, αλλά η αδιαφορία τους είναι τέτοια που ούτε καν επισκέπτονται τα παρατημένα χωράφια τους και τα αφήνουν να τα καταπιεί το δάσος. Μετά από λίγα χρόνια, είναι βέβαιο πως και οι καρυδιές που έχουν μείνει μέσα στο χωριό, στα κήπια και κοντά στα σπίτια κι αυτές θα έχουν τη μοίρα εκείνων που ήταν κάποτε στα χωράφια που ξεράθηκαν από στεναχώρια γιατί έπαψαν να βλέπουν ίσκιο ανθρώπου.

Εν κατακλείδι, το θέμα με τα καρύδια και τον ρόλο που έπαιζαν στην οικονομία των προκομμένων νοικοκυριών τα περασμένα χρόνια έχει μεν να κάνει με την ερήμωση της υπαίθρου αλλά είναι κι αυτό ένα κομμάτι της αλλαγής που έχει επέλθει στην ελληνική ύπαιθρο με την απαξίωση κάθε είδους παραγωγής. Ειδικά όταν πρόκειται για παραγωγή που θέλει έστω και λίγες δεξιότητες (η καρυδιά θέλει ελάχιστες, ίσως είναι το δέντρο που δεν θέλει τίποτα παρά μόνο να μαζευτούν τα καρύδια του) όλοι την απαξιώνουν, ακόμη και αν τα έσοδα που θα αποκομίσουν είναι μεγάλα. Η συνήθεια της ζωής στις πόλεις και η επιβίωση με τα επιδόματα δεν τους αφήνουν να μπουν στον κόπο να απολαύσουν την πορεία μιας καλής παραγωγής και της περιπέτειας της αγοράς ενός πολύτιμου προϊόντος.

Η ΛΕΡΝΑΙΑ ΥΔΡΑ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΤΑΣ




Η καθαριότητα της πόλης ξεκινάει από την εξώπορτα κάθε νοικοκυριού και ο τρόπος που αυτό διαχειρίζεται τα σκουπίδια που παράγει το χαρακτηρίζουν ενώ πολλές φορές και η όσφρηση των γειτόνων συνηγορεί ή κλονίζει την καλή γειτονία και την συγκατοίκηση κάτω από την ίδια στέγη. Είναι άπειρες επίσης οι πονεμένες ιστορίες που αναφέρονται στην καθαριότητα των κοινοχρήστων χώρων στις πολυκατοικίες, ειδικά μετά το ξέσπασμα της κρίσης που λόγω της οικονομικής στενότητας έκαναν να δουν σκούπα πολλές εβδομάδες.  

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την πόλη, η καθαριότητα της οποίας είναι καθημερινός αγώνας πολλών συνεργείων σε όλες τις γειτονιές ενώ στο κέντρο που πλημμυρίζει και από τουρίστες και σε ορισμένα άλλα σημεία, οι προσπάθειες είναι περισσότερες. Σαφώς και η κρίση έπληξε και αυτό το χώρο, λόγω μείωσης του προσωπικού αλλά κάθε πρωί τα συνεργεία ξεκινούν και πάλευαν με την Λερναία Ύδρα των σκουπιδιών σε όλη την πόλη.

Σε αυτό τον αγώνα που επιδίδονται καθημερινά τα συνεργεία και οι οδοκαθαριστές έχουν συμμάχους μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό των δημοτών καθώς οι περισσότεροι αποφεύγουν ή αδιαφορούν επιδεικτικά να κάνουν το αυτονόητο. Να ακολουθήσουν δηλαδή τους κανόνες που υπαγορεύει ατύπως μεν αλλά ουσιαστικά η κατανόηση για μια καθαρή πόλη που ξεκινάει από την απλή υποχρέωση της παραγωγής λιγότερων σκουπιδιών, την τοποθέτησή τους σωστά στον κάδο έτσι ώστε να ευκολύνονται αυτοί που τα μαζεύουν κι έτσι να γίνεται σωστά το έργο το οποίο χρηματοδοτείται από τους δημότες μέσω της φορολογίας και των δημοτικών τελών. Εδώ υπεισέρχεται και το θέμα της ανακύκλωσης αλλά πρόκειται για μια υπόθεση που σκοντάφτει σε ένα πλήθος λεπτομερειών που αποθαρρύνουν και τον πιο ευνοϊκά διαθέσιμο να την κάνει.

Αυτό βέβαια οι περισσότεροι δημότες το θυμούνται μόνο τη στιγμή που το πληρώνουν, γκρινιάζουν πολλές φορές για το ύψος των τελών αλλά καταθέτουν το ποσό και η ζωή συνεχίζεται χωρίς να αλλάξει τίποτα. Κάποιες κινήσεις από πλευράς του Δήμου, όπως το συστηματοποιημένα δρομολόγια των αποριματοφόρων, το πλύσιμο των κάδων, η αποκομιδή ογκωδών αντικειμένων και άλλα, βεβαίως και εκτιμούνται αλλά δεν δίνουν λύση στο πρόβλημα κι έτσι σε ελάχιστο χρόνο η εικόνα της αδιαφορίας επανέρχεται.
Το ζήτημα σε όλα αυτά πηγάζει από τον τρόπο που σκέφτονται οι δημότες την καθαριότητα και τι κάνουν για να είναι η πόλη καθαρή, ειδικά με τα ψιλά σκουπίδια, αυτά που αφήνει ο πολίτης να πέσουν από τα χέρια του στο δρόμο, είτε γιατί βαριέται να τα ρίξει σε κάποιο κάδο ή επιδεικτικά τα αφήνει να πέσουν από τα χέρια του. 
Περιτυλίγματα, αποτσίγαρα, φλούδες, ένα σωρό πράγματα που δημιουργούν ένα χαλί απορριμμάτων που πρέπει να σκουπιστεί από τους οδοκαθαριστές που πιάνουν έργο από νωρίς το πρωί. Πρόκειται για ένα τεράστιο έργο, το σκούπισμα της πόλης και σε αυτό απασχολούνται πολλά άτομα.

Στην περίπτωση οι δημότες ελάχιστα συμβάλλουν σε αυτό το έργο καθώς από τον καιρό που οι μονοκατοικίες δόθηκαν σε αντιπαροχή, ο καθαρισμός των πεζοδρομίων έγινε υποχρέωση πλέον των δήμων και όχι των νοικοκυραίων. Έτσι, αποτελεί σπάνια εικόνα να δούμε κάποιον, όπως τον κύριο προχθές το απόγευμα στην οδό Πιπίνου να έχει πιάσει μια σκούπα να και σκουπίζει  το δρόμο, όπου φυσικά ήταν ελεύθερος από αυτοκίνητα. Αφού σκούπισε, μάζεψε με προσοχή τα σκουπίδια, τα έριξε στον παρακείμενο κάδο και σίγουρα μετά ανέβηκε στο μπαλκόνι του να καμαρώσει το έργο του που ξεχώριζε σε όλο το δρόμο!

ΑΘΗΝΑ, 22102019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", 17102019, σελ. 34

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2019

ΟΙ ΦΑΝΕΛΕΣ ΠΟΥ ΣΤΕΓΝΩΝΟΥΝ ΣΤΟ ΜΠΑΛΚΟΝΙ




Από τα τεκμήρια ότι κάποιος άνθρωπος εργάζεται και μάλιστα σκληρά είναι οπωσδήποτε η προκοπή η οποία συνήθως φαίνεται αλλά πολλές φορές βρίσκεται στη σκιά καθώς το «μάτι» στο οποίο πολλοί πιστεύουν ή ο φθόνος, μπορούν να βλάψουν εκείνον που ξεχωρίζει σε πλούτο ή άλλα αγαθά. «Κόποις κτώνται» έλεγαν για τα αγαθά οι αρχαίοι και από τότε μέχρι σήμερα για τον πολύ κόσμο ισχύουν τα ίδια όπως και οι εξαιρέσεις αυτών που ευδαιμονούν χωρίς κόπο και είναι διαχρονικά παραδείγματα προς μίμηση.

Ο κόπος είναι αυτός που βοηθάει στην απόκτηση αγαθών και ανεξάρτητα από τον χώρο όπου αυτός αφιερώνεται, στο χωράφι, στο συνεργείο, το πεζοδρόμιο ή το γραφείο, αυτός που κοπιάζει τον νιώθει στη μουσκεμένη φανέλα, το ρούχο εκείνο που φοριέται κατάσαρκα για να απορροφά τον ιδρώτα που συνήθως είναι βαμβακερό καθότι πιο υγιεινό ή καλύτερα μάλλινο αλλά αυτό είναι απαγορευτικό για πολλά πορτοφόλια.

Βαμβακερές λοιπόν οι φανέλες, σε διάφορες μόδες, με μανίκια, με κουμπάκια, με κοψίματα, με τιράντες, λευκές στην πλειονότητα και χωρίς στάμπες γιατί έτσι κι αλλιώς δεν φοριούνται να τις βλέπουν οι άλλοι. Κάποτε φάνηκαν και δικτυωτές και μάλιστα προωθήθηκαν αρκετά από τον κινηματογράφο όταν είχε θεματογραφία την εργατιά για να φαίνονται τα μπράτσα του πρωταγωνιστή και έτσι έγιναν σύμβολα της τίμιας εργασίας περισσότερο από κανένα άλλο ρούχο των εργαζομένων στην οικοδομή ή το ύπαιθρο.

Δεν φοριέται όμως μόνο απ’ αυτές τις κατηγορίες εργαζομένων η φανέλα, αλλά κι από εκείνους που δουλεύουν στο γραφείο κάτω από το κολλαριστό πουκάμισο και την γραβάτα. Έτσι ο κόπος όλων των εργαζομένων καταλήγει στη φανέλα και γι’ αυτό όποιος αγαπά την καθαριότητα την αλλάζει κάθε μέρα γιατί μπορεί ο ιδρώτας να είναι δείγμα προκοπής, αλλά όταν στεγνώνει κατά στρώματα πάνω στο ύφασμα, μυρίζει. 
Από αυτή την εντύπωση έχει προκύψει και η πολύ διεδομένη έκφραση: «αυτός μουσκεύει πολλές φανέλες», πράγμα που ερμηνεύεται ότι εργάζεται σκληρά κάτι το οποίο φυσικά και δεν γίνεται πάντα αισθητό καθώς ο ιδρώτας δεν μπορεί να φανεί κάτω από τα πουκάμισα τα οποία είναι τα δεύτερα κατά σειρά μετά τις φανέλες ρούχα που αλλάζει συχνά ο άνθρωπος και ούτε και αυτή η συνήθεια δεν έχει περάσει απαρατήρητη από την κοινή γνώμη αλλά η έκφραση «αλλάζει σαν πουκάμισα» έχει εντελώς διαφορετική σημασία.

Τα πουκάμισα και οι φανέλες είναι από τα αντρικά ρούχα εκείνα που βλέπουμε συχνότερα απλωμένα στις μπουγάδες στα μπαλκόνια των λαϊκών συνοικιών και απ’ αυτά μπορούμε να καταλάβουμε αν αυτός που τα φοράει κάνει δουλειά γραφείου ή ασχολείται με το εμπόριο ή είναι εκπαιδευτικός γιατί στις άλλες δουλειές έχει καθιερωθεί και επικρατήσει το μπλουζάκι. Δεν μπορούμε να δούμε περισσότερα εκεί που είναι απλωμένες να καταλάβουμε αν και είναι φθαρμένες, αλλά αν σε κάποιο μπαλκόνι είναι πολλές κρεμασμένες δίπλα στις πετσέτες, καταλαβαίνουμε πως ο άνθρωπος που τις φοράει χύνει πολύ ιδρώτα και επειδή δεν ευκαιρεί να τις πλύνει κάθε μέρα, μια φορά την εβδομάδα τις εκθέτει κι έτσι δημιουργούνται οι εντυπώσεις στη γειτονιά για την εργατικότητά του η οποία ενδεχομένως αναγνωρίζεται και από τις υπόλοιπες κινήσεις του στον κοινωνικό του περίγυρο…




ΑΘΗΝΑ 211022019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2019

Η ΨΕΥΔΗΣ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ «ΠΡΑΣΙΝΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ»





Εγκαινίασε προχθές ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μια βιομηχανική εγκατάσταση αιολικής ενέργειας (ήτοι μια συστάδα από πανύψηλες, τερατώδεις ανεμογεννήτριες που φυτεύτηκαν εκεί που ήταν κάποτε δάσος και βοσκοτόπια) στην Καρυστία. Όσα είπε επί τόπου, έκαναν τους εργολάβους να τρίβουν τα χέρια τους και την τοπική κοινωνία να περιμένει δυστυχώς το χειρότερο: Το ξερίζωμά της αφού η Καρυστία θα καταστραφεί απ’ άκρη σε άκρη για να εγκατασταθεί η… «πράσινη ανάπτυξη» στην μεταμοντέρνα, ελληνική εκδοχή της που αδιαφορεί παντελώς για τη φύση.  

Δεν είναι της στιγμής να αναφερθώ στο πόσο κακό κάνουν οι ανεμογεννήτριες και τα αιολικά βιομηχανικά πάρκα σε κάθε περιοχή, έχουμε καιρό γι’ αυτά μπροστά μας και θα επιμείνουμε μέχρι να σταματήσουν να καταστρέφουν κάθε ομορφιά της πατρίδας μας αλλά και να προκαλούν το κοινό αίσθημα με την πρακτική των εργολάβων.

Θα σταθώ στη φωτογραφία που δείχνει τον πρωθυπουργό να κοιτάει πως ο εργάτης με την ολοκαίνουργη φόρμα κρατάει το έρημο το δεντράκι από το λαιμό πριν το βάλουν στη ρηχή τρύπα που άνοιξαν. Σε άλλη φωτογραφία τον δείχνουν να φτυαρίζει με το κατακαίνουργο φτυάρι το χώμα και πιθανόν να υπάρχει και άλλη να το ποτίζει με το απαστράπτων ντενεκεδένιο ποτιστήρι. Μπορεί ο πρωθυπουργός να μην ήξερε τίποτα για το ρόλο που παίζουν αυτά τα εργαλεία αλλά έτσι του είπαν οι επικοινωνιολόγοι να κάνει, έτσι έκανε και έτσι προέκυψε η ιστορική φωτογραφία για την προπαγάνδα. 

Το δεντράκι, όπως φαίνεται είναι μια βελανιδιά προερχόμενη μάλλον από φυτώριο – απ’ αυτές που βάζουν στις αυλές και σαφώς ταλαιπωρημένη αφού τα φύλλα της είναι ήδη κίτρινα. Από την φωτογραφία βλέπουμε πως η γύρω βλάστηση, ότι απόμεινε απ’ αυτή μετά την επέλαση των μηχανημάτων είναι άλλη, πεύκα, σχοίνα, ρείκια που δείχνουν πόσο υποφέρουν από τη λειψυδρία. Η βελανιδιά όμως είναι τυχερή, άμα μπει στο λάκκο της θα την ποτίσουν μια φορά και από εκεί και πέρα, αναλαμβάνει ο θεός και ο καιρός.

Το γεγονός εκθέτει πολύ τον πρωθυπουργό ο οποίος μπορεί να μην γνωρίζει τέτοιες λεπτομέρειες της δασοπονικής αλλά κάποιους από τους συμβούλους του θα έπρεπε να τον προφυλάξει ενημερώνοντάς τον από την παγίδα που του έστησαν οι εργολάβοι μαζί μα τους θιασώτες της "πράσινης ανάπτυξης". Αυτοί τον έσυραν εκεί στις κορυφές του Καφηρέα και η φωτογραφία που τον δείχνει να φυτεύει το δεντράκι είναι το καλύτερο χαρτί που έχουν για την προπαγάνδα τους. Ουδόλως τους νοιάζει αν την άνοιξη η βελανιδιά βγάλει ένα φυλλαράκι, προκόψει και γίνει δέντρο να προσφέρει τη σκιά του. Τη δουλειά τους ήθελαν να κάνουν και την κάνουν με τον πιο προκλητικό τρόπο.



Έτσι με τη φωτογραφία μιας άμοιρης  βελανιδιάς που φυτεύτηκε σε ένα κρανίου τόπο που έχουν μεταβάλει τις κορυφές του Καφηρέα οι προπαγανδιστές της «πράσινης ανάπτυξης» η οποία παρά τις εξαγγελίες της δεν σέβεται τίποτα από την φύση και παραβλέπει τις ανάγκες των τοπικών κοινωνιών, αφού στόχο έχει μόνο το κέρδος κάνουν μια χαρά την δουλειά τους. Με αυτή τη φωτογραφία, εντέχνως θα πλημμυρίσουν τον κόσμο με τις αντιλήψεις που τους βολεύουν και δυστυχώς είναι πολλοί αυτοί που τις υιοθετούν και τις προτάσσουν ως πανάκεια για ένα θέμα που θέλει περισσότερη προσοχή και συζήτηση τόσο για τις συνέπειες στο παρών αλλά περισσότερο για το μέλλον που προβλέπεται ιδιαίτερα άνυδρο όχι μόνο για την βελανιδιά αλλά για όλους μας...

ΥΓ. Οι φωτογραφίές δανεικές από το διαδίκτυο. Ευχαριστώ τον φωτογράφο.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 19102019  

- Μετά από 100 ημέρες απόστασης από την δικτυακή ενημέρωση, εγκαινιάζω την επιστροφή μου με το θέμα των Αγράφων που απειλούνται από την παράνομη εγκατάσταση ανεμογεννητριών  και με το σημερινό σημείωμα, επισημαίνω μια πτυχή της απάτης… Έπεται συνέχεια στο θέμα…