Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2022

ΕΝΑΣ ΑΚΤΗΜΩΝ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΣΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ ΕΣΗΕΑ

 


H ακτημοσύνη ήταν κάτι που με χαρακτήριζε από την νεανική ηλικία και είναι μια στάση ζωής που υπηρέτησα πιστά μέχρι σήμερα. Φυσικά κάτι τέτοιο, όπως πηγάζει και εκφράζεται  ταιριάζει περισσότερο στην αγροτική ζωή την οποία έζησα και διδάχθηκα από παιδί και γνωρίζω αρκετά απ’ αυτή. Η δυνατή εμπειρία που απέκτησα στο ύπαιθρο δεν έσβησε τα χρόνια που πολύ νέος μάλιστα μπήκα στη δημοσιογραφία και τολμώ να πω πως με ωφέλησε πολύ, με βοήθησε να αποφύγω κακοτοπιές και το πιο σπουδαίο να δημιουργήσω ένα δικό μου είδος δημοσιογραφίας που με κέρδισε και έτσι από συντάκτης ύλης  κατέληξα ένας οδοιπόρος της ελληνικής υπαίθρου και συνομιλητής με ανθρώπους που είχαν να πουν σπουδαία και μοναδικά πράγματα. Ήταν κάτι που μου άρεσε πολύ και με την εμπειρία που είχα από την ζωή των χωριών, κατάφερα να κάνω αρκετές επιτυχίες ενώ το ίδιο στην Αθήνα που μου αρέσει να περπατώ και να παρατηρώ τη ζωή της.  

Αυτό δεν σημαίνει πως έπαψα να έχω το νου μου στην μάχιμη δημοσιογραφία ούτε να εκφράζομαι σε αυτό που λέμε δημόσια σφαίρα.  Απεναντίας, η απόσταση πολλές φορές από τα κέντρα με βοήθησε να έχω μια πιο καίρια γνώμη πάνω στην επικαιρότητα και τα πράγματα που αφορούν τον χώρο της δημοσιογραφίας. Με αυτή την αίσθηση λοιπόν και τη στιγμή που επιστρέφω από την καραντίνα στο χωριό πάλι στην Αθήνα και στη μάχιμη δημοσιογραφία, αποδέχτηκα πρόσκληση των συναδέλφων να συμμετάσχω με τους άλλους υποψηφίους του συνδυασμού «ΕΝΩΜΕΝΟΙ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΙ» στις εκλογές για το Δ.Σ της ΕΣΗΕΑ στις 27-30 Ιανουαρίου και για το 9ο Συνέδριο της ΠΟΕΣΥ στις 27 – 31 Ιανουαρίου 2022. Πιστεύω πως με αυτό τον τρόπο θα βοηθήσω και τον κλάδο και την δημοσιογραφία που μια νότα ακτημοσύνης φαντάζομαι την έχει ανάγκη.

Καλή επιτυχία να έχουμε όλοι…        

ΜΗ ΤΥΧΕΙ ΚΑΙ ΑΡΡΩΣΤΗΣΕΙΣ ΧΕΙΜΩΝΑ

 


Όταν έλεγαν οι παλιότεροι «καλό χειμώνα» εννοούσαν βέβαια να περάσει αυτός με ήπιες χιονοπτώσεις, λίγο πάγο και προπαντός, να μην προκύψει κάποιο ζήτημα υγείας στην οικογένεια ή το χωριό που να θέλει μετακίνηση ο ασθενής εκεί που υπήρχε γιατρός γιατί κάτι τέτοιο ήταν πρακτικά αδύνατο και σίγουρα ατελέσφορο. Η ταλαιπωρία θα απέβαινε μοιραία και θα κινδύνευαν και όσοι επιχειρούσαν να διαβούν τα χιονισμένα βουνά.

Σε περίπτωση όμως που κρίνονταν αναγκαίο, τότε επιστρατεύονταν  οι νεότεροι άντρες του χωριού, έφτιαχναν μια καζιάκα (ένα υποτυπώδες φορείο που το κρατούσαν τέσσερα άτομα) έβαζαν τον ασθενή και ξεκινούσαν για το κοντινότερο μεγαλοχώρι που είχε γιατρό ή την πλησιέστερη πόλη. Η πορεία μέσα στα χιόνια ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη, ειδικά ότανεπρόκειτο να διαβούν περάσματα και κορυφές καθώς εκδηλώνονταν πολλές χιονοστιβάδες και σε πολλά σημεία τα μονοπάτια ήταν κλειστά από χιόνι πολλών μέτρων.

Έπρεπε όσοι αναλάμβαναν αυτή την αποστολή να είναι έμπειροι από τα χιόνια των βουνών, να γνωρίζουν καλά τον τόπο που επρόκειτο να περπατήσουν και φυσικά να έχουν τον Θεό βοηθό τους σε αυτό το τολμηρό εγχείρημα. Τις περισσότερες φορές αυτές οι επιχειρήσεις γίνονταν αν επρόκειτο για νέο άτομο ή παιδί παρά για ηλικιωμένους που το λάδι του καντηλιού τους είχε σχεδόν τελειώσει. Το ίδιο γίνονταν και για τις γυναίκες και γι’ αυτό πολλοί τοκετοί στα χωριά εκείνα τα χρόνια κατέληγαν σε τραγωδίες καθώς οι μαμές αρκετές φορές κρίνονταν ανεπαρκείς να βοηθήσουν μια ετοιμόγεννη ή το νεογέννητο.

Οι αρρώστιες όμως και οι απώλειες μέσα στο χειμώνα τα παλιότερα χρόνια ήταν φαινόμενα που συντάραζαν τις μικρές κοινότητες αλλά καθώς οι άνθρωποι ήταν ακόμη δεμένοι με τη φύση, φύση την οποία χαρακτήριζε ο τόπος τους, αποδέχονταν μοιρολατρικά τα πράγματα και εναπόθεταν τις ελπίδες τους στις ανώτερες δυνάμεις. Όταν όμως την Άνοιξη το χωριό μετριόνταν, έπρεπε πάντα να νιώθει δυνατό για να βάλει μπροστά τον αγώνα της επιβίωσης στα χωράφια και τα κοπάδια ή την θάλασσα. Την ίδια εποχή και στα αποκλεισμένα μικρά νησιά οι περιπτώσεις ασθένειας αντιμετωπίζονταν με τον ίδιο τρόπο.

Οι συνηθισμένες αρρώστιες ήταν κρυολογήματα τα οποία αντιμετωπίζονταν με διάφορους πρακτικούς τρόπους, ροφήματα, βεντούζες, ζεστά κεραμίδια στο στήθος πράγματα τα οποία είχαν κάποιο αποτέλεσμα αλλά τυχόν επιπλοκές απέβαιναν μοιραίες για πολύ κόσμο. Μετά έρχονταν οι γρίπες, που κι αυτές αντιμετωπίζονταν με τον ίδιο τρόπο και οι ασθενείς, ανάλογα τώρα με την περιποίηση που είχαν στα σπίτια τους, άλλοι ανέρρωναν γρήγορα κι άλλους δεν τους έβρισκε η άνοιξη. Χώρια που η αναγκαστική συμβίωση πολυμελών οικογενειών σε ένα δωμάτιο με θέρμανση μετέδιδε την ασθένεια σε όλους. Το ίδιο συνέβαινε και στα σχολεία, τις παιδικές αρρώστιες τις περνούσαν όλοι οι μαθητές. 

Οι υπόλοιπες ασθένειες δεν είχαν όνομα και οι ασθενείς ταλαιπωρούνταν και έσβηναν χωρίς να ξέρουν από τι έπασχαν. Οι πρακτικοί γιατροί κάτι ήξεραν, μπορούσαν να διακρίνουν διάφορους όγκους, δερματικές ασθένειες, την προέλευση των πυρετών αλλά δεν είχαν φάρμακα να δώσουν στους ασθενείς παρά μόνο διάφορα καταπότια που τους υπαγόρευε η εμπειρία τους. Αντιθέτως, αυτοί ήταν πολύ αποτελεσματικοί στα κατάγματα καθώς η πρακτική τους αφορούσε και τα ζώα και η εμπειρία τους εκεί ήταν μοναδική.   

Τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες που φάνηκαν γιατροί σε πολλά χωριά, οι άνθρωποι ένιωσαν λιγάκι ασφαλείς και έτρεχαν σε αυτούς. Φυσικά και αυτοί οι γιατροί δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν όλες τις περιπτώσεις των ασθενειών αλλά η ιδέα και μόνο ότι σε αυτούς θα εύρισκαν μια στοιχειώδη φροντίδα, ανάπαυε τον κόσμο. Όταν δε άνοιξαν και οι δρόμοι στα ορεινά χωριά, ένιωσαν ακόμη περισσότερο ασφαλείς καθώς δεν θα ήταν πια απαραίτητο να επιστρατευτούν όλοι οι άντρες του χωριού να τους πάνε στους γιατρούς. Όλο και κάποιο αυτοκίνητο, θα τους πήγαινε ως εκεί και ανάλογα την διάγνωση που θα έκανε ο γιατρός, θα γύριζαν σπίτι τους με κάποια φάρμακα ή θα πήγαιναν σε κάποιο νοσοκομείο για πρώτη φορά ή μπορεί και την τελευταία της ζωής τους…

Οι αρρώστιες μετά τα μεροκάματα στις πόλεις ήταν και βασικές αιτίες να εγκαταλείψουν τα ορεινά χωριά οι άνθρωποι από τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες και μετά. Σε έναν κόσμο που αλλού άλλαζε ραγδαία, αυτοί δεν μπορούσαν να μένουν αποκλεισμένοι και στο έλεος του χειμώνα ειδικά οι ηλικιωμένοι. Μόλις πιάστηκαν τα παιδιά τους σε κάποια δουλειά, ξεκίνησαν να πηγαίνουν στις πόλεις για εξετάσεις πρώτα και σιγά – σιγά όταν  άρχισαν να τους εγκαταλείπουν οι δυνάμεις, για ξεχειμώνιασμα. Στα χωριά έμειναν όσοι δεν είχαν δικούς τους στην πόλη ή όσοι ένιωθαν ακόμη δυνατοί. Η γενιά όμως αυτών των δυνατών, τέλειωσε και μαζί της τέλειωσε και ζωή σε μεγάλα τμήματα της επαρχίας.

ΥΓ. Με το θέμα των γιατρών τον χειμώνα στα χωριά έχω μια προσωπική εμπειρία. Στις Απόκριες του 1964 έκοψα με μια κλαδευτήρα το δεξί πόδι μου στο γόνατο, σχεδόν στα δύο. Κρέμονταν από το νεύρο όταν με περίλαβε ο μπάρμπα Μήτσος Λουκόπουλος, πρακτικός ορθοπεδικός στα ζώα και μου το κλάπωσε με τέτοιο τρόπο που θαύμασε ο χειρούργος όταν με πήγαν μετά από δυο μέρες στη Λαμία. Είχε πολύ χιόνι θυμάμαι και με πήγαν αγκαλιά οι γονείς ως τον Πλατανιά και από εκεί με κάποιο αυτοκίνητο στη Λαμία. Στην επιστροφή μετά στο χωριό έπρεπε να το βλέπει ένας γιατρός και να κόψει όταν έπρεπε τα ράμματα. Τέτοιος υπήρχε μόνο στο διπλανό χωριό Τυμφρηστός και επειδή δεν υπήρχε δρόμος πήγαινε ο πατέρας μου με το μουλάρι να τον φέρνει και να τον πηγαίνει πάλι στο ιατρείο. Ήταν μια εμπειρία του χειμώνα στο χωριό που την θυμάμαι με σεβασμό προς όλους…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 20012022

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022

ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΧΙΟΝΙΟΥ ΣΤΑ ΕΛΑΤΑ

 


Είναι άπειρες οι χιονονιφάδες όταν πέφτουν από τον ουρανό· κάθε μια σε διαφορετική αστεροειδή μορφή με έξι ακτίνες και δημιουργούνται στα ψηλότερα μέρη της ατμόσφαιρας ανάλογα με τις συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας που επικρατούν εκεί εκείνη την στιγμή. Κατά συνέπεια, κάθε μια θα έχει και διαφορετικό βάρος, πράγμα που τις ξεχωρίζει κατά την πτώση τους από τον ουρανό και τον τρόπο που στοιβάζονται στο έδαφος. 

Είναι ενδιαφέροντα στοιχεία αυτά και όσοι ασχολούνται με την παρατήρησή τους, δηλώνουν ενθουσιασμένοι ενώ είναι και ωραίο θέμα έρευνας για τους επιστήμονες φυσικούς και φωτογράφισης από παθιασμένους φωτογράφους. Οι πρώτοι μέσα από την παρατήρησή τους βγάζουν πολλά συμπεράσματα ενώ οι δεύτεροι, ενισχύουν με τις φωτογραφίες τους την εντύπωση ότι πρόκειται για τα πιο ποικίλα και τα τελειότερα σχήματα που δημιουργεί η φύση. Αυτό φαίνεται το γνωρίζουν και οι ίδιες οι χιονονιφάδες και από φιλαρέσκεια ή μάλλον από λύπη που δεν μπορούν να ζήσουν παρά ελάχιστα δευτερόλεπτα, λιώνουν. Οι άνθρωποι όμως έχουν προλάβει να αντιγράψουν τα σχήματά τους με χιονονιφάδες, από κάθε υλικό και σε κάθε μέγεθος στολίζουν το χειμώνα τους.

Όμως δεν λιώνουν αμέσως όλες οι χιονονιφάδες. Καθώς πέφτουν πυκνές στοιβάζονται στο έδαφος και δημιουργούν στρώματα χιονιού που ανάλογα την θερμοκρασία αυτά υψώνονται πολλές φορές πολλές δεκάδες εκατοστά στα χαμηλά μέρη ενώ στα βουνά μπορεί να ξεπεράσουν και το ένα μέτρο, μπορεί και τα δύο στις κορυφές. Αυτές οι μέρες της «κακοκαιρίας» που επιπόλαια λένε στα δελτία ειδήσεων είναι που όλη η πλάση σκεπάζεται με ένα λευκό σεντόνι, κατάλευκο στην ύπαιθρο ενώ στις πόλεις τις περισσότερες φορές μοιάζει λεκιασμένο από τους ρύπους ανθρώπων και τεχνολογίας. Ανάλογα δε με το ύψος του χιονιού που πέφτει κάθε φορά και τον παγετό που ακολουθεί δημιουργούνται πλείστα όσα προβλήματα στον σύγχρονο τρόπο ζωής που απαιτεί μαζικές μετακινήσεις, θέρμανση και άλλα ενώ στην ύπαιθρο, εκτός κάποιων εξαιρέσων μοιάζει σαν κάτι το αναμενόμενο και συνηθισμένο φαινόμενο του χειμώνα.

Τα παλιότερα χρόνια δε, το μόνο που απασχολούσε τους πληθυσμούς της υπαίθρου και πολύ περισσότερο τα ορεινά χωριά ήταν η επάρκεια σε προμήθειες για να βγει ο χειμώνας. Εκείνος ο κόσμος δεν έβλεπε το χιόνι σαν μέσο διασκέδασης και αναψυχής, το έβλεπε σαν μια αναγκαία πράξη στον κύκλο του χρόνου, απαραίτητη για την αναζωογόνηση της φύσης και γι’ αυτό το μόνο βάρος που ένιωθε για το χιόνι ήταν εκείνο πάνω από το σπίτι του ή το καλύβι του με τα ζωντανά κι εκεί είχε το νου του και το φτυάρι έτοιμο να ξεχιονίσει.

Ναι, μπορεί να μοιάζει ελαφρό το χιόνι, αλλά στην πραγματικότητα είναι βαρύ όσο το νερό, ειδικά όταν είναι νοτισμένο (επηρεασμένο από νότιους ανέμους) ενώ εκείνο που δημιουργείται από τους βοριάδες, πολλές φορές είναι σαν παγωμένη πούδρα. Κι αυτό όμως όταν πέσει στο έδαφος και υγρανθεί, γίνεται ασήκωτο. Γενικά σε όλες τις περιπτώσεις το χιόνι όταν ξεπεράσει τους 20 – 30 πόντους αρχίζει και γίνεται πολύ βαρύ και μπορεί όντως να ρίξει μια στέγη με αδύναμα δοκάρια. Παλιότερα οι νοικοκυραίοι που ήξεραν τις αδυναμίες που είχαν τα σπίτια τους, φρόντιζαν ανέβαιναν στις στέγες και έριχναν το χιόνι γιατί υπήρχε κίνδυνος να τους θάψει μέσα σε αυτά. Τα τελευταία χρόνια, μετά την εμφάνιση των τσίγκων και των σύγχρονων κεραμιδιών καθώς και των συστημάτων στήριξής τους ο κίνδυνος αυτός έφυγε μαζί με την γενιά που ήξερε τι θα πει αληθινός χειμώνας.

Το βάρος όμως του χιονιού δεν αφορά μόνο τους ανθρώπους και τις κατασκευές τους. Αφορά όλη την πλάση και κυρίως τα δέντρα που το δέχονται αδιαμαρτύρητα στα κλαδιά τους ή το φύλλωμά τους. Τα περισσότερα  γνωρίζουν αυτόν τον κίνδυνο και φροντίζουν να απαλλαγούν από τα φύλλα τους να μην σπάσουν τα κλαδιά από το βάρος. Στην περίπτωση αυτή βλέπουμε μετά από μια βαριά χιονόπτωση σπασμένα και αυτό οφείλεται στο «κούρεμα» που κάνει το χιόνι στα πιο αδύναμα και άρρωστα κλαδιά.

 Στα αειθαλή δέντρα, όπως τα έλατα που ούτως ή άλλως βρίσκονται  σε μεγάλο υψόμετρο όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά και πρέπει το δέντρο να βρει τρόπο να σηκώσει τεράστιο βάρος και το κατορθώνει χάρη στη συνεργασία που αναπτύσσεται μεταξύ των κλαδιών του και βεβαίως χάρη στο κωνικό του σχήμα. Τα πάνω – πάνω κλαδιά είναι μικρά, γέρνουν και φορτώνουν το χιόνι στις άκρες των αμέσως αποκάτω που είναι δυνατότερα. Το ίδιο κάνουν και αυτά, το αφήνουν να κυλήσει σε αυτά που είναι από κάτω τους κι έτσι σε μια κλίμακα όσο το ύψος του ελάτου δημιουργείται μια σκάλα που ξεφορτώνει το χιόνι στο έδαφος. Εκεί μπορεί να σωρευτεί χιόνι πολλών μέτρων αλλά είναι ακίνδυνο για το έλατο όπως και στα διπλανά του που με τον ίδιο τρόπο αδειάζουν το χιόνι από πάνω τους κι έτσι σώζουν τα κλαδιά τους. Επιπλέον, ο τεράστιος όγκος χιονιού που αρχίζει να λιώνει σιγά – σιγά και αν δεν επικρατήσουν υψηλές για τον χειμώνα θερμοκρασίες ή δυνατές βροχές, λειτουργεί ως μια τεράστια δεξαμενή νερού που εμπλουτίζει το έδαφος κάτω από το ελατόδασος και το πόσο πολύτιμο είναι φαίνεται την άνοιξη και το καλοκαίρι.

Τα έλατα όταν αποφάσισαν να ανέβουν να ζήσουν στα βουνά, πήραν την ευθύνη πάνω τους και έμαθαν να ζουν, να αναμετριούνται με τα χιόνια και να τα βρίσκει η άνοιξη ακέραια. Τα άλλα αειθαλή που δεν είχαν αυτή την διάθεση να μετρηθούν με το χιόνι έκατσαν στα χαμηλότερα μέρη και γι’ αυτό τα βλέπουμε όταν πλακώνει πολύ χιόνι να γίνονται κουβάρια, περισσότερο τα πεύκα και λιγότερο τα κυπαρίσσια…

Υ.Γ. Την ωραία φωτογραφία που συνδυάζει στην ίδια κλίμακα την δύναμη της φύσης με ένα σπουδαίο έργο του ανθρώπου μας παραχώρησε ο Αντώνης Τσακανίκας. Το χιονισμένο ελατόδασος στο Ανθηρό Καρδίτσας πάνω από την επίσης χιονισμένη παλιά γέφυρα, επονομαζόμενη του Ανθηρού και την οποία μπορεί να επισκεφτεί και να γνωρίσει όποιος θέλει καθώς το καλοκαίρι που πέρασε οι φίλοι Καρδιτσιώτες φρόντισαν το μονοπάτι    

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 18012022

https://www.nextdeal.gr/epikairotita/politismos/124985/arariskontas-ilias-provopoylos-varos-toy-hionioy-sta-elata


Κυριακή 16 Ιανουαρίου 2022

ΜΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΖΩΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ

 


Πέρασε μέσα στις άπειρες ευχές σας κι αυτός ο σταθμός της ζωής και ξεκινάω για τον επόμενο. Η μια φωτογραφία όταν ήμουν ενός έτους στην αγκαλιά της μάνας μου και η άλλη χθεσινή, με ένα κεράκι γιατί αν τα έβαζα όλα δεν θα χωρούσαν στην καρυδόπιτα. Επιχείρησα να απαντήσω σε όλους με ένα μεγάλο ευχαριστώ αλλά είναι αδύνατον – χώρια που δεν το επιτρέπει το εργαλείο. Κρατάω τις ευχές σας για περπατήσω σε αυτή την καινούργια, περίεργη χρονιά που ανοίγεται μπροστά μας και εύχομαι σε όλους να είμαστε καλά να ωριμάζουμε καλύτερα…  

Ευχαριστώ για τις ευχές σας. Καλή δύναμη σε όλους μας…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 16012022

Πέμπτη 6 Ιανουαρίου 2022

ΜΕΓΑΛΗ ΤΙΜΩΡΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΔΕΙΣ ΤΟΝ ΗΛΙΟ…

 


Των Φώτων σήμερα… Δεν ήθελα να βάλω στις ευχές μου κάτι συνηθισμένο· νερά να αγιάζονται, περιστέρια να πετάνε πάνω από το πλήθος. Δεν ένιωθα πως ταιριάζει σε μια μέρα που οι ορίζοντες γύρω της βαραίνουν από την επιδημία κι ότι άλλο κακό σκοτίζει την ζωή μας και την ψυχή μας. Μια φωτογραφία της καλής φίλης Γιούλας Δρόλαπα από την Αγία Ευθυμία Φωκίδας μου έδωσε τη λύση. Μια φωτογραφία που όσο φως έχει, είναι πάνω από έναν τόπο που χαρακτηρίζει η δυστοπία. Στις φυλακές Μαλανδρίνου, το πιο πυκνοκατοικημένο κομμάτι της φωκικής γης και το μεγαλύτερο, τα τελευταία χρόνια αναπτυξιακό έργο στην περιοχή. Ο τίτλος, της Γιούλας την οποία ευχαριστώ πολύ.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 06012022

Παρασκευή 31 Δεκεμβρίου 2021

ΣΑΝ ΤΑ ΝΕΡΑ ΝΑ ΦΕΥΓΟΥΝ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ, ΣΑΝ ΤΑ ΝΕΡΑ NA ΕΡΧΟΝΤΑΙ…

 


Τις φετινές ευχές για τη νέα χρονιά που με τόσες ελπίδες ανατέλλει αύριο το πρωί διάλεξα να τις φορτώσω σε μια φωτογραφία της αρχαίας βρύσης Καμάρα στη μικρή πατρίδα. Κι αυτό γιατί τα νερά της ρέουν σταθερά όλο το χρόνο, έρχονται από τα έγκατα του βουνού μας, του θεϊκού Τυμφρηστού, δεν επηρεάζονται  ούτε από κατακλυσμούς, ούτε από καύσωνες και  δεν ξεδιψούν μόνο το σώμα αλλά δροσίζουν και το πνεύμα μας. Για το καλύτερο, το πιο σίγουρο, αυτό που αναζητούμε μετά από ένα τραγικό έτος.

Ας ξεπροβοδίσουμε το 2021 όπως τα νερά της Καμάρας που φεύγουν στο ρέμα και να σκύψουμε στην παλιά πέτρινη κούπα της να μεταλάβουμε από την αιώνια δύναμή της.  

Χρόνια Πολλά σε όλους. Καλή χρονιά, με δύναμη, υγεία και προκοπή!

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 31122021

Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2021

ΜΑΓΑΖΙΑ: ΤΟ ΧΑΜΕΝΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΩΝ ΧΩΡΙΩΝ

 

Ο θείος μου Κώστας Προβόπουλος με την γυναίκα του Σταθούλα, το 1998 στο μαγαζί μετά τον εκκλησιασμό των Χριστουγέννων ακούνε από κοινού ευχές στο τηλέφωνο.

Από τα βασικά στοιχεία της Κοινότητας, που προλάβαμε και ζήσαμε οι ωριμότεροι στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες ήταν τα λεγόμενα μαγαζιά, τα καφεπαντοπωλεία των χωριών τα οποία αποτελούσαν εκτός από χώρους εμπορίου και αναψυχής των χωριανών, σημεία αναφοράς για κάθε χωριό και κυρίως χώροι συνάντησης και επικοινωνίας. 

Μετά τα Χριστούγεννα του 1998, στο μαγαζί της Ρήνως Σιακώνη, ο άντρας της  Σεραφείμ ο οποίος ήταν από τους καλύτερους αφηγητές του χωριού κάτι λέει για τα περασμένα.

Από κανένα χωριό δεν έλειπαν το καφεπαντοπωλεία, στο οποίο μαζεύονταν οι χωριανοί τα βράδια να κουβεντιάσουν μεταξύ τους, να ψευτοπιούνε  κανένα τσίπουρο ή ούζο όταν ήταν στη μόδα, να παίξουν ξηρή και κολτσίνα με κέρασμα λουκούμια ενώ για τις νοικοκυρές αυτά αποτελούσαν και την πηγή να προμηθευτούν κάποια αγαθά που δεν μπορούσαν να βγάλει το αγροτικό σπίτι τους. Κι ακόμη, αυτά τα σύνθετα καταστήματα  (λειτουργούσαν ως καφενεία, μπακάλικα, χασάπικα, ακόμη και κουρεία) μαζεύονταν οι άνθρωποι να πιούνε τον καφέ τους μετά τον εκκλησιασμό της Κυριακής και στις μεγάλες γιορτές του χρόνου. Σε κάποιο απ’ αυτά λειτουργούσε και το ταχυδρομείο όπως και το τηλεφωνείο και ο μπακάλης αναλάμβανε να ειδοποιεί όποιον χωριανό καλούσαν μια συγκεκριμένη ώρα να μιλήσει με τον καλούντα δημιουργώντας έτσι μια σειρά υποχρεώσεων που πάντα ήταν σε όφελός του και τούτο ήταν ένα αγκάθι στα μάτια των άλλων μαγαζιών του κάθε χωριού.  

Όσο για αγαθά, εκείνα τα μαγαζιά είχαν συνήθως πράγματα πρώτης ανάγκης, αλάτι, ζάχαρη, πετρέλαιο, σπίρτα, καφές αλλά και τυποποιημένα τρόφιμα, όπως μακαρόνια, κονσέρβες, ρύζι, σαπούνι καθώς και καραμέλες και σοκολάτες για τα παιδιά.  Αυτό επίσης που ήταν βασικό ήταν ότι είχαν πράγματα του νοικοκυριού που χρειάζονταν οι γυναίκες, όπως κουμπιά, βελόνες, λίγα υφάσματα, χρώματα βαφής, απλά φάρμακα. Την εποχή που έβγαιναν κηπευτικά και φρούτα έφερναν και κάποια που δεν ευδοκιμούσαν στο χωριό. Αρκετά από αυτά λειτουργούσαν και ως κρεοπωλεία, χωρίς μάλιστα ψυγεία τα πρώτα χρόνια. Κι αυτό το κατόρθωναν γιατί πριν προχωρήσουν στην σφαγή κάποιοι ζώου, ενημέρωναν το χωριό και αφού έβλεπαν από τις παραγγελίες δεν θα τους έμενε απούλητο κανένα κομμάτι, τότε το έσφαζαν. Αυτοί έκαναν και έψηναν συχνά κοκορέτσια και σπληνάντερα ενώ σε καμιά γιορτή έβαζαν στην ψησταριά ολόκληρο σφάγιο. Σε κάθε περίπτωση πάντως κινούνταν σύμφωνα με τις ανάγκες και τις δυνατότητες των χωριανών. Σε αυτά τα μαγαζιά έκαναν την εμφάνισή τους και αμέσως υιοθετήθηκαν τα απορρυπαντικά, τα εμφιαλωμένα αναψυκτικά και η Κόκα – κόλα και πράγματα που η συντήρησή τους απαιτούσε ψυγεία, οπότε εγκατέστησαν και γέμισαν τους χώρους και περιόρισαν την ανάπτυξη των τραπεζοκαθισμάτων και την παρουσία των ανθρώπων.




Στο μαγαζί του Κώστα Προβόπουλου, τα Χριστούγεννα του 1998

Αυτά τα μαγαζιά, στο κέντρο του χωριού συνήθως και κοντά στην εκκλησία ήταν οι πρεσβείες θα λέγαμε των χωριών με τον έξω κόσμο γιατί σε αυτά πήγαινε όποιος ήθελε να ρωτήσει για κάποιον ή κάτι στο χωριό, να αφήσει ένα δέμα, ένα φάκελο, μια ειδοποίηση και ήταν βέβαιος πως όλο και κάποιος θα βρεθεί να εξυπηρετήσει το θέλημά του. Σε αυτά επίσης, τα χρόνια της ομαλότητας εννοείται, γίνονταν και οι προεκλογικές συγκεντρώσεις με τους χωριανούς να πηγαίνουν, για ξεκάρφωμα, να ακούσουν όλους τους υποψηφίους.  Σε αυτά τα μαγαζιά οι χωριανοί γνώρισαν και τον κινηματογράφο, από περιοδεύοντα συνεργεία. Στο δικό μας χωριό έφερναν και έπαιζαν στα μαγαζιά οι αδελφοί Μυλωνά από τον Άγιο Γεώργιο ταινίες του ελληνικού κινηματογράφου αλλά και ξένες και πήγαινε σχεδόν όλο το χωριό να τις παρακολουθήσει. Στα ίδια μαγαζιά είδαμε για πρώτη φορά τηλέοραση που εκτόπισε σιγά – σιγά τον κινηματογράφο απ’ αυτά και υπήρξε το πρώτο παράθυρο να δούμε τον κόσμο που απλώνονταν πέρα από το μικρό χωριό μας. 

Το κυριότερο όμως αυτών των μαγαζιών ήταν που λειτουργούσαν ως μικρά κοινοβούλια κάθε χωριού στα οποία η γνώμη των γεροντότερων ήταν αυτή που έδινε τον τόνο στις όποιες υποθέσεις απασχολούσαν τους χωριανούς. Όπως ζημιές στους κήπους από ανθρώπους και κοπάδια, άλλες βλάβες σε υπάρχουσες υποδομές  (ναι, όσο και να μας φαίνεται σήμερα παράξενο, σε όλα τα χωριά υπήρχαν πλήρεις και επαρκείς υποδομές: δρόμοι, μονοπάτια, γέφυρες, βρύσες, αυλάκια, στέρνες, αλώνια, δημόσια λιβάδια, τα οποία για λειτουργήσουν ήθελαν την προσοχή και την φροντίδα όλων). Τότε που ήταν γεμάτα τα χωριά κόσμο δεν υπήρχε περίπτωση να περάσει απαρατήρητη καμιά αταξία και ο υπαίτιος έδινε λόγο στο καφενείο, ενώπιον όλων. Αυτό το άτυπο, λαϊκό δικαστήριο δεν επέβαλλε ποινές αλλά με τον τρόπο του έβαζε σε τάξη τον υπαίτιο και τον φταίχτη ή τον απέδιδε στην χλεύη της κοινότητας, πράγμα που έφερνε και προ των ευθυνών τους όσους επιχειρούσαν να διαταράξουν την τάξη και στις σχέσεις  των συγχωριανών. Ληξίαρχος και καταγραφέας όλων, φυσικά ήταν ο μπακάλης, η προσωπικότητα του οποίου έδινε και το στίγμα του κάθε μαγαζιού…

Σβήνοντας σιγά – σιγά τα χωριά, έσβησαν κι αυτά τα πράγματα. Όσα απόμειναν από τα μαγαζιά ελάχιστα θυμίζουν τα παλιά, ως προς τη λειτουργία τους και ως προς τις υπηρεσίες που προσφέρουν πια στους ελάχιστους χωριανούς που τα επισκέπτονται. Και φυσικά δεν φταίνε γι’ αυτή την αλλαγή μόνο οι μαγαζάτορες που επιχείρησαν να προσαρμοστούν με τα νέα ήθη αλλά το κοινό που αποτελεί την πελατεία τους. Λέω κοινό και όχι χωριανοί γιατί οι περισσότεροι είναι εποχιακοί πελάτες, οι σχέσεις τους με το χωριό είναι χαλαρές έως αδιάφορες και το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να περάσουν κάποια ώρα σε αυτά ευχάριστα ικανοποιώντας τις επιθυμίες τους και μόνο,  χωρίς πολλές φορές να καταλάβουν αν βρίσκονται στο ένα ή στο άλλο χωριό.

Το 1998 ο Γιώργος Ξαγάρας είχε κλείσει λόγω συνταξιοδότησης το μαγαζί που διατηρούσε στο ισόγειο του σπιτιού του Στέλιου Υφαντή στο δρόμο πάνω από την εκκλησία. 


ΥΓ. Το κείμενο αφορά τα μαγαζιά σε κάθε σημείο της Ελλάδας αλλά οι φωτογραφίες είναι από το χωριό μου, τα Χριστούγεννα του 1998, τότε που είχε ακόμη ελπίδες να ζήσει. Από τους αναφερόμενους στις φωτογραφίες δυστυχώς κανένας δεν είναι στη ζωή σήμερα.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 28122021