Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

ΤΟ ΔΕΙΛΙΝΟ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΔΕΝ ΑΝΗΚΕΙ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ

 

Δειλινό πάνω από το όρος Γουατσέτ· φωτογραφία του Richard Smith


Οι θεοί δεν ανήκουν σε καμία αίρεση·δεν παίρνουν το μέρος κανενός.

Όταν φαντάζομαι πως η Φύση γέρνει προς λίγες εκλεκτές, επίμονες και πιστές ψυχές, πως ζει ιδιαίτερα γι’ αυτές, πηγαίνω να δω έναν άγνωστο άνθρωπο που ζει κάτω από τον λόφο, αφήνοντας ήσυχους και θεούς και ανθρώπους, και βρίσκω πως και στο δικό του κήπο φυτρώνουν φράουλες και ντομάτες, και πως ο ήλιος στέκεται με καλοσύνη στη ράχη του λόφου του — κι έτσι αναγκάζομαι να παραδεχτώ την αδέκαστη, αδέσμευτη γενναιοδωρία των θεών.

                                                                                    Henry David Thoreau, Journals, 15 Απριλίου 1841

 Κάποτε κουβαλάμε περισσότερα απ’ όσα μας αναλογούν. Μικρές φροντίδες που βαραίνουν, λόγια που μένουν, μέρες που δεν κλείνουν όπως θα θέλαμε. Ο Θορώ σε αυτό το σημείωμα μας θυμίζει ότι λίγο πιο έξω από εμάς, εκεί που τελειώνουν οι δρόμοι και αρχίζουν οι πλαγιές των βουνών και ο ορίζοντας της θάλασσας, ο ήλιος συνεχίζει να κατεβαίνει αθόρυβα εκτελώντας το καθημερινό του ταξίδι. Εκεί, σ’ αυτή την αδιαφορία του φωτός να φωτίζει τα πάντα χωρίς να ξεχωρίζει τίποτα και κανέναν κρύβεται μια μικρή λύτρωση: ότι τίποτα από όσα μας βαραίνουν δεν είναι τόσο μεγάλο όσο νομίζουμε, όταν το αφήσουμε να χαθεί μέσα στο φως ενός δειλινού.

ΑΘΗΝΑ, 15042025

ΤΟ ΞΕΡΟ ΔΕΝΤΡΟ ΕΓΙΝΕ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΓΙΑ ΤΑ ΠΟΥΛΙΑ

 

Donna Drogos: «Birdhouse Tree», Hwy 133 βόρεια του Kinnear, Ουαϊόμινγκ (ΗΠΑ), 8 Απριλίου 2026. Ένα ξερό δέντρο που δεν κόπηκε, αλλά μετατράπηκε σε καταφύγιο για πουλιά.


Με το πρόσχημα της συντήρησης και της ασφάλειας και με κλαδέματα που ξεπερνούν κάθε λογική, τα δέντρα στις ελληνικές πόλεις ακρωτηριάζονται συστηματικά ή εξαφανίζονται. Απίθανα συνεργεία χωρίς καμιά γνώση ή εμπειρία αφαιρούν σχεδόν όλη την κόμη τους αφήνοντας πίσω έναν γυμνό, χωρίς κλαδιά κορμό. Το αποτέλεσμα δεν είναι φροντίδα, αλλά υποβάθμιση: δέντρα εξασθενημένα, χωρίς σκιά, χωρίς οικολογική λειτουργία. Κυρίως, χωρίς ζωή επάνω τους.

Για τα πουλιά των πόλεων: σπουργίτια, κοτσύφια, δεκαοχτούρες ακόμα και κοράκια, τα δέντρα δεν είναι διακοσμητικά στοιχεία. Είναι τόποι φωλιάσματος, προστασίας και αναπαραγωγής και όταν η δομή τους καταστρέφεται, χάνεται και η δυνατότητα της φιλοξενίας. Έτσι οι πληθυσμοί τους περιορίζονται, η παρουσία τους μειώνεται και μαζί τους φτωχαίνει και το αστικό περιβάλλον. Το φαινόμενο δεν είναι μεμονωμένο. Παρατηρείται σε πολλές πόλεις της χώρας, συστηματικά και επαναλαμβανόμενα, χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι βασικές αρχές της αστικής οικολογίας.

Κι όμως, η εικόνα θα μπορούσε να είναι διαφορετική.

Σε μια αγροτική περιοχή του Ουαϊόμινγκ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, ένα ξερό δέντρο δεν απομακρύνθηκε. Αντί να κοπεί, αξιοποιήθηκε. Πάνω στα κλαδιά του τοποθετήθηκαν μικρές ξύλινες φωλιές, μετατρέποντάς το σε έναν κατακόρυφο χώρο φιλοξενίας πουλιών — μια απλή αλλά ουσιαστική παρέμβαση.

Το παράδειγμα αυτό δεν αφορά μόνο μια διαφορετική πρακτική διαχείρισης. Αναδεικνύει μια διαφορετική αντίληψη: ότι ο δημόσιος χώρος δεν είναι μόνο για τους ανθρώπους, αλλά και για τα άλλα είδη που συνυπάρχουν σε αυτόν. Η προστασία της αστικής βιοποικιλότητας δεν απαιτεί σύνθετες λύσεις. Απαιτεί, κυρίως, αλλαγή προσέγγισης. Πιο ήπιο κλάδεμα και από συνεργεία που διαθέτουν πείρα σε αυτό που κάνουν, σεβασμός και διατήρηση της φυσικής μορφής των δέντρων και φυσικά πρόβλεψη για τη φωλεοποίηση των πουλιών. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και η τοποθέτηση τεχνητών φωλιών θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά.

Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Θέλουμε πόλεις αποστειρωμένες ή πόλεις ζωντανές; Γιατί ένα δέντρο δεν είναι απλώς μέρος της αστικής αισθητικής αλλά είναι φορέας ζωής για τα πουλιά και απόλαυσης για τους ανθρώπους. Και μια πόλη που δεν αφήνει χώρο για φωλιές, είναι μια πόλη που σταδιακά χάνει τη δική της.

Πηγή: Η σελίδα Wyoming through The Lens

ΑΘΗΝΑ, 15/04/2026


Τρίτη 14 Απριλίου 2026

ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ – ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΖΕΤΑΙ…

 

Ένα βιβλίο ανοίγει — και μαζί του ανοίγει ένας δρόμος που κανείς δεν ήθελε να δει.

Σαν σήμερα, 14 Απριλίου 1939, στη Νέα Υόρκη, από τον εκδοτικό οίκο «The Viking Press» κυκλοφορεί το βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ «Τα σταφύλια της οργής - The Grapes of Wrath», ένα μυθιστόρημα που δεν διαβάστηκε ποτέ ως απλή λογοτεχνία, αλλά ως κατηγορία για έναν κόσμο που πήρε στραβό δρόμο.

Η αντίδραση ήταν άμεση. Στην Καλιφόρνια, και ιδιαίτερα στην κομητεία Kern County, το βιβλίο απαγορεύτηκε από βιβλιοθήκες και σχολεία. Τοπικά συμβούλια το χαρακτήρισαν «ψευδές» και «προπαγανδιστικό». Αντίτυπα αποσύρθηκαν ενώ δεν έλειψαν και δημόσιες καύσεις. Οι μεγαλοϊδιοκτήτες γης και τα οικονομικά συμφέροντακατήγγειλαν τον Στάινμπεκ ότι συκοφαντεί την Καλιφόρνια και υποκινεί κοινωνική αναταραχή επικαλούμενοι ανήθικη γλώσσα και τον κομμουνισμό!

Αλλά το πρόβλημα βρισκόταν αλλού. Το βιβλίο δεν μιλούσε απλώς για τη δυστυχία που προκάλεσε σε μεγάλες ομάδες του πληθυσμού η «Μεγάλη Ύφεση». Δεν παρουσίαζε την εξαθλίωση ως φυσική καταστροφή, αποτέλεσμα μιας ξηρασίας ή μιας καταιγίδας. Την απέδιδε και την τοποθετούσε μέσα σε ένα σύστημα σχέσεων και στο κέντρο έβαζε κάτι σχεδόν ανώνυμο και πανίσχυρο: τις τράπεζες.

Όχι ως θεσμό με πρόσωπο, αλλά ως μηχανισμό χωρίς ευθύνη. Στο βιβλίο, οι άνθρωποι που εκτελούν τους πλειστηριασμούς και τις εξώσεις δεν εμφανίζονται ως κακοί,  σχεδόν ζητούν συγγνώμη. «Δεν φταίμε εμείς», λένε. «Η τράπεζα το ζητά». Και η τράπεζα, με τη σειρά της, δεν είναι πια άνθρωποι, αλλά κάτι που «πρέπει να ζήσει», κάτι που «τρώει» τα πάντα για να επιβιώσει. Ένα τέρας χωρίς σώμα.

Έτσι, οι οικογένειες διώχνονται από τα σπίτια τους και ξεριζώνονται όχι από κάποιον εχθρό που μπορείς να δεις, αλλά από έναν μηχανισμό που δεν τον ακουμπά καμιά κατηγορία. Τα χωράφια αδειάζουν, τα σπίτια εγκαταλείπονται, και η μετακίνηση χιλιάδων ανθρώπων προς τη Δύση μοιάζει σχεδόν φυσική — ενώ δεν είναι.

Τζον Στάινμπεκ: Το βλέμμα κάποιου που είδε το όνομα πίσω από την ανάγκη  και το έγραψε.

Και αυτό ήταν ίσως το πιο επικίνδυνο σημείο του βιβλίου. Ότι αφαιρούσε από την καταστροφή το άλλοθι της «αναγκαιότητας». Γιατί από τη στιγμή που η φτώχεια παύει να είναι μοίρα και γίνεται αποτέλεσμα, η αφήγηση αλλάζει δραματικά. Δεν ζητά συμπόνια, αλλά κρίση. Δεν ζητά λύπηση, αλλά κατανόηση των μηχανισμών που την παράγουν. Από εκεί και πέρα, η ανάγνωση δεν είναι αθώα πράξη.

Δεν είναι τυχαίο ότι το βιβλίο του Τζον Στάινμπεκ «Τα σταφύλια της Οργής» συνεχίζει να επανεμφανίζεται στις ΗΠΑ μέχρι σήμερα σε λίστες απαγορεύσεων ή αμφισβήτησης. Όχι ως ένα παλιό σκάνδαλο που ξεχάστηκε, αλλά ως ένα βιβλίο που κάθε εποχή μοιάζει να χρειάζεται να ξαναλογοκρίνει — με διαφορετικά επιχειρήματα, αλλά με την ίδια αμηχανία απέναντι σε ό,τι αποκαλύπτει.

Κι έτσι, η ιστορία του δεν ανήκει μόνο στον τόπο που το γέννησε. Γιατί κάθε κοινωνία έχει γνωρίσει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, εκείνες τις στιγμές όπου οι αποφάσεις παίρνονται «αλλού», όπου οι ευθύνες διαχέονται, όπου η ανάγκη παρουσιάζεται σαν νόμος της φύσης. Και τότε, τα κείμενα που τολμούν να δώσουν όνομα σε αυτή τη διαδικασία μοιάζουν υπερβολικά, άβολα ή επικίνδυνα.

Και η απαγόρευση δεν χρειάζεται πάντα φωτιά. Μερικές φορές αρκεί μια αφαίρεση από τη λίστα, η μετακίνηση στο περιθώριο ή απλώς η σιωπή.

Μια σκηνή από καμβά και σκόνη· ένα σπίτι που έμαθε να μετακινείται.

Και ίσως γι’ αυτό «Τα σταφύλια της Οργής» πάντα θα επιστρέφουν. Γιατί οι μορφές μπορεί να αλλάζουν, αλλά οι μηχανισμοί επιμένουν να είναι οι ίδιοι. Σήμερα, οι τράπεζες δεν εμφανίζονται πια ως εκείνο το αόρατο «τέρας» του Στάινμπεκ, κι όμως η λειτουργία τους παραμένει αναγνωρίσιμη. Τα «κόκκινα» δάνεια, οι πλειστηριασμοί, τα σπίτια που περνούν από χέρια ανθρώπων σε ανώνυμα και απρόσιτα χαρτοφυλάκια, συνθέτουν μια σύγχρονη εκδοχή του ίδιου αφηγήματος. Οι αποφάσεις εξακολουθούν να παίρνονται αλλού· οι συνέπειες, όμως, παραμένουν οι ίδιες. Και όπως τότε, έτσι και τώρα, η ανάγκη παρουσιάζεται ως φυσικός νόμος, χωρίς πρόσωπο, χωρίς ευθύνη. Ίσως γι’ αυτό κάποια βιβλία δεν παλιώνουν: γιατί δεν περιγράφουν μόνο μια εποχή αλλά αποκαλύπτουν έναν μηχανισμό.

ΑΘΗΝΑ, 14042026

ΟΤΙ ΔΕΝ ΦΩΝΑΖΕΙ ΔΥΝΑΤΑ ΓΡΑΦΕΤΑΙ ΜΕ ΤΑ ΜΙΚΡΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ

 


Η πόλη δεν είναι μόνο αυτό που καταλαβαίνουμε — είναι και αυτό που προσπερνάμε

 

Έχουμε συνηθίσει πια στη διαφήμιση – όπου κάθε επιφάνεια της πόλης που λογίζεται ότι μπορεί να λειτουργήσει ως σημείο προβολής πληρώνεται να φιλοξενήσει κάποια εικόνα αλλά και στην απόλυτη ασυδοσία των γκράφιτι και των λογής βαρβαρικών καλλιτεχνημάτων οπουδήποτε, από τους τοίχους κάθε κτιρίου μέχρι τα παγκάκια. Γενικά τα μάτια μας έχουν μπουκώσει από εικόνες που επιβάλλουν οι άλλοι να βλέπουμε.

Έχουμε συνηθίσει πια και τίποτα δεν προκαλεί την όρασή μας, ούτε και το ενδιαφέρον μας καθώς από την άλλη, ένα μεγάλο μέρος απ’ αυτό το υλικό που απλώνεται κάθε μέρα μπροστά μας έχει μεταφερθεί στο διαδίκτυο και δυστυχώς, μας «τρώει» πολύτιμο χρόνο.

Εντούτοις, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι, συμπολίτες μας που συνεχίζουν να μοιράζονται τις αδύναμες φωνές τους και να επιζητούν να επικοινωνήσουν με άλλους, διακριτικά με μικρά γράμματα σε κάποιες γωνιές της πόλης, εκεί που πιστεύουν ότι θα βρεθεί κάποιος να τα διαβάσει και θα δώσει σημασία στο μήνυμά τους. Όπως δε φαίνεται στις φωτογραφίες, στη τζαμαρία από ένα κλειστό τζογαδόρικο, στον κατήφορο της Ομόνοιας προς το Μεταξουργείο, στην οδό Κοτοπούλη, όπου ο χώρος λόγω της ύπαρξης του Αστυνομικού Τμήματος εκεί δίπλα, υποτίθεται ότι προσφέρει κάποια ασφάλεια στους ανθρώπους που η πόλη απωθεί στα κρυφά της μέρη, ένας «τοίχος» μιλάει με αυτό τον τρόπο.


Εκεί που κόβει λίγο ο αέρας και είναι προστατευμένοι από τη βροχή, νιώθουν απάγκιο, κάνουν τις συναλλαγές τους και φυσικά την χρήση των ουσιών που βρίσκουν. Εκεί έχουν δημιουργήσει τον δικό τους χώρο και επόμενο είναι να αποτελεί και βάση για πληροφορίες που άλλοι μοιράζονται δια ζώσης κι άλλοι τις γράφουν στον τοίχο, με κωδικούς συνήθως ή σε μια γλώσσα που μόνο αυτοί χρησιμοποιούν. Το περίεργο πάλι είναι ότι ενώ φιλοξενεί μηνύματα, δεν αναγράφεται πουθενά κανένα τηλέφωνο για ευνόητους βέβαια λόγους αλλά αυτό φανερώνει και τους μυστικούς δεσμούς που ενώνουν αυτή την κοινότητα.



Πέρα όμως από τα χρηστικά, τοίχος φιλοξενεί κι άλλα μηνύματα και ανησυχίες. Έτσι διαβάζουμε ποιήματα, αφιερώσεις σε κάποια πρόσωπα, σημειώματα για αναζητήσεις προσώπων, άλλα τρυφερά κι άλλα θυμωμένα, όπως του έρθει του καθενός. Το γεγονός ότι κάτω από τα φρέσκα μηνύματα αχνοφαίνονται σε στρώσεις τα παλιότερα σβησμένα, ένα παλίμψηστο δηλαδή, σημαίνει πως αυτός ο «τοίχος» διαβάζεται από πολλά μάτια και πάνω σε αυτόν αναπτύσσεται ένας διάλογος που η αποκωδικοποίησή του πολλούς δυσκολεύει.

Αμφιβάλλω αν τα προσέχει κάποιος περαστικός, πόσο μάλλον οι αλλοδαποί που είναι η πλειονότητα σε αυτή την περιοχή, ούτε νομίζω ότι κανένας άλλος σκύβει να τα διαβάσει. Εξάλλου όλοι είναι βιαστικοί εκεί, θέλουν να απομακρυνθούν σύντομα κι έτσι δεν καταλαβαίνουν πως αυτά τα μηνύματα για κάποιους είναι μια επικοινωνία για μια κοινότητα που η πόλη δυσανασχετεί από την ύπαρξή της αλλά δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. 

Κι όμως ο «τοίχος» διαβάζεται… Από άλλα μάτια, από εκείνους που έχουν λόγο να τον κοιτάξουν. Είναι μια μικρή επικοινωνία, σχεδόν υπόγεια από μια κοινότητα που δεν δηλώνεται και επιμένει να βρίσκει τρόπο να συνομιλεί, ακόμα όταν η πόλη την περιορίζει στον κατήφορο από την Ομόνοια προς τα κάτω… Ένας «τοίχος» που θυμίζει πως η πόλη δεν ανήκει μόνο σε εκείνους που μιλάνε δυνατά.

ΑΘΗΝΑ, 13042026

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

ΕΝΑ ΚΕΡΑΚΙ ΣΤΟΝ ΠΑΛΙΟ ΓΕΙΤΟΝΑ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΕΥΡΙΠΙΔΟΥ

 

Ένα κερί στον Άγιο Ιωάννη. Η μνήμη βρίσκει ακόμη τον δρόμο της.

Πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια, η φιγούρα της δεν θα κινούσε καμία προσοχή στην οδό Ευρυπίδου. Τότε, στην εμπορική αυτή γειτονιά της Αθήνας, κατοικούσαν ακόμη λίγοι ηλικιωμένοι άνθρωποι — από εκείνους που είχαν το προνόμιο να είναι γηγενείς Αθηναίοι, να έχουν γεννηθεί σε σπίτια που συγκαταλέγονταν στα πρώτα της πόλης.

Αυτοί ήταν και οι τελευταίοι που συγκροτούσαν τις τοπικές ενορίες των μικρών και μεγάλων εκκλησιών που είναι διάσπαρτες στο κέντρο — στο λεγόμενο εμπορικό. Ένας κόσμος που ζούσε ανάμεσα σε πάγκους, αποθήκες, μαγαζιά και προσκυνητάρια, και που ήξερε τους δρόμους με το μικρό τους όνομα.

Από τότε μέχρι σήμερα, τα καταστήματα άλλαξαν. Κάποια εξελίχθηκαν σε χώρους εστίασης, άλλα έγιναν ξενοδοχεία, ενώ ένα μεγάλο μέρος της περιοχής κάτω από την Αθηνάς έχει πάρει τη μορφή μιας πυκνής, πολύγλωσσης αγοράς, με ρυθμούς και εικόνες που θυμίζουν μεγάλες πόλεις έξω από την Ευρώπη. Οι ενορίες αποψιλώθηκαν. Έμειναν κυρίως ως μνήμη σε όσους μεγάλωσαν εκεί ή πέρασαν τα χρόνια τους εργαζόμενοι στο εμπόριο.

Μια τέτοια μνήμη οδήγησε, προχθές το μεσημέρι, μια ηλικιωμένη γυναίκα στο εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννη στην Κολώνα, στη μέση της Ευρυπίδου. Κρυμμένο πίσω από μια σιδερένια πόρτα, το μικρό αυτό εκκλησάκι είναι γνωστό σε όσους το έχουν ανακαλύψει για τον κορινθιακό κίονα που στηρίζεται στο ιερό βήμα και διαπερνά την ξύλινη στέγη.

Ο Άγιος Ιωάννης, ο «θερμαντής», στον οποίο είναι αφιερωμένος ο ναΐσκος, θεωρείται προστάτης της υγείας. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που καταφεύγουν σε αυτόν με την ελπίδα μιας μικρής βοήθειας. Οι αρχαιολόγοι, από την πλευρά τους, βλέπουν στο εκκλησάκι μια συμπύκνωση της ίδιας της πόλης: από την αρχαιότητα στα πρώτα χριστιανικά και τα βυζαντινά χρόνια, κι από εκεί στην οθωμανική περίοδο και στη σύγχρονη εποχή.

Έξω, η πόλη αλλάζει πρόσωπο χωρίς να σταματά να κινείται...

Στην αυλή υπάρχει πάντα το προσκυνητάρι. Εκεί κατέφευγε ο κόσμος της γειτονιάς για να ανάψει ένα κερί στην αρχή της ημέρας ή στο διάλειμμα της δουλειάς. Έτσι διατηρήθηκε μέχρι σήμερα ανοιχτός ο χώρος — μια μικρή ανάσα μέσα στον πυκνό ιστό της πόλης, ένα σημείο που εξακολουθούν να ανακαλύπτουν όσοι περπατούν την Αθήνα με προσοχή.

Στον Άγιο Ιωάννη βάδισε και η ηλικιωμένη. Προσκύνησε την εικόνα, άναψε το κερί της και μπήκε μέσα με την άνεση κάποιου που επιστρέφει σε γνώριμο τόπο. Όταν τελείωσε, βγήκε ξανά στην Ευρυπίδου. Στάθηκε για λίγο και κοίταξε τον δρόμο. Οι επιγραφές, η κίνηση, οι φωνές — τίποτα δεν της θύμιζε πια το παλιό τοπίο.

Άρχισε να περπατά αργά, από τη Γερανίου προς τη Σοφοκλέους, ανάμεσα σε ένα πλήθος ανθρώπων που κινούνταν με άλλους ρυθμούς. Κοντοστάθηκε σε δύο-τρεις πόρτες, πλησίασε ένα κατάστημα με είδη νοικοκυριού, μπήκε μέσα. Ρώτησε κάτι στα ελληνικά. Της απάντησαν σε μια γλώσσα μισή-μισή, ότι δεν μπορούσαν να την εξυπηρετήσουν. Βγήκε έξω χωρίς να χάσει την ψυχραιμία της.

Συνέχισε λίγο πιο πάνω. Δοκίμασε σε ένα ακόμη κατάστημα. Πάλι η ίδια απάντηση. Προχώρησε αργά, μέχρι που βρήκε ένα μαγαζί με ελληνικές πινακίδες. Μπήκε. Αυτή τη φορά κάποιος κατάλαβε τι ζητούσε. Χάθηκε για λίγο στο εσωτερικό, βρήκε το αντικείμενο, το έβαλε σε μια σακούλα και της το έδωσε.

Ανάμεσα σε παλιά και νέα μαγαζιά, η ζωή συνεχίζεται σε άλλες γλώσσες.

Πλήρωσε, βγήκε στη Σοφοκλέους και στάθηκε να πάρει ταξί. Όταν ένα σταμάτησε, δύο νεαροί Πακιστανοί την βοήθησαν να μπει. Τους ευχαρίστησε και κάθισε.

Είχε κατέβει στην Αθήνα για μια υπόθεση στο Κτηματολόγιο. Μαζί με αυτήν, είχε φέρει και κάτι άλλο: μια διαδρομή χρόνων. Πήγε να ανάψει ένα κερί στον Αϊ-Γιάννη τον «θερμαντή». Εκεί, δίπλα του, είχε ζήσει και εργαστεί για πάνω από πενήντα χρόνια.

Της είχε σταθεί σαν καλός γείτονας.

ΑΘΗΝΑ, 20042019

Παρασκευή 3 Απριλίου 2026

ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ: ΤΙ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΒΑΡΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

 


Η απομάκρυνση του υφυπουργού ψυχικής υγείας επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα των προτεραιοτήτων στην άσκηση πολιτικής — σε έναν τομέα που παραμένει υποστελεχωμένος και κοινωνικά «αόρατος».

Η απομάκρυνση του αρμόδιου για θέματα ψυχικής υγείας υφυπουργού Δημήτρης Βαρζόπουλος, στο πλαίσιο του πρόσφατου ανασχηματισμού, φέρνει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που υπερβαίνει το ίδιο το πρόσωπο. Σύμφωνα με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί, το όνομά του φέρεται να περιλαμβάνεται σε υπόθεση που εξετάζει η Ευρωπαία εισαγγελέας Λάουρα Κοβέτσι σχετικά με τον ΟΠΕΚΕΠΕ.

Ο ίδιος έχει αναφέρει ότι υπήρξαν επαφές με τον οργανισμό, με στόχο τη διευκόλυνση αιτημάτων αγροτών της εκλογικής του περιφέρειας (Β΄Θεσσαλονίκης). Η πρακτική της διαμεσολάβησης πολιτικών για ζητήματα πολιτών δεν είναι άγνωστη στην ελληνική πραγματικότητα. Ωστόσο, το ερώτημα που ανακύπτει αφορά την ιεράρχηση των ευθυνών.

Ένας υφυπουργός ψυχικής υγείας καλείται να διαχειριστεί ένα πεδίο που εδώ και χρόνια χαρακτηρίζεται από ελλείψεις, θεσμικές καθυστερήσεις και αυξημένες κοινωνικές ανάγκες. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται σε φάση μετάβασης από το μοντέλο των μεγάλων ιδρυμάτων σε κοινοτικές δομές, χωρίς όμως η μετάβαση αυτή να έχει ολοκληρωθεί επαρκώς.

Τα μεγάλα δημόσια ψυχιατρικά ιδρύματα, όπως το Δαφνί και το Δρομοκαΐτειο, λειτουργούν διαχρονικά υπό πίεση, με περιορισμένους πόρους και ελλείψεις προσωπικού, ενώ οι ανάγκες αυξάνονται. Παράλληλα, οι οικογένειες και οι φροντιστές καλούνται συχνά να καλύψουν κρίσιμα κενά του συστήματος, σε ένα περιβάλλον όπου η πρόσβαση σε υπηρεσίες παραμένει άνιση.

Η συζήτηση, επομένως, δεν περιορίζεται στο αν υπήρξαν παρεμβάσεις για αγροτικά ζητήματα, αλλά στο κατά πόσο το βάρος της πολιτικής προσοχής κατευθύνεται εκεί όπου υπάρχει η μεγαλύτερη ανάγκη.

Η ψυχική υγεία εξακολουθεί να είναι ένας τομέας με χαμηλή ορατότητα στον δημόσιο διάλογο. Οι άνθρωποι που βρίσκονται στον πυρήνα αυτών των προβλημάτων — ασθενείς, οικογένειες, φροντιστές, γιατροί — σπάνια διαθέτουν τα μέσα πίεσης που έχουν άλλες κοινωνικές ομάδες. Για πολλές οικογένειες —ανάμεσά τους και η δική μου— αυτό δεν αποτελεί μια αφηρημένη συζήτηση, αλλά καθημερινή εμπειρία.

Η υπόθεση αυτή, ανεξάρτητα από την τελική της έκβαση, αναδεικνύει ένα διαχρονικό πρόβλημα: την απόσταση ανάμεσα στις θεσμικές αρμοδιότητες και στις πραγματικές προτεραιότητες της πολιτικής δράσης.

Και θέτει ένα ερώτημα που αφορά συνολικά τη δημόσια διοίκηση:
πώς ορίζεται στην πράξη η ευθύνη, όταν οι πιο ευάλωτοι δεν έχουν φωνή;

ΑΘΗΝΑ, 03042026


Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

ΈΝΑ ΖΕΥΓΑΡΙ ΔΕΝΤΡΟΤΣΟΠΑΝΑΚΩΝ ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ ΕΝΑΝ ΣΠΟΡΟ


Η προσέγγιση — το ένα φέρνει τον σπόρο, το άλλο περιμένει. 


Τα περισσότερα που φτάνουν στ’ αυτιά μας και βλέπουν τα μάτια μας κάθε πρωί κουβαλούν έναν πόνο, έναν φόβο, μια ματαιότητα. Είναι σχεδόν επίτευγμα των διαχειριστών της πληροφορίας — των ειδήσεων — να στρώνουν την αρχή της ημέρας με απαισιοδοξία. Κι όμως, μέσα σε αυτόν τον κόσμο υπάρχουν μικρά παραθυράκια. Από εκεί περνούν εικόνες απλές, σχεδόν αρχετυπικές, που μπορούν να αλλάξουν το κλίμα.

Μια τέτοια εικόνα είναι κι αυτή: δύο μικρά πουλιά πάνω σε έναν κλαδί να μοιράζονται ένα σπόρο. Ο σπόρος δεν είναι απλώς τροφή. Είναι μια χειρονομία. Ίσως και κάτι περισσότερο: μια μικρή τελετουργία. Το ένα πλησιάζει με προσοχή, το άλλο περιμένει· τα σώματα ευθυγραμμίζονται, τα ράμφη σχεδόν αγγίζονται, και για μια στιγμή ο κόσμος περιορίζεται σε αυτή τη λεπτή ανταλλαγή. Είναι μια πράξη που έχει μέσα της ρυθμό, επανάληψη, πρόθεση — όλα εκείνα τα στοιχεία που συγκροτούν μια τελετουργία.

Η αναμονή — τα σώματα ευθυγραμμίζονται, η απόσταση μικραίνει.

Και μαζί, διακριτικά αλλά καθαρά, διαπερνά τη σκηνή ένας υπόγειος ερωτισμός. Όχι ως προβολή ανθρώπινων συναισθημάτων, αλλά ως βιολογική ένταση: η εγγύτητα των σωμάτων, η προσφορά της τροφής από το ένα στο άλλο, η αποδοχή της. Μια στιγμή εμπιστοσύνης που είναι ταυτόχρονα και μια στιγμή έλξης. Στη φύση, η αναπαραγωγή δεν αρχίζει με τη σύζευξη· αρχίζει με τέτοιες μικρές, σχεδόν αδιόρατες κινήσεις.
Ο δεντροτσοπανάκος (Sitta europaea) είναι ένα μικρό δασόβιο πουλί, γνωστό για την ικανότητά του να κινείται πάνω στους κορμούς των δέντρων ακόμη και ανάποδα — μια ιδιότυπη ακροβασία που τον κάνει να ξεχωρίζει. Με τη γαλαζωπή ράχη, την ανοιχτόχρωμη κοιλιά και τη μαύρη λωρίδα στο μάτι, είναι γνώριμος κάτοικος των ελληνικών δασών. Τρέφεται με έντομα και σπόρους, συχνά αποθηκεύει τροφή σε σχισμές του φλοιού, αλλά στις σχέσεις του αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη ποιότητα: το μοίρασμα της τροφής λειτουργεί ως δεσμός, ως επιβεβαίωση, ως υπόσχεση συνέχειας.
Κοιτάζοντας αυτή τη μικρή σκηνή, ίσως θυμόμαστε κάτι που εύκολα ξεχνάμε: ότι η προσφορά δεν είναι περίσσευμα, αλλά τρόπος ύπαρξης. Και ότι ακόμη και στον πιο μικρό σπόρο μπορεί να εγγραφεί μια ολόκληρη σχέση — με τον ρυθμό της, την τελετουργία της και τη σιωπηλή της ένταση.

Η ανταλλαγή — μια στιγμή επαφής, μια μικρή τελετουργία προσφοράς.


Και ένα ευχαριστώ στον Δημήτρη Καλιακούδα, που με τη ματιά και τη γενναιοδωρία του μοιράζεται μαζί μας τέτοιες στιγμές — μικρά, φωτεινά παραθυράκια και αλλάζει τη διάθεσή μας για ολόκληρη την ημέρα. Με τον τρόπο του μας κάνει να τον ακολουθήσουμε μια μέρα στις εξοχές των μικρών μας πατρίδων ή στα παρκάκια των πόλεων όπου ζούμε να ανακαλύψουμε κι εμείς σκηνές που να μας φωτίζουν την ημέρα.

ΑΘΗΝΑ, 28032026