Παρασκευή 27 Μαρτίου 2026

Ο ΘΟΡΩ, Η ΔΟΥΛΕΙΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΟΗΕ

 

Σκλαβοπάζαρο στη Νέα Ορλεάνη (19ος αιώνας) — η στιγμή όπου ο άνθρωπος γίνεται εμπόρευμα.


Ένα υποθετικό σημείωμα στο πνεύμα του Henry David Thoreau, με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του ΟΗΕ για το δουλεμπόριο.

«… Αν η ανθρωπότητα χρειάστηκε αιώνες για να ονομάσει το έγκλημα, δεν είναι επειδή δεν το γνώριζε, αλλά επειδή ζούσε από αυτό.

Διαβάζω ότι οι άνθρωποι των εθνών συγκεντρώθηκαν και συμφώνησαν πως η δουλεία υπήρξε το βαρύτερο έγκλημα. Και όμως, εκείνοι που την κατήγγειλαν σήμερα, χθες την ανέχονταν· και πολλοί από εκείνους που ωφελήθηκαν περισσότερο, προτίμησαν τη σιωπή από τη λέξη. Δεν είναι η αλήθεια που καθυστέρησε, αλλά η βούληση να ειπωθεί.

Ένας νόμος που έρχεται εκ των υστέρων δεν απελευθερώνει τους νεκρούς. Μπορεί, ωστόσο, να δεσμεύσει τους ζωντανούς — αν το θελήσουν. Διότι το ερώτημα δεν είναι αν η δουλεία υπήρξε έγκλημα. Αυτό το γνώριζε ήδη ο άνθρωπος που έσπαγε την πέτρα δεμένος, το παιδί που πουλήθηκε μακριά από τη μητέρα του, ο ναύτης που άκουγε τις αλυσίδες στο αμπάρι. Το ερώτημα είναι αν εκείνοι που ζουν τώρα θα επιτρέψουν σε αυτό το έγκλημα να συνεχίσει να παράγει καρπούς.

Λένε πως δεν πρέπει να συγκρίνουμε τα εγκλήματα μεταξύ τους. Ίσως. Αλλά ο άνθρωπος που αρνείται να ονομάσει το μέγεθος μιας αδικίας, το κάνει όχι από ταπεινότητα, αλλά από φόβο. Διότι κάθε ακριβής λέξη ζητά και μια πράξη αντάξιά της.

Η κοινωνία μας είναι γεμάτη από νόμους που μοιάζουν δίκαιοι, αλλά δεν αγγίζουν τη ρίζα της αδικίας. Ο πραγματικός νόμος, εκείνος που αξίζει να υπακούει κανείς, δεν είναι γραμμένος στα χαρτιά των συνελεύσεων, αλλά στη συνείδηση. Αν αυτή παραμένει αδρανής, καμία απόφαση δεν αρκεί.

Αντί να αναρωτιόμαστε τι οφείλεται στους απογόνους των σκλάβων, θα έπρεπε να αναρωτηθούμε τι χρωστά η ζωή μας στο παρελθόν τους. Διότι κάθε άνεση που δεν ελέγχθηκε, κάθε πλούτος που δεν εξετάστηκε, μπορεί να φέρει μέσα του κάτι από εκείνη την αδικία.

Δεν είναι αρκετό να δηλώνει κανείς ότι η δουλεία ανήκει στο παρελθόν. Πρέπει να εξετάσει αν ζει ακόμη με τρόπους που την καθιστούν παρούσα.

Και αν πράγματι θέλουμε να τιμήσουμε εκείνους που υπέφεραν, δεν αρκεί να τους θυμόμαστε. Πρέπει να αρνηθούμε, εδώ και τώρα, κάθε μορφή ζωής που βασίζεται στην υποδούλωση του άλλου — ακόμη κι όταν αυτή εμφανίζεται με πιο ήπιο όνομα».

- Το σημείωμα αυτό δεν επιχειρεί να μιμηθεί τον Henry David Thoreau, αλλά να θυμίσει ότι ορισμένες αλήθειες είχαν ήδη διατυπωθεί πολύ πριν αναγνωριστούν θεσμικά. Η απόφαση του ΟΗΕ δίνει όνομα σε ένα έγκλημα· η σκέψη του Θορώ μάς καλεί να αναρωτηθούμε τι σημαίνει αυτή η αναγνώριση για τον τρόπο που ζούμε σήμερα. Αν η μνήμη δεν συνοδεύεται από αυτοκριτική και πράξη, τότε κινδυνεύει να παραμείνει μια ακόμη καθυστερημένη δικαίωση χωρίς συνέχεια.

ΑΘΗΝΑ, 27032026

Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΩΣ ΚΟΙΝΟ: ΑΓΡΙΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Λίμνη Walden. Ακίνητο νερό, αλλά όχι σιωπηλό: ένας τόπος όπου ο Θορώ 
αναγνώρισε ότι η σχέση με τη φύση θεμελιώνει δικαίωμα — όχι η ιδιοκτησία.

"Χωρίς να είμαι ιδιοκτήτης καμιάς γης, διαπιστώνω ότι έχω ένα πολιτικό δικαίωμα πάνω στο ποτάμι· ότι, αν δεν είμαι γαιοκτήμονας, είμαι υδάτινος ιδιοκτήτης. Είναι, λοιπόν, εύλογο να έχω μια βάρκα, ένα κάρο, για αυτό το αγρόκτημά μου.

Αφού έχει σχεδόν ολοκληρωτικά εγκαταλειφθεί σε λίγους από εμάς, ενώ οι άλλοι δρόμοι είναι πολύβουοι, δεν είναι περίεργο που το βελτιώνω.
Ένας σαν κι εμένα θα προτιμήσει να ζει σε έναν δήμο όπου υπάρχουν οι περισσότερες λίμνες και ποτάμια και όπου η εμβέλειά μας είναι η πιο πλατιά.
Σε σχέση με το ποτάμι, διαπιστώνω ότι τα φυσικά μου δικαιώματα υφίστανται τη λιγότερη καταπάτηση. Είναι ακόμη ένα εκτεταμένο “κοινό”, από αυτά που απομένουν. Ορισμένες άγριες ελευθερίες εξακολουθούν να επικρατούν ακόμη και στις παλαιότερες και πιο πολιτισμένες χώρες.
Με ευχαριστεί να διαπιστώνω ότι, στην εποχή του Gilbert White τουλάχιστον, οι εργάτες εκείνου του μέρους της Αγγλίας απολάμβαναν ορισμένα κοινά δικαιώματα στα βασιλικά δάση — έτσι τα αποκαλούσαν, αν και δεν ήταν μεγάλα δάση — όπου έκοβαν τύρφη και άλλα καύσιμα, κτλ., και έπαιρναν υλικά για σκούπες, όταν δεν υπήρχε άλλη εργασία.
Ημερολόγια Θορώ, 23 Μαρτίου 1853

Υπάρχουν στιγμές που ο Θορώ δεν μοιάζει απλώς επίκαιρος — μοιάζει σαν να γράφει εκ των προτέρων για τόπους συγκεκριμένους, σχεδόν αναγνωρίσιμους. Αν διαβάσει κανείς σήμερα εκείνη τη φράση του, ότι έχει «ένα πολιτικό δικαίωμα στο ποτάμι», δύσκολα δεν θα σκεφτεί νερά όπως του Κρικελοπόταμου. Νερά που δεν τα κατέχει κανείς, κι όμως ανήκουν βαθιά σε όσους τα έχουν ζήσει.

Πανταβρέχει — Κρικελοπόταμος: Σώματα μέσα στο νερό και το ποτάμι γύρω τους: ένα «κοινό» χωρίς σύνορα, όπου η παρουσία δεν χρειάζεται άδεια και η ελευθερία παραμένει ακόμη άγρια.


Στο Πανταβρέχει, το ποτάμι δεν είναι έννοια — είναι εμπειρία. Σώματα μέσα στο νερό, πέτρες λείες από τη ροή, σκιές από πλατάνια και βράχια που στάζουν. Εκεί καταλαβαίνει κανείς τι σημαίνει αυτό που ο Θορώ ονομάζει «common»: όχι κάτι αφηρημένο, αλλά έναν τόπο όπου η παρουσία δεν χρειάζεται άδεια. Μπαίνεις στο νερό όπως μπαίνεις σε κάτι που ήδη σε περιλαμβάνει.
Και λίγο πιο κάτω, στη γέφυρα του Βράχα, το ποτάμι παίρνει μια άλλη μορφή σχέσης. Όχι πια μόνο ελευθερία, αλλά και σύνδεση. Ένα έργο ανθρώπινο, που δεν κατακτά το ποτάμι αλλά το διασχίζει, που δεν το περιορίζει αλλά το αναγνωρίζει ως όριο και ταυτόχρονα ως πέρασμα. Η γέφυρα δεν αναιρεί το «common»· το επιβεβαιώνει. Είναι μια πράξη κοινότητας, όχι ιδιοποίησης.
Ανάμεσα σε αυτές τις δύο εικόνες —το παιδί μέσα στο νερό και τη γέφυρα που ενώνει χωριά— χωράει ολόκληρη η έννοια των «άγριων ελευθεριών». Ελευθεριών που δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί σε κανονισμούς, που δεν έχουν πλήρως μεταφραστεί σε δικαιώματα χρήσης. Ελευθεριών που υπάρχουν επειδή το ποτάμι παραμένει ποτάμι.

Κι όμως, αυτή η συνθήκη δεν είναι δεδομένη. Η ιδέα ότι ο Κρικελοπόταμος μπορεί να «έρθει» στην Αθήνα —να ενταχθεί δηλαδή σε ένα σύστημα υδροδότησης, να μετατραπεί σε μετρήσιμη ροή— σηματοδοτεί μια ριζική μεταβολή. Το ποτάμι παύει να είναι τόπος και γίνεται υποδομή. Η ελευθερία που προσφέρει δεν καταργείται αμέσως, αλλά αποσύρεται σιωπηλά, καθώς η χρήση του αποκτά προτεραιότητα έναντι της εμπειρίας του.
Εδώ ο Θορώ γίνεται ξανά επίκαιρος, σχεδόν αιχμηρός. Γιατί όταν λέει ότι στο ποτάμι «τα φυσικά μου δικαιώματα υφίστανται τη λιγότερη καταπάτηση», δεν περιγράφει μια ουτοπία — περιγράφει μια ισορροπία. Μια ισορροπία που χάνεται τη στιγμή που το ποτάμι εντάσσεται πλήρως σε ένα καθεστώς αξιοποίησης.

Και τότε, οι «άγριες ελευθερίες» δεν εξαφανίζονται θεαματικά.
Μικραίνουν.
Γίνονται:
• ένα πέρασμα που επιτρέπεται μόνο μέχρι ένα σημείο,
• μια κοίτη που ρέει αλλού από εκεί που τη θυμόμαστε,
• ένα νερό που ανήκει περισσότερο σε ένα σχέδιο παρά σε έναν τόπο.

Αυτό που διακυβεύεται, λοιπόν, δεν είναι μόνο η μορφή ενός ποταμού της Ευρυτανίας. Είναι η ίδια η έννοια του κοινού. Το αν θα συνεχίσουν να υπάρχουν τόποι όπου η σχέση προηγείται της ιδιοκτησίας, όπου η παρουσία δεν χρειάζεται δικαιολόγηση, όπου η ελευθερία παραμένει —έστω και λίγο— άγρια.
Και ίσως, μπροστά σε ένα τέτοιο ποτάμι, να καταλαβαίνει κανείς καλύτερα τι εννοούσε ο Θορώ όταν έγραφε ότι «ο σωστός δρόμος θα ήταν να μη νομοθετείται καθόλου». Όχι γιατί δεν χρειάζονται κανόνες, αλλά γιατί υπάρχουν πράγματα που, αν τα ρυθμίσεις πλήρως, παύουν να είναι αυτό που ήταν.

Γέφυρα Βράχα — Κρικελοπόταμος: Ένα πέρασμα που ενώνει χωρίς να κατακτά: ανθρώπινο έργο που αναγνωρίζει το ποτάμι ως κοινό τόπο και όχι ως πόρο προς εκμετάλλευση.


Το ποτάμι, όσο παραμένει κοινό, παραμένει και ένας τόπος ελευθερίας. Κι αυτή η ελευθερία δεν μετριέται σε κυβικά μέτρα.

Πηγή: The Thoreu Society και φωτογραφίες "Μικρές Πατρίδες"

24032026 ΑΘΗΝΑ

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

H. D. THOREAU: ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΓΑΖΕΙΣ ΤΟ ΨΩΜΙ ΣΟΥ ΑΓΑΠΩΝΤΑΣ

 Όλες οι επιχειρήσεις πρέπει να μπορούν να συντηρούν τον εαυτό τους, να πληρώνουν το κόστος τους. Η μεγάλη τέχνη της ζωής είναι να μετατρέπεις το πλεόνασμα ζωής της ψυχής σε ζωή για το σώμα — ώστε η ζωή να μην αποδειχθεί αποτυχία. Για παράδειγμα, ένας ποιητής πρέπει να συντηρεί το σώμα του με την ποίησή του. Όπως λέγεται για τους εμπόρους, σε ενενήντα εννέα περιπτώσεις στις εκατό η ζωή των ανθρώπων είναι αποτυχία και η χρεοκοπία μπορεί σχεδόν να προβλεφθεί.

Πρέπει να βγάζεις το ψωμί σου αγαπώντας.
                    

Μάζεμα ελιάς στην Ιταλία (1952) – Πηγή: Διαδίκτυο

Στα ημερολόγιά του ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ γράφει συχνά σαν να κρατά σημειώσεις για μια άλλη οικονομία, διαφορετική από εκείνη των εμπόρων και των τραπεζών. Δεν τον απασχολεί μόνο πώς κερδίζει κανείς τα προς το ζην, αλλά πώς μπορεί να ζήσει χωρίς να χάσει το νόημα της ζωής του.
Γι’ αυτό και η σκέψη του ξεκινά από μια φαινομενικά πρακτική αρχή: κάθε επιχείρηση πρέπει να συντηρεί τον εαυτό της. Όμως πολύ γρήγορα μετατρέπει αυτή την αρχή σε κανόνα ζωής. Ο άνθρωπος, γράφει, πρέπει να καταφέρει κάτι πολύ πιο δύσκολο: να μετατρέψει το πλεόνασμα της ψυχής του σε τροφή για το σώμα του.
Η φράση είναι χαρακτηριστική. Ο Θορώ υποθέτει ότι μέσα στον άνθρωπο υπάρχει ένα περίσσευμα ζωής — μια δύναμη που εκδηλώνεται ως περιέργεια, δημιουργία, στοχασμός ή αγάπη για τη φύση. Αυτό το «πλεόνασμα» είναι το πιο πολύτιμο κεφάλαιο που διαθέτει κανείς. Αν όμως δεν βρει τρόπο να το ενσωματώσει στη ζωή του, τότε η ζωή του καταλήγει σε μια μορφή σιωπηρής πτώχευσης.
Γι’ αυτό χρησιμοποιεί και τη μεταφορά της χρεοκοπίας. Οι περισσότεροι άνθρωποι, γράφει με μια δόση αυστηρότητας, ζουν σαν έμποροι που στο τέλος θα βρεθούν σε οικονομικό αδιέξοδο. Όχι επειδή δεν εργάστηκαν, αλλά επειδή εργάστηκαν χωρίς να αγαπούν αυτό που κάνουν.
Το παράδειγμα που δίνει είναι ο ποιητής. Ένας ποιητής, λέει, πρέπει να συντηρεί το σώμα του με την ποίησή του. Δεν εννοεί απλώς ότι πρέπει να ζει από τη συγγραφή. Εννοεί ότι η δημιουργία δεν μπορεί να είναι ένα μικρό καταφύγιο έξω από τη ζωή· πρέπει να γίνει τρόπος ύπαρξης.
Υπάρχει βέβαια ένα μικρό παράδοξο. Ο ίδιος ο Θορώ δεν έζησε από τα βιβλία του. Για πολλά χρόνια κέρδιζε τα προς το ζην με περιστασιακές εργασίες — μετρήσεις γης, διδασκαλία, ακόμη και τη μικρή οικογενειακή βιοτεχνία μολυβιών στο Κόνκορντ. Όμως αυτό δεν αναιρεί το ιδεώδες που διατύπωνε. Για τον Θορώ, το ζήτημα δεν ήταν μόνο οικονομικό· ήταν υπαρξιακό.
Η πραγματική αυτάρκεια, πίστευε, δεν βρίσκεται στην κατοχή πραγμάτων αλλά στη συμφωνία ανάμεσα στη ζωή και στην αγάπη που τη στηρίζει.
Κι όμως, αυτή η σκέψη του Θορώ δεν είναι ξένη προς τη δική μας εμπειρία. Στα χωριά της ελληνικής υπαίθρου υπήρξαν πάντα άνθρωποι που ζούσαν με έναν παρόμοιο τρόπο, χωρίς να το διατυπώνουν σε φιλοσοφικές φράσεις. Δεν πλούτισαν από αυτό που έκαναν· όμως το έργο τους δεν ήταν ξένο προς τη ζωή τους.
Ίσως γι’ αυτό η φράση του Θορώ ακούγεται ακόμη τόσο οικεία: γιατί περιγράφει μια παλιά σοφία που συναντά κανείς σε κάθε τόπο όπου η εργασία δεν είναι μόνο βιοπορισμός αλλά και τρόπος να κατοικείς τον κόσμο.
Και τότε το ψωμί που κερδίζεις δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα μιας δουλειάς. Είναι το ίχνος μιας αγάπης που βρήκε τρόπο να γίνει ζωή.

ΑΘΗΝΑ, 14032026

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ


Μια γελοιογραφία για τη μνήμη της ρητορικής και την ευθύνη μιας απόφασης

Οι φωτογραφίες με τον τρόπο που κυκλοφορούν πλέον στις οθόνες μας με κουράζουν. Πληθαίνουν τόσο γρήγορα και βεβαίως πάντα αμφιβάλλω για τις πηγές τους και για το βάρος της αλήθειας που κουβαλούν. Έτσι προτιμώ τα σκίτσα: έχουν υπογραφή, έχουν πρόθεση — και πάνω τους μένει ακόμη λίγο από το χνώτο του δημιουργού τους.
Έτσι, χάρη σε αυτή την επιλογή, ο Γούλης (ό δικός μου αλγόριθμος) μου έφερε πριν από λίγο στην οθόνη μια πολιτική γελοιογραφία του Αμερικανού σκιτσογράφου Tim Hartman και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Pittsburgh Post-Gazette. Με λίγα καρέ, ο Hartman συμπυκνώνει δεκαετίες αμερικανικής ρητορικής για το Ιράν.
Στη γελοιογραφία εμφανίζονται διαδοχικά Αμερικανοί πρόεδροι να επαναλαμβάνουν τους γνώριμους λόγους για τους οποίους η Ουάσιγκτον θεωρεί το Ιράν απειλή:
— Ρόναλντ Ρήγκαν: «Το Ιράν είναι κακό…»
— Τζορτζ Μπους (πατέρας): «…είναι ένα τεράστιο πρόβλημα…»
— Μπιλ Κλίντον: «…χρηματοδοτεί την τρομοκρατία…»
— Τζορτζ Μπους (υιός): «…και σκοτώνει Αμερικανούς…»
— Μπαράκ Ομπάμα: «…και δημιουργεί πυρηνικά όπλα…»
— Τζο Μπάιντεν: «Πρέπει να τους σταματήσουμε με κάθε τρόπο!»
Στο τελευταίο καρέ εμφανίζεται ο Ντόναλντ Τραμπ. Ακούει τη συσσωρευμένη αυτή επιχειρηματολογία δεκαετιών και απαντά απλώς:
— «Εντάξει».
Η δύναμη αυτής της γελοιογραφίας βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη μονολεκτική κατάληξη που οδήγησε σε έναν πόλεμο με άγνωστη εξέλιξη. Με μια μόνο λέξη, ο Hartman σατιρίζει την απόσταση ανάμεσα στη βαριά, συσσωρευμένη γεωπολιτική ρητορική τόσων χρόνων και στην απλοποιημένη πολιτική απόφαση που συχνά ακολουθεί και θα μου αρέσει να τον παρακολουθώ να συνεχίζει με τον ίδιο τρόπο να σχολιάζει τις εξελίξεις…
Η γελοιογραφία δημοσιεύτηκε στην Pittsburgh Post-Gazette, μία από τις παλαιότερες εφημερίδες των Ηνωμένων Πολιτειών. Ιδρύθηκε το 1786 στο Πίτσμπεργκ της Πενσιλβάνια και διατηρεί μακρά παράδοση στην πολιτική αρθρογραφία και στη δημοσίευση γελοιογραφιών που σχολιάζουν την αμερικανική δημόσια ζωή.

ΑΘΗΝΑ, 13032026

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

ΠΑΡΑΛΙΓΟ ΝΑ ΜΑΣ ΚΑΝΟΥΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΙΟΥΣ ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ

 



Δεν θα ήταν πάνω από 20 λεπτά που έλειψα το απόγευμα από το σπίτι και με πήρε η Άρτεμη να μου πει πως μπαίνοντας είδε να είχαν σπάσει την κλειδαριά της πόρτας και «κάποιοι» ήταν μέσα και ανακάτευαν τα πράγματά μας…

Οι «κάποιοι» όπως πρόλαβε να τους δει η Άρτεμη (ένας ψηλός γεροδεμένος και ένας κοντός) μόλις την κατάλαβαν όρμησαν και βγήκαν από το σπίτι χωρίς ευτυχώς να την χτυπήσουν, αφήνοντας το έργο τους στη μέση. Απ’ ότι διαπίστωσα στην πρώτη εκτίμηση, ένας είχε μπει στην κρεβατοκάμαρα και έψαχνε τα συρτάρια στις ντουλάπες και τη σιφορνιέρα και ο άλλος είχε ξεκινήσει από κάτι κουτιά με διάφορα πράγματα κάτω από τον καναπέ. Στη βιβλιοθήκη δεν πρόλαβαν να βάλουν χέρι και έτσι δεν θα επικαλεστώ την πλήρη καταστροφή. Τώρα κάθομαι και κοιτάζω τον σωρό που μετέτρεψαν τα αρχεία μου ψάχνοντας στα κουτιά για κάτι πολύτιμο και οπλίζομαι με κουράγιο να κάνω ένα συμμάζεμα. Όταν το ολοκληρώσω θα δω και τι πρόλαβαν να βάλουν στην τσέπη…

ΥΓ. Δεν ξέρω τι θα συνέβαινε αν τους εύρισκα εγώ μπροστά μου. Θα τους σακάτευα και θα είχα το δίκιο μου...

2022026 

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΟΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΙ ΚΑΙ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΣΕΙΡΑ ΜΑΣ

 

1958, πανηγύρι στο Παλαιοχώρι. Η θεία Ελένη δεξιά κρατά στην αγκαλιά της ένα μωρό και πίσω της, με υψωμένο το ποτήρι, ο άντρας της Νίκος. Δίπλα της ο πατέρας μου Γιώργος και η μάνα μου Αγγελική (Κούλα) νιόπαντροι, καθώς και η άλλη αδερφή της, η Μαρία, ενώ στο κεφάλι της μοιάζει να ακουμπά το χέρι του ο αδερφός τους Κώστας. Θα ήθελα να ήξερα ποιοι είναι και οι υπόλοιποι, αλλά δεν υπάρχει κανένας να μου τους ονοματίσει.

Με τον αποχαιρετισμό χθες στο κοιμητήριο κάτω από το παλιό μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στο Παλαιοχώρι Τυμφρηστού* της θείας μου Ελένης (Αλεξίου) Παπαπαναγιώτου, κλείνει ο κύκλος των ανιόντων της οικογένειας και πλέον έρχεται σιγά-σιγά η σειρά μας…

Η θεία Ελένη (1928–2026) ήταν η μεγαλύτερη αδερφή της μάνας μου και η μόνη που έμεινε στο πατρικό χωριό, το Παλαιοχώρι. Εκεί γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε, εκεί έζησε μαζί με τον άντρα της, τον Νίκο, ο οποίος έφυγε το 2011, και δίπλα του τη βάλαμε να αναπαυτεί. Ως μεγαλύτερη κόρη του Ηλία και της Αριστούλας Αλεξίου, φρόντισε υποδειγματικά τα αδέρφια της, τον Κώστα, την Αγγελική και τη Μαρία, όταν πέθανε, μέσα στην Κατοχή, η μάνα τους — πράγμα που θεμελίωσε μια ιδιαίτερη αγάπη και σεβασμό στο πρόσωπό της απ’ όλους. Δεν ήταν όμως τυχερή· δεν απόκτησε δικά της παιδιά και αυτό ήταν ένα ζήτημα που την μελαγχολούσε.

Η ζωή της θείας Ελένης κύλησε όπως των περισσότερων γυναικών της γενιάς της στο χωριό και το επίκεντρό της ήταν η προκοπή, η αξιοπρέπεια και η συμμετροχή μέσα στην κοινότητα. Δούλεψε στα χωράφια και στα ζωντανά της, αλλά έβαλε και πλάτη στον νερόμυλο με τον μπάρμπα Νίκο και άλεθαν τα γεννήματα της περιοχής. Από το γάλα των αγελάδων που συντηρούσε έφτιαχνε, θυμάμαι, το πιο αφράτο βούτυρο και φυσικά το πιο νόστιμο ψωμί στη γάστρα.

Η θεία Ελένη με τον άντρα της Νίκο, Φεβρουάριος 2007, στο Παλαιοχώρι.



Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζούσε μόνη στο Παλαιοχώρι. Τα κατάφερνε όπως μπορούσε να εξυπηρετείται και δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα για το Γηροκομείο της Σπερχειάδας. Την πρόσεχαν οι γείτονες, καθώς και οι γυναίκες από τη «Βοήθεια στο Σπίτι» του Δήμου Μακρακώμης, κι έτσι έπαιρνε θάρρος. Φέτος μάλιστα είχε παραγγείλει περισσότερα ξύλα για να βγάλει τον χειμώνα, αλλά δεν πρόλαβε να τα κάψει. Αρρώστησε, μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λαμίας, από εκεί στο Γηροκομείο και πάλι στο Νοσοκομείο, όπου και έσβησε προχθές.

Στον τελευταίο αποχαιρετισμό της σήμερα γέμισε κόσμο το άδειο χωριό. Στο Παλαιοχώρι των επτά μόνιμων κατοίκων βρεθήκαμε πάνω από εξήντα άτομα και τη συνοδεύσαμε στην τελευταία κατοικία της. Υπήρξαν βέβαια και κάποιες απουσίες· γι’ αυτό μήνυσαν πως θα της έχουν ωραίο τάφο ως το μνημόσυνο, αλλά είμαι βέβαιος πως δεν θα της άρεσε. Αλλιώς πίστευε πως ήταν οι σχέσεις των συγγενών, και η σιωπή της δυστυχώς την επιβεβαίωνε.

* Είδα την πινακίδα στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία να τον αναφέρει μνημείο της Σπερχειάδας και υπενθυμίζω ότι δεν είναι έτσι, γιατί το Παλαιοχώρι και ο τόπος του ανήκουν ιστορικά στον παλιό Δήμο Τυμφρηστίων

ΑΘΗΝΑ, 08022026

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

ΓΙΟΡΤΑΣΑΜΕ ΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΗΣ ΣΤΗ «ΓΑΛΉΝΗ»

 


Ένας χρόνος παραπάνω στη ζωή της Άρτεμης. Το γιορτάσαμε στα ωραία Σεπόλια μας, στην πιτσαρία «Γαλήνη» όπου σβήσαμε τα κεράκια της τούρτας που πήραμε από το ζαχαροπλαστείο «Κάντια» που γλυκαίνει τη γειτονιά μας. Μαζί μας ο Πάνος, ο Μιχάλης, ο Παναγιώτης, η Ιωάννα, ο Λαέρτης, η Μαρία, η Ελένη, ο Ανδρέας, ο Νίκος και η Δώρα. Να είμαστε καλά να το γιορτάσουμε και του χρόνου, μεγαλύτεροι και σοφότεροι…  

ΑΘΗΝΑ, 05022026