Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2020

Η ΑΜΟΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΞΙ ΑΙΣΘΗΣΕΩΝ


 
Το μοναστήρι της Παναγίας Χοζοβιώτισας
Αν κάποιος αποφασίσει το παρθενικό του ταξίδι στην Αμοργό, από τα πρώτα βήματά του και αμέσως θα καταλάβει πως μόνο δυο τρόποι υπάρχουν για να γνωρίσει αυτό, το μοναδικό νησί του Αιγαίου. Ο ένας είναι να αρχίσει να φωτογραφίζει την υπέροχη φύση της και ο άλλος να πάρει με τα πόδια να τη γνωρίσει σε όλο το μήκος και το πλάτος της. Πάνω κάτω, και για τους δυο τρόπους ο ίδιος χρόνος απαιτείται. Καθώς όμως η πρώτη περίπτωση είναι πρακτικώς αδύνατη, διστακτικά στην αρχή και με θάρρος κατόπιν η ψυχή, πιστεύω, πως θα ζυγιστεί προς τη δεύτερη επιλογή και με ελεύθερα τα χέρια θα «διαβάσει» ολόκληρο το νησί.

Πανηγύρι στο Σταυρό

Με κλειστή λοιπόν τη μηχανή, θα προκύψει μια φωτογραφία λιγότερη της λευκής φωλιάς η οποία ως ένα αυστηρό θαυμαστικό κρέμεται στους γκρεμούς σαν σύμβολο του μέτρου, ανθρώπινου και θεϊκού. Μια φωτογραφία λιγότερη ίσως είναι αυτή που θα αφήσει μερικά δευτερόλεπτα ελεύθερα τα μάτια για να θαυμάσουν τους αόρατους αγγέλους που διαρκώς φροντίζουν τη μητρόπολη της θαλασσινής πίστης στο Αιγαίο. Μια φωτογραφία επίσης λιγότερη δεν θα μειώσει ούτε στο ελάχιστο το δέος απέναντι στην στοργική ομίχλη που τυλίγει κάποια πρωινά τα βουνά της νήσου, νανουρίζει γλυκά τα μέλη των διαλυμένων ανεμόμυλων της Λαγκάδας και χαϊδεύει τα αρχαία δέντρα που ζουν ως αναχωρητές, στο άβατο των ιλιγγιωδών γκρεμών στον Ξόδωτο.

Άγιος Ιωάννης Θεολόγος

Το μεταλλικό κλικ ίσως ταράξει τους αραιούς θυσάνους των χλιαρών ατμών που αρδεύουν τις αχειροποίητες ξερολιθιές στον Ποταμό και φωτίζουν τις φιγούρες που κέντησε πάνω στην πέτρα, το χέρι του ανάπηρου καλλιτέχνη Μιχάλη Ρούσσου κάποτε στον Ασφοντυλίτη. Μπορεί επίσης να τρομάξει τους κορυδαλλούς που παιανίζουν τις λαλιές τους στις εξοχές της Αρκεσίνης ή να ταράξει τη μακαριότητα του κοπαδιού των κατσικιών που έχει καταφύγει το μεσημέρι στις σκιές που δημιουργούν οι πέτρες δίπλα από το μονοπάτι στη Θεοσκέπαστη. Κι ένα κλικ ακόμα μπορεί να κόψει τη φόρα του αέρα και να διαλύσει το άτακτο στρόβιλο που γεννήθηκε ξαφνικά στο παρατημένο αλώνι στα Χάλαρα και λιχνίζει τους σπόρους των αγριόχορτων που κυοφορούν την επερχόμενη ανθοφορία.

Πανόραμα Αιγιάλης (2007)
Αν το χέρι τώρα είναι απασχολημένο διαρκώς με τη μηχανή και τους φακούς, τότε μπορεί να μην αισθανθεί στην παλάμη του το ραβδί που θα τον βοηθήσει να διαβεί τα μονοπάτια της Κάτω Μεριάς και προς τον Άγιο Ιωάννη τον Βαλσαμίτη ή να νοιώσει τη μαδημένη λαδομπογιά στα ξύλα του καικιού που θα τον περάσει στη Νικουριά ή τη Γραμπούσα. Μπορεί ακόμη να τον εμποδίσει, να παραμερίσει την πρόχειρη πόρτα στο μαντρωμένο χωράφι στο Βρούτση ή να μην προλάβει να καμαρώσει τις πέρδικες που με θόρυβο κατεβαίνουν από τον Κρίκελο. Κι ακόμα, μπορεί να μην χαιρετήσει τον Νικόλα Θηραίο, όταν τον καβάλα στο γαιδουράκι του να περνάει από τον Άγιο Μάμμα αφού θα προσπαθεί να βρει την κατάλληλη γωνία να ζωντανέψει με την φιγούρα του το άδειο τοπίο με αποσαθρωμένες ξερολιθιές και ταλαιπωρημένα από τον αέρα 
δέντρα  

Βραχογραφήματα στον Ασφοντυλίτη.

Η όσφρηση φυσικά και δεν έχει καμιά σχέση με τη φωτογραφία, ούτε δεσμεύεται, ούτε εμποδίζεται από αυτή την τέχνη. Επειδή όμως είναι πολύ πιθανόν να λειτουργήσει ως υπονοούμενο σε κάποιο έργο, τότε μπροστά σε ένα πέλαγος από θυμάρια, μπορεί να σας διαφύγει το αόρατο συννεφάκι των αρωμάτων που ανεβαίνει ως θυμίαμα στον ουρανό ή η ευωδιά της συγκομιδής στον θερισμένο αγρό και το φορτίο της γύρης που μεταφέρουν οι μέλισσες στην κυψέλη που είναι φωλιασμένη στη ρίζα του τοίχου. Έτσι μπορεί να χάσετε και την αψιά μυρωδιά που βγάζει το μαντρί με τις κυκλώπειες πέτρες στα Κάψαλα ή στο Ξενοδοχειό, το μεγαλύτερο μαντρί του νησιού, στη μέση της Μεγάλης Στράτας από τη Χώρα προς την Αιγιάλη.

Τα Μεταλλεία, στο Ξόδωτο

Το ίδιο μπορεί να συμβεί και με τη γεύση την οποία μπορεί να παραμερίσει η όραση όταν βρεθεί μπροστά στους αδιάβατους κήπους με τις γερασμένες φραγκοσυκιές στο Μούρο ή την Καλοταρίτισσα, με τους δεκάδες, πολύχρωμους, ως των καβουριών εξογκωμένα μάτια, καρπούς. Ένα κλικ λιγότερο ίσως είναι η αφορμή για να δεθεί για πάντα η γεύση σας με τους σπάνιους χυμούς που αντλεί αυτό το φυτό της απελπισίας από τη γη της Αμοργού. Γι’ αυτό όταν πλησιάζετε τις φραγκοσυκιές, αντί της μηχανής κρατάτε στα χέρια σας ένα μαχαιράκι και μην ξεχάσετε, τις πρώτες ημέρες του Σεπτέμβρη θα σας είναι χρήσιμο αν ανηφορίστε από τα Θολάρια προς τον Άγιο Γιάννη το Θεολόγο, γιατί εκεί θα συναντήσετε και κάποια από τα τελευταία αμπέλια

Το ναυάγιο του "Ολύμπια"
Όσο για την έκτη αίσθηση, μην την ψάξετε ο ίδιος ο τόπος θα σας την φανερώσει. Από της αρχαίας Μινώας τα μνημεία μέχρι την Αιγιάλη, την Αρκεσίνη και από την Αγία Τριάδα ως το Ρίχτι και την έξω Μεριά, οι σκιές των προγόνων που σμίλεψαν την Αμοργό, θα σας ακολουθούν και θα σας δείχνουν το δρόμο. Οι ίδιες σκιές θα είναι δίπλα σας να σας αποχαιρετήσουν, όταν με το εισιτήριο της επιστροφής δρασκελίσετε τον καταπέλτη του καραβιού που θα σας πάρει μακριά από την Αμοργό που επιτέλους, γνωρίσατε και αγαπήσατε και θα είναι εκεί να σας καλωσορίσουν την επόμενη φορά που θα θελήσετε να επισκεφθείτε τη μοναδική Αμοργό!

Ηλιοβασίλεμμα στην Αιγιάλη


Οι παραλίες της Γραμβούσας

Η παραλία στην Αιγιάλη
Ο όρμος της Αιγιάλης από το ξενοδοχείο "Αιγιαλίς"
Θυμάρι δίπλα σε μονοπάτι
Ο όρμος της Αιγιάλης τη νύχτα

ΥΓ. Όλες οι φωτογραφίες ανήκουν στο Amorgos Photo Archive και καλύπτουν μια εικοσαετία επισκέψεων στην Αμοργό. Κάποιες εκτέθηκαν σε έκθεση το 2007 στο φεστβάλ "Υπέρεια" αλλά στη σημερινή ανάρτηση προστέθηκαν και ορισμένες πρόσφατες.

ΑΜΟΡΓΟΣ, 02062020

Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2020

Η ΠΑΤΑΤΑ ΕΧΕΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΤΗΣ ΥΨΟΣ




Είναι η πατάτα από τα κηπευτικά για την οποία  λίγα ακούγονται τα ωραία λόγια. Όχι επειδή δεν το αξίζει αλλά καθώς πρόκειται για το πιο βασικό κηπευτικό και καλλιεργείται με στόχο την ποσότητα καθότι χορταίνει περισσότερο από κάθε άλλο, ελάχιστοι είναι εκείνοι που θα πούνε για παράδειγμα ότι είναι ωραία τα άνθη της, πόσο δε τα φύλλα της. Κι αν κάποιος επιχειρήσει να την δει με άλλο μάτι, πάλι στο τέλος θα έχει να κάνει με την παραγωγή που έδωσε το χωράφι, το μέγεθός της που ποικίλλει χάρη στα λιπάσματα, την ποιότητά της στον πάγκο του μανάβη, ξεφλουδισμένη στην κουζίνα και μαγειρευμένη με όποιον τρόπο μπορεί να φανταστεί κανένας και όπως όλοι γνωρίζουν, δεν είναι και λίγοι.

Έτσι όταν αναφέρεται κάποιος στις πατάτες είναι σαν να μιλά για κάτι πολύ συνηθισμένο και συχνά ακούμε να χρησιμοποιείται η λέξη «πατάτα» για κάτι που δεν έχει ωραίο σχήμα, κάτι ατσούμπαλο που δεν μπορεί να σταθεί ισάξια δίπλα σε άλλα πράγματα. Συχνά δε η λέξη «πατάτα» χρησιμοποιείται για να σχολιασθεί ένα μικρό ή μεγάλο ανθρώπινο ατόπημα ή λάθος. Την έκανε την «πατάτα» ακούμε να λένε και καταλαβαίνουμε με πόση… επιείκεια απευθύνεται κάποιος για εκείνον που δεν κατάφερε κάτι που μπορούν να κάνουν όλοι ή να μην έχει προβλέψει τις  συνέπειες που μπορεί να έχει η πράξη ή στάση του.

Δεν έχουν όμως έτσι τα πράγματα και όσοι τις καλλιεργούν μόνο αυτοί ξέρουν πως η πατάτα έχει τις δικές της ομορφιές και λαχτάρες στην πορεία της από το χώσιμο στη γη την άνοιξη μέχρι το ξεχώσιμο στα μέσα του καλοκαιριού που ωριμάζει. Φυσικά και η καλλιέργειά της δεν διαθέτει, για παράδειγμα το κύρος των σπαραγγιών, να μείνουμε στα συγγενή είδη ή η αναζήτησή της στο χώμα την γοητεία της σπάνιας τρούφας, αλλά για τον καλλιεργητή της παραμένει πάντα ένας μικρός θησαυρός που τον περιμένει να παραμερίσει όταν έρθει η ώρα το χώμα με την αξίνα και να τον αποκαλύψει.

Κάθε μέρα δε που περνάει από τότε που την φύτεψε, γνωρίζει πως ο σπόρος (μια ή δυο πατάτες) γεννάει μικρούς κονδύλους οι οποίοι μεγαλώνουν αναλόγως το χώμα και το νερό που δέχονται. Δεν φαίνονται, αλλά ο καλλιεργητής γνωρίζει περίπου που αναπτύσσονται και προσέχει να μην τους τραυματίσει όταν σκαλίζει το χωράφι ή τις ποτίζει. Ποτέ δεν ξεσκεπάζει να δει τι συμβαίνει μέσα στη φωλιά γιατί το έχει σαν κακό. Περιμένει πότε θα αρχίσει να μαραίνεται το φύλλωμά της μέχρι να ξεραθεί εντελώς και τότε τις ξεχώνει με την αξίνα πάλι με μεγάλη προσοχή. Αυτό ακριβώς το ρόλο παίζει το πυκνό της φύλλωμα, διοχετεύει στις μικρές πατάτες ενέργεια από τον ήλιο και οξυγόνο από την ατμόσφαιρα μέχρι που μην αντέχει άλλο και καθώς ξεραίνεται γνωρίζει πως έχει επιτελέσει τον σπουδαιότερο ρόλο στην καλλιέργεια, πράγμα που μόνο ο καλός καλλιεργητής γνωρίζει, εκτιμά και προσέχει να μην το τσαλαπατάει όταν κινείται μέσα στο χωράφι όταν τις ποτίζει.

Να σταθείς στο ύψος της πατάτας μπορείς μόνο όταν αυτές είναι ανθισμένες καθώς την περίοδο αυτή το φύλλωμά τους μαζί με τα άνθη της φτάνει στο μεγαλύτερο ύψος το οποίο φυσικά και έχει να κάνει με την ποιότητα, την γονιμότητα της γης και την περιποίηση που έχει. Για να έρθεις πιο κοντά της, τότε γονατίζεις και ποιος ξέρει, μπορεί να ακούσεις και τους ήχους που κάνει η φωλιά καθώς οι μικρές πατάτες που βιάζονται, είναι αλήθεια να μεγαλώσουν.  

Τα άνθη της πατάτας δεν είναι απ’ αυτά που κόβονται και προσφέρονται σε κάποιο πρόσωπο ή στολίζουν το σπίτι αλλά έχουν την ομορφιά τους και φυσικά, για τον καλλιεργητή που τα καμαρώνει η παρουσία τους πάνω στο φύλλωμα σημαίνει πως η φωλιά που στεγάζει μπαίνει στο τελικό στάδιο της ωρίμανσης.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 01072020

Πέμπτη, 25 Ιουνίου 2020

ΜΙΑ ΦΟΥΡΚΕΤΑ ΚΑΝΕΙ ΤΗ ΔΙΑΦΟΡΑ


Μια φουρκέτα δεν είναι χρήσιμη μόνο στα μαλλιά αλλά μπορεί 
να κάνει θαύματα όταν φτιάχνουμε γλυκό κεράσι.
Όπως μετά τις καταιγίδες έρχονται εξαιρετικές αιθρίες έτσι και μετά από τις πικρές στιγμές ακολουθούν άλλες που μας κάνουν να ξεχνούμε τα παθήματα και αυτά βεβαίως να μας γίνονται μαθήματα. Ο λόγος για την πτώση από την κερασιά που αναφέρθηκα χθες και την τύχη που είχα να μην σπάσω τίποτα. Μόνο μια γραντζουνιά στο δεξί χέρι αποκόμισα κι αυτή επουλώθηκε πολύ γρήγορα κι έτσι δεν είχα πρόβλημα με τις δουλειές στο χωράφι.

Τα κεράσια που ήταν στη σακούλα που κρατούσα όταν έπεσα φυσικά και έγιναν πολτός και ούτε οι κότες δεν τους έδωσαν σημασία. Το γεγονός με οδήγησε να ανέβω πάλι στη σκάλα, με περισσότερες προφυλάξεις βέβαια και προσοχή να μαζέψω άλλα για να κάνουμε γλυκό. Έτσι μάζεψα άλλες δυο σακούλες από την κερασιά του γείτονα, τα τελευταία από τα κορφινά κλαδιά και το μόνο που με στεναχωρούσε ήταν ότι τα στερούσα από τους σπουργίτες που έκαναν πάρτι αυτές τις ημέρες πάνω σε αυτές τις κερασιές. Άφησα λίγα και γι’ αυτούς, στα κλαδιά που δεν έφτανα κι έτσι δεν έμεινε κανένας παραπονεμένος.

Το μάζεμα ακολούθησε η διαλογή η οποία δεν ήταν εύκολη γιατί πρόσεχα όταν τα ξεκολλούσα από τα κλαδιά και ήρθε η ώρα της προετοιμασίας. Δεν το είχα ξανακάνει αλλά κάτω από τις οδηγίες της μάνας μου και της αδερφής μου Μαρούλας πήρα μια φουρκέτα και άρχισα να βγάζω τα κουκούτσια. Η Άρτεμη δήλωσε πως δεν μπορεί να το κάνει αυτό και περιορίστηκε να τραβάει κάποιες φωτογραφίες από την ιστορική στιγμή…

Δυο κιλά κεράσια υπέστησαν τη βάσανο της φουρκέτας 
για να βγει το κουκούτσι τους και είναι έτοιμα για την κατσαρόλα.

Μοιάζει εύκολο να βγάζει κάποιος το κουκούτσι από τα κεράσια με μια φουρκέτα αλλά δεν είναι έτσι που νομίζουμε. Πρώτα – πρώτα απαιτείται υπομονή και μια επιδεξιότητα στα χέρια γιατί πρέπει μετά την αφαίρεση του κουκουτσιού ο καρπός να μείνει ακέραιος γιατί αλλιώς θα επρόκειτο για μαρμελάδα πράγμα που δεν ήταν ο στόχος μας. Έπαιρνα ένα – ένα τα κεράσια, τα οποία επαναλαμβάνω ότι ήταν τα καλύτερα ίσως από ποτέ που ωρίμασαν στο χωριό και επί πλέον ήταν νοστιμότερα γιατί τα μάζεψα από τη κερασιά του γείτονα Πάνου Τσιρώνη και με μια προσεκτική κίνηση βύθιζα στη σάρκα τους την φουρκέτα και αφαιρούσα το κουκούτσι χωρίς να τα λιώσω. Το γεγονός εκτιμήθηκε πολύ από τη μάνα μου,  την αδερφή μου που δεν περίμεναν πως τα κατάφερνα και κάνω αυτή τη δουλειά.

Μου άρεσε πολύ αυτό που έκανα αλλά παράλληλα μου δημιούργησε και κάποιες απορίες. Όπως για το αν στα ζαχαροπλαστεία κάνουν το ίδιο πράγμα, εκτιμώντας βέβαια πως κάτι τέτοιο πρακτικά θα ήταν ασύμφορο. Στην απορία μου η απάντηση ήταν ότι στα ζαχαροπλαστεία και στις βιοτεχνίες γλυκών κουταλιού η αφαίρεση του κουκουτσιού γίνεται με ένα ειδικό εργαλείο αλλά αυτό κάνει μια τρύπα στο κεράσι. Στη δική μας περίπτωση, ισχυρίστηκαν οι γυναίκες, η φουρκέτα αφαιρεί το κουκούτσι και στη θέση του δημιουργείται μια φωλιά η οποία γεμίζει σιρόπι κι έτσι γίνεται πιο ωραίο το γλυκό. Η πληροφορία με ικανοποίησε πολύ και ένιωσα πως κάνω κάτι μοναδικό, την πρώτη φορά που ασχολήθηκα με την ζαχαροπλαστική και κυρίως με τα γλυκά κουταλιού.

Το αποτέλεσμα σε δυο εκδοχές: Μια με τα κόκκινα κεράσια του γείτονα
και η άλλη με τα πετροκέρασα μιας άλλης κερασιάς. 
Στην κουβέντα έμαθα επίσης για την χρήση, με μέτρο πάντα και κατά την κρίση της νοικοκυράς του «ξινού» για να γίνονται πιο κρουστοί οι καρποί, της αρμπαρόριζας για να παίρνει γεύση καθώς και για τις αναλογίες με ζάχαρη. Ομολογώ ότι αυτά δεν με ενθουσίασαν καθόλου καθώς το ενδιαφέρον μου για την ζαχαροπλαστική και την κουζίνα γενικώς είναι αυτό του μέσου ανθρώπου και σταμάτησα να ασχολούμαι μη χαλάσω την μαγεία που μου πρόσφερε μια φουρκέτα στο βγάλσιμο των κουκουτσιών. Στις σημειώσεις μου κράτησα μόνο ότι για ένα κιλό γλυκό κεράσι χρειάζεται ένα κιλό ζάχαρη και ανάλογα με τις διαθέσεις της νοικοκυράς και το μέσο που χρησιμοποιεί, άλλοτε βράζονται μαζί κι άλλοτε πρώτα γίνεται το σιρόπι και μετά μπαίνουν τα κεράσια στην κατσαρόλα…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 25062020

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2020

ΜΙΑ ΑΝΩΔΥΝΗ ΠΤΩΣΗ ΑΠΟ ΚΕΡΑΣΙΑ


Η αγκούτσα, συνήθως από κλαδί κερασιάς που λυγίζει εύκολα είναι το πρωτόγονο εργαλείο που βοηθάει να φέρνουμε κοντά μας τα κεράσια από τα απόμακρα κλαριά που είναι και τα πιο ωραία και η σκάλα αλουμινίου απαραίτητη…

Σήμερα φάγαμε τα τελευταία κεράσια της φετινής χρονιάς και όλοι έχουμε να πούμε πως ήταν εξαιρετικής ποιότητας. Βέβαια δεν ήταν από τα παλιά κεράσια τα ξακουστά Καψιώτικα, αυτά έχουν ξεχαστεί αφού κανείς δεν φρόντισε τις παλιές κερασιές, αλλά από ποικιλίες Βοδενών (Εδέσσης) που πριν από πολλά χρόνια σε μια άλλη προσπάθεια για την ανάπτυξη της ελληνικής επαρχίας φύτεψαν στο χωριό και φαίνεται πως προσαρμόστηκαν πολύ καλά και καρπίζουν σχεδόν κάθε χρόνο. Εννοείται ότι καρπίζουν μόνο όταν βοηθήσει και ο καιρός και κυρίως αν δεν πάθουν καμιά ζημιά οι κερασιές από τον πάγο οι οποίες επιβιώνουν θαυμάσια  χωρίς υποστήριξη φυτοφαρμάκων και λιπασμάτων. Παρ’ όλα αυτά  καταφέρνουν αυτά τα υπέροχα δέντρα να δημιουργούν από μόνα τους εξαιρετικούς καρπούς που μας ομορφαίνουν τη ζωή και μας γλυκαίνουν το στόμα τούτο τον καιρό στο χωριό που δεν υπάρχει άλλο φρούτο και μέχρι να ωριμάσουν τα κορόμηλα.  


Η έφοδος στη κερασιά με την βοήθεια μιας σκάλας αλουμινίου αρχίζει… Παλιότερα δεν χρειάζονταν καθόλου η σκάλα αλλά φαίνεται πως εγώ κόντυνα ή ψήλωσαν τα δέντρα…

Είναι μεγάλο κεφάλαιο οι κερασιές και τα κεράσια στο χωριό και δεν εξαντλείται με ένα ή δυο κείμενα. Ιδιαίτερα δε όταν εκτός από το μάζεμα των κερασιών έρχεται και η ώρα αυτά να γίνουν γλυκό μια εμπειρία που θα διαβάσετε σε επόμενη ανάρτηση. Δεν το είχα τολμήσει ποτέ στη ζωή μου αυτό αλλά φέτος είπα να μάθω και έμπλεξα στα δύσκολα. Πριν αρχίσουμε να κάνουμε γλυκό, χρεώθηκα το μάζεμα γιατί κανένας άλλος στο σπίτι δεν τολμά πλέον να ανέβει σε μια κερασιά ύψους 8 μέτρων (με σκάλα αλλά σε κάποια σημεία πρέπει να περπατήσει και πάνω στα κλαδιά). Παλιά ανέβαινα και σε δέντρα πάνω από 15 μέτρα -τόσο και περισσότερο ψηλές ήταν οι παλιές κερασιές εκείνης της εποχής- και έχοντας εκείνη τη μνήμη, το τόλμησα και μάλιστα στην κερασιά του γείτονα Πάνου Τσιρώνη γιατί στις δικές μας είχαν τελειώσει. Ύψωσα λοιπόν την αλουμινένια  συρτή σκάλα μέχρι το τελευταίο κλαδί της κερασιάς και άρχισα να μαζεύω με τη βοήθεια της αγκούτσας για να φέρνω κοντά μου τα κλαδιά και να αποφεύγεται έτσι ο κίνδυνος να σπάσουν.


Θέλει την τέχνη του το μάζεμα των κερασιών από ψηλά δέντρα και αυτά που είχα μάθει μικρός για το πώς γίνεται αυτό και κυρίως για την αντοχή που μπορεί να έχει ένα κλαδί, αποδείχθηκαν χρήσιμα

Τα κατάφερα μια χαρά στην πρώτη πλαστική σακούλα και πήρα δεύτερη. Την είχα γεμίσει κι αυτή σχεδόν οπότε ξαφνικά ένιωσα να είμαι στο κενό. Τι είχε συμβεί; Ο αέρας που φυσούσε δυνατός εκείνη την ώρα πήρε τη σκάλα ενώ πατούσα σε ένα κλαδί και δεν είχα πια που να στηριχθώ. Ένιωσα να πέφτω αλλά χωρίς να αφήσω τη σακούλα από τα χέρια με τα πολύτιμα κεράσια που είχα μαζέψει από τα κλαδιά της κορυφής πιάστηκα από ένα άλλο κλαδί και καθώς αυτό λύγισε μείωσε την ταχύτητα της πτώσης. Ήταν μια πρακτική που είχα μάθει από μικρός και το κάναμε τότε σαν πλάκα, να πέφτουμε δηλαδή από κάποιο δέντρο και να πιανόμαστε από τα κλαδιά και να προσγειωνόμαστε. Έτσι κατάφερα να πέσω στα μαλακά χωρίς να σπάσω τίποτα, μόνο ένα γδάρσιμο στο χέρι με έτσουξε ενώ τα κεράσια που ήταν στη σακούλα έγιναν πολτός. Η μάνα μου που με παρακολουθούσε μου έβαλε τις φωνές αλλά το γεγονός ότι δεν χρειάστηκε να  καλέσουν ασθενοφόρο να με μαζέψει, την έκανε να μονολογήσει ότι παρά τα χρόνια μου τα καταφέρνω με τα δέντρα μια χαρά. Ήταν μια εμπειρία πάντως που μάλλον δεν θα ξανασυμβεί γιατί κάτι μου είπε μέσα μου μετά πως ο καιρός για τέτοια κατορθώματα έχει περάσει ανεπιστρεπτί…

Η εμπειρία της πτώσης από μια κερασιά ενώ μάζευα κεράσια μου θύμισε χθες ότι ο καιρός για τέτοια κατορθώματα έχει περάσει αναπιστρεπτί και για να απολαμβάνουμε κεράσια πρέπει να υποχρεώσουμε με συνεχή κλαδέματα τα δέντρα να μην ψηλώνουν…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 24062020

Δευτέρα, 22 Ιουνίου 2020

ΕΝΑΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΜΕ ΣΚΟΝΗ 30 ΕΤΩΝ…




Ξεκίνησα προχθές μια καινούργια σειρά κειμένων καταγραφής και σχολιασμού κάποιων στιγμών και ορισμένων γεγονότων στο χωριό όπου παραμένω και μετά την άρση των όποιων μέτρων επιβλήθηκαν για την επιδημία και ασχολούμαι με τα πατρογονικά χωράφια και προσπαθώ ό ίδιος να αναστήσω έναν κόσμο που γνώρισα στα παιδικά μου χρόνια. 

Παρά τον καθημερινό κάματο προσπαθώ να βρίσκω λίγο χρόνο να δουλεύω, να γράφω δηλαδή κάποια κείμενα για την επιβίωση σε ότι ΜΜΕ απόμειναν και έχουν και την δυνατότητα να πληρώσουν, γράφω όμως και δικά μου τα οποία στην αρχή καλύπτονταν κάτω από τον γενικό τίτλο «Ζώντας έναν πραγματικό κύκλο αγροτικής ζωής». Καλός ήταν για να συνδέει μια σειρά κειμένων που συγγένευε η επιδημία αλλά στένευε κάπως τα όσα ήθελα να γράψω και για πράγματα που ενώ συμβαίνουν σε αυτό το χώρο, μπορούν εντούτοις να συμβούν και σε οποιοδήποτε άλλο σημείο και να είναι το ίδιο ενδιαφέροντα.

Έτσι από σήμερα όλα τα κείμενα θα στεγάζονται κάτω τον τίτλο «Η ζωή στο χωριό με άλλο μάτι» ώστε να υπάρξει η δυνατότητα για ποικίλες προσεγγίσεις και συλλογισμούς. Γιατί, όσο και να αναφερόμαστε στο «χωριό», η πραγματικότητα πολλές φορές απέχει πάρα πολύ απ’ αυτό το ιδεατό που έχουμε στο μυαλό μας ή εκείνο που καλλιεργείται από τους πατριδοτοπικούς συλλόγους ή από τα ΜΜΕ προσπαθούν ακόμη να δημιουργούν «προορισμούς» σε μια Ελλάδα που τίποτα δεν έχει μείνει να θυμίζει την ομορφιά της και φυσικά τίποτα να θυμίζει αυτό που σε γενικές γραμμές λέμε «κοινότητα».  

Ασφαλώς και πρόκειται για μια περιπέτεια και στην οποία πολύ θα ήθελα να σας έχω συνομιλητές και γιατί όχι και συνοδοιπόρους σε αυτό το ταξίδι σε μια άγνωστη πια ενδοχώρα. Τούτο το λέω με πολύ θάρρος καθώς οι αναμνήσεις μου ως ενεργού κατοίκου ενός ορεινού χωριού μπορεί να σταματάνε σαράντα χρόνια πριν, το 1980 που πήγα στην Αθήνα αλλά στην ουσία ποτέ δεν έλειψα από το χωριό και παρακολουθούσα στενά την εξέλιξή του. Τώρα επιστρέφω, όχι για να περάσω απλά τον καιρό μου όπως κάνουν οι συνταξιούχοι ή οι αργόσχολοι παραθεριστές αλλά να δοκιμάσω αν μπορεί να αναστηθεί ένα κομμάτι απ’ εκείνο τον κόσμο που τον διέκρινε η λιτότητα, το μέτρο και χαρακτηρίζονταν από ένα διαρκή αγώνα που στόχο είχε την επάρκεια αγαθών.

Το χαρακτηριστικό σε αυτό τον αγώνα ήταν η ελάχιστη εξάρτηση από το χρήμα και τα όπλα που διέθετε ο κάθε άνθρωπος ήταν η σωματική του δύναμη που δοκιμάζονταν καθημερινά στο χωράφι, το κοπάδι και το δάσος, η εύνοια του καιρού που πολλές φορές ήταν απογοητευτική και φυσικά η διάθεση της κοινότητας που πάντα είχε και τις καλές και τις κακές της στιγμές. Τα υπόλοιπα, ήταν λεπτομέρειες που συζητιόνταν το βράδυ εκτενώς στο καφενείο και αποτελούσαν την πρώτη ύλη για τη μυθολογία κάθε τόπου ή πολύ σύντομα στο λιτό τραπέζι λίγο πριν τον ανακουφιστικό ύπνο που θα ακολουθούσε μια άλλα επίπονη ημέρα που τις περισσότερες φορές έμοιαζε απελπιστικά με την προηγούμενη.

Πολλοί που έχουν τις ίδιες αναμνήσεις με μένα, σίγουρα θα με δουν με… συμπάθεια και θα ανατρέξουν σε ανάλογες μνήμες ενώ πολλοί θα ισχυριστούν πως ξύνω πληγές. Το καταλαβαίνω και δεν είμαι διατεθειμένος να αναλωθούμε σε άγονες αντιπαραθέσεις. Ούτε και να ζυγίσουμε (σε πια ζυγαριά άλλωστε;) πόσο δύσκολη ήταν η ζωή τότε και πόσο εύκολη είναι σήμερα. Όλοι διαθέτουμε κρίση και μπορούμε να βγάλουμε συμπεράσματα σε μια εποχή που σκοντάβουμε διαρκώς από το ένα αδιέξοδο στο άλλο…

ΥΓ. Η φωτογραφία συμβολική, μπροστά σε έναν χρήσιμο καθρέφτη που βοηθάει τους οδηγούς να αποφεύγουν ατυχήματα στη στροφή του κάτω δρόμου προς την Παλιόγουρνα τον οποίο βλέπουν όλοι πως έχει πάνω του σκόνη τουλάχιστον δυο δεκαετιών αλλά κανένας δεν πήρε την πρωτοβουλία να τον καθαρίσει...

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 22062020

ΣΤΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ ΓΙΑ ΚΡΙΤΣΙΝΙ




Κατά παράδοση, τα  ψώνια από ένα παντοπωλείο γίνονταν πάντα τις πρωϊνές ώρες και τούτο είχε να κάνει με την καθημερινή σχέση του κόσμου με την αγορά και την επικοινωνία που είχε κάθε άνθρωπος με τους επαγγελματίες κάθε είδους. Τούτο ήταν από τα θεμέλια κάθε τοπικής κοινωνίας· από το πιο μικρό χωριό ως την μεγάλη πόλη η καθημερινή αυτή συνδιαλλαγή εκτός από τον εμπορικό της χαρακτήρα προκαλούσε τον κοινωνικό διάλογο, διατηρούσε την συνοχή της και καλλιεργούσε μια σειρά σχέσεων που την στήριζαν.

Ο Αντώνης Παπαδάκος που διατηρεί το Παντοπωλείο «Αμάραντες Γεύσεις» στην Καρδίτσα (Δ. Τερτίπη 12, στον κεντρικό πεζόδρομο) στο οποίο ο Καρδιτσιώτης αλλά και όποιος άλλος βρεθεί στην Καρδίτσα καταφέρνει να συνθέτει την παλιά εικόνα του παντοπώλη με το καινούργιο το οποίο, σαφώς και δεν έχει να κάνει με την εικόνα του πολυκαταστήματος που με την υπερπροσφορά ποικίλων τυποποιημένων αγαθών, στοχεύει απλά στην κατανάλωση μειώνοντας πολλές φορές την ποιότητα και στερώντας φυσικά από τον καταναλωτή την δυνατότητα να ρωτήσει και να μάθει περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτό που αγοράζει. Για να το δοκιμάσει δε αν του αρέσει ή όχι , ούτε λόγος…

Έτσι από σήμερα το πρωί οι πελάτες του Αντώνη εκτός από μια σειρά εκλεκτών προϊόντων από την Θεσσαλία κυρίως αλλά και ορισμένων άλλων από την υπόλοιπη Ελλάδα θα βρίσκουν και το κουλούρι τους ή να το πούμε διαφορετικά, τρία νέα προϊόντα αρτοποιείου που προέκυψαν από την συνεργασία του Παντοπωλείου, του παραδοσιακού νερόμυλου Κέδρου Καρδίτσας και του Φούρνου «Ζαχαρή» στα Φάρσαλα. Τα αναφέρουμε ένα – ένα γιατί έτσι θα τα ξεχωρίζουμε από τα ανάλογα που κυκλοφορούν ευρέως στην αγορά:

Κριτσίνι από δίκοκο σιτάρι 100%
Παξιμάδια με βιολογικό χαρούπι
Φρυγανιές ολικής άλεσης.

Στην ωραία αυτή θεσσαλική συνεργασία, ο Αντώνης Παπαδάκος διέθεσε από το Παντοπωλείο «Αμάραντες Γεύσεις» διαλεγμένες πρώτες ύλες: μέλι, ελαιόλαδο, λιναρόσπορο, χαρουπάλευρο, κονιάκ, ο παραδοσιακός νερόμυλος του Κέδρου Καρδίτσας του Γιώργου Παπαγεωργίου εξαιρετικό αλεύρι ολικής άλεσης χωρίς συντηρητικά και το αρτοποιείο του Αλέκου Ζαχαρή στα Φάρσαλα έβαλε την τέχνη του ψησίματος.

Τα εξαιρετικά προϊόντα που από σήμερα το πρωί μπορούν οι Καρδιτσιώτες να δοκιμάσουν και φυσικά να προμηθευτούν από το Παντοπωλείο και είμαι βέβαιος πως θα τα εκτιμήσουν και το κριτσίνι από τον Αντώνη θα τους γίνει μια καθημερινή συνήθεια. Το εγγυάται η ποιότητα των υλικών και η διάθεση του Αντώνη και των συνεργατών του να προβάλλουν τα αγαθά της Θεσσαλίας και το Παντοπωλείο «Αμάραντες Γεύσεις» στο κέντρο της Καρδίτσας ένας χώρος που όλοι γνωρίζουν και επισκέπτονται καθημερινά.

Καλή επιτυχία Αντώνη, Γιώργο και Αλέκο.

ΚΑΡΔΙΤΣΑ, 22062020

Σάββατο, 20 Ιουνίου 2020

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΕΝΟΣ ΤΖΙΤΖΙΚΑ




Από τις πιο ευχάριστες στιγμές στο χωριό είναι η παρακολούθηση της ζωής των χελιδονιών που έχουν κάνει φωλιά πάνω από την είσοδο του κάτω σπιτιού απέναντι ακριβώς από την λάμπα φωτισμού, πράγμα που μάλλον αποτέλεσε και την αιτία να φτιάξουν μια ολόκληρη λοξή σήραγγα από πηλό προκειμένου να αποφύγουν το φως το βράδυ. Με αυτή την επέκταση κάποιο τρόπο μας υποχρεώνουν να μένουμε στην αυλή αρκετή ώρα όταν είναι καλός ο καιρός, στα σκοτεινά, να μην ενοχλούνται ειδικά τις ημέρες που κλώθουν τα αυγά τους.



Θα μπορούσαν να είχαν εγκαταλείψει τη φωλιά εξαιτίας της λάμπας αλλά φαίνεται πως μας συμπαθούν πολύ και επιμένουν να διατηρούν τη σχέση μας πολλά τώρα καλοκαίρια. Δεν είναι βέβαιο ότι πρόκειται για το ίδιο ζευγάρι που έρχεται και φωλιάζει κάτω από τη βεράντα μας πάνω από 20 χρόνια, αλλά σίγουρα πρέπει να έχουν κάποια σχέση με τα πρώτα που έφτιαξαν φωλιά εκεί. Με κάποιο τρόπο πιστεύω, τα χελιδόνια μεταφέρουν πολλές πληροφορίες από τη μια γενιά στην άλλη κι έτσι η φωλιά τους μπορεί να θεωρηθεί ως το λίκνο μιας δυναστείας που δεν ξέρουμε από πότε και από ποια ξεκινάει.

Προς ανταπόδοση δε των φιλικών αισθημάτων μας, αυτά φροντίζουν να μην τους πέφτει καμιά κουτσουλιά στην αυλή ενώ τα άλλα που φωλιάζουν σε ένα παραγκάκι, ήδη έχουν παράγει έναν κουβά κοπριά, πολύτιμη για τις ντομάτες. Την ευγένεια τους δε φαίνεται πως εκτιμούν πολύ και οι γάτες της μάνας μου οι οποίες ενώ δεν αφήνουν τίποτα να τους ξεφύγει δεν σηκώνουν καν το κεφάλι όταν βλέπουν τα χελιδόνια να πηγαινοέρχονται στη φωλιά και αυτό σίγουρα το καταλαβαίνουν τα πουλιά και δεν ανησυχούν.

Το ζευγάρι αυτές τις ημέρες πετάει συνέχεια και μεταφέρει έντομα στους νεοσσούς που είναι χωμένοι στο βάθος της φωλιάς και τους ακούμε να τσιρίζουν συνέχεια. Δεν ξέρουμε πόσα είναι αλλά βλέποντας το τρέξιμο των γονιών τους για να τα θρέψουν καταλαβαίνουμε πως πρόκειται σίγουρα για μια πεντάδα μπορεί και παραπάνω. Τον αριθμό τους θα μάθουμε όταν πετάξουν και τις πρώτες ημέρες μέχρι να συνηθίσουν την ζωή θα επιστρέφουν στη φωλιά να ξενυχτήσουν. Έτσι γίνεται κάθε χρόνο με τα χελιδόνια μας τα οποία πλέον τα θεωρούμε ως ένα κομμάτι της οικογένειας και νομίζω πως το καταλαβαίνουν κι αυτά και κάνουν τόσες και χαρές και φτερουγίσματα όταν μας βλέοουν.



Χθες όμως έγινε κάτι ασυνήθιστο. Μέσα από τη φωλιά ξαφνικά ακούστηκε ο ήχος ενός τζίτζικα! Τι είχε συμβεί; Τα χελιδόνια τον έπιασαν στον αέρα, όπως κάνουν εξάλλου με όλα τα έντομα, και τον μετέφεραν για τροφή στα μικρά τους. Όπως συνηθίζουν (και καταφέρνουν να μην μπερδεύονται) τα ταΐζουν ένα μετά το άλλο και σε κάποιο έπεσε ο τζίτζικας. Ωραίος μεζές για το χελιδονάκι αλλά μεγάλος για το στόμα του και πολύ σκληρός επίσης. Έτσι αφού ο τζίτζικας δεν βρέθηκε μέσα στο στομάχι του, άρχισε να τραγουδάει. Για να ξεχάσει την μοίρα που τον περίμενε; Από την τύχη να μη χωράει στο στόμα του μικρού ή ήταν τέχνασμα να παραπλανήσει τα χελιδονάκια και να βρει ευκαιρία να το σκάσει;

Όλα είναι πιθανά αλλά μετά από κάνα δεκάλεπτο ο τζίτζικας σταμάτησε το τραγούδι του και τα χελιδονάκια ησύχασαν μέχρι που ήρθαν οι γονείς με άλλο έντομο στο στόμα…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 20062020