Δευτέρα 4 Μαΐου 2026

ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΝΑ ΞΕΧΑΣΟΥΜΕ ΤΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΣΤΗ ΜΑΡΦΙΝ (05052010)

 Μιλάνε οι πάντες, όλοι αναφέρονται στο γεγονός, για όλους είναι σημείο αντιλεγόμενο και εμείς που το ζήσαμε και θα είμαστε και παρ' ολίγον θύματα μέχρι τώρα σιωπούσαμε...όχι πλέον!

 Η ομάδα των εμπρηστών συγκεντρώνεται μέσα στην πορεία και παίρνει οδηγίες από τη\ον επικεφαλής 

Δεκαέξι χρόνια θα συμπληρωθούν αύριο από την τραγωδία της Μαρφίν που υπήρξαμε αυτόπτες μάρτυρες  και δεν θα  πάψουμε να θυμόμαστε, να τιμούμε με τον τρόπο μας τη μνήμη των νεκρών και βεβαίως να σκεφτόμαστε πως δεν αποκαλύφθηκαν ακόμη οι δράστες του φρικτού αυτού εγκλήματος. Θα περιμένουμε…

Φυσικά κάποιοι ξεχνούν ή ξέχασαν ή θέλουν να ξεχνούν! Κάποιοι θυμούνται άλλα! Όλοι τους θέλουν να περάσουν τα δικά τους!

Πολλοί είναι αυτοί που βρέθηκαν ακριβώς εκεί, εκ των υστέρων... Άλλοι πάλι από τεράστια απόσταση γνωρίζουν καλύτερα από μας που το ζήσαμε,  ακριβώς συνέβη! Όπως ένας μάρτυρας (δημοσιογράφος) που είδε τα πάντα από την Εδουάρδου Λω (πράγμα αδύνατον στις συνθήκες που επικρατούσαν) ή μία κυρία που άκουσε στο Μετρό να λένε κάποιοι πως «εμείς το κάναμε» και έκανε και αναγνώριση ή μία άλλη κυρία που είδε έναν με κουστούμι να ρίχνει εύφλεκτο υλικό στην Τράπεζα (ενώ είδε τον Βασίλη Χατζηϊακώβου με τον πυροσβεστήρα να σπεύδει πρώτος στο φλεγόμενο κτίριο με πραγματικό κίνδυνο για τον ίδιο). Αλλά και ένας περιπτεράς που είχε κλειστό το περίπτερο και δεν ήταν εκεί, εμφανίστηκε ως μάρτυρας στην δίκη και περιέγραφε πως κυνήγησε τους δράστες δήθεν με ένα στυλιάρι και φυσικά αναγνώρισε και τον Χατζηϊακώβου ως διευθυντή της τράπεζας!!!

Φυσικά και μας ξέχασαν γιατί δεν ταυτιστήκαμε με κανέναν, οι μεν γιατί δεν πιέσαμε, δεν παρακαλέσαμε, δεν ζητήσαμε οτιδήποτε, δεν εξαργυρώσαμε...και οι δε, ενώ είμαστε εμείς που από την ανάκριση ακόμη, απαιτήσαμε να μην συρθεί στα δικαστήρια και τρίτος «κατηγορούμενος» γιατί δεν είχε καμία απολύτως σχέση, όπως και οι άλλοι δύο που από τις μαρτυρίες μας αθωώθηκαν, γιατί δεν θέλαμε απλώς να κουκουλωθούν πράγματα και να ενοχοποιηθούν άσχετα πρόσωπα.

Κάποιοι από την ομάδα των εμπρηστών με καλυμμένα πρόσωπα κατευθύνονται προς την Μαρφίν


Δεν ζήσαμε απλώς από πρώτο χέρι τα γεγονότα αλλά θα μπορούσαμε να είμαστε και εμείς θύματα. Το ότι αποτρέψαμε την επίθεση οφείλεται στην εμπειρία και την ετοιμότητα που επιδείξαμε όπως και στην παρουσία κάποιων «μπαρουτικαπνισμένων» φίλων που ο Βασίλης Χατζηϊακώβου διαφωνώντας με την ιδιοκτησία του βιβλιοπωλείου που ήθελε κατά την μεγαλύτερη απεργία και πορεία να παραμείνει ανοιχτό (για αυτό βρέθηκαν μάρτυρες στην δίκη και πελάτες και εργαζόμενοι) ζήτησε την αρωγή τους!

Και σε μένα και σε αυτούς είπε: Πρέπει να υπερασπιστώ την δουλειά μου και ότι δημιούργησα παρ' ότι «κακώς δόθηκα» αλλά κυρίως τους συνεργάτες και εργαζόμενους που θα είναι εκεί σε λάθος ώρα!

Ο Βασίλης Χατζηϊακώβου πλησιάζει με ένα πυροσβεστήρα 

στην φλεγόμενη τράπεζα να κάνει ότι μπορεί


Ο Βασίλης Χατζηϊακώβου παρά την επίθεση που δέχτηκε (γιατί αυτός άραγε, ενώ υπήρχαν και άλλα πρόσωπα εκεί;) επέδειξε ψυχραιμία και με τις δικές του προσταγές, παρά τις τρείς μολότοφ που έπεσαν μέσα στο βιβλιοπωλείο και απετράπησαν τα χειρότερα, έτρεξε πρώτος την ώρα που δεν πλησίαζε κανείς την φλεγόμενη Μαρφίν, την επίθεση στην οποία είχαμε παρακολουθήσει καρέ καρέ την προετοιμασία της μέσα από τον Ιανό. Ο εμπρησμός της Μαρφίν έγινε από οργανωμένη ομάδα που δεν είχε σχέση με στην υπόλοιπη πορεία, η  σχεδόν ταυτόχρονη επίθεση στον Ιανό μάλλον δεν έχει σχέση...

Θυμάμαι τον αείμνηστο σεβαστό καθηγητή Βασίλη Κρεμμυδά να επισκέπτεται τρεις μέρες μετά και να συγχαίρει τον Βασίλη Χατζηϊακώβου και για την στάση του στα γεγονότα αλλά και για τις τολμηρές δηλώσεις του στην δημόσια τηλεόραση επισημαίνοντας του, το εξής: Σε αυτόν τον δρόμο(Σταδίου) παιδί μου, το κράτος και κυρίως το παρακράτος και άλλα άνομα συμφέροντα δρουν και λειτουργούν εξήντα χρόνια τώρα... μπράβο σου που απέδειξες ποιος είσαι! Θυμάμαι τον Βασίλη σε μια άλλη περίπτωση να φωνάζει σε έναν κουκουλοφόρο: Όταν εγώ ήμουν πρώτη ομάδα κρούσης εναντίον του Λεπέν, εσύ δεν ήσουν ακόμη μέσα στα «τέτοια» του μπαμπά σου!

Για εμάς, επαναλαμβάνω, το θέμα της Μαρφίν παραμένει ανοιχτό και συχνά επανέρχεται στις συζητήσεις μας και θέλουμε να μην ξεχαστεί, όπως επιθυμούν ως φαίνεται τόσα χρόνια οι Αρχές. Βεβαίως αυτό που θα λύτρωνε και την κοινή γνώμη είναι να συλληφθούν και να αποκαλυφθούν ποιοι είναι οι δράστες.  Μπορεί να μεγάλωσαν κάπως και να μην είναι οι νεαροί με τις στολές που φαίνονται στις φωτογραφίες αλλά όσο και να’ ναι κάτι θα τους αποκαλύψει. Η ΕΛΑΣ που σε άλλες περιπτώσεις έχει κάνει θαύματα, δεν μπορεί;

ΑΘΗΝΑ, 04052026 

 

Πέμπτη 30 Απριλίου 2026

ΤΙ PREDATOR ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΑΗΔΙΕΣ…

 



Διαχρονικά, πάντα κάποιοι είχαν την ανάγκη και κυρίως τον τρόπο να κρατούν κάποιους άλλους στο χέρι. Άλλοτε για ίδιον όφελος, άλλοτε για λογαριασμό τρίτων, πάντα όμως με το ίδιο παλιό εργαλείο: την παρακολούθηση, το μυστικό, τον εκβιασμό.

Στην εικόνα, ένα σκίτσο του Bruce Garlowan από το τεύχος Ιουνίου 1956 του περιοδικού «Escapade», που μου έστειλε ο Γούλης. Μια κλασική σκηνή: ο ηλικιωμένος κύριος, η νεαρή «περπατημένη» κυρία, το μαγνητόφωνο ανοιχτό, τα ποτήρια στο τραπέζι, η σαμπάνια, η ατάκα από κάτω: «You say the sweetest things!»

Μόνο που τα «γλυκά λογάκια» μπορεί την επόμενη μέρα να γίνουν πολύ πικρά. Γιατί εδώ δεν έχουμε απλώς ερωτικό υπονοούμενο· έχουμε το προοίμιο του εκβιασμού. Πραγματικός ήχος, πραγματική παγίδα, πολύ πριν έρθουν η τεχνητή νοημοσύνη, τα λογισμικά παρακολούθησης και τα σύγχρονα ψηφιακά θηρία να μας μπερδέψουν.

Οποιαδήποτε σύγκριση με το σήμερα, εβδομήντα χρόνια μετά, δεν είναι καθόλου αυθαίρετη. Τα μέσα αλλάζουν: από το μαγνητόφωνο στο κινητό, από την κασέτα στο cloud, από τον κοριό στο Predator. Ο τρόπος όμως μένει ίδιος. Κάποιος ακούει, κάποιος καταγράφει, κάποιος φυλάει το υλικό για την κατάλληλη στιγμή.

Κι εδώ αρχίζει το δικό μας γνώριμο τοπίο. Γιατί όταν η παρακολούθηση παύει να είναι «ιδιωτική υπόθεση» και γίνεται εργαλείο εξουσίας και την καταγραφή πολιτικώ και στρατιωτικών, τότε δεν μιλάμε πια για έναν αφελή γέροντα σε μια πολυθρόνα. Μιλάμε για ένα ολόκληρο σύστημα που ξέρει —ή θέλει— να ακούει περισσότερα απ’ όσα πρέπει.

Στην Ελλάδα των υποκλοπών, το ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος ακούει, αλλά ποιος ελέγχει αυτόν που ακούει  και ποιος τελικά εκβιάζεται. Γιατί όσο το νήμα μένει θολό, όσο οι ευθύνες διαχέονται, το παιχνίδι παραμένει το ίδιο παλιό: λίγοι κρατούν τα ντοκουμέντα, πολλοί κρατιούνται σε σιωπή.

Και κάπως έτσι, εβδομήντα χρόνια μετά, το θηριώδες μαγνητόφωνο του σκίτσου απλώς άλλαξε μορφή. Δεν βρίσκεται πια πάνω στο τραπεζάκι· βρίσκεται παντού. Και ίσως αυτό είναι το πιο ανησυχητικό: ότι η σκηνή δεν ανήκει στο παρελθόν, απλώς συνεχίζεται, με καλύτερη ποιότητα ήχου…

ΑΘΗΝΑ, 30042026

 

Κυριακή 26 Απριλίου 2026

ΤΟ ΜΕΛΙΧΛΩΡΟ ΠΟΥ ΦΕΡΝΕΙ ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΑ ΒΟΥΝΑ ΜΑΣ…


Μια φωτογραφία του Δημήτρη Καλιακούδα από την Εορδαία μού θύμισε μια ξεχασμένη λέξη.

Η μάνα μου, η κυρά Κούλα, που εδώ και ενάμιση χρόνο αναπαύεται στη γη της μικρής πατρίδας, στο κοιμητήριο με τις αρχαίες βελανιδιές, ήταν από εκείνες τις γυναίκες που οι συνθήκες της εποχής τις άφησαν αγράμματες — δεν πήγε σχολείο· η Κατοχή κι έπειτα ο Εμφύλιος στα μέρη μας δεν άφηναν περιθώριο για κάτι τέτοιο.
Αυτό όμως δεν στάθηκε εμπόδιο στη ζωή της. Οι δουλειές στα χωράφια και στο σπίτι δεν ζητούσαν γραμματικές γνώσεις. Στους αριθμούς είχε βρει έναν δικό της τρόπο να λογαριάζει, για να μην την ξεγελούν στις δοσοληψίες. Να διαβάζει δεν ήξερε — κι αν ήξερε, πάλι δεν θα προλάβαινε με τόσα που είχε να κάνει κάθε μέρα. Να γράφει επίσης όχι· μόνο την υπογραφή της, «Α.Π.», κατάφερνε να απλώσει σε ένα χαρτί.
Κι άλλες γυναίκες της γενιάς της στο χωριό δεν ήξεραν γράμματα. Αυτό όμως δεν υπήρξε ποτέ περιορισμός στον λόγο τους. Ο λόγος που διέθετε η καθεμιά ήταν που τις έκανε ξεχωριστές προσωπικότητες και ισότιμα μέλη μιας κοινότητας που, στα χρόνια μετά τη δεκαετία του ’40, έστησε όρθια πάλι μια ρημαγμένη Ελλάδα
Χωρίς γραμματικές γνώσεις, η κυρά Κούλα χρησιμοποιούσε λέξεις που μου κινούσαν την περιέργεια — από πού τις είχε ακούσει και πώς τις είχε κάνει δικές της. Κάποια άνοιξη, πριν από λίγα χρόνια, την άκουσα να λέει, αγναντεύοντας το χωματόβουνο Μαυρογιάννη που υψώνεται απέναντι από το χωριό μας, πως «ανεβαίνει από το ποτάμι και απλώνεται το μελίχλωρο στις πλαγιές».
«Πώς το είπες;» τη ρώτησα ξαφνιασμένος.
«Μελίχλωρο», μου απάντησε.
«Τι θέλεις να πεις;»
«Να… τα κλαδιά γεμίζουν χλωρά φυλλαράκια. Σε λίγες μέρες θα μπορούν να τα βοσκάνε οι γίδες. Τώρα δεν τα πλησιάζουν — στάζουν μέλι. Έτσι το λέω εγώ».
Ναι, η χλωρασιά στα δέντρα που στάζει μέλι πλημμύριζε σαν χνούδι το Μαυρογιάννη, κι εκείνη ένωσε δυο λέξεις για να φτιάξει μία που πραγματικά στάζει μέλι — από τη βαθιά, εκ γενετής γνώση που είχε για τον κόσμο της φύσης.
Άκουγα κι άλλες λέξεις από τη μάνα, τις άλλες γυναίκες στο χωριό και τη γιαγιά Κατερίνη, μα τότε το μυαλό μου ήταν αλλού. Πίστευα πως οι φωνές αυτές δεν θα μπορούσαν να φτάσουν εκεί όπου πήγαινα και τις προσπερνούσα.
Τώρα, που μπορώ να τις ακούω χωρίς κερί στ’ αυτιά, ξαναγυρίζουν μία-μία και με συγκινούν. Όχι σαν μνημεία του λόγου, αλλά σαν τη φωνή που είχε κάποτε ο τόπος. Και προσπαθώ να τις μαζέψω — μήπως και τις χρειαστούν οι επερχόμενοι.
Υγ. Δεν είναι μάθημα φυτολογίας, αλλά πρέπει να πω ότι μόλις άρχιζαν να φουσκώνουν τα κλαριά από τις βελανιδιές, άρχιζε να ρέει ένας χυμός που τα μαλάκωνε για να μπορέσουν να ανοίξουν τα φύλλα και ήταν γλυκός και λίγο πικρός και γι’ αυτό τον απέφευγαν τα γίδια.

ΑΘΗΝΑ, 26042026

ΜΙΑ ΣΚΙΑ ΣΕ ΑΝΘΙΣΜΕΝΗ ΚΕΡΑΣΙΑ ΤΗΝ ΖΗΛΕΥΟΥΜΕ ΟΛΟΙ…


Δεν είναι ακόμη η εποχή που αναζητούμε σκιά. Κι όμως, υπάρχουν εικόνες που σε καλούν να σταθείς από κάτω τους, όχι για να δροσιστείς, αλλά για να θυμηθείς και να μυρίσεις την άνοιξη που κυοφορεί εκτός από την ομορφιά και την καρποφορία. Μια τέτοια εικόνα στάθηκε σήμερα, πρωί–πρωί, στην οθόνη μου: μια ανθισμένη κερασιά και ένας γνωστός άνθρωπος κάτω από τα κλαδιά της.

Έτσι προέκυψε ο λογαριασμός του χρόνου. Πόσος καιρός πέρασε από την τελευταία φορά που μπήκα σε ένα χωράφι δικό μου ή ξένο, που περπάτησα ανάμεσα σε δέντρα όχι ως επισκέπτης αλλά ως κάποιος που τα φροντίζει και τα επισκέπτεται καθημερινά και τα χαιρετάει σαν φίλους και οικείους; Η φωτογραφία μου θύμισε ότι η μικρή πατρίδα δεν χάνεται· απομακρύνεται αθόρυβα, μέχρι που μια σκηνή τη φέρνει ξανά μπροστά σου, ολόκληρη.
Στη φωτογραφία της Vaso Tsironi, ο άντρας της Γιάννης Ευαγγ. Τσιρώνης στέκεται κάτω από την κερασιά του, στον κήπο του σπιτιού τους, με τη Χώρση στο βάθος. Δεν είναι μια απλή στιγμή καταγεγραμμένη αλλά το ίχνος μιας επιστροφής μετά από πολλά χρόνια δουλειάς στο χωριό. Γιατί η επιστροφή στο χωριό, όταν έρχεται μετά από μια ολόκληρη ζωή αλλού, δεν είναι μετακίνηση· είναι πράξη φροντίδας.
Ο Γιάννης δεν βρήκε απλώς ένα χωράφι — το ξαναέφτιαξε. Εκεί όπου υπήρχε εγκατάλειψη, φύτεψε δέντρα. Εκεί όπου ο χρόνος είχε αρχίσει να σβήνει τα σημάδια, εκείνος τα χάραξε ξανά: έναν δεντρόκηπο, ένα αμπέλι, μια καθημερινότητα δεμένη με τις εποχές. Είναι μια ήσυχη μορφή αντίστασης· απέναντι στην ερήμωση, απέναντι στη λήθη και ένα αντίδωρο στις γενιές που πριν από εμάς ημέρεψαν τον τόπο.
Η ανθισμένη κερασιά είναι μόνο η αρχή. Δεν είναι ακόμη καρπός, αλλά υπόσχεση. Μια υπόσχεση που χρειάζεται χρόνο, επιμονή και την πίστη ότι η γη ανταποδίδει, όταν της δοθείς. Και ίσως γι’ αυτό ζηλεύουμε αυτή τη σκιά — όχι για τη δροσιά της, αλλά για όσα προϋποθέτει: παρουσία, φροντίδα, επιστροφή.
Κάποια στιγμή, τα άνθη θα γίνουν καρποί. Τα κλαδιά θα βαραίνουν από κεράσια, και η εικόνα θα αλλάξει, χωρίς όμως να πάψει να λέει το ίδιο πράγμα: ότι η μικρή πατρίδα δεν είναι τόπος, αλλά σχέση. Και ότι αυτή η σχέση, όσο κι αν απομακρυνθείς, μπορεί πάντα να σε περιμένει — αρκεί να γυρίσεις και να σκύψεις ξανά πάνω στη γη.
Περιμένουμε δε να τον δούμε όταν φτάσει και η ώρα της καρποφορίας, που τα ανθισμένα κλαδιά που βλέπουμε θα γεμίσουν ωραία τραγανά κεράσια και ευχόμαστε να είμαστε κι εμείς κοντά να γευτούμε τον υπέροχο που μας χαρίζει η γη μας…

ΑΘΗΝΑ, 26042026

Τετάρτη 22 Απριλίου 2026

ΟΤΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΕΡΧΟΝΤΑΙ ΠΙΟ ΚΟΝΤΑ ΣΤΟ ΘΕΙΟ

 

Τοιχογραφία της Άνοιξης, Ακρωτήρι Θήρας — χελιδόνια και κρίνα
σε έναν κόσμο όπου τίποτα δεν είναι ασήμαντο.

Ο Θορώ μιλά για τους αρχαίους Έλληνες και για τη σχέση τους με τη φύση

Ακόμη και τα έθνη ανυψώνονται όταν προστατεύουν τα πιο αδύναμα πλάσματα. Κάθε φορά που συναντώ την περιγραφή ενός αρχαίου εθίμου —όπου ένας λαός αναγνώριζε τις μετακινήσεις των πουλιών και των ζώων ή ανταποκρινόταν σε κάποια ανάγκη τους— δεν τον θεωρώ πιο άγριο· αντίθετα, μου φαίνεται πιο κοντά στο θείο.
Οι Έλληνες δεν στάθηκαν έξω από αυτή τη βαθιά, ανθρώπινη συνάφεια με τη φύση. Χαίρονταν σαν παιδιά με τον ερχομό του χελιδονιού την άνοιξη. Παρατηρούσαν το πέρασμα των γερανών από τις πηγές του Νείλου και έβρισκαν χαρά σε τέτοια, φαινομενικά ασήμαντα, γεγονότα — όπως και οι Ινδιάνοι.
Walden, 17 Απριλίου 1846

Υπάρχει μια σιωπηλή κλίμακα αξιών που δεν μετριέται με νόμους ούτε με κατακτήσεις. Ο Θορώ τη συλλαμβάνει σε μια φαινομενικά απλή παρατήρηση: τα έθνη εξευγενίζονται όταν προστατεύουν τα πιο αδύναμα ζώα. Όχι όταν κυριαρχούν πάνω τους, αλλά όταν τα αναγνωρίζουν.
Είναι μια σκέψη που ανατρέπει την ίδια την ιδέα της προόδου. Γιατί εδώ ο «πολιτισμός» δεν ορίζεται από το πόσο μακριά έχει απομακρυνθεί ο άνθρωπος από τη φύση, αλλά από το πόσο βαθιά παραμένει δεμένος μαζί της.
Όταν ο Θορώ διαβάζει για αρχαίους λαούς που παρατηρούσαν τις μετακινήσεις των πουλιών ή αφουγκράζονταν τις ανάγκες των ζώων, δεν βλέπει σε αυτούς κάτι το πρωτόγονο. Βλέπει μια μορφή γνώσης που δεν έχει διαρραγεί ακόμη — μια εγγύτητα που μοιάζει σχεδόν ιερή. «Όχι πιο άγριοι», γράφει, «αλλά πιο θεϊκοί».
Και τότε, πολύ πριν από τον Θορώ, σε ένα δωμάτιο στο Ακρωτήρι της Θήρας, κάποιος ζωγράφος έκανε ακριβώς το ίδιο. Δεν ζωγράφισε θεούς. Ζωγράφισε χελιδόνια. Ζωγράφισε κρίνα που ανθίζουν. Ζωγράφισε την άνοιξη όπως την βλέπει ένα βλέμμα που δεν ξεχωρίζει τον άνθρωπο από τον κόσμο.

Χελιδόνια στην άκρη της άνοιξης — εκεί όπου η φροντίδα
 γίνεται το πρώτο μάθημα του κόσμου.


Τα πουλιά πετούν ελεύθερα στους τοίχους, όχι ως σύμβολα αλλά ως παρουσία. Δεν «διακοσμούν» τον χώρο — τον κατοικούν. Και μέσα σε αυτή τη ζωγραφική δεν υπάρχει τίποτε ασήμαντο. Το πέταγμα, το άνθος, η εποχή: όλα αξίζουν να μείνουν.
Ίσως εκεί βρίσκεται και το νόημα της παρατήρησης του Θορώ. Το θείο δεν αποκαλύπτεται όταν ο άνθρωπος υψώνεται πάνω από τη φύση, αλλά όταν στέκεται μέσα της με προσοχή. Όταν χαίρεται για την επιστροφή ενός πουλιού όπως ένα παιδί.
Και τότε, αιώνες πριν από εμάς, κάποιοι άνθρωποι στάθηκαν μπροστά σε αυτά τα ίδια χελιδόνια — και τα έκαναν τοίχο, μνήμη και κόσμο μαζί.

Σελίδα από το ημερολόγιο του Χένρι Ντέιβιντ Θορώ
(17 Απριλίου 1846) — μια γραφή που προσπαθεί να κρατήσει
τη στιγμή όπου ο άνθρωπος θυμάται
ξανά τη συγγένειά του με τον κόσμο των ζώων.


Πηγή: The Thoreau Society

ΑΘΗΝΑ, 21042026

Σάββατο 18 Απριλίου 2026

ΤΟ ΚΥΜΑ ΠΟΥ ΕΣΚΑΓΕ ΣΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΠΑΓΩΣΕ ΕΚΕΊ

 


Όταν κάποτε πήγαν να κατοικήσουν σε αυτό το σπίτι, το διάλεξαν γιατί άκουγαν το κύμα να σκάει το κύμα στο παράθυρο και έβλεπαν την πόρτα τους να στεφανώνει ένας γαλάζιος ουρανός ενώ στον τοίχο τους ήταν φυτεμένη μια φωλιά χταποδιού. Έζησαν όσο τους αρκούσε εκεί, έφυγαν χωρίς να επιστρέψουν αλλά η θάλασσα και ο ουρανός έμειναν ενσωματωμένα στην θλιμμένη πρόσοψη με τα ρημαγμένα κουφώματα να αρνούνται να παλιώσουν κι μην τους δίνει πια κανένας σημασία. [Οδός Μάγερ, 12042026]

Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

Η ΑΞΙΑ ΔΕΝ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΟ ΜΕΤΑΛΛΟ ΑΛΛΑ ΣΤΟ ΒΙΩΜΑ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΑ

 

Κυριακή. Το κουδούνισμα της τσαγιέρας κάτω στο ισόγειο μου θυμίζει τα κουδούνια των αγελάδων που άκουγα κάποτε, όταν μάζευα μούρα στα Μεγάλα Λιβάδια, πριν από πολλά χρόνια, να ηχούν μακρινά και βαθιά ανάμεσα στις σημύδες. Εκείνο το φτηνό κομμάτι μπρούντζου που κουδούνιζε και ο αγρότης κρεμά στον λαιμό της αγελάδας του, σήμαινε για μένα περισσότερα από τους τόνους μετάλλου που αιωρούνται στο καμπαναριό.

— Από το Ημερολόγιο του Henry David Thoreau, 4 Απριλίου 1841

Μια τσαγιέρα στην κουζίνα δεν είναι ποτέ μόνο ένας βραστήρας. Για τον Θορώ γίνεται πέρασμα από έναν κλειστό χώρο, σε ένα ανοιχτό λιβάδι· από τον οικιακό χρόνο, στον χρόνο της περιπλάνησης. Το μέταλλο αλλάζει, ο ήχος μένει.

Και τότε εμφανίζεται η αντιστροφή που καθορίζει όλο το σημείωμα: η αξία δεν μετριέται σε βάρος, ούτε σε όγκο, ούτε σε επισημότητα.

Το καμπαναριό, με όλη τη θεσμική του βαρύτητα, την επιβολή, τη συλλογική του ηχητική εξουσία, υποχωρεί μπροστά σε ένα απλό μπρούτζινο κουδούνι που κρέμεται στο λαιμό μιας αγελάδας. Όχι γιατί ακούγεται πιο δυνατά, αλλά γιατί είναι πιο προσωπικό, πιο ενσωματωμένο στη ζωή.

Το κουδούνι της αγελάδας δεν καλεί. Δεν επιβάλλεται. Δεν οργανώνει τον χρόνο των άλλων. Απλώς υπάρχει  και ακούγεται μέσα σε έναν χώρο όπου ο άνθρωπος δεν είναι το κέντρο, αλλά μέρος. Είναι ο ήχος της απόστασης και ταυτόχρονα ο ήχος της οικειότητας.

Ίσως γι’ αυτό «σημαίνει περισσότερα». Γιατί δεν είναι αντικείμενο, είναι φορέας εμπειρίας που κουβαλά το περπάτημα, την αναζήτηση των μούρων, τη σκιά των δέντρων, τη σιωπή που δεν είναι ποτέ πλήρης. Κουβαλά έναν κόσμο όπου η αξία δεν αποθηκεύεται, αλλά μόνο βιώνεται.

Και τελικά, αυτό που υπαινίσσεται ο Θορώ είναι κάτι πιο ριζικό:
ότι ο πλούτος της ζωής δεν βρίσκεται σε αυτό που αντηχεί πιο δυνατά, αλλά σε αυτό που αντηχεί πιο βαθιά μέσα μας. Μέσα από αυτή τη μικρή ακουστική γέφυρα, ο Θορώ μας μετακινεί σε μια άλλη κλίμακα αξιών: όχι στο μέγεθος, όχι στη λάμψη,
όχι στην ένταση, αλλά στην ικανότητα ενός πράγματος να κρατά μέσα του έναν κόσμο.

Και τότε καταλαβαίνεις πως αυτό που ακούστηκε δεν ήταν απλώς ένα μέταλλο που έτρεμε, ήταν μια ζωή που, για μια στιγμή, επέστρεψε.

17042026