Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΘΕΙΟ

 

Τοιχογραφία της Άνοιξης, Ακρωτήρι Θήρας — χελιδόνια και κρίνα
σε έναν κόσμο όπου τίποτα δεν είναι ασήμαντο.

Ο Θορώ μιλά για τους αρχαίους Έλληνες και για τη σχέση τους με τη φύση

Ακόμη και τα έθνη ανυψώνονται όταν προστατεύουν τα πιο αδύναμα πλάσματα. Κάθε φορά που συναντώ την περιγραφή ενός αρχαίου εθίμου —όπου ένας λαός αναγνώριζε τις μετακινήσεις των πουλιών και των ζώων ή ανταποκρινόταν σε κάποια ανάγκη τους— δεν τον θεωρώ πιο άγριο· αντίθετα, μου φαίνεται πιο κοντά στο θείο.
Οι Έλληνες δεν στάθηκαν έξω από αυτή τη βαθιά, ανθρώπινη συνάφεια με τη φύση. Χαίρονταν σαν παιδιά με τον ερχομό του χελιδονιού την άνοιξη. Παρατηρούσαν το πέρασμα των γερανών από τις πηγές του Νείλου και έβρισκαν χαρά σε τέτοια, φαινομενικά ασήμαντα, γεγονότα — όπως και οι Ινδιάνοι.
Walden, 17 Απριλίου 1846

Υπάρχει μια σιωπηλή κλίμακα αξιών που δεν μετριέται με νόμους ούτε με κατακτήσεις. Ο Θορώ τη συλλαμβάνει σε μια φαινομενικά απλή παρατήρηση: τα έθνη εξευγενίζονται όταν προστατεύουν τα πιο αδύναμα ζώα. Όχι όταν κυριαρχούν πάνω τους, αλλά όταν τα αναγνωρίζουν.
Είναι μια σκέψη που ανατρέπει την ίδια την ιδέα της προόδου. Γιατί εδώ ο «πολιτισμός» δεν ορίζεται από το πόσο μακριά έχει απομακρυνθεί ο άνθρωπος από τη φύση, αλλά από το πόσο βαθιά παραμένει δεμένος μαζί της.
Όταν ο Θορώ διαβάζει για αρχαίους λαούς που παρατηρούσαν τις μετακινήσεις των πουλιών ή αφουγκράζονταν τις ανάγκες των ζώων, δεν βλέπει σε αυτούς κάτι το πρωτόγονο. Βλέπει μια μορφή γνώσης που δεν έχει διαρραγεί ακόμη — μια εγγύτητα που μοιάζει σχεδόν ιερή. «Όχι πιο άγριοι», γράφει, «αλλά πιο θεϊκοί».
Και τότε, πολύ πριν από τον Θορώ, σε ένα δωμάτιο στο Ακρωτήρι της Θήρας, κάποιος ζωγράφος έκανε ακριβώς το ίδιο. Δεν ζωγράφισε θεούς. Ζωγράφισε χελιδόνια. Ζωγράφισε κρίνα που ανθίζουν. Ζωγράφισε την άνοιξη όπως την βλέπει ένα βλέμμα που δεν ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τον κόσμο.

Χελιδόνια στην άκρη της άνοιξης — εκεί όπου η φροντίδα
 γίνεται το πρώτο μάθημα του κόσμου.


Τα πουλιά πετούν ελεύθερα στους τοίχους, όχι ως σύμβολα αλλά ως παρουσία. Δεν «διακοσμούν» τον χώρο — τον κατοικούν. Και μέσα σε αυτή τη ζωγραφική δεν υπάρχει τίποτε ασήμαντο. Το πέταγμα, το άνθος, η εποχή: όλα αξίζουν να μείνουν.
Ίσως εκεί βρίσκεται και το νόημα της παρατήρησης του Θορώ. Το θείο δεν αποκαλύπτεται όταν ο άνθρωπος υψώνεται πάνω από τη φύση, αλλά όταν στέκεται μέσα της με προσοχή. Όταν χαίρεται για την επιστροφή ενός πουλιού όπως ένα παιδί.
Και τότε, αιώνες πριν από εμάς, κάποιοι άνθρωποι στάθηκαν μπροστά σε αυτά τα ίδια χελιδόνια — και τα έκαναν τοίχο, μνήμη και κόσμο μαζί.

Σελίδα από το ημερολόγιο του Χένρι Ντέιβιντ Θορώ
(17 Απριλίου 1846) — μια γραφή που προσπαθεί να κρατήσει
τη στιγμή όπου ο άνθρωπος θυμάται
ξανά τη συγγένειά του με τον κόσμο των ζώων.


Πηγή: The Thoreau Society

ΑΘΗΝΑ, 21042026

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ΤΟ ΚΥΜΑ ΠΟΥ ΕΣΚΑΓΕ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΠΑΓΩΣΕ ΕΚΕΊ

 


Όταν κάποτε πήγαν να κατοικήσουν σε αυτό το σπίτι, το διάλεξαν γιατί άκουγαν το κύμα να σκάει το κύμα στο παράθυρο και έβλεπαν την πόρτα τους να στεφανώνει ένας γαλάζιος ουρανός ενώ στον τοίχο τους ήταν φυτεμένη μια φωλιά χταποδιού. Έζησαν όσο τους αρκούσε εκεί, έφυγαν χωρίς να επιστρέψουν αλλά η θάλασσα και ο ουρανός έμειναν ενσωματωμένα στην θλιμμένη πρόσοψη με τα ρημαγμένα κουφώματα να αρνούνται να παλιώσουν κι μην τους δίνει πια κανένας σημασία. [Οδός Μάγερ, 12042026]

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Η ΑΞΙΑ ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΤΑΛΛΟ ΑΛΛΑ ΣΤΟ ΒΙΩΜΑ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΑ

 

Κυριακή. Το κουδούνισμα της τσαγιέρας κάτω στο ισόγειο μου θυμίζει τα κουδούνια των αγελάδων που άκουγα κάποτε, όταν μάζευα μούρα στα Μεγάλα Λιβάδια, πριν από πολλά χρόνια, να ηχούν μακρινά και βαθιά ανάμεσα στις σημύδες. Εκείνο το φτηνό κομμάτι μπρούντζου που κουδούνιζε και ο αγρότης κρεμά στον λαιμό της αγελάδας του, σήμαινε για μένα περισσότερα από τους τόνους μετάλλου που αιωρούνται στο καμπαναριό.

— Από το Ημερολόγιο του Henry David Thoreau, 4 Απριλίου 1841

Μια τσαγιέρα στην κουζίνα δεν είναι ποτέ μόνο ένας βραστήρας. Για τον Θορώ γίνεται πέρασμα από έναν κλειστό χώρο, σε ένα ανοιχτό λιβάδι· από τον οικιακό χρόνο, στον χρόνο της περιπλάνησης. Το μέταλλο αλλάζει, ο ήχος μένει.

Και τότε εμφανίζεται η αντιστροφή που καθορίζει όλο το σημείωμα: η αξία δεν μετριέται σε βάρος, ούτε σε όγκο, ούτε σε επισημότητα.

Το καμπαναριό, με όλη τη θεσμική του βαρύτητα, την επιβολή, τη συλλογική του ηχητική εξουσία, υποχωρεί μπροστά σε ένα απλό μπρούτζινο κουδούνι που κρέμεται στο λαιμό μιας αγελάδας. Όχι γιατί ακούγεται πιο δυνατά, αλλά γιατί είναι πιο προσωπικό, πιο ενσωματωμένο στη ζωή.

Το κουδούνι της αγελάδας δεν καλεί. Δεν επιβάλλεται. Δεν οργανώνει τον χρόνο των άλλων. Απλώς υπάρχει  και ακούγεται μέσα σε έναν χώρο όπου ο άνθρωπος δεν είναι το κέντρο, αλλά μέρος. Είναι ο ήχος της απόστασης και ταυτόχρονα ο ήχος της οικειότητας.

Ίσως γι’ αυτό «σημαίνει περισσότερα». Γιατί δεν είναι αντικείμενο, είναι φορέας εμπειρίας που κουβαλά το περπάτημα, την αναζήτηση των μούρων, τη σκιά των δέντρων, τη σιωπή που δεν είναι ποτέ πλήρης. Κουβαλά έναν κόσμο όπου η αξία δεν αποθηκεύεται, αλλά μόνο βιώνεται.

Και τελικά, αυτό που υπαινίσσεται ο Θορώ είναι κάτι πιο ριζικό:
ότι ο πλούτος της ζωής δεν βρίσκεται σε αυτό που αντηχεί πιο δυνατά, αλλά σε αυτό που αντηχεί πιο βαθιά μέσα μας. Μέσα από αυτή τη μικρή ακουστική γέφυρα, ο Θορώ μας μετακινεί σε μια άλλη κλίμακα αξιών: όχι στο μέγεθος, όχι στη λάμψη,
όχι στην ένταση, αλλά στην ικανότητα ενός πράγματος να κρατά μέσα του έναν κόσμο.

Και τότε καταλαβαίνεις πως αυτό που ακούστηκε δεν ήταν απλώς ένα μέταλλο που έτρεμε, ήταν μια ζωή που, για μια στιγμή, επέστρεψε.

17042026

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

ΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ

 

Δειλινό πάνω από το όρος Γουατσέτ· φωτογραφία του Richard Smith


Οι θεοί δεν ανήκουν σε καμία αίρεση·δεν παίρνουν το μέρος κανενός.

Όταν φαντάζομαι πως η Φύση γέρνει προς λίγες εκλεκτές, επίμονες και πιστές ψυχές, πως ζει ιδιαίτερα γι’ αυτές, πηγαίνω να δω έναν άγνωστο άνθρωπο που ζει κάτω από τον λόφο, αφήνοντας ήσυχους και θεούς και ανθρώπους, και βρίσκω πως και στο δικό του κήπο φυτρώνουν φράουλες και ντομάτες, και πως ο ήλιος στέκεται με καλοσύνη στη ράχη του λόφου του — κι έτσι αναγκάζομαι να παραδεχτώ την αδέκαστη, αδέσμευτη γενναιοδωρία των θεών.

                                                                                    Henry David Thoreau, Journals, 15 Απριλίου 1841

 Κάποτε κουβαλάμε περισσότερα απ’ όσα μας αναλογούν. Μικρές φροντίδες που βαραίνουν, λόγια που μένουν, μέρες που δεν κλείνουν όπως θα θέλαμε. Ο Θορώ σε αυτό το σημείωμα μας θυμίζει ότι λίγο πιο έξω από εμάς, εκεί που τελειώνουν οι δρόμοι και αρχίζουν οι πλαγιές των βουνών και ο ορίζοντας της θάλασσας, ο ήλιος συνεχίζει να κατεβαίνει αθόρυβα εκτελώντας το καθημερινό του ταξίδι. Εκεί, σ’ αυτή την αδιαφορία του φωτός να φωτίζει τα πάντα χωρίς να ξεχωρίζει τίποτα και κανέναν κρύβεται μια μικρή λύτρωση: ότι τίποτα από όσα μας βαραίνουν δεν είναι τόσο μεγάλο όσο νομίζουμε, όταν το αφήσουμε να χαθεί μέσα στο φως ενός δειλινού.

ΑΘΗΝΑ, 15042025

ΤΟ ΞΕΡΟ ΔΕΝΤΡΟ ΕΓΙΝΕ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

 

Donna Drogos: «Birdhouse Tree», Hwy 133 βόρεια του Kinnear, Ουαϊόμινγκ (ΗΠΑ), 8 Απριλίου 2026. Ένα ξερό δέντρο που δεν κόπηκε, αλλά μετατράπηκε σε καταφύγιο για πουλιά.


Με το πρόσχημα της συντήρησης και της ασφάλειας και με κλαδέματα που ξεπερνούν κάθε λογική, τα δέντρα στις ελληνικές πόλεις ακρωτηριάζονται συστηματικά ή εξαφανίζονται. Απίθανα συνεργεία χωρίς καμιά γνώση ή εμπειρία αφαιρούν σχεδόν όλη την κόμη τους αφήνοντας πίσω έναν γυμνό, χωρίς κλαδιά κορμό. Το αποτέλεσμα δεν είναι φροντίδα, αλλά υποβάθμιση: δέντρα εξασθενημένα, χωρίς σκιά, χωρίς οικολογική λειτουργία. Κυρίως, χωρίς ζωή επάνω τους.

Για τα πουλιά των πόλεων: σπουργίτια, κοτσύφια, δεκαοχτούρες ακόμα και κοράκια, τα δέντρα δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία. Είναι τόποι φωλιάσματος, προστασίας και αναπαραγωγής και όταν η δομή τους καταστρέφεται, χάνεται και η δυνατότητα της φιλοξενίας. Έτσι οι πληθυσμοί τους περιορίζονται, η παρουσία τους μειώνεται και μαζί τους φτωχαίνει και το αστικό περιβάλλον. Το φαινόμενο δεν είναι μεμονωμένο. Παρατηρείται σε πολλές πόλεις της χώρας, συστηματικά και επαναλαμβανόμενα, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι βασικές αρχές της αστικής οικολογίας.

Κι όμως, η εικόνα θα μπορούσε να είναι διαφορετική.

Σε μια αγροτική περιοχή του Ουαϊόμινγκ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα ξερό δέντρο δεν απομακρύνθηκε. Αντί να κοπεί, αξιοποιήθηκε. Πάνω στα κλαδιά του τοποθετήθηκαν μικρές ξύλινες φωλιές, μετατρέποντάς το σε έναν κατακόρυφο χώρο φιλοξενίας πουλιών — μια απλή αλλά ουσιαστική παρέμβαση.

Το παράδειγμα αυτό δεν αφορά μόνο μια διαφορετική πρακτική διαχείρισης. Αναδεικνύει μια διαφορετική αντίληψη: ότι ο δημόσιος χώρος δεν είναι μόνο για τους ανθρώπους, αλλά και για τα άλλα είδη που συνυπάρχουν σε αυτόν. Η προστασία της αστικής βιοποικιλότητας δεν απαιτεί σύνθετες λύσεις. Απαιτεί, κυρίως, αλλαγή προσέγγισης. Πιο ήπιο κλάδεμα και από συνεργεία που διαθέτουν πείρα σε αυτό που κάνουν, σεβασμός και διατήρηση της φυσικής μορφής των δέντρων και φυσικά πρόβλεψη για τη φωλεοποίηση των πουλιών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και η τοποθέτηση τεχνητών φωλιών θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά.

Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Θέλουμε πόλεις αποστειρωμένες ή πόλεις ζωντανές; Γιατί ένα δέντρο δεν είναι απλώς μέρος της αστικής αισθητικής αλλά είναι φορέας ζωής για τα πουλιά και απόλαυσης για τους ανθρώπους. Και μια πόλη που δεν αφήνει χώρο για φωλιές, είναι μια πόλη που σταδιακά χάνει τη δική της.

Πηγή: Η σελίδα Wyoming through The Lens

ΑΘΗΝΑ, 15/04/2026


Τρίτη 14 Απριλίου 2026

ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ – ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ…

 

Ένα βιβλίο ανοίγει — και μαζί του ανοίγει ένας δρόμος που κανείς δεν ήθελε να δει.

Σαν σήμερα, 14 Απριλίου 1939, στη Νέα Υόρκη, από τον εκδοτικό οίκο «The Viking Press» κυκλοφορεί το βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ «Τα σταφύλια της οργής - The Grapes of Wrath», ένα μυθιστόρημα που δεν διαβάστηκε ποτέ ως απλή λογοτεχνία, αλλά ως κατηγορία για έναν κόσμο που πήρε στραβό δρόμο.

Η αντίδραση ήταν άμεση. Στην Καλιφόρνια, και ιδιαίτερα στην κομητεία Kern County, το βιβλίο απαγορεύτηκε από βιβλιοθήκες και σχολεία. Τοπικά συμβούλια το χαρακτήρισαν «ψευδές» και «προπαγανδιστικό». Αντίτυπα αποσύρθηκαν ενώ δεν έλειψαν και δημόσιες καύσεις. Οι μεγαλοϊδιοκτήτες γης και τα οικονομικά συμφέροντακατήγγειλαν τον Στάινμπεκ ότι συκοφαντεί την Καλιφόρνια και υποκινεί κοινωνική αναταραχή επικαλούμενοι ανήθικη γλώσσα και τον κομμουνισμό!

Αλλά το πρόβλημα βρισκόταν αλλού. Το βιβλίο δεν μιλούσε απλώς για τη δυστυχία που προκάλεσε σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού η «Μεγάλη Ύφεση». Δεν παρουσίαζε την εξαθλίωση ως φυσική καταστροφή, αποτέλεσμα μιας ξηρασίας ή μιας καταιγίδας. Την απέδιδε και την τοποθετούσε μέσα σε ένα σύστημα σχέσεων και στο κέντρο έβαζε κάτι σχεδόν ανώνυμο και πανίσχυρο: τις τράπεζες.

Όχι ως θεσμό με πρόσωπο, αλλά ως μηχανισμό χωρίς ευθύνη. Στο βιβλίο, οι άνθρωποι που εκτελούν τους πλειστηριασμούς και τις εξώσεις δεν εμφανίζονται ως κακοί,  σχεδόν ζητούν συγγνώμη. «Δεν φταίμε εμείς», λένε. «Η τράπεζα το ζητά». Και η τράπεζα, με τη σειρά της, δεν είναι πια άνθρωποι, αλλά κάτι που «πρέπει να ζήσει», κάτι που «τρώει» τα πάντα για να επιβιώσει. Ένα τέρας χωρίς σώμα.

Έτσι, οι οικογένειες διώχνονται από τα σπίτια τους και ξεριζώνονται όχι από κάποιον εχθρό που μπορείς να δεις, αλλά από έναν μηχανισμό που δεν τον ακουμπά καμιά κατηγορία. Τα χωράφια αδειάζουν, τα σπίτια εγκαταλείπονται, και η μετακίνηση χιλιάδων ανθρώπων προς τη Δύση μοιάζει σχεδόν φυσική — ενώ δεν είναι.

Τζον Στάινμπεκ: Το βλέμμα κάποιου που είδε το όνομα πίσω από την ανάγκη  και το έγραψε.

Και αυτό ήταν ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο του βιβλίου. Ότι αφαιρούσε από την καταστροφή το άλλοθι της «αναγκαιότητας». Γιατί από τη στιγμή που η φτώχεια παύει να είναι μοίρα και γίνεται αποτέλεσμα, η αφήγηση αλλάζει δραματικά. Δεν ζητά συμπόνια, αλλά κρίση. Δεν ζητά λύπηση, αλλά κατανόηση των μηχανισμών που την παράγουν. Από εκεί και πέρα, η ανάγνωση δεν είναι αθώα πράξη.

Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ «Τα σταφύλια της Οργής» συνεχίζει να επανεμφανίζεται στις ΗΠΑ μέχρι σήμερα σε λίστες απαγορεύσεων ή αμφισβήτησης. Όχι ως ένα παλιό σκάνδαλο που ξεχάστηκε, αλλά ως ένα βιβλίο που κάθε εποχή μοιάζει να χρειάζεται να ξαναλογοκρίνει — με διαφορετικά επιχειρήματα, αλλά με την ίδια αμηχανία απέναντι σε ό,τι αποκαλύπτει.

Κι έτσι, η ιστορία του δεν ανήκει μόνο στον τόπο που το γέννησε. Γιατί κάθε κοινωνία έχει γνωρίσει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, εκείνες τις στιγμές όπου οι αποφάσεις παίρνονται «αλλού», όπου οι ευθύνες διαχέονται, όπου η ανάγκη παρουσιάζεται σαν νόμος της φύσης. Και τότε, τα κείμενα που τολμούν να δώσουν όνομα σε αυτή τη διαδικασία μοιάζουν υπερβολικά, άβολα ή επικίνδυνα.

Και η απαγόρευση δεν χρειάζεται πάντα φωτιά. Μερικές φορές αρκεί μια αφαίρεση από τη λίστα, η μετακίνηση στο περιθώριο ή απλώς η σιωπή.

Μια σκηνή από καμβά και σκόνη· ένα σπίτι που έμαθε να μετακινείται.

Και ίσως γι’ αυτό «Τα σταφύλια της Οργής» πάντα θα επιστρέφουν. Γιατί οι μορφές μπορεί να αλλάζουν, αλλά οι μηχανισμοί επιμένουν να είναι οι ίδιοι. Σήμερα, οι τράπεζες δεν εμφανίζονται πια ως εκείνο το αόρατο «τέρας» του Στάινμπεκ, κι όμως η λειτουργία τους παραμένει αναγνωρίσιμη. Τα «κόκκινα» δάνεια, οι πλειστηριασμοί, τα σπίτια που περνούν από χέρια ανθρώπων σε ανώνυμα και απρόσιτα χαρτοφυλάκια, συνθέτουν μια σύγχρονη εκδοχή του ίδιου αφηγήματος. Οι αποφάσεις εξακολουθούν να παίρνονται αλλού· οι συνέπειες, όμως, παραμένουν οι ίδιες. Και όπως τότε, έτσι και τώρα, η ανάγκη παρουσιάζεται ως φυσικός νόμος, χωρίς πρόσωπο, χωρίς ευθύνη. Ίσως γι’ αυτό κάποια βιβλία δεν παλιώνουν: γιατί δεν περιγράφουν μόνο μια εποχή αλλά αποκαλύπτουν έναν μηχανισμό.

ΑΘΗΝΑ, 14042026

ΟΤΙ ΔΕΝ ΦΩΝΑΖΕΙ ΔΥΝΑΤΑ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 


Η πόλη δεν είναι μόνο αυτό που καταλαβαίνουμε — είναι και αυτό που προσπερνάμε

 

Έχουμε συνηθίσει πια στη διαφήμιση – όπου κάθε επιφάνεια της πόλης που λογίζεται ότι μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο προβολής πληρώνεται να φιλοξενήσει κάποια εικόνα αλλά και στην απόλυτη ασυδοσία των γκράφιτι και των λογής βαρβαρικών καλλιτεχνημάτων οπουδήποτε, από τους τοίχους κάθε κτιρίου μέχρι τα παγκάκια. Γενικά τα μάτια μας έχουν μπουκώσει από εικόνες που επιβάλλουν οι άλλοι να βλέπουμε.

Έχουμε συνηθίσει πια και τίποτα δεν προκαλεί την όρασή μας, ούτε και το ενδιαφέρον μας καθώς από την άλλη, ένα μεγάλο μέρος απ’ αυτό το υλικό που απλώνεται κάθε μέρα μπροστά μας έχει μεταφερθεί στο διαδίκτυο και δυστυχώς, μας «τρώει» πολύτιμο χρόνο.

Εντούτοις, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι, συμπολίτες μας που συνεχίζουν να μοιράζονται τις αδύναμες φωνές τους και να επιζητούν να επικοινωνήσουν με άλλους, διακριτικά με μικρά γράμματα σε κάποιες γωνιές της πόλης, εκεί που πιστεύουν ότι θα βρεθεί κάποιος να τα διαβάσει και θα δώσει σημασία στο μήνυμά τους. Όπως δε φαίνεται στις φωτογραφίες, στη τζαμαρία από ένα κλειστό τζογαδόρικο, στον κατήφορο της Ομόνοιας προς το Μεταξουργείο, στην οδό Κοτοπούλη, όπου ο χώρος λόγω της ύπαρξης του Αστυνομικού Τμήματος εκεί δίπλα, υποτίθεται ότι προσφέρει κάποια ασφάλεια στους ανθρώπους που η πόλη απωθεί στα κρυφά της μέρη, ένας «τοίχος» μιλάει με αυτό τον τρόπο.


Εκεί που κόβει λίγο ο αέρας και είναι προστατευμένοι από τη βροχή, νιώθουν απάγκιο, κάνουν τις συναλλαγές τους και φυσικά την χρήση των ουσιών που βρίσκουν. Εκεί έχουν δημιουργήσει τον δικό τους χώρο και επόμενο είναι να αποτελεί και βάση για πληροφορίες που άλλοι μοιράζονται δια ζώσης κι άλλοι τις γράφουν στον τοίχο, με κωδικούς συνήθως ή σε μια γλώσσα που μόνο αυτοί χρησιμοποιούν. Το περίεργο πάλι είναι ότι ενώ φιλοξενεί μηνύματα, δεν αναγράφεται πουθενά κανένα τηλέφωνο για ευνόητους βέβαια λόγους αλλά αυτό φανερώνει και τους μυστικούς δεσμούς που ενώνουν αυτή την κοινότητα.



Πέρα όμως από τα χρηστικά, τοίχος φιλοξενεί κι άλλα μηνύματα και ανησυχίες. Έτσι διαβάζουμε ποιήματα, αφιερώσεις σε κάποια πρόσωπα, σημειώματα για αναζητήσεις προσώπων, άλλα τρυφερά κι άλλα θυμωμένα, όπως του έρθει του καθενός. Το γεγονός ότι κάτω από τα φρέσκα μηνύματα αχνοφαίνονται σε στρώσεις τα παλιότερα σβησμένα, ένα παλίμψηστο δηλαδή, σημαίνει πως αυτός ο «τοίχος» διαβάζεται από πολλά μάτια και πάνω σε αυτόν αναπτύσσεται ένας διάλογος που η αποκωδικοποίησή του πολλούς δυσκολεύει.

Αμφιβάλλω αν τα προσέχει κάποιος περαστικός, πόσο μάλλον οι αλλοδαποί που είναι η πλειονότητα σε αυτή την περιοχή, ούτε νομίζω ότι κανένας άλλος σκύβει να τα διαβάσει. Εξάλλου όλοι είναι βιαστικοί εκεί, θέλουν να απομακρυνθούν σύντομα κι έτσι δεν καταλαβαίνουν πως αυτά τα μηνύματα για κάποιους είναι μια επικοινωνία για μια κοινότητα που η πόλη δυσανασχετεί από την ύπαρξή της αλλά δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. 

Κι όμως ο «τοίχος» διαβάζεται… Από άλλα μάτια, από εκείνους που έχουν λόγο να τον κοιτάξουν. Είναι μια μικρή επικοινωνία, σχεδόν υπόγεια από μια κοινότητα που δεν δηλώνεται και επιμένει να βρίσκει τρόπο να συνομιλεί, ακόμα όταν η πόλη την περιορίζει στον κατήφορο από την Ομόνοια προς τα κάτω… Ένας «τοίχος» που θυμίζει πως η πόλη δεν ανήκει μόνο σε εκείνους που μιλάνε δυνατά.

ΑΘΗΝΑ, 13042026