Κυριακή 26 Απριλίου 2026

ΤΟ ΜΕΛΙΧΛΩΡΟ ΠΟΥ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΜΑΣ…


Μια φωτογραφία του Δημήτρη Καλιακούδα από την Εορδαία μού θύμισε μια ξεχασμένη λέξη.

Η μάνα μου, η κυρά Κούλα, που εδώ και ενάμιση χρόνο αναπαύεται στη γη της μικρής πατρίδας, στο κοιμητήριο με τις αρχαίες βελανιδιές, ήταν από εκείνες τις γυναίκες που οι συνθήκες της εποχής τις άφησαν αγράμματες — δεν πήγε σχολείο· η Κατοχή κι έπειτα ο Εμφύλιος στα μέρη μας δεν άφηναν περιθώριο για κάτι τέτοιο.
Αυτό όμως δεν στάθηκε εμπόδιο στη ζωή της. Οι δουλειές στα χωράφια και στο σπίτι δεν ζητούσαν γραμματικές γνώσεις. Στους αριθμούς είχε βρει έναν δικό της τρόπο να λογαριάζει, για να μην την ξεγελούν στις δοσοληψίες. Να διαβάζει δεν ήξερε — κι αν ήξερε, πάλι δεν θα προλάβαινε με τόσα που είχε να κάνει κάθε μέρα. Να γράφει επίσης όχι· μόνο την υπογραφή της, «Α.Π.», κατάφερνε να απλώσει σε ένα χαρτί.
Κι άλλες γυναίκες της γενιάς της στο χωριό δεν ήξεραν γράμματα. Αυτό όμως δεν υπήρξε ποτέ περιορισμός στον λόγο τους. Ο λόγος που διέθετε η καθεμιά ήταν που τις έκανε ξεχωριστές προσωπικότητες και ισότιμα μέλη μιας κοινότητας που, στα χρόνια μετά τη δεκαετία του ’40, έστησε όρθια πάλι μια ρημαγμένη Ελλάδα
Χωρίς γραμματικές γνώσεις, η κυρά Κούλα χρησιμοποιούσε λέξεις που μου κινούσαν την περιέργεια — από πού τις είχε ακούσει και πώς τις είχε κάνει δικές της. Κάποια άνοιξη, πριν από λίγα χρόνια, την άκουσα να λέει, αγναντεύοντας το χωματόβουνο Μαυρογιάννη που υψώνεται απέναντι από το χωριό μας, πως «ανεβαίνει από το ποτάμι και απλώνεται το μελίχλωρο στις πλαγιές».
«Πώς το είπες;» τη ρώτησα ξαφνιασμένος.
«Μελίχλωρο», μου απάντησε.
«Τι θέλεις να πεις;»
«Να… τα κλαδιά γεμίζουν χλωρά φυλλαράκια. Σε λίγες μέρες θα μπορούν να τα βοσκάνε οι γίδες. Τώρα δεν τα πλησιάζουν — στάζουν μέλι. Έτσι το λέω εγώ».
Ναι, η χλωρασιά στα δέντρα που στάζει μέλι πλημμύριζε σαν χνούδι το Μαυρογιάννη, κι εκείνη ένωσε δυο λέξεις για να φτιάξει μία που πραγματικά στάζει μέλι — από τη βαθιά, εκ γενετής γνώση που είχε για τον κόσμο της φύσης.
Άκουγα κι άλλες λέξεις από τη μάνα, τις άλλες γυναίκες στο χωριό και τη γιαγιά Κατερίνη, μα τότε το μυαλό μου ήταν αλλού. Πίστευα πως οι φωνές αυτές δεν θα μπορούσαν να φτάσουν εκεί όπου πήγαινα και τις προσπερνούσα.
Τώρα, που μπορώ να τις ακούω χωρίς κερί στ’ αυτιά, ξαναγυρίζουν μία-μία και με συγκινούν. Όχι σαν μνημεία του λόγου, αλλά σαν τη φωνή που είχε κάποτε ο τόπος. Και προσπαθώ να τις μαζέψω — μήπως και τις χρειαστούν οι επερχόμενοι.
Υγ. Δεν είναι μάθημα φυτολογίας, αλλά πρέπει να πω ότι μόλις άρχιζαν να φουσκώνουν τα κλαριά από τις βελανιδιές, άρχιζε να ρέει ένας χυμός που τα μαλάκωνε για να μπορέσουν να ανοίξουν τα φύλλα και ήταν γλυκός και λίγο πικρός και γι’ αυτό τον απέφευγαν τα γίδια.

ΑΘΗΝΑ, 26042026

ΜΙΑ ΣΚΙΑ ΣΕ ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΚΕΡΑΣΙΑ ΤΗΝ ΖΗΛΕΥΟΥΜΕ ΟΛΟΙ…


Δεν είναι ακόμη η εποχή που αναζητούμε σκιά. Κι όμως, υπάρχουν εικόνες που σε καλούν να σταθείς από κάτω τους, όχι για να δροσιστείς, αλλά για να θυμηθείς και να μυρίσεις την άνοιξη που κυοφορεί εκτός από την ομορφιά και την καρποφορία. Μια τέτοια εικόνα στάθηκε σήμερα, πρωί–πρωί, στην οθόνη μου: μια ανθισμένη κερασιά και ένας γνωστός άνθρωπος κάτω από τα κλαδιά της.

Έτσι προέκυψε ο λογαριασμός του χρόνου. Πόσος καιρός πέρασε από την τελευταία φορά που μπήκα σε ένα χωράφι δικό μου ή ξένο, που περπάτησα ανάμεσα σε δέντρα όχι ως επισκέπτης αλλά ως κάποιος που τα φροντίζει και τα επισκέπτεται καθημερινά και τα χαιρετάει σαν φίλους και οικείους; Η φωτογραφία μου θύμισε ότι η μικρή πατρίδα δεν χάνεται· απομακρύνεται αθόρυβα, μέχρι που μια σκηνή τη φέρνει ξανά μπροστά σου, ολόκληρη.
Στη φωτογραφία της Vaso Tsironi, ο άντρας της Γιάννης Ευαγγ. Τσιρώνης στέκεται κάτω από την κερασιά του, στον κήπο του σπιτιού τους, με τη Χώρση στο βάθος. Δεν είναι μια απλή στιγμή καταγεγραμμένη αλλά το ίχνος μιας επιστροφής μετά από πολλά χρόνια δουλειάς στο χωριό. Γιατί η επιστροφή στο χωριό, όταν έρχεται μετά από μια ολόκληρη ζωή αλλού, δεν είναι μετακίνηση· είναι πράξη φροντίδας.
Ο Γιάννης δεν βρήκε απλώς ένα χωράφι — το ξαναέφτιαξε. Εκεί όπου υπήρχε εγκατάλειψη, φύτεψε δέντρα. Εκεί όπου ο χρόνος είχε αρχίσει να σβήνει τα σημάδια, εκείνος τα χάραξε ξανά: έναν δεντρόκηπο, ένα αμπέλι, μια καθημερινότητα δεμένη με τις εποχές. Είναι μια ήσυχη μορφή αντίστασης· απέναντι στην ερήμωση, απέναντι στη λήθη και ένα αντίδωρο στις γενιές που πριν από εμάς ημέρεψαν τον τόπο.
Η ανθισμένη κερασιά είναι μόνο η αρχή. Δεν είναι ακόμη καρπός, αλλά υπόσχεση. Μια υπόσχεση που χρειάζεται χρόνο, επιμονή και την πίστη ότι η γη ανταποδίδει, όταν της δοθείς. Και ίσως γι’ αυτό ζηλεύουμε αυτή τη σκιά — όχι για τη δροσιά της, αλλά για όσα προϋποθέτει: παρουσία, φροντίδα, επιστροφή.
Κάποια στιγμή, τα άνθη θα γίνουν καρποί. Τα κλαδιά θα βαραίνουν από κεράσια, και η εικόνα θα αλλάξει, χωρίς όμως να πάψει να λέει το ίδιο πράγμα: ότι η μικρή πατρίδα δεν είναι τόπος, αλλά σχέση. Και ότι αυτή η σχέση, όσο κι αν απομακρυνθείς, μπορεί πάντα να σε περιμένει — αρκεί να γυρίσεις και να σκύψεις ξανά πάνω στη γη.
Περιμένουμε δε να τον δούμε όταν φτάσει και η ώρα της καρποφορίας, που τα ανθισμένα κλαδιά που βλέπουμε θα γεμίσουν ωραία τραγανά κεράσια και ευχόμαστε να είμαστε κι εμείς κοντά να γευτούμε τον υπέροχο που μας χαρίζει η γη μας…

ΑΘΗΝΑ, 26042026

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΘΕΙΟ

 

Τοιχογραφία της Άνοιξης, Ακρωτήρι Θήρας — χελιδόνια και κρίνα
σε έναν κόσμο όπου τίποτα δεν είναι ασήμαντο.

Ο Θορώ μιλά για τους αρχαίους Έλληνες και για τη σχέση τους με τη φύση

Ακόμη και τα έθνη ανυψώνονται όταν προστατεύουν τα πιο αδύναμα πλάσματα. Κάθε φορά που συναντώ την περιγραφή ενός αρχαίου εθίμου —όπου ένας λαός αναγνώριζε τις μετακινήσεις των πουλιών και των ζώων ή ανταποκρινόταν σε κάποια ανάγκη τους— δεν τον θεωρώ πιο άγριο· αντίθετα, μου φαίνεται πιο κοντά στο θείο.
Οι Έλληνες δεν στάθηκαν έξω από αυτή τη βαθιά, ανθρώπινη συνάφεια με τη φύση. Χαίρονταν σαν παιδιά με τον ερχομό του χελιδονιού την άνοιξη. Παρατηρούσαν το πέρασμα των γερανών από τις πηγές του Νείλου και έβρισκαν χαρά σε τέτοια, φαινομενικά ασήμαντα, γεγονότα — όπως και οι Ινδιάνοι.
Walden, 17 Απριλίου 1846

Υπάρχει μια σιωπηλή κλίμακα αξιών που δεν μετριέται με νόμους ούτε με κατακτήσεις. Ο Θορώ τη συλλαμβάνει σε μια φαινομενικά απλή παρατήρηση: τα έθνη εξευγενίζονται όταν προστατεύουν τα πιο αδύναμα ζώα. Όχι όταν κυριαρχούν πάνω τους, αλλά όταν τα αναγνωρίζουν.
Είναι μια σκέψη που ανατρέπει την ίδια την ιδέα της προόδου. Γιατί εδώ ο «πολιτισμός» δεν ορίζεται από το πόσο μακριά έχει απομακρυνθεί ο άνθρωπος από τη φύση, αλλά από το πόσο βαθιά παραμένει δεμένος μαζί της.
Όταν ο Θορώ διαβάζει για αρχαίους λαούς που παρατηρούσαν τις μετακινήσεις των πουλιών ή αφουγκράζονταν τις ανάγκες των ζώων, δεν βλέπει σε αυτούς κάτι το πρωτόγονο. Βλέπει μια μορφή γνώσης που δεν έχει διαρραγεί ακόμη — μια εγγύτητα που μοιάζει σχεδόν ιερή. «Όχι πιο άγριοι», γράφει, «αλλά πιο θεϊκοί».
Και τότε, πολύ πριν από τον Θορώ, σε ένα δωμάτιο στο Ακρωτήρι της Θήρας, κάποιος ζωγράφος έκανε ακριβώς το ίδιο. Δεν ζωγράφισε θεούς. Ζωγράφισε χελιδόνια. Ζωγράφισε κρίνα που ανθίζουν. Ζωγράφισε την άνοιξη όπως την βλέπει ένα βλέμμα που δεν ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τον κόσμο.

Χελιδόνια στην άκρη της άνοιξης — εκεί όπου η φροντίδα
 γίνεται το πρώτο μάθημα του κόσμου.


Τα πουλιά πετούν ελεύθερα στους τοίχους, όχι ως σύμβολα αλλά ως παρουσία. Δεν «διακοσμούν» τον χώρο — τον κατοικούν. Και μέσα σε αυτή τη ζωγραφική δεν υπάρχει τίποτε ασήμαντο. Το πέταγμα, το άνθος, η εποχή: όλα αξίζουν να μείνουν.
Ίσως εκεί βρίσκεται και το νόημα της παρατήρησης του Θορώ. Το θείο δεν αποκαλύπτεται όταν ο άνθρωπος υψώνεται πάνω από τη φύση, αλλά όταν στέκεται μέσα της με προσοχή. Όταν χαίρεται για την επιστροφή ενός πουλιού όπως ένα παιδί.
Και τότε, αιώνες πριν από εμάς, κάποιοι άνθρωποι στάθηκαν μπροστά σε αυτά τα ίδια χελιδόνια — και τα έκαναν τοίχο, μνήμη και κόσμο μαζί.

Σελίδα από το ημερολόγιο του Χένρι Ντέιβιντ Θορώ
(17 Απριλίου 1846) — μια γραφή που προσπαθεί να κρατήσει
τη στιγμή όπου ο άνθρωπος θυμάται
ξανά τη συγγένειά του με τον κόσμο των ζώων.


Πηγή: The Thoreau Society

ΑΘΗΝΑ, 21042026

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ΤΟ ΚΥΜΑ ΠΟΥ ΕΣΚΑΓΕ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΠΑΓΩΣΕ ΕΚΕΊ

 


Όταν κάποτε πήγαν να κατοικήσουν σε αυτό το σπίτι, το διάλεξαν γιατί άκουγαν το κύμα να σκάει το κύμα στο παράθυρο και έβλεπαν την πόρτα τους να στεφανώνει ένας γαλάζιος ουρανός ενώ στον τοίχο τους ήταν φυτεμένη μια φωλιά χταποδιού. Έζησαν όσο τους αρκούσε εκεί, έφυγαν χωρίς να επιστρέψουν αλλά η θάλασσα και ο ουρανός έμειναν ενσωματωμένα στην θλιμμένη πρόσοψη με τα ρημαγμένα κουφώματα να αρνούνται να παλιώσουν κι μην τους δίνει πια κανένας σημασία. [Οδός Μάγερ, 12042026]

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Η ΑΞΙΑ ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΤΑΛΛΟ ΑΛΛΑ ΣΤΟ ΒΙΩΜΑ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΑ

 

Κυριακή. Το κουδούνισμα της τσαγιέρας κάτω στο ισόγειο μου θυμίζει τα κουδούνια των αγελάδων που άκουγα κάποτε, όταν μάζευα μούρα στα Μεγάλα Λιβάδια, πριν από πολλά χρόνια, να ηχούν μακρινά και βαθιά ανάμεσα στις σημύδες. Εκείνο το φτηνό κομμάτι μπρούντζου που κουδούνιζε και ο αγρότης κρεμά στον λαιμό της αγελάδας του, σήμαινε για μένα περισσότερα από τους τόνους μετάλλου που αιωρούνται στο καμπαναριό.

— Από το Ημερολόγιο του Henry David Thoreau, 4 Απριλίου 1841

Μια τσαγιέρα στην κουζίνα δεν είναι ποτέ μόνο ένας βραστήρας. Για τον Θορώ γίνεται πέρασμα από έναν κλειστό χώρο, σε ένα ανοιχτό λιβάδι· από τον οικιακό χρόνο, στον χρόνο της περιπλάνησης. Το μέταλλο αλλάζει, ο ήχος μένει.

Και τότε εμφανίζεται η αντιστροφή που καθορίζει όλο το σημείωμα: η αξία δεν μετριέται σε βάρος, ούτε σε όγκο, ούτε σε επισημότητα.

Το καμπαναριό, με όλη τη θεσμική του βαρύτητα, την επιβολή, τη συλλογική του ηχητική εξουσία, υποχωρεί μπροστά σε ένα απλό μπρούτζινο κουδούνι που κρέμεται στο λαιμό μιας αγελάδας. Όχι γιατί ακούγεται πιο δυνατά, αλλά γιατί είναι πιο προσωπικό, πιο ενσωματωμένο στη ζωή.

Το κουδούνι της αγελάδας δεν καλεί. Δεν επιβάλλεται. Δεν οργανώνει τον χρόνο των άλλων. Απλώς υπάρχει  και ακούγεται μέσα σε έναν χώρο όπου ο άνθρωπος δεν είναι το κέντρο, αλλά μέρος. Είναι ο ήχος της απόστασης και ταυτόχρονα ο ήχος της οικειότητας.

Ίσως γι’ αυτό «σημαίνει περισσότερα». Γιατί δεν είναι αντικείμενο, είναι φορέας εμπειρίας που κουβαλά το περπάτημα, την αναζήτηση των μούρων, τη σκιά των δέντρων, τη σιωπή που δεν είναι ποτέ πλήρης. Κουβαλά έναν κόσμο όπου η αξία δεν αποθηκεύεται, αλλά μόνο βιώνεται.

Και τελικά, αυτό που υπαινίσσεται ο Θορώ είναι κάτι πιο ριζικό:
ότι ο πλούτος της ζωής δεν βρίσκεται σε αυτό που αντηχεί πιο δυνατά, αλλά σε αυτό που αντηχεί πιο βαθιά μέσα μας. Μέσα από αυτή τη μικρή ακουστική γέφυρα, ο Θορώ μας μετακινεί σε μια άλλη κλίμακα αξιών: όχι στο μέγεθος, όχι στη λάμψη,
όχι στην ένταση, αλλά στην ικανότητα ενός πράγματος να κρατά μέσα του έναν κόσμο.

Και τότε καταλαβαίνεις πως αυτό που ακούστηκε δεν ήταν απλώς ένα μέταλλο που έτρεμε, ήταν μια ζωή που, για μια στιγμή, επέστρεψε.

17042026

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

ΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ

 

Δειλινό πάνω από το όρος Γουατσέτ· φωτογραφία του Richard Smith


Οι θεοί δεν ανήκουν σε καμία αίρεση·δεν παίρνουν το μέρος κανενός.

Όταν φαντάζομαι πως η Φύση γέρνει προς λίγες εκλεκτές, επίμονες και πιστές ψυχές, πως ζει ιδιαίτερα γι’ αυτές, πηγαίνω να δω έναν άγνωστο άνθρωπο που ζει κάτω από τον λόφο, αφήνοντας ήσυχους και θεούς και ανθρώπους, και βρίσκω πως και στο δικό του κήπο φυτρώνουν φράουλες και ντομάτες, και πως ο ήλιος στέκεται με καλοσύνη στη ράχη του λόφου του — κι έτσι αναγκάζομαι να παραδεχτώ την αδέκαστη, αδέσμευτη γενναιοδωρία των θεών.

                                                                                    Henry David Thoreau, Journals, 15 Απριλίου 1841

 Κάποτε κουβαλάμε περισσότερα απ’ όσα μας αναλογούν. Μικρές φροντίδες που βαραίνουν, λόγια που μένουν, μέρες που δεν κλείνουν όπως θα θέλαμε. Ο Θορώ σε αυτό το σημείωμα μας θυμίζει ότι λίγο πιο έξω από εμάς, εκεί που τελειώνουν οι δρόμοι και αρχίζουν οι πλαγιές των βουνών και ο ορίζοντας της θάλασσας, ο ήλιος συνεχίζει να κατεβαίνει αθόρυβα εκτελώντας το καθημερινό του ταξίδι. Εκεί, σ’ αυτή την αδιαφορία του φωτός να φωτίζει τα πάντα χωρίς να ξεχωρίζει τίποτα και κανέναν κρύβεται μια μικρή λύτρωση: ότι τίποτα από όσα μας βαραίνουν δεν είναι τόσο μεγάλο όσο νομίζουμε, όταν το αφήσουμε να χαθεί μέσα στο φως ενός δειλινού.

ΑΘΗΝΑ, 15042025

ΤΟ ΞΕΡΟ ΔΕΝΤΡΟ ΕΓΙΝΕ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

 

Donna Drogos: «Birdhouse Tree», Hwy 133 βόρεια του Kinnear, Ουαϊόμινγκ (ΗΠΑ), 8 Απριλίου 2026. Ένα ξερό δέντρο που δεν κόπηκε, αλλά μετατράπηκε σε καταφύγιο για πουλιά.


Με το πρόσχημα της συντήρησης και της ασφάλειας και με κλαδέματα που ξεπερνούν κάθε λογική, τα δέντρα στις ελληνικές πόλεις ακρωτηριάζονται συστηματικά ή εξαφανίζονται. Απίθανα συνεργεία χωρίς καμιά γνώση ή εμπειρία αφαιρούν σχεδόν όλη την κόμη τους αφήνοντας πίσω έναν γυμνό, χωρίς κλαδιά κορμό. Το αποτέλεσμα δεν είναι φροντίδα, αλλά υποβάθμιση: δέντρα εξασθενημένα, χωρίς σκιά, χωρίς οικολογική λειτουργία. Κυρίως, χωρίς ζωή επάνω τους.

Για τα πουλιά των πόλεων: σπουργίτια, κοτσύφια, δεκαοχτούρες ακόμα και κοράκια, τα δέντρα δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία. Είναι τόποι φωλιάσματος, προστασίας και αναπαραγωγής και όταν η δομή τους καταστρέφεται, χάνεται και η δυνατότητα της φιλοξενίας. Έτσι οι πληθυσμοί τους περιορίζονται, η παρουσία τους μειώνεται και μαζί τους φτωχαίνει και το αστικό περιβάλλον. Το φαινόμενο δεν είναι μεμονωμένο. Παρατηρείται σε πολλές πόλεις της χώρας, συστηματικά και επαναλαμβανόμενα, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι βασικές αρχές της αστικής οικολογίας.

Κι όμως, η εικόνα θα μπορούσε να είναι διαφορετική.

Σε μια αγροτική περιοχή του Ουαϊόμινγκ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα ξερό δέντρο δεν απομακρύνθηκε. Αντί να κοπεί, αξιοποιήθηκε. Πάνω στα κλαδιά του τοποθετήθηκαν μικρές ξύλινες φωλιές, μετατρέποντάς το σε έναν κατακόρυφο χώρο φιλοξενίας πουλιών — μια απλή αλλά ουσιαστική παρέμβαση.

Το παράδειγμα αυτό δεν αφορά μόνο μια διαφορετική πρακτική διαχείρισης. Αναδεικνύει μια διαφορετική αντίληψη: ότι ο δημόσιος χώρος δεν είναι μόνο για τους ανθρώπους, αλλά και για τα άλλα είδη που συνυπάρχουν σε αυτόν. Η προστασία της αστικής βιοποικιλότητας δεν απαιτεί σύνθετες λύσεις. Απαιτεί, κυρίως, αλλαγή προσέγγισης. Πιο ήπιο κλάδεμα και από συνεργεία που διαθέτουν πείρα σε αυτό που κάνουν, σεβασμός και διατήρηση της φυσικής μορφής των δέντρων και φυσικά πρόβλεψη για τη φωλεοποίηση των πουλιών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και η τοποθέτηση τεχνητών φωλιών θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά.

Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Θέλουμε πόλεις αποστειρωμένες ή πόλεις ζωντανές; Γιατί ένα δέντρο δεν είναι απλώς μέρος της αστικής αισθητικής αλλά είναι φορέας ζωής για τα πουλιά και απόλαυσης για τους ανθρώπους. Και μια πόλη που δεν αφήνει χώρο για φωλιές, είναι μια πόλη που σταδιακά χάνει τη δική της.

Πηγή: Η σελίδα Wyoming through The Lens

ΑΘΗΝΑ, 15/04/2026