Google+ Badge

Τετάρτη, 15 Αυγούστου 2018

ΣΒΗΝΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΟΝ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ




Είναι πολλές οι ημέρες του χρόνου που η Αθήνα αφήνεται στον… αυτόματο πιλότο, κι έτσι κανένας δεν φέρει ευθύνη για ότι θα γίνει και όλοι κρατάνε την ανάσα τους μέχρι να ξημερώσει η επόμενη εργάσιμη που υποτίθεται, οι υπηρετούντες σε διάφορες κρατικές ή δημοτικές υπηρεσίες θα είναι στη θέση τους να διεκπεραιώσουν την καθημερινότητα! 

Είναι πολλές τέτοιες ημέρες, αλλά καμία δεν μπορεί να ξεπεράσει τον Δεκαπενταύγουστο που όλοι ανεξαιρέτως θέλουν να είναι σε διακοπές σε θάλασσες και βουνά ή να πάνε σε κάποια από τις Παναγίες που είναι γεμάτη η Ελλάδα καθώς σε κανένα χωριό δεν λείπει η εκκλησία της και φυσικά στο πανηγύρι που συνοδεύει αυτή την μεγάλη γιορτή της Ορθοδοξίας. Έτσι αυτή την μέρα, η πόλη αδειάζει κυριολεκτικά και οι μόνοι που κυκλοφορούν είναι οι τουρίστες και αυτοί σε μικρή ακτίνα γύρω από την Ακρόπολη, το Σύνταγμα και το Μοναστηράκι και φυσικά το πλήθος των  αλλοδαπών που ζει στις γειτονιές από τα Πατήσια ως την Ομόνοια και δεν τους νοιάζει καθόλου τι κάνουν και τι γιορτάζουν οι Έλληνες και μάλλον τους αρέσει που έχουν όλη την πόλη στη διάθεσή τους.

Μια μεγάλη επίσης ομάδα ανθρώπων που δεν εγκαταλείπει ποτέ την Αθήνα, ειδικά δε τον Δεκαπενταύγουστο, είναι οι δεκάδες απελπισμένοι της πόλης που έχουν κάψει τα μυαλά τους και έχουν διαλύσει το σώμα τους από τα ναρκωτικά και τις άλλες ουσίες και κυκλοφορούν σαν σκιές του εαυτού τους ανάμεσά μας. Αυτοί οι άνθρωποι ζουν στους δρόμους από το Μεταξουργείο ως την Βάθη και από τον πεζόδρομο της Νομικής Σχολής ως το Πεδίον του Άρεως και μετακινούνται ανάλογα με τα δρομολόγια που κάνουν τα βαποράκια για να εξοικονομήσουν τη δόση τους. Μετά γίνονται ίσκιοι και χάνονται σε διάφορες τρύπες της πόλης και ερειπωμένα σπίτια χωρίς να είναι βέβαιοι πως θα βγουν πάλι έξω γιατί η ζωή τους εξαρτάται από την ποιότητα της δόσης και φυσικά από την κατάσταση της υγείας τους καθώς και από την υγιεινή που μπορεί να έχουν.    

Τον Δεκαπανταύγουστο είναι που αυτός ο κόσμος βγαίνει από τις τρύπες του και περπατάει ελεύθερα στην πόλη αφού κανέναν απ’ όσους υποτίθεται πως θα τους εμπόδιζαν ή και να τους περιέθαλπαν, δεν πρόκειται να συναντήσουν. Είναι μάλιστα και οι μέρες που ούτε καν σκέφτονται να ζητήσουν ψιλά από τους περαστικούς και επίσης, μέρες που καμιά πόρτα απ’ όσες πιθανόν χτυπήσουν δεν θα τους ανοίξει γιατί τα περισσότερα κτίρια είναι σφαλισμένα καθώς οι ένοικοί τους λείπουν σε διακοπές. Έτσι μπορούν να ξεψυχήσουν χωρίς κανένας να τους συμπαρασταθεί στο μαρμάρινο σκαλί της εξώπορτας μιας πολυκατοικίας και να τους βρουν σβησμένους εκεί μετά από ώρες, γιατί κανένας δεν θα νομίζει πως ο άνθρωπος αυτός μπορεί να πεθάνει στο δρόμο μέρα μεσημέρι. Έχουμε συνηθίσει τόσο αυτά τα πράγματα και δεν μας πειράζει που είναι Δεκαπενταύγουστος… 

ΑΘΗΝΑ, 14082018. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 37.  

Τρίτη, 14 Αυγούστου 2018

ΤΟ ΤΖΑΚΙ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΜΙΑ ΝΕΑ ΣΠΙΘΑ




Ο κύριος λόγος που διάλεξαν κάποτε οι άνθρωποι να κατοικήσουν στα Ισιώματα, σε μια προσήλια πλαγιά του Αχελώου κοντά στο χωριό Σιβίστα, ήταν ότι ήταν ότι βρίσκονταν κοντά στο νερό αλλά και σε μια απόσταση ασφαλείας από το μεγάλο και απρόοπτο ποτάμι. Εκεί, σε άγνωστη στιγμή της ιστορίας του τόπου, έστησαν το πρώτο καλύβι τους με κλαδιά και πέτρες, έσπειραν τις γενιές που ακολούθησαν και κράτησαν ζωντανό τον τόπο μέχρι τις μέρες μας σχεδόν που έσβησαν χωριά και κοινότητες,  διαλύθηκαν κοπάδια και κολληγιές, γειτονιές και στράτες βουβάθηκαν και έκλεισαν από τα βάτα και τα αγριόδεντρα.

Εκείνοι οι άνθρωποι τον σέβονταν τον τόπο, δεν τον πλήγωναν με νταμάρια κι έτσι οι πέτρες που έπιασαν στα χέρια τους να στήσουν το καλύβι τους, από τη φλούδα της γης της πήραν και πήραν μόνο όσες είχαν ανάγκη και τις έβαλαν τη μια πάνω στην άλλη προσεκτικά και με τέχνη για να υψώσουν τους τοίχους και στη σκεπή, πάλι φλούδες από πέτρες έβαλαν γιατί το χώμα της γης τους ήταν γεμάτο χαλίκια και δεν μπορούσαν να ζυμώσουν κεραμίδια. Κάποιους τοίχους του έφτιαξαν με κλαριά, τα έπλεξαν γύρω από μεγάλα παλούκια και τα άλειψαν με λάσπη για να κρατήσουν έξω το κρύο και τη ζέστη. Στο πάτωμα κράτησαν το χώμα και σε μια άκρη, έστρωσαν σανίδια και έφτιαξαν τα κρεβάτια τους όπου δίπλα ο ένας στον άλλο άφηναν το κορμί τους και το μυαλό τους να το αλαφρώσει ο ύπνος.

Δεν ήταν όμως μόνο το κρεβάτι που μάζευε τη φαμελιά μετά τον κάματο και τις δυσκολίες της μέρας στο σπίτι· οι δουλειές του χωραφιού και του κοπαδιού πολλές φορές τους ανάγκαζαν να κοιμηθούν στο ύπαιθρο, σε κάποια εσοχή των βράχων ή να ξημερώσουν σε μια κουφάλα από δέντρο. Η βαριά αλλά αδιάβροχη κάπα που κουβαλούσαν όλοι στην πλάτη, ήταν η κουβέρτα και το μαξιλάρι τους μαζί όλο το χρόνο και σε κάθε περίπτωση.
Στο καλύβι μαζεύονταν κάθε μέρα όλοι μπροστά από το τζάκι και με το νου τους 
στραμμένο στη γάστρα που έψηνε στη θράκα του τη μπομπότα και ότι πίττες έφτιαχνε με τα μέσα που διέθετε η κάθε νοικοκυρά ή στην κατσαρόλα που έβραζε αυτά που έβγαζε ο κήπος, το χωράφι και το κοπάδι γιατί εκεί μετριόνταν η προκοπή κάθε σπιτιού και στο χαμηλό τραπέζι μοιράζονταν ίσια σε όλους. Στο ίδιο τζάκι πάλι μπροστά μαζεύονταν το χειμώνα να ζεστάνουν το κορμί τους και στο αχνό φως από τα κλαριά συζήταγαν τα καθέκαστα της ημέρας, έλεγαν ιστορίες από τα παλιά και οι γυναίκες πάλευαν με τα εργόχειρά τους.  

Όταν έφυγαν οι άνθρωποι από τα Ισιώματα αλλά και από κάθε σπίτι και καλύβι στην Ευρυτανία πολλοί δεν χρειάστηκε καν να τα κλειδώσουν καθώς ότι τα αναγκαία τα πήραν μαζί τους και τίποτα απ’ ότι άφησαν δεν είχε καμιά αξία. Ούτε και κανένας έμεινε πίσω είχε διάθεση να το ψάξει εκτός αν αυτός είχε κανένα κοπαδάκι γιδοπρόβατα που  ήθελε να το στεγάσει εκεί γιατί τον βόλευε κι έτσι του έδινε μια ολιγόχρονη παράταση ζωής μέχρι που κι αυτός τα παρατούσε κι έφευγε για να μην ξαναγυρίσει πια ποτέ στον τόπο.
Σε αντίθετη περίπτωση, αναλάμβανε ο καιρός και καθώς δεν ήταν κανένας εκεί να το υποστηρίξει, το μαδούσε σιγά – σιγά με τους αέρηδες και η βροχή που εύρισκε παντού τρύπες να μπει μέσα δεν αργούσε να το διαλύσει. Το μόνο στοιχείο του που μπορούσε να αντισταθεί ήταν ο τοίχος με το τζάκι αλλά και αυτό δεν θα άντεχε πολύ. Λίγο η βροχή, λίγο η παγωνιά το υπονόμευαν και σιγά – σιγά το άφησαν να στέκει όρθιο σαν σκηνικό από μια άλλη εποχή που σε λίγο κανένας δεν θα θυμάται ή σαν οικογενειακό εικόνισμα στην άκρη του παρατημένου χωραφιού που μπορεί κανένας περαστικός να ανάψει κι ένα κεράκι στη μνήμη όλων των ψυχών που στην παραστιά του προσκύνησαν.

Το τζάκι είναι το μόνο στοιχείο στο παρατημένο σπίτι στα Ισιώματα που για λίγα χρόνια ακόμη θα θυμίζει πως κάποτε εκεί υπήρχε ένα ζωντανό σπίτι· εκεί στην ερημιά του Αχελώου  ως ένα μνημείο μιας άλλης ζωής που κανένας δεν αποκλείει να επιστρέψει κι αυτό πάλι να παίξει τον μόνο ρόλο που ξέρει: να μαζεύει μπροστά του την οικογένεια που τους δεσμούς της δυνάμωνε ο κοινός αγώνας για μια λειψή σοδειά από το φτενοχώραφο και μια στάλα γάλα από το κοπαδάκι που βοσκούσε στους πουρναρότοπους.  

ΥΓ. Την φωτογραφία τράβηξε η Αγλαϊα Σκεπετάρη που με τον φακό της καταγράφει με αγάπη και προσοχή όλα τα ιδιαίτερα στοιχεία του τόπου της.

ΑΘΗΝΑ, 14082018, Περιοδικό "Δημοκρατία - Κυνήγι", 07082018

ΜΙΑ ΣΥΚΙΑ ΞΑΝΑΓΕΝΝΙΕΤΑΙ ΣΤΑ ΕΞΑΡΧΕΙΑ


Στις πόλεις συνήθως αποφεύγεται να φυτεύουν οπωροφόρα δέντρα γιατί θα ήταν πολλοί εκείνοι που θα ήθελαν να κόψουν τους καρπούς για λογαριασμό τους και προς αποφυγή παρεξηγήσεων κάτω από το δέντρο, ενδεχομένως και εντάσεων μεταξύ των διεκδικητών, οι αρμόδιοι περί το πράσινο περιορίζονται σε διάφορα καλλωπιστικά τα οποία έχουν και λιγότερες απαιτήσεις και έτσι έχουν και το κεφάλι τους ήσυχο από πιθανούς καυγάδες.  

Ένα καρποφόρο δέντρο όμως που ξεφεύγει της προσοχής των γεωπόνων, εξαιτίας του τρόπου που πολλαπλασιάζεται είναι οι συκιές για την σπορά των οποίων ευθύνονται τα πουλιά και φυτρώνει όπου αδειάσουν την κοιλιά τους. Γι’ αυτό και βλέπουμε συκιές στα πιο απίθανα μέρη, μέσα σε τοίχους, στα πεζοδρόμια και συχνά και μέσα σε οικόπεδα που κάποτε φιλοξενούσαν σπίτια και μέχρι στιγμής δεν αξιοποιήθηκαν με την ανέγερση πολυώροφου κτιρίου. Οι τελευταίες συχνά είναι και αρκετά μεγάλες και τούτο γιατί στην αυλή εκείνου του σπιτιού από τα οποία ήταν γεμάτες οι παλιές γειτονιές της Αθήνας, σε μια γωνία ο νοικοκύρης είχε φυτέψει μια συκιά και συχνά την συντρόφευε και μια λεμονιά.

Η λιτοδίαιτη και ανθεκτική στις ξηρασίες συκιά είναι ιθαγενές δέντρο της Αττικής και η ιστορία με τον συκοφάντη –που δεν έχει καμιά σχέση με την σημερινή έννοια της λέξης- δείχνει την εκτίμηση που είχαν πάντα οι Αθηναίοι σε αυτό το ευλογημένο δέντρο. Γι’ αυτό και φύτευαν -τότε που τα σπίτια είχαν αυλές- και μια συκιά στην άκρη για να ευχαριστιούνται τον ίσκιο της αλλά και να απολαμβάνουν τους υπέροχους καρπούς της, νωπούς συνήθως γιατί εκτός από την οικογένεια φίλευαν και τους γείτονες και τους φίλους. 

Μια τέτοια μεγάλη συκιά ήταν μέχρι πριν από λίγα χρόνια στην αυλή ενός παρατημένου σπιτιού στην οδό Πλαπούτα, στα Εξάρχεια και καθώς δεν υπήρχε αυλόπορτα, όταν ωρίμαζαν τα σύκα –βασιλικά μάλιστα– έμπαινε και μάζευε όσα έφτανε. Η έλλειψη αυλόπορτας δελέαζε όμως και πολλούς άλλους να επισκέπτονται το ερείπιο για διάφορους λόγους που σχετίζονται με την παρανομία και πιθανόν κάποιος απ’ αυτούς, ξέχασε κάποια φλόγα αναμμένη και το σπίτι έγινε παρανάλωμα. Θύμα της φωτιάς ήταν και η μεγάλη συκιά η οποία έγινε κάρβουνο χωρίς κανένας φυσικά να στεναχωρηθεί γι’ αυτή εκτός από τους λίγους που την ήξεραν και την επισκέπτονταν κάθε καλοκαίρι για τα σύκα της.

Η συκιά όμως μπορεί να καίγεται αλλά οι ρίζες της παραμένουν ζωντανές κι την επόμενη άνοιξη βγάζουν καινούργιο δέντρο με όλες τις ιδιότητες του μητρικού κι έτσι έγινε και με αυτή της οδού Πλαπούτα. Πέταξε βλαστάρια και ήδη έχει αρχίσει να βγάζει τα πρώτα σύκα της και όσοι έχουν το θάρρος μπορούν να παραμερίσουν την πρόχειρη περίφραξη και να τα δοκιμάσουν. Τους πληροφορώ πως είναι ίδια και ίσως καλύτερα από της παλιάς συκιάς!

ΑΘΗΝΑ, 13082018. Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 37

Δευτέρα, 13 Αυγούστου 2018

ΤΟ ΜΕΛΙΣΣΟΜΑΝΤΡΙ ΤΟΥ ΠΟΔΟΝΙΦΤΗ



Μελίσια στην Αττική ασφαλώς και υπήρχαν, χιλιάδες χρόνια πριν οι αρχαίοι πρόγονοί μας μαζευτούν γύρω από τον ιερό βράχο της Ακροπόλης και συμπήξουν το άστυ και δημιουργήσουν άλλα πολλά σπουδαία πράγματα, ορισμένα από τα οποία επιζούν ως τις ημέρες μας και χάρη σε αυτά θεωρούμε πως είμαστε και ξεχωριστοί στον κόσμο.

Η χλωρίδα και το κλίμα της Αττικής επίσης ευνοούσαν τα μέγιστα και την μελλισοκομία και το μέλι της, ειδικά το θυμαρίσιο του Υμηττού ήταν ξακουστό σε όλο τον κόσμο. Έτσι μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες το ύπαιθρο και τα βουνά της Αττικής ήταν γεμάτα μελίσσια και οι μελισσοκόμοι της ευημερούσαν. Σιγά – σιγά όμως όλες οι εξοχές έγιναν οικόπεδα, τα δάση έπαψαν να είναι αποδοτικά ενώ ή ρύπανση που επηρεάζει αρκετά κάθε κομμάτι του ωραίου αυτού κομματιού της Ελλάδας οδήγησαν σε μαρασμό της τέχνη της μελισσοκομίας και οι περισσότεροι μελισσοκόμοι πήραν τα μελίσσια τους και τα πήγαν σε άλλες περιοχές της Ελλάδας όπου οι μέλισσες μπορούν να βρίσκουν περισσότερη και καθαρή τροφή.

Έτσι είναι πλέον σπάνιο φαινόμενο να δούμε μέλισσα στην πόλη, σε κάποιο πάρκο πιθανό ή ακόμη και στα λουλούδια της βεράντας μας γιατί από ένστικτο αυτά τα πλάσματα που μπορεί να κάνουν δεκάδες χιλιόμετρα κάθε μέρα προς αναζήτηση τροφής, αποφεύγουν την πόλη γιατί ξέρουν πως δεν έχει κανένα χυμό να τους προσφέρει. Από ένστικτο πάλι ή εμπειρία μπορούμε να πούμε, γιατί οι μέλισσες είναι πλάσματα κατ’ εξοχήν επικοινωνιακά, αποφεύγουν να πετάξουν πάνω από την πόλη γιατί τα αέρια και οι ρύποι την ενοχλούν.

Τούτα όμως δεν φαίνεται πως απασχολούν τον άγνωστο (σε μένα τουλάχιστον κι ας έχω προσπαθήσει αρκετά να τον πετύχω στο μελισομάντρι του) μελισσοκόμο ο οποίος έχει βάλει δίπλα από την τσιμεντένια κοίτη του Ποδονίφτη, εκεί που τελειώνει η Αχαρνών μερικά μελίσσια τα οποία παράγουν κάποια ποσότητα μελιού.  Ο άγνωστος μελισσοκόμος φαίνεται πως γνωρίζει από μελίσσια γιατί το σημείο που τα τοποθέτησε θεωρείται ιδανικό καθώς τα ρεύματα του αέρα που κινούνται πάνω από τον Ποδονίφτη διατηρούν το περιβάλλον καθαρό και βοηθάνε τις μέλισσες στις πτήσεις τους ενώ εκεί, ακόμη το νερό δεν είναι ακόμη πολύ βρώμικα κι απ’ αυτό ποτίζονται. Εκτός αυτού, δίπλα στο ρέμα και όπου δεν είναι καλυμμένη η γη με τσιμέντο φυτρώνουν πάμπολλα είδη φυτών και από τα άνθη τους και του καρπούς τους οι μέλισσες συλλέγουν όλο το χρόνο χυμούς. Το σημείο αυτό επίσης είναι και ασφαλές γιατί λόγω της στενότητάς του δεν διεκδικείται από κανέναν για θέση παρκαρίσματος κι έτσι οι κυψέλες δεν δέχονται οχλήσεις σχεδόν από τίποτα.  
 
Αυτός ο μελισσοκόμος πρέπει να είναι και ο τελευταίος στην Αθήνα που διατηρεί μελίσσια μέσα στον οικιστικό ιστό της  και πέραν από το μέλι που μαζεύει απ’ αυτά, ο ίδιος με τον τρόπο του τιμά την αρχαία τέχνη της μελισσοκομίας και έστω με αυτό τον τρόπο, υπενθυμίζει πως σ’ αυτόν τον Τόπο, κάποτε ήταν κι άλλα πλάσματα που αντί να τον μοιραστούμε μαζί τους, τα διώξαμε για να έχουμε εμείς περισσότερο χώρο και αέρα…

ΑΘΗΝΑ, 0708218. Εφημερίδα "¨Φιλελεύθερος", σελ. 37     

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ ΧΟΡΕΥΟΥΝ




Ήταν μια πολύ ωραία βραδιά η χθεσινή στο Χοροστάσι, έξω από την Αγία Τριάδα όπου τα κορίτσια του χωριού μας, μικρά και τρανά, χόρεψαν μια σειρά χορών απ’ όλη την Ελλάδα και χειροκροτήθηκαν από όλους για τις επιδόσεις τους και φυσικά την καλή τους διάθεση. Η χορευτική αυτή εκδήλωση που έγινε για πρώτη τα νεότερα χρόνια φορά στη Μεγάλη Κάψη, απηχεί εν ολίγοις και ανάλογες που γίνονταν στα χρόνια του Μεσοπολέμου, όταν το χωριό μας ήταν στην πρωτοπορία εκείνης της εποχής και ευχόμαστε να ξαναγίνει έτσι ώστε μέσα από τη διδασκαλία και την εκτέλεση των χορών στο Χοροστάσι να καλλιεργηθούν οι χορευτικές ικανότητες όλων των παιδιών του χωριού μας.




Την ωραία πρωτοβουλία είχε η πρόεδρος του Εκπολιτιστικού Συλλόγου Μεγάλης Κάψης Σοφία Μπάντζη και την διδασκαλία έκανε η Ουρανία Χαρίτου και την εκδήλωση παρακολούθησαν και χειροκρότησαν οι συγχωριανοί μας και πολλοί άλλοι που ήρθαν από τα διπλανά χωριά να καμαρώσουν τα κορίτσια μας και τις ικανότητές τους στο χορό.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 13082018

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΑ ΠΑΤΡΟΓΟΝΙΚΑ ΧΩΡΑΦΙΑ



Διανύω ήδη την τέταρτη ημέρα της 10ήμερης κατ’ έτος ψυχοθεραπείας στο χωριό, ήτοι την ενασχόληση με πατρογονικά  χωράφια που φέτος λόγω των συνεχών βροχών έχουν γίνει ζούγκλα αλλά ο καθαρισμός τους από τις φτέρες και τα βάτα είναι πιο εύκολος γιατί οι επεμβάσεις των προηγούμενων χρόνων ήταν είχαν καλό αποτέλεσμα και φανερό μάλιστα.

Πέφτω επί ώρες με το χορτοκοπτικό πάνω στα αγριόχορτα και απομακρύνω τα ξερά δέντρα, ιδιαίτερα οι καστανιές που έχουν προσβληθεί εδώ και αρκετά χρόνια από μια αρρώστια που τις αποδεκατίζει και τα ξύλα τους θα καούν, πέρα τον Νοέμβριο για να μειωθεί όσο το δυνατόν ο κίνδυνος της εξάπλωσης, ενώ ετοιμάζω το χωράφι να δεχθεί καινούργιες από ένα φυτώριο που έφτιαξα πέρσι και πάει πολύ καλά. Έτσι ευελπιστώ μέσα σε λίγα χρόνια να αναστηθεί ο προγονικός καστανόλογγος καθώς και οι καρυδιές με καρύδια από τις ντόπιες ποικιλίες που κι αυτές μεγαλώνουν στο φυτώριο. Το ζήτημα με τις αρρώστιες όμως δεν αντιμετωπίζεται μόνο από μένα. Πρέπει να γίνει το ίδιο και στα γειτονικά χωράφια αλλά και όλης της περιοχής, να καθαριστούν συστηματικά και να απολυμανθούν όσο γίνεται χωρίς βέβαια τη χρήση χημικών. Τούτο επαφίεται στον πατριωτισμό των συντοπιτών, για το αν θέλουν δηλαδή να έχουν υγιή δέντρα ή όχι και δεν θεωρώ ότι πρέπει να μην μου πέφτει λόγος σε ένα τέτοιο ζήτημα που μας αφορά όλους.

Αν ισχύει το δεύτερο, φοβάμαι πως ο αγώνας μου μοιάζει μάταιος αλλά δεν με στεναχωρεί γιατί μέσα μου θεωρώ πως αυτά που κάνω στα χωράφια αποτελούν πέρα από την ψυχοθεραπεία που προανέφερα και μια προσφορά τιμής στις γενεές των προγόνων που σε αυτή τη μικρή πατρίδα, την όμορφη Μεγάλη Κάψη της Δυτικής Φθιώτιδας. Ο κόπος μου μπορεί να είναι μοναχικός αλλά η απόλαυση από ένα καθαρό, περιποιημένο χωράφι μπορεί κάλλιστα να μοιραστεί με όποιον εκτιμά την ελάχιστη προσπάθεια που στόχος της επίσης είναι να μη χάσει ο κόσμος της μικρής πατρίδας την συνέχεια του στο μέλλον.   

ΥΓ. Την φωτογραφία τράβηξε η Άρτεμη η οποία σιγά – σιγά μαθαίνει κάποιες από τις εύκολες δουλειές του χωραφιού, προσέχει τι κάνω και κρατάει αρχείο με φωτογραφίες από τις αλλαγές που συντελούνται κι έτσι τις μαθαίνουν και άλλοι που μας σκέφτονται.  

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 12082018

Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2018

ΑΝΟΙΓΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ... ΠΑΡΑΘΥΡΑ




O Διονύσης Άμασις (1960) γεννήθηκε στην Αθήνα και από τα παιδικά του χρόνια ζωγράφιζε.  «Έπιανε το χέρι του» όπως έλεγαν οι φίλοι του αλλά οι υποχρεώσεις της ζωής δεν του επέτρεψαν να συνεχίσει με αυτή την τέχνη και ασχολήθηκε με τον τουρισμό και τις σχετικές με αυτόν υπηρεσίες και τώρα που έκλεισε αυτόν τον κύκλο, ξανάπιασε το πινέλο και με τα σχέδια του και τα χρώματά του δίνει άλλη διάσταση στις επιφάνειες που καταπιάνεται.

Ο Διονύσης ξεκίνησε τη νέα, ώριμη περίοδο της τέχνης του με μια σειρά έργων στο μαγαζί του Νίκου Χαλάτση στη Νεράιδα (Δολόπων) Καρδίτσας απ’ όπου κατάγεται η γυναίκα του Δήμητρα και από εκεί του έμεινε και ο χαρακτηρισμός, «ο καλλιτέχνης των Αγράφων». Τα πρώτα θέματά του τα εμπνεύστηκε από τη φύση γύρω του, τις ψηλές κορυφές των Αγράφων, τα έλατα, τα πλατάνια και μας ενθουσίασε ο τρόπος που τα άπλωσε στον τοίχο του μαγαζιού ενώ έκανε το ίδιο και στα μαγαζιά του Γιάννη Καραμέτου και του Κώστα Μονάντερου και έτσι όλα τα καταστήματα αλλά και άλλα στοιχεία  της Νεράιδας, όπως πόρτες στις αυλές έχουν έργα με την υπογραφή του και αρέσουν πολύ σε όλους.

Ο Διονύσης όμως δεν περιορίστηκε να ζωγραφίζει μόνο στ’ Άγραφα. Η τέχνη του άρχισε να γίνεται γνωστή και πιο πέρα, ζωγράφισε τοίχους σε αρκετά καταστήματα, όπως το «Ρέθεμνος» στο Νέο Ψυχικό, στον «Ψαρά» στο Παλαιό Φάληρο και άλλα αλλά σε πολλά σπίτια που οι νοικοκυραίοι τους ήθελαν να βλέπουν μια εικόνα από εξοχή, από το βουνό ή τη θάλασσα. Η θάλασσα, τα νησιά και οι σκηνές του Αιγαίου ήταν αυτές που τον καθιέρωσαν τελευταία και στη Σουηδία, όπου παρεπιδημεί αρκετούς μήνες κάθε χρόνο ζωγραφίζοντας τοίχους σε σπίτια και καταστήματα και η τέχνη του τον κάνει ιδιαίτερα αγαπητό σε αυτή τη χώρα. Είναι σαν να ανοίγει με τις ζωγραφιές του ένα παράθυρο να βλέπουν την Ελλάδα στον τοίχο τους οι Σουηδοί κι έτσι πολλοί ξεκινάνε να οργανώσουν την επίσκεψή τους στη χώρα μας το καλοκαίρι.


Είναι ανεξάντλητα τα θέματα από το Αιγαίο που μεταφέρει ο Διονύσης στους τοίχους και εσχάτως και στα έπιπλα και σε τούτο τον βοηθάει και η σχέση που δημιούργησε τελευταία με την Λέσβο όπου δουλεύει και παράλληλα αντλεί και ιδέες. Εκεί ζωγράφισε τους τοίχους αλλά και κάθε καρέκλα του καφενείου «Τα πάντα ρεί» του Αντώνη Σαλτογιάννη στον Τρίγωνα του Πλωμάρι, με ένα ξεχωριστό θέμα. Εκείνο όμως που κάνει ξεχωριστό τον Διονύση, είναι ότι ανοίγει με την ζωγραφική του, παράθυρα τους τυφλούς τοίχους και μπάζει μέσα στα σπίτια και τα καταστήματα το φως και τις ομορφιές της ελληνικής υπαίθρου και του Αιγαίου και τούτο εκτιμάται ιδιαίτερα και η τέχνη του τον κάνει ξεχωριστό και οι συμμετοχές του σε εκθέσεις προσελκύουν το ενδιαφέρον του κόσμου.  

ΑΘΗΝΑ, 08082018 Εφημερίδα "Φιλελεύθερος", σελ. 37.