Ένα βιβλίο
ανοίγει — και μαζί του ανοίγει ένας δρόμος που κανείς δεν ήθελε να δει.
Σαν σήμερα, 14 Απριλίου 1939, στη Νέα Υόρκη,
από τον εκδοτικό οίκο «The Viking Press» κυκλοφορεί
το βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ «Τα σταφύλια της οργής - The Grapes of Wrath», ένα μυθιστόρημα που δεν
διαβάστηκε ποτέ ως απλή λογοτεχνία, αλλά ως κατηγορία για έναν κόσμο που πήρε
στραβό δρόμο.
Η αντίδραση ήταν άμεση. Στην Καλιφόρνια, και
ιδιαίτερα στην κομητεία Kern County, το
βιβλίο απαγορεύτηκε από βιβλιοθήκες και σχολεία. Τοπικά συμβούλια το
χαρακτήρισαν «ψευδές» και «προπαγανδιστικό». Αντίτυπα αποσύρθηκαν ενώ δεν
έλειψαν και δημόσιες καύσεις. Οι μεγαλοϊδιοκτήτες γης και τα οικονομικά
συμφέροντακατήγγειλαν τον Στάινμπεκ ότι συκοφαντεί την Καλιφόρνια και υποκινεί
κοινωνική αναταραχή επικαλούμενοι ανήθικη γλώσσα και τον κομμουνισμό!
Αλλά το πρόβλημα βρισκόταν αλλού. Το βιβλίο δεν
μιλούσε απλώς για τη δυστυχία που προκάλεσε σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού η «Μεγάλη Ύφεση». Δεν παρουσίαζε την εξαθλίωση ως
φυσική καταστροφή, αποτέλεσμα μιας ξηρασίας ή μιας καταιγίδας. Την απέδιδε και
την τοποθετούσε μέσα σε ένα σύστημα σχέσεων και στο κέντρο έβαζε κάτι σχεδόν
ανώνυμο και πανίσχυρο: τις τράπεζες.
Όχι ως θεσμό με πρόσωπο, αλλά ως μηχανισμό
χωρίς ευθύνη. Στο βιβλίο, οι άνθρωποι που εκτελούν τους πλειστηριασμούς και τις
εξώσεις δεν εμφανίζονται ως κακοί, σχεδόν ζητούν συγγνώμη. «Δεν φταίμε εμείς»,
λένε. «Η τράπεζα το ζητά». Και η τράπεζα, με τη σειρά της, δεν είναι πια
άνθρωποι, αλλά κάτι που «πρέπει να ζήσει», κάτι που «τρώει» τα πάντα για να
επιβιώσει. Ένα τέρας χωρίς σώμα.
Έτσι, οι οικογένειες διώχνονται από τα σπίτια τους
και ξεριζώνονται όχι από κάποιον εχθρό που μπορείς να δεις, αλλά από έναν
μηχανισμό που δεν τον ακουμπά καμιά κατηγορία. Τα χωράφια αδειάζουν, τα σπίτια
εγκαταλείπονται, και η μετακίνηση χιλιάδων ανθρώπων προς τη Δύση μοιάζει σχεδόν
φυσική — ενώ δεν είναι.
Τζον
Στάινμπεκ: Το βλέμμα κάποιου που είδε το όνομα πίσω από την ανάγκη και το έγραψε.
Και αυτό ήταν ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο
του βιβλίου. Ότι αφαιρούσε από την καταστροφή το άλλοθι της «αναγκαιότητας». Γιατί
από τη στιγμή που η φτώχεια παύει να είναι μοίρα και γίνεται αποτέλεσμα, η
αφήγηση αλλάζει δραματικά. Δεν ζητά συμπόνια, αλλά κρίση. Δεν ζητά λύπηση, αλλά
κατανόηση των μηχανισμών που την παράγουν. Από εκεί και πέρα, η ανάγνωση δεν
είναι αθώα πράξη.
Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο του Τζον
Στάινμπεκ «Τα σταφύλια της Οργής» συνεχίζει να επανεμφανίζεται στις ΗΠΑ μέχρι
σήμερα σε λίστες απαγορεύσεων ή αμφισβήτησης. Όχι ως ένα παλιό σκάνδαλο που
ξεχάστηκε, αλλά ως ένα βιβλίο που κάθε εποχή μοιάζει να χρειάζεται να
ξαναλογοκρίνει — με διαφορετικά επιχειρήματα, αλλά με την ίδια αμηχανία
απέναντι σε ό,τι αποκαλύπτει.
Κι έτσι, η ιστορία του δεν ανήκει μόνο στον
τόπο που το γέννησε. Γιατί κάθε κοινωνία έχει γνωρίσει, με τον έναν ή τον άλλο
τρόπο, εκείνες τις στιγμές όπου οι αποφάσεις παίρνονται «αλλού», όπου οι
ευθύνες διαχέονται, όπου η ανάγκη παρουσιάζεται σαν νόμος της φύσης. Και τότε,
τα κείμενα που τολμούν να δώσουν όνομα σε αυτή τη διαδικασία μοιάζουν
υπερβολικά, άβολα ή επικίνδυνα.
Και η απαγόρευση δεν χρειάζεται πάντα φωτιά. Μερικές
φορές αρκεί μια αφαίρεση από τη λίστα, η μετακίνηση στο περιθώριο ή απλώς η
σιωπή.
Μια σκηνή
από καμβά και σκόνη· ένα σπίτι που έμαθε να μετακινείται.
Και ίσως γι’ αυτό «Τα σταφύλια της Οργής» πάντα θα επιστρέφουν.
Γιατί οι μορφές μπορεί να αλλάζουν, αλλά οι μηχανισμοί επιμένουν να είναι οι
ίδιοι. Σήμερα, οι τράπεζες δεν εμφανίζονται πια ως εκείνο το αόρατο «τέρας» του
Στάινμπεκ, κι όμως η λειτουργία τους παραμένει αναγνωρίσιμη. Τα «κόκκινα»
δάνεια, οι πλειστηριασμοί, τα σπίτια που περνούν από χέρια ανθρώπων σε ανώνυμα
και απρόσιτα χαρτοφυλάκια, συνθέτουν μια σύγχρονη εκδοχή του ίδιου αφηγήματος.
Οι αποφάσεις εξακολουθούν να παίρνονται αλλού· οι συνέπειες, όμως, παραμένουν οι
ίδιες. Και όπως τότε, έτσι και τώρα, η ανάγκη παρουσιάζεται ως φυσικός νόμος, χωρίς
πρόσωπο, χωρίς ευθύνη. Ίσως γι’ αυτό κάποια βιβλία δεν παλιώνουν: γιατί δεν
περιγράφουν μόνο μια εποχή αλλά αποκαλύπτουν έναν μηχανισμό.
ΑΘΗΝΑ, 14042026