Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΩΣ ΚΟΙΝΟ: ΑΓΡΙΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Λίμνη Walden. Ακίνητο νερό, αλλά όχι σιωπηλό: ένας τόπος όπου ο Θορώ 
αναγνώρισε ότι η σχέση με τη φύση θεμελιώνει δικαίωμα — όχι η ιδιοκτησία.

"Χωρίς να είμαι ιδιοκτήτης καμιάς γης, διαπιστώνω ότι έχω ένα πολιτικό δικαίωμα πάνω στο ποτάμι· ότι, αν δεν είμαι γαιοκτήμονας, είμαι υδάτινος ιδιοκτήτης. Είναι, λοιπόν, εύλογο να έχω μια βάρκα, ένα κάρο, για αυτό το αγρόκτημά μου.

Αφού έχει σχεδόν ολοκληρωτικά εγκαταλειφθεί σε λίγους από εμάς, ενώ οι άλλοι δρόμοι είναι πολύβουοι, δεν είναι περίεργο που το βελτιώνω.
Ένας σαν κι εμένα θα προτιμήσει να ζει σε έναν δήμο όπου υπάρχουν οι περισσότερες λίμνες και ποτάμια και όπου η εμβέλειά μας είναι η πιο πλατιά.
Σε σχέση με το ποτάμι, διαπιστώνω ότι τα φυσικά μου δικαιώματα υφίστανται τη λιγότερη καταπάτηση. Είναι ακόμη ένα εκτεταμένο “κοινό”, από αυτά που απομένουν. Ορισμένες άγριες ελευθερίες εξακολουθούν να επικρατούν ακόμη και στις παλαιότερες και πιο πολιτισμένες χώρες.
Με ευχαριστεί να διαπιστώνω ότι, στην εποχή του Gilbert White τουλάχιστον, οι εργάτες εκείνου του μέρους της Αγγλίας απολάμβαναν ορισμένα κοινά δικαιώματα στα βασιλικά δάση — έτσι τα αποκαλούσαν, αν και δεν ήταν μεγάλα δάση — όπου έκοβαν τύρφη και άλλα καύσιμα, κτλ., και έπαιρναν υλικά για σκούπες, όταν δεν υπήρχε άλλη εργασία.
Ημερολόγια Θορώ, 23 Μαρτίου 1853

Υπάρχουν στιγμές που ο Θορώ δεν μοιάζει απλώς επίκαιρος — μοιάζει σαν να γράφει εκ των προτέρων για τόπους συγκεκριμένους, σχεδόν αναγνωρίσιμους. Αν διαβάσει κανείς σήμερα εκείνη τη φράση του, ότι έχει «ένα πολιτικό δικαίωμα στο ποτάμι», δύσκολα δεν θα σκεφτεί νερά όπως του Κρικελοπόταμου. Νερά που δεν τα κατέχει κανείς, κι όμως ανήκουν βαθιά σε όσους τα έχουν ζήσει.

Πανταβρέχει — Κρικελοπόταμος: Σώματα μέσα στο νερό και το ποτάμι γύρω τους: ένα «κοινό» χωρίς σύνορα, όπου η παρουσία δεν χρειάζεται άδεια και η ελευθερία παραμένει ακόμη άγρια.


Στο Πανταβρέχει, το ποτάμι δεν είναι έννοια — είναι εμπειρία. Σώματα μέσα στο νερό, πέτρες λείες από τη ροή, σκιές από πλατάνια και βράχια που στάζουν. Εκεί καταλαβαίνει κανείς τι σημαίνει αυτό που ο Θορώ ονομάζει «common»: όχι κάτι αφηρημένο, αλλά έναν τόπο όπου η παρουσία δεν χρειάζεται άδεια. Μπαίνεις στο νερό όπως μπαίνεις σε κάτι που ήδη σε περιλαμβάνει.
Και λίγο πιο κάτω, στη γέφυρα του Βράχα, το ποτάμι παίρνει μια άλλη μορφή σχέσης. Όχι πια μόνο ελευθερία, αλλά και σύνδεση. Ένα έργο ανθρώπινο, που δεν κατακτά το ποτάμι αλλά το διασχίζει, που δεν το περιορίζει αλλά το αναγνωρίζει ως όριο και ταυτόχρονα ως πέρασμα. Η γέφυρα δεν αναιρεί το «common»· το επιβεβαιώνει. Είναι μια πράξη κοινότητας, όχι ιδιοποίησης.
Ανάμεσα σε αυτές τις δύο εικόνες —το παιδί μέσα στο νερό και τη γέφυρα που ενώνει χωριά— χωράει ολόκληρη η έννοια των «άγριων ελευθεριών». Ελευθεριών που δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί σε κανονισμούς, που δεν έχουν πλήρως μεταφραστεί σε δικαιώματα χρήσης. Ελευθεριών που υπάρχουν επειδή το ποτάμι παραμένει ποτάμι.

Κι όμως, αυτή η συνθήκη δεν είναι δεδομένη. Η ιδέα ότι ο Κρικελοπόταμος μπορεί να «έρθει» στην Αθήνα —να ενταχθεί δηλαδή σε ένα σύστημα υδροδότησης, να μετατραπεί σε μετρήσιμη ροή— σηματοδοτεί μια ριζική μεταβολή. Το ποτάμι παύει να είναι τόπος και γίνεται υποδομή. Η ελευθερία που προσφέρει δεν καταργείται αμέσως, αλλά αποσύρεται σιωπηλά, καθώς η χρήση του αποκτά προτεραιότητα έναντι της εμπειρίας του.
Εδώ ο Θορώ γίνεται ξανά επίκαιρος, σχεδόν αιχμηρός. Γιατί όταν λέει ότι στο ποτάμι «τα φυσικά μου δικαιώματα υφίστανται τη λιγότερη καταπάτηση», δεν περιγράφει μια ουτοπία — περιγράφει μια ισορροπία. Μια ισορροπία που χάνεται τη στιγμή που το ποτάμι εντάσσεται πλήρως σε ένα καθεστώς αξιοποίησης.

Και τότε, οι «άγριες ελευθερίες» δεν εξαφανίζονται θεαματικά.
Μικραίνουν.
Γίνονται:
• ένα πέρασμα που επιτρέπεται μόνο μέχρι ένα σημείο,
• μια κοίτη που ρέει αλλού από εκεί που τη θυμόμαστε,
• ένα νερό που ανήκει περισσότερο σε ένα σχέδιο παρά σε έναν τόπο.

Αυτό που διακυβεύεται, λοιπόν, δεν είναι μόνο η μορφή ενός ποταμού της Ευρυτανίας. Είναι η ίδια η έννοια του κοινού. Το αν θα συνεχίσουν να υπάρχουν τόποι όπου η σχέση προηγείται της ιδιοκτησίας, όπου η παρουσία δεν χρειάζεται δικαιολόγηση, όπου η ελευθερία παραμένει —έστω και λίγο— άγρια.
Και ίσως, μπροστά σε ένα τέτοιο ποτάμι, να καταλαβαίνει κανείς καλύτερα τι εννοούσε ο Θορώ όταν έγραφε ότι «ο σωστός δρόμος θα ήταν να μη νομοθετείται καθόλου». Όχι γιατί δεν χρειάζονται κανόνες, αλλά γιατί υπάρχουν πράγματα που, αν τα ρυθμίσεις πλήρως, παύουν να είναι αυτό που ήταν.

Γέφυρα Βράχα — Κρικελοπόταμος: Ένα πέρασμα που ενώνει χωρίς να κατακτά: ανθρώπινο έργο που αναγνωρίζει το ποτάμι ως κοινό τόπο και όχι ως πόρο προς εκμετάλλευση.


Το ποτάμι, όσο παραμένει κοινό, παραμένει και ένας τόπος ελευθερίας. Κι αυτή η ελευθερία δεν μετριέται σε κυβικά μέτρα.

Πηγή: The Thoreu Society και φωτογραφίες "Μικρές Πατρίδες"

24032026 ΑΘΗΝΑ

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

H. D. THOREAU: ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΓΑΖΕΙΣ ΤΟ ΨΩΜΙ ΣΟΥ ΑΓΑΠΩΝΤΑΣ

 Όλες οι επιχειρήσεις πρέπει να μπορούν να συντηρούν τον εαυτό τους, να πληρώνουν το κόστος τους. Η μεγάλη τέχνη της ζωής είναι να μετατρέπεις το πλεόνασμα ζωής της ψυχής σε ζωή για το σώμα — ώστε η ζωή να μην αποδειχθεί αποτυχία. Για παράδειγμα, ένας ποιητής πρέπει να συντηρεί το σώμα του με την ποίησή του. Όπως λέγεται για τους εμπόρους, σε ενενήντα εννέα περιπτώσεις στις εκατό η ζωή των ανθρώπων είναι αποτυχία και η χρεοκοπία μπορεί σχεδόν να προβλεφθεί.

Πρέπει να βγάζεις το ψωμί σου αγαπώντας.
                    

Μάζεμα ελιάς στην Ιταλία (1952) – Πηγή: Διαδίκτυο

Στα ημερολόγιά του ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ γράφει συχνά σαν να κρατά σημειώσεις για μια άλλη οικονομία, διαφορετική από εκείνη των εμπόρων και των τραπεζών. Δεν τον απασχολεί μόνο πώς κερδίζει κανείς τα προς το ζην, αλλά πώς μπορεί να ζήσει χωρίς να χάσει το νόημα της ζωής του.
Γι’ αυτό και η σκέψη του ξεκινά από μια φαινομενικά πρακτική αρχή: κάθε επιχείρηση πρέπει να συντηρεί τον εαυτό της. Όμως πολύ γρήγορα μετατρέπει αυτή την αρχή σε κανόνα ζωής. Ο άνθρωπος, γράφει, πρέπει να καταφέρει κάτι πολύ πιο δύσκολο: να μετατρέψει το πλεόνασμα της ψυχής του σε τροφή για το σώμα του.
Η φράση είναι χαρακτηριστική. Ο Θορώ υποθέτει ότι μέσα στον άνθρωπο υπάρχει ένα περίσσευμα ζωής — μια δύναμη που εκδηλώνεται ως περιέργεια, δημιουργία, στοχασμός ή αγάπη για τη φύση. Αυτό το «πλεόνασμα» είναι το πιο πολύτιμο κεφάλαιο που διαθέτει κανείς. Αν όμως δεν βρει τρόπο να το ενσωματώσει στη ζωή του, τότε η ζωή του καταλήγει σε μια μορφή σιωπηρής πτώχευσης.
Γι’ αυτό χρησιμοποιεί και τη μεταφορά της χρεοκοπίας. Οι περισσότεροι άνθρωποι, γράφει με μια δόση αυστηρότητας, ζουν σαν έμποροι που στο τέλος θα βρεθούν σε οικονομικό αδιέξοδο. Όχι επειδή δεν εργάστηκαν, αλλά επειδή εργάστηκαν χωρίς να αγαπούν αυτό που κάνουν.
Το παράδειγμα που δίνει είναι ο ποιητής. Ένας ποιητής, λέει, πρέπει να συντηρεί το σώμα του με την ποίησή του. Δεν εννοεί απλώς ότι πρέπει να ζει από τη συγγραφή. Εννοεί ότι η δημιουργία δεν μπορεί να είναι ένα μικρό καταφύγιο έξω από τη ζωή· πρέπει να γίνει τρόπος ύπαρξης.
Υπάρχει βέβαια ένα μικρό παράδοξο. Ο ίδιος ο Θορώ δεν έζησε από τα βιβλία του. Για πολλά χρόνια κέρδιζε τα προς το ζην με περιστασιακές εργασίες — μετρήσεις γης, διδασκαλία, ακόμη και τη μικρή οικογενειακή βιοτεχνία μολυβιών στο Κόνκορντ. Όμως αυτό δεν αναιρεί το ιδεώδες που διατύπωνε. Για τον Θορώ, το ζήτημα δεν ήταν μόνο οικονομικό· ήταν υπαρξιακό.
Η πραγματική αυτάρκεια, πίστευε, δεν βρίσκεται στην κατοχή πραγμάτων αλλά στη συμφωνία ανάμεσα στη ζωή και στην αγάπη που τη στηρίζει.
Κι όμως, αυτή η σκέψη του Θορώ δεν είναι ξένη προς τη δική μας εμπειρία. Στα χωριά της ελληνικής υπαίθρου υπήρξαν πάντα άνθρωποι που ζούσαν με έναν παρόμοιο τρόπο, χωρίς να το διατυπώνουν σε φιλοσοφικές φράσεις. Δεν πλούτισαν από αυτό που έκαναν· όμως το έργο τους δεν ήταν ξένο προς τη ζωή τους.
Ίσως γι’ αυτό η φράση του Θορώ ακούγεται ακόμη τόσο οικεία: γιατί περιγράφει μια παλιά σοφία που συναντά κανείς σε κάθε τόπο όπου η εργασία δεν είναι μόνο βιοπορισμός αλλά και τρόπος να κατοικείς τον κόσμο.
Και τότε το ψωμί που κερδίζεις δεν είναι απλώς το αποτέλεσμα μιας δουλειάς. Είναι το ίχνος μιας αγάπης που βρήκε τρόπο να γίνει ζωή.

ΑΘΗΝΑ, 14032026

Παρασκευή 13 Μαρτίου 2026

ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΡΗΤΟΡΙΚΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ


Μια γελοιογραφία για τη μνήμη της ρητορικής και την ευθύνη μιας απόφασης

Οι φωτογραφίες με τον τρόπο που κυκλοφορούν πλέον στις οθόνες μας με κουράζουν. Πληθαίνουν τόσο γρήγορα και βεβαίως πάντα αμφιβάλλω για τις πηγές τους και για το βάρος της αλήθειας που κουβαλούν. Έτσι προτιμώ τα σκίτσα: έχουν υπογραφή, έχουν πρόθεση — και πάνω τους μένει ακόμη λίγο από το χνώτο του δημιουργού τους.
Έτσι, χάρη σε αυτή την επιλογή, ο Γούλης (ό δικός μου αλγόριθμος) μου έφερε πριν από λίγο στην οθόνη μια πολιτική γελοιογραφία του Αμερικανού σκιτσογράφου Tim Hartman και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Pittsburgh Post-Gazette. Με λίγα καρέ, ο Hartman συμπυκνώνει δεκαετίες αμερικανικής ρητορικής για το Ιράν.
Στη γελοιογραφία εμφανίζονται διαδοχικά Αμερικανοί πρόεδροι να επαναλαμβάνουν τους γνώριμους λόγους για τους οποίους η Ουάσιγκτον θεωρεί το Ιράν απειλή:
— Ρόναλντ Ρήγκαν: «Το Ιράν είναι κακό…»
— Τζορτζ Μπους (πατέρας): «…είναι ένα τεράστιο πρόβλημα…»
— Μπιλ Κλίντον: «…χρηματοδοτεί την τρομοκρατία…»
— Τζορτζ Μπους (υιός): «…και σκοτώνει Αμερικανούς…»
— Μπαράκ Ομπάμα: «…και δημιουργεί πυρηνικά όπλα…»
— Τζο Μπάιντεν: «Πρέπει να τους σταματήσουμε με κάθε τρόπο!»
Στο τελευταίο καρέ εμφανίζεται ο Ντόναλντ Τραμπ. Ακούει τη συσσωρευμένη αυτή επιχειρηματολογία δεκαετιών και απαντά απλώς:
— «Εντάξει».
Η δύναμη αυτής της γελοιογραφίας βρίσκεται ακριβώς σε αυτή τη μονολεκτική κατάληξη που οδήγησε σε έναν πόλεμο με άγνωστη εξέλιξη. Με μια μόνο λέξη, ο Hartman σατιρίζει την απόσταση ανάμεσα στη βαριά, συσσωρευμένη γεωπολιτική ρητορική τόσων χρόνων και στην απλοποιημένη πολιτική απόφαση που συχνά ακολουθεί και θα μου αρέσει να τον παρακολουθώ να συνεχίζει με τον ίδιο τρόπο να σχολιάζει τις εξελίξεις…
Η γελοιογραφία δημοσιεύτηκε στην Pittsburgh Post-Gazette, μία από τις παλαιότερες εφημερίδες των Ηνωμένων Πολιτειών. Ιδρύθηκε το 1786 στο Πίτσμπεργκ της Πενσιλβάνια και διατηρεί μακρά παράδοση στην πολιτική αρθρογραφία και στη δημοσίευση γελοιογραφιών που σχολιάζουν την αμερικανική δημόσια ζωή.

ΑΘΗΝΑ, 13032026

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

ΠΑΡΑΛΙΓΟ ΝΑ ΜΑΣ ΚΑΝΟΥΝ ΝΟΙΚΟΚΥΡΑΙΟΥΣ ΟΙ ΚΛΕΦΤΕΣ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ

 



Δεν θα ήταν πάνω από 20 λεπτά που έλειψα το απόγευμα από το σπίτι και με πήρε η Άρτεμη να μου πει πως μπαίνοντας είδε να είχαν σπάσει την κλειδαριά της πόρτας και «κάποιοι» ήταν μέσα και ανακάτευαν τα πράγματά μας…

Οι «κάποιοι» όπως πρόλαβε να τους δει η Άρτεμη (ένας ψηλός γεροδεμένος και ένας κοντός) μόλις την κατάλαβαν όρμησαν και βγήκαν από το σπίτι χωρίς ευτυχώς να την χτυπήσουν, αφήνοντας το έργο τους στη μέση. Απ’ ότι διαπίστωσα στην πρώτη εκτίμηση, ένας είχε μπει στην κρεβατοκάμαρα και έψαχνε τα συρτάρια στις ντουλάπες και τη σιφορνιέρα και ο άλλος είχε ξεκινήσει από κάτι κουτιά με διάφορα πράγματα κάτω από τον καναπέ. Στη βιβλιοθήκη δεν πρόλαβαν να βάλουν χέρι και έτσι δεν θα επικαλεστώ την πλήρη καταστροφή. Τώρα κάθομαι και κοιτάζω τον σωρό που μετέτρεψαν τα αρχεία μου ψάχνοντας στα κουτιά για κάτι πολύτιμο και οπλίζομαι με κουράγιο να κάνω ένα συμμάζεμα. Όταν το ολοκληρώσω θα δω και τι πρόλαβαν να βάλουν στην τσέπη…

ΥΓ. Δεν ξέρω τι θα συνέβαινε αν τους εύρισκα εγώ μπροστά μου. Θα τους σακάτευα και θα είχα το δίκιο μου...

2022026 

Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

ΟΤΑΝ ΦΕΥΓΟΥΝ ΟΙ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΙ ΚΑΙ ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΣΕΙΡΑ ΜΑΣ

 

1958, πανηγύρι στο Παλαιοχώρι. Η θεία Ελένη δεξιά κρατά στην αγκαλιά της ένα μωρό και πίσω της, με υψωμένο το ποτήρι, ο άντρας της Νίκος. Δίπλα της ο πατέρας μου Γιώργος και η μάνα μου Αγγελική (Κούλα) νιόπαντροι, καθώς και η άλλη αδερφή της, η Μαρία, ενώ στο κεφάλι της μοιάζει να ακουμπά το χέρι του ο αδερφός τους Κώστας. Θα ήθελα να ήξερα ποιοι είναι και οι υπόλοιποι, αλλά δεν υπάρχει κανένας να μου τους ονοματίσει.

Με τον αποχαιρετισμό χθες στο κοιμητήριο κάτω από το παλιό μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στο Παλαιοχώρι Τυμφρηστού* της θείας μου Ελένης (Αλεξίου) Παπαπαναγιώτου, κλείνει ο κύκλος των ανιόντων της οικογένειας και πλέον έρχεται σιγά-σιγά η σειρά μας…

Η θεία Ελένη (1928–2026) ήταν η μεγαλύτερη αδερφή της μάνας μου και η μόνη που έμεινε στο πατρικό χωριό, το Παλαιοχώρι. Εκεί γεννήθηκε, εκεί μεγάλωσε, εκεί έζησε μαζί με τον άντρα της, τον Νίκο, ο οποίος έφυγε το 2011, και δίπλα του τη βάλαμε να αναπαυτεί. Ως μεγαλύτερη κόρη του Ηλία και της Αριστούλας Αλεξίου, φρόντισε υποδειγματικά τα αδέρφια της, τον Κώστα, την Αγγελική και τη Μαρία, όταν πέθανε, μέσα στην Κατοχή, η μάνα τους — πράγμα που θεμελίωσε μια ιδιαίτερη αγάπη και σεβασμό στο πρόσωπό της απ’ όλους. Δεν ήταν όμως τυχερή· δεν απόκτησε δικά της παιδιά και αυτό ήταν ένα ζήτημα που την μελαγχολούσε.

Η ζωή της θείας Ελένης κύλησε όπως των περισσότερων γυναικών της γενιάς της στο χωριό και το επίκεντρό της ήταν η προκοπή, η αξιοπρέπεια και η συμμετροχή μέσα στην κοινότητα. Δούλεψε στα χωράφια και στα ζωντανά της, αλλά έβαλε και πλάτη στον νερόμυλο με τον μπάρμπα Νίκο και άλεθαν τα γεννήματα της περιοχής. Από το γάλα των αγελάδων που συντηρούσε έφτιαχνε, θυμάμαι, το πιο αφράτο βούτυρο και φυσικά το πιο νόστιμο ψωμί στη γάστρα.

Η θεία Ελένη με τον άντρα της Νίκο, Φεβρουάριος 2007, στο Παλαιοχώρι.



Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ζούσε μόνη στο Παλαιοχώρι. Τα κατάφερνε όπως μπορούσε να εξυπηρετείται και δεν ήθελε να ακούσει κουβέντα για το Γηροκομείο της Σπερχειάδας. Την πρόσεχαν οι γείτονες, καθώς και οι γυναίκες από τη «Βοήθεια στο Σπίτι» του Δήμου Μακρακώμης, κι έτσι έπαιρνε θάρρος. Φέτος μάλιστα είχε παραγγείλει περισσότερα ξύλα για να βγάλει τον χειμώνα, αλλά δεν πρόλαβε να τα κάψει. Αρρώστησε, μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λαμίας, από εκεί στο Γηροκομείο και πάλι στο Νοσοκομείο, όπου και έσβησε προχθές.

Στον τελευταίο αποχαιρετισμό της σήμερα γέμισε κόσμο το άδειο χωριό. Στο Παλαιοχώρι των επτά μόνιμων κατοίκων βρεθήκαμε πάνω από εξήντα άτομα και τη συνοδεύσαμε στην τελευταία κατοικία της. Υπήρξαν βέβαια και κάποιες απουσίες· γι’ αυτό μήνυσαν πως θα της έχουν ωραίο τάφο ως το μνημόσυνο, αλλά είμαι βέβαιος πως δεν θα της άρεσε. Αλλιώς πίστευε πως ήταν οι σχέσεις των συγγενών, και η σιωπή της δυστυχώς την επιβεβαίωνε.

* Είδα την πινακίδα στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία να τον αναφέρει μνημείο της Σπερχειάδας και υπενθυμίζω ότι δεν είναι έτσι, γιατί το Παλαιοχώρι και ο τόπος του ανήκουν ιστορικά στον παλιό Δήμο Τυμφρηστίων

ΑΘΗΝΑ, 08022026

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

ΓΙΟΡΤΑΣΑΜΕ ΤΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΤΗΣ ΑΡΤΕΜΗΣ ΣΤΗ «ΓΑΛΉΝΗ»

 


Ένας χρόνος παραπάνω στη ζωή της Άρτεμης. Το γιορτάσαμε στα ωραία Σεπόλια μας, στην πιτσαρία «Γαλήνη» όπου σβήσαμε τα κεράκια της τούρτας που πήραμε από το ζαχαροπλαστείο «Κάντια» που γλυκαίνει τη γειτονιά μας. Μαζί μας ο Πάνος, ο Μιχάλης, ο Παναγιώτης, η Ιωάννα, ο Λαέρτης, η Μαρία, η Ελένη, ο Ανδρέας, ο Νίκος και η Δώρα. Να είμαστε καλά να το γιορτάσουμε και του χρόνου, μεγαλύτεροι και σοφότεροι…  

ΑΘΗΝΑ, 05022026 

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

ΕΝΑΣ ΚΟΤΣΥΦΑΣ ΜΑΣ ΚΑΛΗΜΕΡΙΖΕΙ ΚΑΙ ΕΥΧΕΤΑΙ ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ

 


Ξημερώσαμε στο χωριό μου – 800 μέτρα ψηλά στις ανατολικές πλαγιές του Τυμφρηστού – που ήδη είχε απελευθερωθεί από το χιόνι των τελευταίων ημερών και ορισμένα κομμάτια της γης του, κυρίως αυτά που καλλιεργούνται ή δέχονται κάποια άλλη φροντίδα, έχουν ήδη ξεπαγώσει.

Ανάμεσά τους και το μικρό τσιμεντένιο παρτεράκι της αυλής του πατρικού σπιτιού. Εκεί όπου η μάνα μου ανέκαθεν διατηρεί ωραίες τριανταφυλλιές, ορτανσίες και άλλα πολυετή καλλωπιστικά και φυτεύει κάθε άνοιξη πολλά ακόμη λουλούδια.

Ως εκ τούτου έχει καλό χώμα, το οποίο φιλοξενεί κάτω από την επιφάνειά του άφθονη τροφή για τα πουλιά — κάτι που, ως φαίνεται, γνώριζε πολύ καλά ο κυρ κότσυφας της φωτογραφίας με την κατακίτρινη μύτη, ο οποίος ήρθε μόλις ζέστανε κάπως η μέρα καμαρωτός – καμαρωτός και, αφού έριξε μια προσεκτική ματιά γύρω του να δει αν βρίσκεται κάπου εκεί κοντά καμιά γάτα, άρχισε να σκαλίζει το χώμα και να τσιμπά με την κεχριμπαρένια του μύτη σκουλήκια.

Ακούνητος τον έβλεπα πάνω από πέντε λεπτά να σκαλίζει και να ρίχνει που και που κάποια ματιά για τον γάτο — η παρουσία μου ούτε καν που τον απασχολούσε και συμπέρανα πως τούτο οφείλεται στη συνήθεια που απέκτησε με τη μάνα μου, η οποία τον βλέπει κάθε μέρα να κατεβαίνει στο παρτέρι και να ψάχνει ακόμη και μέσα στις γλάστρες και προσπαθούν να μην τον ενοχλούν καθόλου. Αντιθέτως δε, φροντίζει να διώχνει τον αδίστακτο γάτο από την αυλή, ενώ όταν έχει παγωνιά και ο κότσυφας δεν μπορεί να σκαλίσει, η μάνα μου ρίχνει στο παρτέρι ψίχουλα και σπόρους και έρχεται και χορταίνει όχι μόνος αυτός αλλά και άλλα πουλιά — κάτι μελισουργοί, κάτι κομπογιάνοι που δεν μπορούν να βρουν τροφή στους κήπους.

Ως ανταπόδοση της προσοχής που του κάνουν, ο κυρ κότσυφας, αφού χορτάσει, πετάει και στέκεται σε διάφορα σημεία της αυλής και, αφού περάσει με ένα άφοβο φτερούγισμα μπροστά από την πόρτα, κάθεται κατόπιν για λίγο ψηλά στην κρεβατίνα και με μια βραχνή φωνούλα λέει την καλημέρα του.

Ας μη με γνώριζε· το ίδιο έκανε και σε μας προχθές το πρωί και μας είπε κι εμάς μια μελωδική καλημέρα! (01022011).