Κυριακή, 4 Αυγούστου 2019

ΜΙΑ ΚΡΙΣΙΜΗ ΗΜΕΡΑ Η ΑΥΡΙΑΝΗ ΓΙΑ Τ’ ΑΓΡΑΦΑ




Έμειναν αιώνιο παράδειγμα καταισχίνης οι Μηδίσαντες, οι Έλληνες δηλαδή που έδωσαν «γην και ύδωρ» στους Μήδους ή Πέρσες και μάλιστα εντάχθηκαν στην στρατιά τους που απείλησε τη νότια Ελλάδα και τον ελληνικό πολιτισμό των αρχαίων χρόνων.

Στην προκειμένη περίπτωση Μήδοι είναι οι εργολάβοι, οι πάσης φύσεως εργολάβοι που έβαλαν στόχο να γεμίσουν τις βουνοκορφές των Αγράφων αλλά και άλλων βουνών της Ελλάδας με ανεμογεννήτριες· όχι για τη σωτηρία του πλανήτη όπως διαδίδουν οι ίδιοι μέσω των μηχανισμών προπαγάνδας που διαθέτουν αλλά για τις επιδοτήσεις από εθνικούς και ευρωπαϊκούς πόρους. Την προπαγάνδα τους ενισχύουν και διάφοροι αφελείς και επιπόλαιοι  που πιστεύουν στην προβαλλόμενη «πράσινη ανάπτυξη» αλλά και πολλοί άλλοι ντόπιοι από ιδιοτελή συμφέροντα καθιστάμενοι έτσι ως οι νέοι Εφιάλτες που ανοίγουν το δρόμο για την ισοπέδωση όλων των ορεινών όγκων της Ελλάδας χάρη στο κέρδος εγχωρίων και υπερεθνικών εταιρειών.

Κάτι τέτοιο φαίνεται να συμβαίνει στην Καρδίτσα, όπου η απερχόμενη δημοτική αρχή αγνοώντας την κατακραυγή του κόσμου που βλέπει τον κίνδυνο για τα Άγραφα και κινητοποιούνται με κάθε τρόπο να αποτρέψουν την εγκατάσταση ΒΑΠΕ στα βουνά τους προχωρεί σε μια άνευ προηγουμένου κίνηση. Αύριο βγάζει σε δημοπρασία την παραχώρηση δημοτικών εκτάσεων με σκοπό την εγκατάσταση αιολικών «πάρκων» και συνοδευτικών αυτών έργων σε βουνοκορφές των Αγράφων. Είκοσι ημέρες πριν την παράδοση της διοίκησης του Δήμου στη νεοεκλεγμένη δημοτική αρχή, η απερχόμενη διοίκηση δεν έχει καμία πολιτική και ηθική νομιμότητα  να προβεί, όπως προτίθεται, σε δέσμευση για πενήντα (και ποιος ξέρει τι παραπέρα) χρόνια δημοτικών εκτάσεων σε εταιρίες ιδιωτικών συμφερόντων και για  εγκατάσταση αιολικών «πάρκων», καταστρέφοντας άπαξ και δια παντός αλλά και χωρίς κανένα, απολύτως,  ουσιαστικό όφελος για το περιβάλλον και την τοπική κοινωνία και οικονομία κάθε προοπτική ήπιας και με σεβασμό στο περιβάλλον ανάπτυξης, που ο τόπος μας έχει ανάγκη.

Σκέπτομαι με τι πρόσωπο θα κυκλοφορήσουν αύριο το μεσημέρι στην Καρδίτσα αυτοί που με την υπογραφή τους δίνουν το πάτημα στις εταιρείες να αρχίσουν να ξεθεμελιώνουν τ’  Άγραφα. Με τι μάτια θα γυρνάνε να βλέπουν πλέον την «Κοιμωμένη» και τις κορυφές αυτοί που εκτός από γη, ύδωρ δίνουν με την δημοπρασία και τον αέρα των Αγράφων δώρο στους εργολάβους. Μπορούν την τελευταία στιγμή να ακυρώσουν την αισχρή διαδικασία και να μείνει το όνομά τους έξω από τις δέλτους των Μηδισάντων και των Εφιαλτών… 

- Το Δίκτυο Φορέων και Πολιτών για την Προστασία των Αγράφων καλεί όλους του φίλους των Αγράφων αλλά και κάθε άλλο ευαισθητοποιημένο στο θέμα πολίτη σε συγκέντρωση διαμαρτυρίας, τη Δευτέρα, 5 Αυγούστου και ώρα 08:00, έξω από το Δημαρχείο Καρδίτσας.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ ΦΘΙΩΤΙΔΑΣ, 04082019

Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2019

ΠΩΣ ΞΑΦΝΙΚΑ ΓΙΝΕΣΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ ΕΙΔΗΣΗ!




Όποιος γυρνάει την πόλη κάθε μέρα ασφαλώς βλέπει και ζει ένα σωρό πράγματα από τα οποία άλλα είναι ενδιαφέροντα, άλλα αδιάφορα κάποια μπορεί να τον στεναχωρήσουν και ορισμένα ενδεχομένως και να τον βλάψουν. Εξαρτάται πάντως από το πώς βλέπει τα πράγματα ο καθένας και φυσικά τι είναι διατεθειμένος να πληρώσει για την εμπειρία ώστε να λέει μετά πως αυτό ή το άλλο που έζησε του κόστισε κάτι αλλά δεν το μετανιώνει…

Καθόμουν πριν από λίγες ημέρες στο περβάζι της μεγάλου παραθύρου μιας τράπεζας στην αρχή της Μητροπόλεως, στο Σύνταγμα, περιμένοντας ένα δικηγόρο να μπούμε μαζί με΄σα για μια δουλειά και χάζευα τον κόσμο που πηγαινοέρχονταν στο δρόμο. Ο δικηγόρος αργούσε και για να εκμεταλλευτώ το χρόνο έβγαλα από την μεγάλη τσάντα που είχα κολλημένη δίπλα μου το μπλοκάκι κι άρχισα να γράφω για ένα γεγονός στον Ηλεκτρικό την προπερασμένη Κυριακή το μεσημέρι στο οποίο ήμουν αυτόπτης μάρτυς.

Στο βαγόνι τελευταίοι μπήκαν ένα ζευγάρι κινέζων, αρκετά ψηλοί και ο νεαρός και το κορίτσι το οποίο κρατούσε μια τσάντα η οποία εκτός των άλλων φαίνονταν ότι περιείχε και μια φωτογραφική μηχανή. Την πήρε είδηση μια ομάδα ευπρεπώς ντυμένων αλλοδαπών που έδειχναν βαλκανικής καταγωγής, τρεις άντρες και μια γυναίκα που έστεκαν στο μέσο του βαγονιού, άρχισαν να σφίγγουν το ζευγάρι και κάποιος απ’ αυτούς επιχείρησε να βάλει το χέρι του στην τσάντα. Τον πήρε είδηση η κοπέλα και έβαλε αμέσως τις φωνές. Η ομάδα πίεσε περισσότερο το ζευγάρι, αλλά η κινέζα δεν ήταν διατιθεμένη να τους αφήσει να την κλέψουν και άρχισε να ουρλιάζει. Έτσι τους πήραν είδηση όλο το βαγόνι, άρχισαν να απομακρύνονται κάνοντας τάχα τον ανήξερο για το γεγονός και κατέβηκαν στην Ομόνοια.

Βγαίνοντας αυτή η ομάδα μπήκε μια άλλη από τέσσερις άνδρες και μια γυναίκα πάλι, καλοντυμένοι επίσης από τους οποίους οι τρείς κρατούσαν μεγάλες άδειες τσάντες όπως και η προηγούμενη. Σαν να ήταν προγραμματισμένοι ή ειδοποιημένοι όλοι μαζί κινήθηκαν προς το ζευγάρι που μόλις είχε γλυτώσει την κλοπή και ένας απ’ αυτούς άπλωσε το χέρι του στην τσάντα της κοπέλας. Περιττό να πω ότι επαναλήφθηκε η ίδια σκηνή, η τσάντα γλίτωσε πάλι από τις φωνές της κινέζας. Η ομάδα των επίδοξων κλεφτών αποβιβάστηκε στο σταθμό της Βικτωρίας και το ζευγάρι συνέχισε τη διαδρομή ως τον Άγιο Νικόλαο που κατέβηκα χωρίς να έχει άλλα τέτοια απρόοπτα. 

Αυτή είναι η μικρή ιστορία που άρχισα να γράφω για την επιδημία των κλοπών που συμβαίνει στην Αθήνα και κορυφώνεται στις ημέρες με την μεγάλη τουριστική κίνηση με πρωταγωνιστές μέλη συμμοριών από τα Βαλκάνια κυρίως αλλά και άλλες χώρες χωρίς βέβαια να λείπουν και εκπρόσωποι της ιθαγενούς εγκληματικότητας αλλά δεν έμελλε να τελειώσει ευχάριστα γιατί από σχολιαστής μιας κατάστασης, έγινα ο ίδιος είδηση!

Όπως ήμουν αφοσιωμένος στο γράψιμο, κάποιος στάθηκε μπροστά μου και με ρώτησε προς τα πού είναι το Σύνταγμα. Χωρίς να σηκωθώ του έδειξα με το χέρι. Ο διάλογος δεν κράτησε παραπάνω από δέκα δευτερόλεπτα αλλά ήταν αρκετός να μου αρπάξει χωρίς να καταλάβω ο συνεργός του τη δική μου τσάντα, με δυο φωτογραφικές μηχανές, μια ελαφριά που χρησιμοποιούσα περισσότερο στο δρόμο, μια βαρύτερη που ήθελα να δοκιμάσω μαζί με δυο φακούς, τα τηλέφωνά μου, τα μαύρα μου γυαλιά, όλες τις ταυτότητες, τις κάρτες των τραπεζών, τα χαρτιά μου, κάτι συνταγές για φάρμακα, πέντε στυλό όλων των χρωμάτων, ένα μηχανικό μολύβι, μια σβηστήρα και άλλα που δεν θυμάμαι. Καταγγέλοντας αργότερα την κλοπή στο τμήμα Ακροπόλεως και συζητώντας με άλλους ομοιοπαθείς τα παθήματά μας, πήρα την απόφαση στο εξής θα κυκλοφορώ με τα χέρια στις τσέπες…

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το γράφιτι παλιό στην Ακαδημίας, δείχνει μια σκηνή την οποία αν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα για το φαινόμενο των κλοπών, θα τη βλέπουμε καθημερινά σε πολλά σημεία.     

ΑΘΗΝΑ, 01082019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 35

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2019

ΣΚΥΛΙΣΙΑ ΖΩΗ... ΣΤΗΝ ΠΛΑΚΑ



Ο καλύτερος φίλος πρέπει να είναι και κομψός, γι' αυτό και το φουλάρι στο λαιμό, ακόμη και όταν είναι... εκτός υπηρεσίας, κατά τη διάρκεια της απογευματινής του σιέστας, στο παράθυρο που βλέπει τη γειτονιά.


Μια από τις εικόνες που έχουν χαθεί από το κέντρο της πόλης είναι αυτές των κατοικίδιων ζώων ή συντροφιάς λεγόμενων από τους φιλόζωους και κυρίως των σκύλων που είναι και τα μόνα ζωντανά που μπορούμε να δούμε να κυκλοφορούν με τον κύριο ή την κυρία τους κάποια στιγμή  στο δρόμο ή σε κάποιο παρκάκι για περίπατο ο οποίος είναι καλός, όταν τον απολαμβάνουν και οι δυο αλλιώς πρόκειται για αγγαρεία που δεν ευχαριστεί κανέναν.

Το ότι δεν υπάρχουν σκύλοι και συγκεκριμένα από το εμπορικό κέντρο και τις κοντινές με αυτό γειτονιές,  έχει να κάνει κυρίως με την απουσία των μόνιμων κατοίκων και των οικογενειών καθώς με το κατοικίδια ασχολούνται συχνότερα οι ηλικιωμένοι και τα παιδιά μέχρι να το βαρεθούν. Βέβαια το φαινόμενο δεν είναι καινούργιο, από τη δεκαετία του ’50 και δώθε που άρχισε η ανοικοδόμηση της Αθήνας και τα πατρικά σπίτια δόθηκαν αντιπαροχή για κτίρια που έγιναν γραφεία και καταστήματα, οι οικογένειες μετακόμισαν σε άλλα προάστια παίρνοντας μαζί τους και τα όποια κατοικίδια είχαν.

Όσοι έμειναν πίσω στερήθηκαν της χαράς των σκύλων λόγω υποχρεώσεων οι περισσότεροι ενώ ορισμένοι άλλοι, ηλικιωμένες γυναίκες κυρίως, αρκέστηκαν στη συντροφιά μιας γάτας που δεν έχει απαιτήσεις να βγαίνει από το σπίτι. Βασικό ρόλο επίσης στην απουσία των σκύλων στην περίπτωση είναι και η διάλυση της παραδοσιακής γειτονιάς  που χαίρονταν το πέρασμα του και χάριν αυτού συντηρούνταν και αναπτύσσονταν ποικίλες σχέσεις μεταξύ κατοικιδίων ανάμεσα σε ανθρώπους. Η βόλτα του σκύλου πέρα από τη χαρά που προσφέρει στο ζωντανό και την ικανοποίηση των αναγκών του, δίνει και στον κύριο του την ευκαιρία να παρακολουθήσει και να μάθει νέα για τη ζωή της γειτονιάς, να παρατηρήσει τις αλλαγές, να ανανεώσει το ραντεβού του με κάποιους για τον περίπατο της επομένης.

Κακά τα ψέματα, ο περίπατος με ένα σκύλο στην πόλη που επικρατεί η νευρικότητα είναι η πιο ήρεμη εικόνα να ξεκινήσει κάποιος την ημέρα του και η πιο γαλήνια να την κλείσει το βράδυ. Επί πλέον, χάρη αυτού να νοιώσει ασφαλής και τη νύχτα καθώς ανεξάρτητα από το μέγεθός του και το χρώμα του ο σκύλος αποτρέπει είτε με δόντια, είτε με αλυχτίσματα όποιον σκέφτεται κάτι κακό για τον κύριό του ή την κυρία του, κάτι που αφήνει παντελώς αδιάφορες τις γάτες. Τον ίδιο ρόλο παίζει και όταν μένει μόνος στο σπίτι, άγρυπνος φύλακας πίσω από την πόρτα και αφουγκράζεται την κίνηση έξω από αυτήν και αναλόγως με τη μυρωδιά που θα πιάσει, ειδοποιεί ότι κάποιος μπορεί να είναι ανεπιθύμητος.

Το ίδιο μπορεί να κάνει κι ένας σκύλος που έχει την τύχη να ζει σε ένα παλιό μονόροφο σπίτι στην Πλάκα και όταν μάλιστα αυτό έχει παράθυρο στο δρόμο στο περβάζι του οποίου κάθεται και χαζεύει τη κίνηση. Από το θεωρείο του ελέγχει ποιος περνάει και αναλόγως με την εκπαίδευση που έχει, αντιδρά.  Φυσικά από την οδό Πρυτανείου στην Πλάκα αυτόν τον καιρό μόνο τουρίστες βλέπει, άλλες γλώσσες ακούει και άλλες μυρωδιές αισθάνεται. Το χειρότερο γι’ αυτόν και το οποίο μεγαλώνει την πλήξη του είναι ότι απ’ όλους αυτούς τους αμέτρητους ανθρώπους που περνάνε μπροστά του, κανένας δεν συνοδεύει το σκύλο του γιατί τους έχουν αφήσει στο σπίτι τους σε κάποια μακρινή χώρα κι έτσι δεν μπορεί να βγει με το κόκκινο φουλάρι του έξω να κάνει χαρές με κανέναν κύριο και το κατοικίδιό του.

ΑΘΗΝΑ 29072019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 33.

Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2019

ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΣΤΗΝ ΑΜΟΡΓΟ




Το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής στην Κάτω Μεριά της Αμοργού αποτελεί τη μεγαλύτερη παραδοσιακή πανήγυρη σε όλη τη νησιωτική Ελλάδα και πίσω από την επιφάνεια των θρησκευτικών τελετών και των λαϊκών εκδηλώσεων, έχει να παρουσιάσει αρχέγονα στοιχεία γιορτής. Ο χώρος επίσης για τη συγκέντρωση και την εξυπηρέτηση των πανηγυριστών είναι μεγάλος, ενώ, το καλοκαίρι και η φύση εκεί καταμεσής στο Αιγαίο θυμίζουν μια άλλη Ελλάδα, πιο απλή και χαρούμενη, μια χώρα που ξέρει να γιορτάζει.








Η περιοχή που είναι σήμερα η εκκλησία της Αγίας Παρασκευής στην Κάτω Μεριά της Αμοργού, ήταν κάποτε ένα πυκνό ρουμάνι, με τεράστια σχοίνα και μεγάλους θάμνους κι εκεί κοντά βοσκούσε το κοπάδι του ένας τσοπάνης. Έτσι θέλει η τοπική μυθολογία να θεωρεί τον τόπο, όπου σήμερα λίγοι άνθρωποι επιμένουν να τον σκηνογραφούν ακόμα με μικρές καλλιέργειες και να τον ζωντανεύουν με τα λίγα ζώα τους. Σε αυτή λοιπόν την περιοχή που βρίσκεται πάνω από τον όμορφο όρμο Παραδείσια, βοσκούσε κάποτε ένας τσοπάνης. Μια λοιπόν από τις κατσίκες εκείνου του άγνωστου ανθρώπου, χάνονταν κάθε ημέρα και αυτός δεν καταλάβαινε που πήγαινε. Τον έτρωγε η περιέργεια, να μάθει που πηγαίνει η κατσίκα και έτσι κάποτε αποφάσισε και της έβαλε στο λαιμό ένα κουδουνάκι, ώστε από τον ήχο να καταλάβει που εξαφανίζεται και την είδε να μπαίνει σε μια πυκνή συστάδα από μεγάλα σχοίνα. Την ακολούθησε και την βρήκε να αναχαράζει πάνω σε μια κρυμμένη από τα χόρτα πλάκα που έμοιαζε με αγία τράπεζα ανάμεσα πεσμένες πέτρες κάποιου οικοδομήματος που φαίνονταν πως ανήκαν σε εκκλησία.







Έτσι ικανοποιήθηκε η περιέργεια του τσοπάνη σχετικά με την απουσία της κατσίκας του αλλά όταν το ανακοίνωσε και σε άλλους βοσκούς, άρχισε τότε ο προβληματισμός σχετικά με τι ιερό ήταν εκεί, ποιος άραγε το είχε κτίσει και πότε, και φυσικά, σε ποια θεότητα ή άγιο μπορεί να ήταν αφιερωμένο. Από μόνοι τους οι τσοπάνηδες, δεν μπορούσαν να δώσουν καμιά εξήγηση, ούτε στη μνήμη των παλιών αναδεύονταν κάτι και γι’ αυτό αποφάσισαν να απευθυνθούν στον παπά της χώρας να τους βοηθήσει, όπως και έγινε. 

Ήρθε λοιπόν κάποιος παπάς, ο οποίος λόγω του κινδύνου από τους πειρατές που λυμαίνονταν τότε το αρχιπέλαγος έδρευε στην οχυρωμένη Χώρα και άρχισαν οι έρευνες κι εκεί που έσκαβαν βρέθηκε η εικόνα της Αγίας Παρασκευής. Αυτό ήταν! Παραμέρισαν τα ερείπια και έχτισαν ένα μεγαλύτερο εκκλησάκι από αυτό που φαίνονταν και άρχισαν να το λειτουργούν. Πότε έγιναν αυτά, κανείς δεν ξέρει. Η αρχική εκκλησία ανακαινίστηκε δυο – τρεις φορές και καθώς άρχισε να γίνεται γνωστή,  ξεκίνησε και πανηγύρι, μικρό στην αρχή αλλά σιγά – σιγά εξελίχθηκε στο μεγαλύτερο πανηγύρι των νότιων Κυκλάδων και σ αυτό συνετέλεσε και η φήμη για τη θαυματουργή ικανότητα της εικόνας που γιατρεύει, λένε, τα μάτια.







Πριν γίνουν οι δρόμοι και ο τουρισμός γίνει καλοκαιρινή μονοκαλλιέργεια σε όλα τα νησιά, έρχονταν κόσμος πολύς από την Αιγιάλη με ζώα, έρχονταν και από τα γύρω νησιά, και όλοι έρχονταν με τα χέρια γεμάτα προσφορές. Την μεγαλύτερη προσφορά έκαναν τα χωριά της Κάτω Μεριάς, που ήταν βεβαίως πιο κοντά, αλλά και οι προσφορές των άλλων δεν ήταν αμελητέες. Ο Μανώλης Κωβαίος, ο οποίος  ήταν επίτροπος στην Αγία Παρασκευή πάνω από 50 χρόνια, θυμάται να φέρνουν κριθάρι από τη Δονούσα, όπως και από τη Σχοινούσα η οποία φημίζονταν γι’ αυτό το προϊόν της. 

Έφερναν ακόμα ζωντανά από την Ηρακλειά, λάδι και κρασί από τη Νάξο, ότι δηλαδή είχε κάθε νησί, προσφορά στο πανηγύρι. Κυρίαρχο ρόλο όμως έπαιζαν και εξακολουθούν να παίζουν οι προσφορές σε ζωντανά ζώα, κάτι που αποτελεί και το αρχέτυπο του πανηγυριού και δηλώνει, όπως και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας, ευθέως τον αγροτοποιμενικό του χαρακτήρα. Αρχετυπική μπορεί να θεωρηθεί και η συμμετοχή των ανθρώπων στο πανηγύρι, οι οποίοι «υπηρετούν» την αγία και καλούνται «υπηρέτες». Άνδρες και γυναίκες από όλη την Κάτω Μεριά, αλλά και την υπόλοιπη Αμοργό, αφήνουν για μερικές ημέρες τις δουλειές τους και αναλαμβάνουν «υπηρεσία».








Τα φαγητά που έχουν βάση αυτό το κρέας βράζουν σε μεγάλα καζάνια και θέλουν διαρκώς ανακάτεμα, κάτι που αναλαμβάνουν συνήθως οι πιο χειροδύναμοι και επιτελούν αυτή την υπηρεσία κάτω από το άγρυπνο βλέμμα του αρχιμάγειρα. Κυριολεκτικά, όλοι οι μάγειροι βράζουν κι αυτοί μαζί με το κρέας και τις πατάτες μέσα στο μαγειρείο, όπου αναπτύσσονται υψηλότατες θερμοκρασίες. Ενώ όλες οι προεργασίες για το πανηγύρι αρχίζουν μια εβδομάδα πριν, η παρασκευή του φαγητού, για ευνόητους λόγους περιορίζεται κατά τις δυο τελευταίες ημέρες. Την παραμονή μπαίνουν όλα τα καζάνια στη φωτιά, πρώτα τα καζάνια με το «πατάτο» και κατόπιν το «ξυδάτο» και το «κοφτό».

Όλοι δουλεύουν ρολόι κάτω από την άγρυπνη παρακολούθηση του αρχιεπιτρόπου και των αρμοδίων επιτρόπων και τα πάντα πρέπει να είναι έτοιμα στην μεγάλη ώρα του εσπερινού. Ο εσπερινός ξεκινά την  ώρα που ο ήλιος αρχίζει να κρύβεται πίσω από τη γυμνή κορυφή του βουνού που καλείται Μαυρόβουνο και οι πανηγυριστές που στέκουν όρθιοι και στριμωγμένοι μέσα στον περίβολο της εκκλησίας και σε κύκλο, γύρω από το σημείο, όπου οι άρτοι της γιορτής περιμένουν να ευλογηθούν από τους συλλειτουργούς ιερείς και να μοιραστούν κατόπιν στους συνεορτάζοντες. Το «διευχών» σε αυτή την πάνδημη τελετή είναι και το σύνθημα για το φαγητό. Ο κόσμος είναι πολύς και γι’ αυτό οι υπεύθυνοι, κάτω από τις αυστηρές οδηγίες των επιτρόπων μπαίνουν σε διάταξη άμυνας να εξυπηρετήσουν τον κόσμο που κατά πυκνές ομάδες ορμά προς τη μεγάλη αυλή με τα τραπέζια.






Παράλληλα με το σερβίρισμα του φαγητού και αφού τακτοποιηθεί η πρώτη φουρνιά στα τραπέζια αρχίζει να ετοιμάζεται και η ορχήστρα. Κουρντίζουν τα όργανα και περιμένουν τους επιτρόπους που ξεκινάνε πρώτοι το χορό. Αυτό είναι μια παλιά συνήθεια με την οποία αποδίδεται τιμή σε αυτούς τους ανθρώπους που κοπίασαν γι’ αυτή τη γιορτή. Τον πρώτο χορό σέρνει ο αρχιεπίτροπος και ακολουθούν οι υπόλοιποι βάσει ιεραρχίας. Εκείνη τη στιγμή, ακούγεται ένα τραγούδι, ειδικά γραμμένο γι’ αυτόν, τους επιτρόπους και όλους τους «υπηρέτες» του πανηγυριού.

Η μεγάλη αυλή που στρώνονται τα τραπέζια, παίζει η ορχήστρα και γίνεται ο χορός είναι ένα νέο έργο, μόλις δυο χρονών και έγινε για να μπορεί να εξυπηρετεί 1000 άτομα σε κάθε φουρνιά. Παλαιότερα, που δεν υπήρχε αυτός ο χώρος, οι πανηγυριστές έπαιρναν το φαγητό και απλώνονταν στα χωράφια ενώ οι ορχήστρες έπαιζαν μέσα σε αυτοσχέδιες καλύβες. Για να μαζευτεί λοιπόν το πανηγύρι και να εξυπηρετηθούν όλοι οι πανηγυριστές, με τη βοήθεια του μεγάλου ευεργέτη της Αγίας Παρασκευής, Νίκου Γαβαλά οι επίτροποι προχώρησαν σε αυτό το μεγάλο έργο που, χωρίς να αμφισβητεί την παράδοση,  ανταποκρίνεται πλήρως στους νέους καιρούς.

Ο πολύς κόσμος πάντως φεύγει νωρίς, αμέσως μετά από το φαγητό και στο χώρο του πανηγυριού μένουν….. ο σκληρός πυρήνας των πανηγυριστών, οι οποίοι θα διασκεδάσουν μέχρι τη στιγμή που θα χτυπήσει η καμπάνα της εκκλησίας για την πρωινή λειτουργία. Η πρωινή λειτουργία, είναι σύντομη και ιδιαίτερα απλή καθώς από τον κόσμο που είχε εμφανιστεί στον εσπερινό, είναι πολύ λίγοι αυτοί που την παρακολουθούν και κυρίως οι ντόπιοι, οι αληθινοί πιστοί, οι επισκέπτες που έχουν έρθει από διάφορα σημεία της Αμοργού και των Κυκλάδων και έχουν φιλοξενηθεί στα κελιά της εκκλησίας, οι επίτροποι και οι υπηρέτες. Γι’ αυτούς το πανηγύρι τελειώνει μετά το φαγητό, το οποίο είναι σαν οικογενειακή συγκέντρωση στη μεγάλη σάλα του πανηγυρόσπιτου όπου γίνονται και οι πρώτες εκτιμήσεις, και βεβαίως μετά τη γενική καθαριότητα του χώρου που ακολουθεί. Μέχρι το απόγευμα που θα φύγει και ο τελευταίος πανηγυριστής, όλα στην Αγία Παρασκευή πρέπει να λάμπουν, τόσο που ο επισκέπτης να μην μπορεί να καταλάβει αν επί μια εβδομάδα εκεί είχε γίνει ένα από τα μεγαλύτερα πανηγύρια της νησιώτικης Ελλάδας.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Οι φωτογραφίες είναι από το πανηγύρι της Αγίας Παρασκευής το 2012 και ενδεχομένως κάποια από τα πρόσωπα που εμφανίζονται δεν είναι πια μαζί μας και χαίρονται την γιορτή από ψηλά στον ουρανό.  

ΑΘΗΝΑ, 26072019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος" σελ. 34 - 35.

Πέμπτη, 25 Ιουλίου 2019

ΟΤΑΝ ΔΕΝ ΦΤΑΙΕΙ Ο ΚΑΚΟΣ ΜΑΣ Ο ΚΑΙΡΟΣ




Το πιο εύκολο που μπορεί να πει κάποιος αυτές τις ημέρες ότι ευθύνεται για όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στην πόλη, είναι η ζέστη, η οποία όντως επηρεάζει το σύνολο των δραστηριοτήτων των πολιτών και κυρίως αυτών που βρίσκονται ή εργάζονται στο δρόμο. Το ίδιο βέβαια συμβαίνει και όταν κάνει πολύ κρύο τον χειμώνα, όταν χιονίζει και στην Ομόνοια, όταν βρέχει πολύ και όταν συμβαίνει κάτι το απρόοπτο, όπως σεισμός για παράδειγμα που να μην τον προκαλέσω, έχει καιρό να μας στείλει μήνυμά του. Έτσι μάθαμε, έτσι συνεχίζουμε ρίχνοντας για κάθε στραβό που ζούμε στον κακό μας τον καιρό!

Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα, η διαρκής κακοδαιμονία που μας ακολουθεί σαν σκιά στην καθημερινή μας ζωή δεν έχει να κάνει σε τίποτα με τον καιρό αλλά με τον τρόπο που βλέπουμε τα πράγματα και κυρίως τη στάση μας στη διάρκεια μιας δύσκολης ημέρας, σαν σήμερα που η θερμοκρασία αγγίζει τα όρια του καύσωνα στην πόλη. Μιας πόλης που ποτέ δεν εκτίμησε πραγματικά το περιβάλλον που αναπτύχθηκε –ένας ξερότοπος ήταν πάντα η Αττική και έγινε ακόμα πιο αφιλόξενη όταν καλύφθηκε από άκρη σε άκρη από οικοδομές και δρόμου και όταν αυτό έγινε πλέον αντιληπτό, ήταν αργά. Δεν είχε μείνει ούτε ένα στρέμμα ελεύθερου χώρου για να φιλοξενήσει λίγα δέντρα που θα προσφέρουν τη σκιά τους τα μεσημέρια που ψήνει ο ήλιος την πόλη ενώ το ίδιο έγινε και στους δρόμους που ανοίχτηκαν όχι για να εξυπηρετήσουν μια γειτονιά αλλά τις συστάδες των αυθαιρέτων.

Στους δρόμους και κυρίως στους κεντρικούς όπου μετά βασάνων γίνεται ακόμη η κίνηση των σαραβαλιασμένων αστικών λεωφορείων και των βραδύποδων τρόλει, εκεί όταν ανεβαίνει η θερμοκρασία, για να είμαστε στο κλίμα των ημερών, φθάνουν οι πολίτες στα όρια της απελπισίας και δεν βλέπουν την ώρα να βγουν και να πάρουν αέρα ο οποίος όσο κι αυτός είναι πυρωμένος σίγουρα θα μυρίζει καλύτερα απ’ αυτόν μέσα στο όχημα.
Ένας από τους λόγους που η ταλαιπωρία των επιβατών στα αστικά λεωφορεία και στα τρόλει είναι απίστευτη, εκτός βέβαια από την πολυκοσμία και την βρώμα που επικρατεί παντού είναι η κατάληψη της λωρίδας που κινούνται αυτά τα οχήματα από λογής – λογής μηχανάκια και αυτοκίνητα αλλά κυρίως αυτά που κάνουν τροφοδοσία όποια ώρα τους καπνίσει και βεβαίως από τους ταξιτζήδες που κάνουν πιάτσα πάνω ακριβώς στις στάσεις. 

Αυτή η κατάσταση επικρατεί σε όλους τους δρόμους αλλά εκεί που δεν έχει προηγούμενο είναι η οδός Πανεπιστημίου της οποίας η δεξιά λωρίδα δεν είναι ποτέ ελεύθερη ειδικά δεν κοντά στις εξόδους του μετρό, στο Πανεπιστήμιο και στην Ομόνοια τα μέσα μαζικής μεταφοράς σταματάνε πλέον στη μέση του δρόμου με ότι αυτό σημαίνει για την ασφάλεια των επιβατών. Κορνάρουν συνέχεια και μαλώνουν με τους ταξιτζήδες οι οδηγοί αλλά αυτό δεν έχει κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Στον καυγά συνήθως συμμετέχουν και αρκετοί ζωηροί επιβάτες οι οποίοι με αυτόν τον τρόπο εκτονώνονται και ξεχνάνε προς στιγμή το δράμα που ζουν αλλά μόλις τελειώνει το επεισόδιο αρχίζουν βλαστημάνε την ώρα που βγήκαν στην πόλη να κάνουν τις δουλειές τους χωρίς να δουν πρώτα τι καιρό κάνει….  

ΑΘΗΝΑ, 24072019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 37. 

Τετάρτη, 24 Ιουλίου 2019

ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ΣΤΑ ΠΡΟΠΥΛΑΙΑ




Νύχτα του Ιούλη στην Αθήνα που φέτος την φρεσκάρει το βοριαδάκι και θυμίζει παλιές εποχές, τότε που η σεμνή πόλη ζούσε και απολάμβανε το καλοκαίρι χωρίς οι κάτοικοί τους να κυριεύονται από τη μανία των διακοπών. Στο προκήπιο των Προπυλαίων του Πανεπιστημίου μυρίζει το γκαζόν που κούρεψαν το πρωί και το πότισαν μάλιστα, πράγμα που οφείλεται στον πιο συστηματικό κηπουρό του Δήμου και πολλοί φαντάζομαι τον έχετε δει να κουβαλάει με το καροτσάκι τα λάστιχα του ποτίσματος από την αποθήκη στο μέρος που ποτίζει γιατί αν τα αφήσει εκεί την άλλη μέρα κιόλας θα τα βρει στο παζάρι.

Είναι μεσάνυχτα και τα μαρμάρινα αγάλματα, οι στήλες και οι προτομές αποβάλλουν αργά – αργά από πάνω τους τη ζέστη της ημέρας για να αντέξουν το ανελέητο πύρωμα που θα επαναληφθεί αύριο. Ο Κοραής στέκει εκεί, εξ αριστερών όπως βλέπουμε τα Προπύλαια από την οδό Πανεπιστημίου και διδάσκει ενώ στην άλλη άκρη του κεφαλόσκαλου, ο Καποδίστριας στέκεται σκεπτικός. Κολλημένοι στον τοίχο του Πανεπιστημίου, δεξιά ο Γρηγόριος ο Ε’ και αριστερά ο Ρήγας Φερραίος οι δυνατοί πυλώνες του έθνους βλέπουν από ψηλά την αραιή κίνηση στην Πανεπιστημίου. Ο επιβλητικός Γλάδστων μόνος στο γκαζόν, χαιρετάει με σηκωμένο το χέρι τους περαστικούς κι ας μην τον γνωρίζουν. Όλοι τους ήσυχοι και χωρίς τον φόβο του βανδαλισμού που υφίσταντο διαρκώς τα τελευταία χρόνια από της χαϊδεμένες από την εγχώρια διανόηση ομάδες των μπαχαλάκηδων. 

Το σιντριβάνι πεισματικά παραμένει σιωπηλό, δεν το βάζουν να λειτουργήσει μη και γλιστρήσει κανένας τουρίστας που θα περπατήσει εκεί. Καταδικασμένο, όπως και πολλά άλλα σιντριβάνια της πόλης παραμένει ανενεργό γιατί μπορεί να μην υπάρχει κάποιος υπάλληλος του Πανεπιστημίου που να γνωρίζει πως μπαίνει σε λειτουργία ή απλά να μην κλήθηκε ο συντηρητής να το διορθώσει ή ακόμη να περιμένουν πότε θα αρχίσει το νέο ακαδημαϊκό έτος να το δούμε να σηκώνει ψηλά το νερό και να βρίσκουν και τα περιστέρια που κορακιάζουν από την λειψυδρία της πόλης μια σταγόνα νερό να ξεδιψάσουν.

Δοκιμάζω μια μηχανή να δω τι μπορεί να κάνει με ιδιότροπους φωτισμούς και το μάτι μου στέκεται στην κομψή φιγούρα μιας νέας γυναίκας που κοιτάζει την οθόνη του κινητού της αναζητώντας πιθανόν πληροφορίες για αυτό που την ενδιαφέρει. Μπορεί αυτό να είναι στοιχεία για το κτίριο ή τον ζωγραφικό διάκοσμο που κοσμεί την οροφή των Προπυλαίων ή τα αγάλματα επίσης που είναι μπροστά της. Μπορεί επίσης η ωραία κυρία που έκλεψα τη στιγμή της περισυλλογής της να είναι ιστορικός ή φιλόλογος έστω και να προσπαθεί να μάθει κάποια πράγματα περισσότερα για το χώρο που βρίσκεται. Πιθανολογώ πως κάτι τέτοιο συμβαίνει γιατί δεν διάλεξε να κάτσει σε ένα σημείο που να φαίνεται, αν στην περίπτωση περιμένει να συναντήσει κάποιον. Μπορεί όμως να είναι και έτσι, να διάλεξε να κάτσει στο βάθρο του Ρήγα Φερραίου δίνοντας έτσι ένα άλλο νόημα στη συνάντηση.

Όπως και να έχει όμως το πράγμα, η εικόνα της ωραίας νέας γυναίκας που προχθές λίγο πριν από τα μεσάνυχτα κάθονταν κάτω από το άγαλμα του Ρήγα Φεραίου στα Προπύλαια ήταν από τις πιο όμορφες στην Αθήνα και αν επρόκειτο για τουρίστρια, έκανε σαφώς τη διαφορά. Επιλέγοντας ένα χώρο που λίγοι τιμούν με την παρουσία τους την ημέρα, πόσο δε περισσότερο τη νύχτα στο κέντρο της πόλης και όχι στα πολύβουα σημεία που συχνάζουν οι τουρίστες στην Πλάκα και στο Μοναστηράκι. Φαντάζομαι δεν πως αυτοί είναι πολλοί αλλά στην κίνηση της ημέρας δεν διακρίνονται όσο σε μια ζεστή νύχτα στην Αθήνα… 

ΑΘΗΝΑ 24072019, Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", 24072019, σελ. 32.

Τρίτη, 23 Ιουλίου 2019

ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΤΗΣ ΣΤΑΓΟΝΑΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ




Είναι μακρύς ο κατάλογος απ’ αυτά που λείπουν ή υπολειτουργούν στην πόλη, η οποία, παραδόξως επιμένει να είναι ζωντανή και να ονειρεύεται καλύτερες ημέρες, ειδικά όταν αλλάζει η δημοτική αρχή και η αισιοδοξία περισσεύει τουλάχιστον τους πρώτους μήνες μέχρι να προσαρμοστούν οι νέοι δημοτικοί άρχοντες στην κατάσταση. Μια άλλη περίοδος που η πόλη ονειρεύεται πως θα γίνει μια άλλη είναι το καλοκαίρι στο τέλος του οποίου και με την επιστροφή τους οι παραθεριστές πιστεύουν πως θα τα βρουν όλα αλλαγμένα…

Και είναι η περίοδος του καλοκαιριού τόσο λίγη που πραγματικά πολλές φορές οι περισσότεροι δεν προλαβαίνουν να το απολαύσουν. Τόσο που και οι λίγες ημέρες που θα λείψουν από την πόλη ούτε καν καταγράφονται στα πεπραγμένα της ζωής κι έτσι αφού το πρώτο περπάτημα στην πόλη τον Σεπτέμβριο δεν πρόκειται να φανερώσει τίποτα το καινούργιο οι ελπίδες για όποια αλλαγή, μετατίθενται προς ευόδωση το άλλο καλοκαίρι.
Στο μεταξύ, το φετινό καλοκαίρι βρίσκεται στην αποθέωσή του και στην πόλη όπου για να βρει κάποιος μια σταγόνα νερό να ξεδιψάσει πρέπει οπωσδήποτε να πάει σε ένα περίπτερο ή άλλο μαγαζί να αγοράσει ένα μπουκαλάκι πληρώνοντας μισό ευρώ το οποίο δεν είναι βέβαιο ότι περισσεύει σε όλους και η ιδέα ότι αυτό αδειάζει σε δυο γουλιές οξύνει τη δίψα αλλά στην περίπτωση η τσέπη συνήθως βάζει τους δικούς της αυστηρούς περιορισμούς.

Ένα μπουκαλάκι νερό την ημέρα επί δυο – τρία εκατομμύρια κατοίκους της Αθήνας (μη κάνω αναγωγή σε όλη τη χώρα και υπολογίσω και τα εκατομμύρια τουρίστες) κάνει τις βιομηχανίες εμφιάλωσης και το κύκλωμα εμπορίας νερού να τρίβει τα χέρια του αλλά από την άλλη πλευρά, αυτοί που βλέπουν να μας πνίγει το πλαστικό έχουν να πουν πολλά για την επιβάρυνση του περιβάλλοντος από τα άδεια μπουκάλια που πλημμυρίζουν κάθε γωνιά της Ελλάδας και κυρίως περιοχές όπου έντονος παρατηρείται ο τουρισμός.

Το νερό λοιπόν είναι ένα από τα κορυφαία προβλήματα της πόλης το καλοκαίρι αφού δεν υπάρχουν βρύσες για να σκύψει όποιος διψάει ή θέλει να δροσιστεί. Είναι παράξενο, μια πόλη που όλοι γνωρίζουν πως η ζέστη δημιουργεί τέτοια προβλήματα να μην έχει βρύσες σε κεντρικά της σημεία ή σε κάποιες πλατείες να ξεδιψάει ο κόσμος δωρεάν και να δροσίζει τα χέρια και το πρόσωπό του. Σίγουρα θα πουν κάποιοι πως αυτές οι βρύσες δεν θα βγάζουν παγωμένο νερό αλλά δεν είναι εκεί το ζήτημα. Το νερό όταν τρέχει είναι δροσερό από μόνο του και σαν ιδέα μόνο ότι μπορεί κάποιος να το έχει διαθέσιμο τον δροσίζει.

Παλιότερα κάποιος δήμαρχος είχε την ιδέα να φυτέψει κάποιες μεταλλικές βρύσες σε διάφορα σημεία της πόλης αλλά απ’ αυτές σήμερα δεν λειτουργεί σχεδόν καμία και τα κουφάρια τους, όπου δεν τα έχουν ξεκολλήσει οι γνωστοί ανακυκλωτές έχουν γίνει σημεία όπου συγκεντρώνονται σκουπίδια. Εκείνες οι βρύσες απασχόλησαν θυμάμαι τότε τους Αθηναίους, όχι για τόσο για το ρόλο τους αλλά από τον περίεργο σχεδιασμό τους αλλά γρήγορα ξεχάστηκαν γιατί ήταν άβολες και βαλμένες σε λάθος σημεία ενώ η κατασκευή τους δεν βοηθούσε καθόλου την καθαριότητα που απαιτεί το νερό σε δημόσιο χώρο.

Έτσι, για να ξεδιψάσει κάποιος στην πόλη μπορεί μόνο αν γνωρίζει που είναι οι βάνες που χρησιμοποιούν οι κηπουροί στα παρκάκια κι από εκεί τραβάει το λάστιχο και απολαμβάνει το νερό όπως αυτός θέλει και χωρίς να νοιάζεται αν τον βλέπουν περίεργα οι άλλοι…

ΑΘΗΝΑ, 23072019. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος" σελ. 32.