Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

ΜΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΧΡΥΣΩΣ (05/12/1942)

 

 

Η δοξολογία στο μνημείο των εκτελεσθέντων μετά τη μάχη της Χρύσως. 



Αγαπητοί συμπατριώτες

Σας ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνατε να μιλήσω εδώ στην ιστορική Χρύσω για ένα γεγονός που σημάδεψε το χωριό σας και την ιστορία του τόπου μας και να μοιραστώ μαζί σας την προσπάθεια να διατηρηθεί η μνήμη των μεγάλων και μικρών γεγονότων και να περάσει στις επόμενες γενιές.  

... Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά, να φτάσουμε στην τραγικές ημέρες.

Το φθινόπωρο του 1942 είναι μια από τις περιόδους κατά τις οποίες η ιστορία της Κατοχής στην ορεινή Ελλάδα αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα. Ενάμιση χρόνο μετά την κατάληψη της χώρας, οι Ιταλοί εξακολουθούν να ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επικράτειας. Στα χαρτιά υπάρχουν ζώνες κατοχής, στρατιωτικές διοικήσεις, φρουρές στις πόλεις και έλεγχος των βασικών οδικών αξόνων. Στην πραγματικότητα όμως, στα βουνά της Ρούμελης αρχίζει να δημιουργείται μια εντελώς διαφορετική κατάσταση.

Η Ευρυτανία βρίσκεται στην καρδιά αυτής της αλλαγής. Τον Ιούνιο του 1942 η εμφάνιση του Άρη Βελουχιώτη και των πρώτων ένοπλων ανταρτών στη Δομνίστα σηματοδοτεί την παρουσία μιας οργανωμένης ένοπλης αντίστασης στην περιοχή. Στην αρχή οι ομάδες είναι μικρές και ο οπλισμός περιορισμένος. Μέσα σε λίγους μήνες όμως η παρουσία τους γίνεται αισθητή στα χωριά και στους ορεινούς δρόμους και αρχίζει να αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για τις δυνάμεις κατοχής.

Οι Ιταλοί είχαν ήδη έναν λόγο να φοβούνται την ελληνική ύπαιθρο. Μετά την κατάρρευση του ελληνικού στρατού το 1941 είχαν μείνει διάσπαρτες τεράστιες ποσότητες όπλων και πυρομαχικών. Οι ίδιες οι ιταλικές στρατιωτικές πηγές περιγράφουν τη συνεχή προσπάθεια συγκέντρωσης αυτού του οπλισμού και αφοπλισμού του πληθυσμού. Μέχρι το τέλος του 1942 είχαν περισυλλεγεί εκατοντάδες χιλιάδες όπλα και περισσότερα από ένα εκατομμύριο βλήματα πυροβολικού. Παρ' όλα αυτά, όπλα εξακολουθούσαν να υπάρχουν στα χωριά και στα βουνά.

Καθώς μέσα στο 1942 αναπτύσσεται το αντάρτικο, αλλάζει και η αποστολή του στρατού κατοχής. Δεν αρκεί πλέον η παρουσία φρουρών στις πόλεις. Αρχίζουν οι επιχειρήσεις στην ύπαιθρο, οι έρευνες στα χωριά, οι συλλήψεις και οι εκκαθαριστικές και αντιανταρτικές επιχειρήσεις.  

Στην Ευρυτανία η νέα πραγματικότητα γίνεται φανερή στις 28 Οκτωβρίου 1942, στη μάχη του Κρίκελλου. Αντάρτες του ΕΛΑΣ συγκρούονται με ιταλική δύναμη και αποδεικνύεται πλέον ότι οι δρόμοι της ορεινής Ρούμελης δεν είναι ασφαλείς για τον στρατό κατοχής. Η ιταλική αντίδραση δείχνει συγχρόνως τι πρόκειται να ακολουθήσει: επιστροφή στο χωριό, αντίποινα εναντίον των κατοίκων, λεηλασίες και πυρπολήσεις σπιτιών.

Λιγότερο από έναν μήνα αργότερα συμβαίνει το γεγονός που θα αλλάξει τις διαστάσεις της ελληνικής Αντίστασης.

Τη νύχτα της 25ης προς την 26η Νοεμβρίου 1942, αντάρτες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, μαζί με Βρετανούς σαμποτέρ, ανατινάζουν τη γέφυρα του Γοργοποτάμου. Η στρατιωτική σημασία της επιχείρησης ήταν μεγάλη. Ακόμη μεγαλύτερη όμως ήταν ίσως η εντύπωση που δημιούργησε: για πρώτη φορά γινόταν φανερό σε τόσο μεγάλη κλίμακα ότι οι δυνάμεις κατοχής μπορούσαν να χτυπηθούν οργανωμένα στο εσωτερικό της χώρας.

Για τους Ιταλούς αυτό σήμαινε ότι το πρόβλημα των ορεινών περιοχών δεν μπορούσε πλέον να αντιμετωπιστεί ως δράση μερικών απομονωμένων ενόπλων. Οι δρόμοι, τα περάσματα και τα χωριά της Ρούμελης μπορούσαν να στηρίξουν ένα αντάρτικο που μεγάλωνε.

Η Ευρυτανία βρισκόταν ακριβώς μέσα σε αυτόν τον χώρο.

Οι ιταλικές στρατιωτικές πηγές μάς βοηθούν να δούμε την άλλη πλευρά της εικόνας. Στην Ελλάδα βρισκόταν μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη κατοχής, οργανωμένη σε σώματα στρατού και μεραρχίες. Στη δυτική Ελλάδα επιχειρούσε το 26ο  Σώμα Στρατού, στη δύναμη του οποίου περιλαμβάνονταν οι μεραρχίες «Casale», «Modena» και «Acqui». Τον Οκτώβριο του 1942 η συνολική ιταλική στρατιωτική παρουσία στην Ελλάδα ανερχόταν περίπου σε 124.000 άνδρες.

Απέναντι λοιπόν στις μικρές ακόμη ομάδες των ανταρτών δεν βρισκόταν ένας αποδιοργανωμένος στρατός. Βρισκόταν ένας οργανωμένος στρατός κατοχής, ο οποίος διέθετε αριθμητική υπεροχή, βαρύ οπλισμό και δυνατότητα να κινεί μεγάλες φάλαγγες από τις πόλεις προς την ύπαιθρο.

Είχε όμως ένα μεγάλο μειονέκτημα: δεν μπορούσε να βρίσκεται παντού.

Τα βουνά, τα δύσβατα περάσματα, οι μεγάλες αποστάσεις και κυρίως η σχέση των ανταρτών με τους κατοίκους δημιουργούσαν μια καινούργια πραγματικότητα. Οι Ιταλοί μπορούσαν να καταλάβουν ένα χωριό. Δεν μπορούσαν όμως εύκολα να ελέγξουν ολόκληρο τον ορεινό χώρο γύρω του.

Έτσι φτάνουμε στις πρώτες ημέρες του Δεκεμβρίου του 1942.

Μόλις λίγες ημέρες έχουν περάσει από τον Γοργοπόταμο. Έχει προηγηθεί το Κρίκελλο. Οι Ιταλοί γνωρίζουν πλέον ότι στην Ευρυτανία υπάρχουν οργανωμένες ένοπλες ομάδες και επιχειρούν να ξαναπάρουν τον έλεγχο των ορεινών διαδρομών και των χωριών.

Μία από τις ιταλικές φάλαγγες κινείται προς τη δυτική Ευρυτανία και τα Άγραφα. Στην πορεία της βρίσκεται ένα μεγάλο ορεινό χωριό, χτισμένο μέσα στη βαθιά κοιλάδα του Αγραφιώτη.

Η Χρύσω.

Εκεί, στις αρχές Δεκεμβρίου του 1942, η γενική ιστορία της Κατοχής συναντά την ιστορία ενός χωριού. Και από αυτό το σημείο και πέρα η καλύτερη ιστορία δεν βρίσκεται στις στρατιωτικές αναφορές. Βρίσκεται στη μνήμη εκείνων που ήταν εκεί.

Η Χρύσω της Ευρυτανίας ήταν το πρώτο χωριό της Ηπειρωτικής Ελλάδας που γνώρισε τη μανία της καταστροφής των κατακτητών. Μα και σύγχρονα η πρώτη γωνιά της Ελληνικής γης που πέταξε από πάνω της το ζυγό του κατακτητή.

Δεν ήταν τυχαίο χωριό η Χρύσω, έτσι αποκλεισμένο, κρυφό θα έλεγα κρυμμένο κάτω από τις κορυφές των Αγράφων και προστατευόμενο από τα ποτάμια είχε μια ιδιαίτερη, αυτόνομη ζωή με ανθρώπους νοικοκυραίους που είχαν ημερώσει τον αγριότοπο με μικρά χωραφάκια, βοσκές και μονοπάτια και αυτά ήταν που τους πρόσφεραν καταφύγιο και κάποια στοιχειώδη να αντεπεξέλθουν τον πρώτο καιρό μετά την καταστροφή. Η πλήρης δε γνώση του φυσικού αναγλύφου ήταν επίσης το στοιχείο εκείνο που τους έδωσε τη δυνατότητα να απομακρυνθούν πολύ γρήγορα για να μην πέσουν στα χέρια των Ιταλών.

Από τους ανθρώπους που έζησαν εκείνες τις ημέρες την επιδρομή των Ιταλών στην Χρύσω και την Ευρυτανία γενικώς δεν νομίζω ότι είναι κανένας πλέον στη ζωή. Από τους τελευταίους ήταν ο σεβαστός δάσκαλος Χαράλαμπος Μπετχαβάς που αποχαιρετήσαμε πριν από λίγο καιρό και ο οποίος μας άφησε και ένα μικρό βιβλίο που πρέπει να διαβάζουν όλοι για να συντηρείται έτσι η μνήμη. Εμείς οι τρανότεροι μεγαλώσαμε ακούγοντας τις διηγήσεις των πρωταγωνιστών της ιστορίας αλλά και όσων την έζησαν ο καθένας με τον τρόπο του. Στο βιβλίο του ο δάσκαλος περιγράφει αυτές τις πολύτιμες για την ιστορία εμπειρίες των απλών συγχωριανών. Για τους πρωταγωνιστές αναλαμβάνει η ιστορία να καταγράψει τις πράξεις τους, για τους απλούς ανθρώπους όμως η μνήμη της κοινότητας είναι αυτή που διασώζει.

Ο δάσκαλος διασώζει κάποιες πολύ χαρακτηριστικές σκηνές, με την πιο τραγική νομίζω από του Μαρτινιάγκου από το σπίτι του κουμπάρου του Ηλία Ζαγκότση όπου είχαν βρει καταφύγιο πολλοί. «Ξημέρωσε, θα ήταν η ώρα 8 π.μ. Πήρα μια φέτα ψωμί και τυρί και δρασκελούσα το μπαλκόνι, όταν βλέπω να ξεπροβάλλει πάνω από το Μπλό ένα σύννεφο καπνού. Γυρίζω μέσα και φωνάζω: Το χωριό καίγεται! Όρμησαν τότε όλοι να δουν και ακούστηκαν κλάματα και τα ουρλιαχτά των γυναικών που μένουν ακόμα στα αυτιά μου. Οι καπνοί πύκνωναν…». 

Ποιες ήταν αυτές οι γυναίκες; Μανάδες, γιαγιάδες μας ήταν που βλέποντας τους καπνούς μετρούσαν με κλάμα το βιός τους που έγινε στάχτη κι αυτές που την ανακάτεψαν μετά μη και τίποτα είχε γλυτώσει. Και είναι αυτές που βουβές έβαλαν πλάτη και μαζί με τους άντρες τους ξανάφτιαξαν το χωριό.

Ξεχωρίζω επίσης την ανάμνηση για τον παππού του που παρακολουθούσε με τα κυάλια από το Νεροπλατάνι τις κινήσεις των Ιταλών στο χωριό, και σαν είδε πως βρήκαν τα πράγματα που είχαν κρύψει στο περιβόλι του Πολυχρόνη και τα σκορπούσαν είπε στη γιαγιά: «Έλα Σάββα να χορέψουμε, εμείς τα φτιάξαμε, εμείς θα τα ξαναφτιάξουμε». Αυτή η φράση επιβεβαιώνει την πίστη που είχαν οι Χρυσιώτες για τον τόπο τους.

Δεν θα αναφερθώ άλλο στο βιβλίο του Δασκάλου, παρότι μικρό καταφέρνει εντούτοις να μας μεταφέρει στις ημέρες του ηρωϊσμού και της καταστροφής που ακολούθησε. Θα το χαρακτήριζα ως εγχειρίδιο μνήμης που θα έπρεπε να το έχουν όλοι οι Χρυσιώτες και οι Ευρυτάνες γενικά στο σπίτι τους και να διατίθεται σε όλους όσους επισκέπτονται την περιοχή και θέλουν να μάθουν την ιστορία της. Γιατί δεν αφορά μόνο την περίπτωση της Χρύσως αλλά όλη την Ελλάδα και τους Έλληνες που όρθωσαν το ανάστημά τους απέναντι στον κατακτητή και το κυριώτερο, κατάφεραν να αναστήσουν τον τόπο τους.

Σήμερα τιμούμε την επέτειο της μάχης, τους επώνυμους, τους εκτελεσθέντες αλλά πολύ περισσότερο τους ανώνυμους, τους συγχωριανούς μας που έζησαν εκείνες τις τραγικές ημέρες και οι οποίοι κατόπιν με δυσκολίες που δεν φανταζόμαστε ξανάφτιαξαν το χωριό, έζησαν τις πιο τραγικές ημέρες του Εμφυλίου και μας κληρονόμησαν μια Χρύσω σαν την παλιά. Μια Χρύσω όμως που όπως όλα τα χωριά του τόπου μας κατόπιν ακολούθησε την δρόμο της ερήμωσης. Μπορεί να άδειασε το χωριό, να λόγγιασε ο τόπος, να βουβάθηκαν οι κορυφές αλλά κάτω απ’ αυτή την πέτσα της ερήμωσης, νομίζω πως είναι ικανός να στηρίξει την επιστροφή από ένα άλλον διωγμό.   

ΧΡΥΣΩ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ, 18082026  

Κυριακή 2 Αυγούστου 2026

Η ΔΙΟΙΚΗΤΡΙΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΣΙΚΑ

 

 

Ανάμεσα στις αμέτρητες εικόνες που μας άφησαν οι μεγάλες πυρκαγιές των τελευταίων ημερών, υπήρχε μία που στάθηκε για λίγο περισσότερο στο βλέμμα μου. Δεν έδειχνε φλόγες ούτε καμένα σπίτια. Έδειχνε τη Διοικήτρια του Αστυνομικού Τμήματος Μάνδρας να τρέχει κρατώντας στην αγκαλιά της μια κατσίκα που μόλις είχε βγάλει από μια φλεγόμενη εγκατάσταση.
 
Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε από την επίσημη σελίδα της Ελληνικής Αστυνομίας, μαζί με πολλές ακόμη εικόνες που προβάλλουν τη συμμετοχή ανδρών και γυναικών του Σώματος στη μάχη με τις φωτιές. Όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε πολλά σχόλια και συζητήσεις. Δεν είναι όμως αυτά που με ενδιαφέρουν.
Στη φωτογραφία εγώ δεν είδα μόνο τη Διοικήτρια του Αστυνομικού Τμήματος. Είδα μια γυναίκα που κουβαλούσε μέσα της μια μνήμη αιώνων της ελληνικής υπαίθρου. Είδα έναν τρόπο να κρατάς ένα ζώο που δεν μαθαίνεται σε καμιά σχολή. Δεν το σήκωνε σαν βάρος ούτε σαν αντικείμενο που έπρεπε απλώς να απομακρυνθεί από τον κίνδυνο. Το κρατούσε σφιχτά πάνω στο στήθος της, όπως κρατά κανείς ένα παιδί που φοβάται. Και η κατσίκα, μέσα στον πανικό της φωτιάς, είχε αφεθεί στα χέρια της.
Αυτή η εικόνα μου θύμισε αμέσως τις γυναίκες της ελληνικής υπαίθρου που γνώρισα ή άκουσα γι’ αυτές. Τις μανάδες και τις γιαγιάδες μας που έζησαν δίπλα στα ζώα, τα φρόντισαν, τα μεγάλωσαν και τα αγάπησαν όχι μόνο γιατί αποτελούσαν περιουσία, αλλά γιατί ήταν μέρος της καθημερινής ζωής και της οικογένειας.
 
Την ίδια εικόνα έχω δει στην πραγματικότητα και φαντάζομαι πως πολλοί ακόμη που μεγάλωσαν στην ελληνική ύπαιθρο θα θυμούνται παρόμοιες στιγμές.
Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μάνα μου να έχει πάρει αγκαλιά, σχεδόν όπως η αστυνομικός της φωτογραφίας, μια κατσίκα για να την βγάλει από ένα ρέμα που είχε φουσκώσει από ξαφνική νεροποντή. Η κατσίκα λεγόταν Φλώρα, γιατί ήταν κατάλευκη. Το νερό την είχε παγιδεύσει σε ένα επικίνδυνο σημείο. Επικίνδυνο ήταν και για τη μάνα μου. Κι όμως, δεν δίστασε ούτε στιγμή. Μπήκε μέσα στο ορμητικό νερό, την πήρε αγκαλιά και την μετέφερε σε ασφαλές μέρος.
Ήμουν πολύ μικρός. Δεν μπορούσα να βοηθήσω. Την παρακολουθούσα με φόβο αλλά και με θαυμασμό. Όταν όλα τελείωσαν, η μάνα μου κάθισε μούσκεμα κάτω από ένα δέντρο να πάρει μια ανάσα. Και η Φλώρα πήγε σιγά σιγά και στάθηκε δίπλα της. Δεν ξέρω αν τα ζώα γνωρίζουν την ευγνωμοσύνη όπως την εννοούμε εμείς οι άνθρωποι. Ξέρω όμως ότι εκείνη την ημέρα δεν την άφησε ούτε στιγμή μόνη της.
Τέτοιες σκηνές έβλεπα συχνά και από άλλους συγχωριανούς μου. Βέβαια, τα ζώα ήταν και περιουσία. Όμως αυτό από μόνο του δεν εξηγεί τέτοιες πράξεις. Όποιος μεγάλωσε στο χωριό γνωρίζει πως μια κατσίκα, ένα πρόβατο, ένα μουλάρι ή ένα βόδι αποκτούσαν όνομα, χαρακτήρα και τη δική τους θέση μέσα στην οικογένεια. Δεν ήταν απλώς ζώα. Ήταν σύντροφοι μιας ολόκληρης ζωής.
Δεν γνωρίζω την κυρία Διοικήτρια. Αν τη συναντούσα όμως, θα της έσφιγγα το χέρι. Όχι μόνο γιατί έσωσε μια κατσίκα μέσα στη φωτιά. Αλλά γιατί, χωρίς ίσως να το γνωρίζει, μας θύμισε κάτι που κινδυνεύουμε να ξεχάσουμε: πως ο πολιτισμός ενός τόπου δεν φαίνεται μόνο από τον τρόπο που προστατεύει τους ανθρώπους του, αλλά και από τον τρόπο που φέρεται στα πιο ανυπεράσπιστα πλάσματά του.
 
Κρατώντας εκείνη την κατσίκα στην αγκαλιά της σαν να κρατούσε ένα παιδί, τίμησε –ίσως χωρίς να το επιδιώξει– μια ατέλειωτη αλυσίδα γυναικών και ανδρών της ελληνικής υπαίθρου που δεν εγκατέλειπαν ποτέ τα ζώα τους όταν έρχονταν η φωτιά, η πλημμύρα ή το χιόνι.
 
Κυρία Διοικήτρια, να είστε καλά.
 
Και σας ευχαριστούμε όχι μόνο για τη διάσωση μιας κατσίκας, αλλά γιατί, μέσα στον καπνό και στις στάχτες, μας θυμίσατε μια παλιά Ελλάδα που δεν μετρούσε την αξία της ζωής με το είδος της.
 
Πηγή φωτογραφίας: Ελληνική Αστυνομία
 
02082026  

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ ΙΟΥΝΙΟ ΓΕΜΑΤΟ ΟΜΟΡΦΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ

 


Μια εξαιρετική σειρά φωτογραφιών του Δημήτρη Καλλιακούδα μας δείχνει πώς να βλέπουμε αλλιώς τη φύση

Κότσυφας (Turdus merula) Ο γνώριμος κάτοικος των κήπων και των χωραφιών απολαμβάνει ένα δροσιστικό μπάνιο στις πρώτες ζέστες του καλοκαιριού.


Κάθε πρωτομηνιά βάζουμε έναν μικρό στόχο. Έναν στόχο που συνοδεύεται από την ευχή να κυλήσουν οι μέρες που έχουμε μπροστά μας με υγεία, γαλήνη και όσο το δυνατόν λιγότερες δυσάρεστες εκπλήξεις. Και καθώς ο Ιούνιος είναι ο μήνας που στέκεται σαν γέφυρα ανάμεσα στην άνοιξη και το καλοκαίρι, ίσως ο πιο όμορφος στόχος να είναι να τον ζήσουμε με περισσότερη προσοχή στις λεπτομέρειες. Να μη βιαστούμε να προσπεράσουμε όσα συμβαίνουν γύρω μας. Να δούμε…

Αυτό ακριβώς μας προτείνει, χωρίς λόγια, ο φίλος φωτογράφος της φύσης Δημήτρης Καλιακούδας από την Εορδαία μέσα από μια εξαιρετική σειρά εικόνων που μοιράζεται μαζί μας.

Αηδόνι (Luscinia megarhynchos) Το αηδόνι είναι γνωστό για το τραγούδι του. Εδώ όμως το βλέπουμε σε μια πιο ήσυχη στιγμή, να δροσίζεται στα νερά της Εορδαίας.

Στις φωτογραφίες του δεν βλέπουμε εντυπωσιακές πτήσεις ούτε σπάνιες σκηνές κυνηγιού. Βλέπουμε κάτι πολύ πιο απλό και γι’ αυτό ίσως πιο σημαντικό. Ένα αηδόνι, έναν δεντροφυλλοσκόπο, έναν κότσυφα, έναν μαυρολαίμη, έναν φλώρο, ένα φανέτο και άλλα πουλιά να στέκονται κοντά σε πηγές, μέσα σε ρηχά νερά, να πίνουν, να δροσίζονται, να λούζονται. Στιγμές καθημερινές, που συνήθως περνούν απαρατήρητες από τα μάτια των περισσότερων ανθρώπων.

Δεντροφυλλοσκόπος (Phylloscopus collybita) Ένας μικρός ταξιδιώτης των δέντρων κατεβαίνει για λίγο από τα κλαδιά. Το νερό είναι απαραίτητο όσο και το τραγούδι του.

Κι όμως, αυτές οι μικρές λακκούβες και τα ταπεινά ρυάκια αποτελούν για τα πουλιά τόπους ζωής. Εκεί καθαρίζουν το πτέρωμά τους από τη σκόνη και τα παράσιτα, εκεί φροντίζουν το σώμα τους, εκεί αναζητούν λίγη ανακούφιση από τη ζέστη των ημερών που μεγαλώνει. Το μπάνιο δεν είναι πολυτέλεια για ένα πουλί. Είναι ανάγκη. Είναι μέρος της καθημερινής του επιβίωσης.

Οι εικόνες του Δημήτρη μας θυμίζουν κάτι που συχνά ξεχνάμε: η φύση δεν βρίσκεται μόνο στις μεγάλες κορυφές, στα εντυπωσιακά τοπία ή στα σπάνια είδη. Βρίσκεται και σε μια μικρή λακκούβα νερού δίπλα σε έναν χωματόδρομο. Στο είδωλο ενός πουλιού πάνω στην ήρεμη επιφάνεια. Στη στιγμή που ένα πλάσμα σταματά για λίγο το ταξίδι του για να ξεδιψάσει.

Ίσως γι’ αυτό οι φωτογραφίες αυτές έχουν τόση δύναμη. Δεν μας δείχνουν απλώς πουλιά. Μας μαθαίνουν έναν διαφορετικό τρόπο να κοιτάζουμε. Να ανακαλύπτουμε τη σημασία των μικρών πραγμάτων και να αναγνωρίζουμε ότι η ζωή κρύβεται συχνά εκεί όπου οι περισσότεροι δεν σταματούν καν το βλέμμα τους.

Μαυρολαίμης (Saxicola rubicola) Μικρός, ζωηρός και ανήσυχος, σταματά για λίγο στην άκρη του νερού πριν συνεχίσει τις περιπολίες του στην ύπαιθρο.

Φλώρος (Chloris chloris) Οι πράσινες και κίτρινες αποχρώσεις του πτερώματός του μοιάζουν να δανείζονται τα χρώματα της εποχής.

Ας είναι λοιπόν ο Ιούνιος ένας μήνας γεμάτος όμορφες εικόνες. Όχι μόνο αυτές που θα φωτογραφίσουμε ή θα συναντήσουμε στις οθόνες μας, αλλά κυρίως εκείνες που θα μας χαρίσει η καθημερινή παρατήρηση του κόσμου γύρω μας. Οι εικόνες που μας κάνουν να στεκόμαστε για λίγο, να χαμογελάμε και να θυμόμαστε ότι η φύση συνεχίζει αθόρυβα το έργο της, αρκεί να της αφιερώσουμε λίγη από την προσοχή μας.

Καλό μήνα Ιούνιο. 

ΑΘΗΝΑ, 01062026

Παρασκευή 29 Μαΐου 2026

ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ ΑΕΙΠΑΙΔΕΣ ΤΩΝ 68+

Ανδρικά πράματα τα όσα σχετίζονται με τον προστάτη, ο οποίος δυστυχώς από κάποια στιγμή και πέρα, στην εποχή που διαδέχεται την ύστατη νεότητά μας, μας δοκιμάζει με τον πόνο και ότι βεβαίως αυτός μπορεί κρύβει… 

Έτσι έγινε και πριν από λίγες ημέρες. Μια αιφνίδια λοίμωξη που επηρέασε όλο το ουρολογικό σύστημα με οδήγησε στα επείγοντα της «Ευρωκλινικής» όπου όλο το προσωπικό της με φρόντισε σαν να ήταν η οικογένειά μου. Γιατροί, νοσηλευτικό προσωπικό και όλοι οι εργαζόμενοι εκεί με πρόσεξαν με το παραπάνω και το κυριότερο ανέχθηκαν τη γκρίνια που προκαλεί σε έναν άνδρα ο καθετήρας. Μια εβδομάδα με φρόντισαν υποδειγματικά και συνεχίζουν με ανοιχτή επικοινωνία να μου δίνουν θάρρος να περάσω κι απ’ αυτή τη σύνθετη από πολλούς λόγους δοκιμασία της υγείας μου. 

Οφείλω να πω και δημόσια ένα μεγάλο ευχαριστώ στους δυο ουρολόγους γιατρούς, τον Αριστείδη Καραγιάννη και τον γιό του Ανδρέα, δυο εξαίρετους λειτουργούς της υγείας που έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και βεβαίως σε όλους τους άλλους που ασχολήθηκαν με την περίπτωσή μου. Δεν μπορώ όμως να μην ευχαριστήσω και τον ΕΔΟΕΑΠ, το ταμείο των Δημοσιογράφων που συνεργάζεται με την «Ευρωκλινική» και μπράβο στους συναδέλφους που έκαναν αυτή την εξαιρετική επιλογή. Το Ταμείο μας δεν μας αφήνει απροστάτευτους καμιά στιγμή και επαναλαμβάνω, πρέπει να το προσέχουμε σαν τα μάτια μας. 

 Όσο τώρα για την προστατίτιδα, η εκδήλωσή της μου έδωσε αυτές τις ημέρες να καταλάβω πως μεγαλώνουμε και ο οργανισμός μας έχει απωλέσει το σφρίγος και την λάμψη της νεότητας και ως προς τούτο πρέπει να προσέχουμε. Αυτό επιβεβαίωσε και η περίπτωση ότι διπλανό δωμάτιο βρέθηκε ένας φίλος από τα παλιά, ο Ηρακλής και διασκεδάσαμε αρκετές ώρες τον πόνο μας με αφηγήσεις από τις μαγικές διακοπές στο Κουφονήσι τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του ’80. Ευτυχώς και η περιπέτεια του Ηρακλή είχε αίσιο τέλος.

ΑΘΗΝΑ, 29052026

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

ΜΙΑ ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗ

 Ο ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΡΟΦΗ - ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ

Πάει αρκετός καιρός από τότε που μίλησα δημόσια για την ύπαιθρο χώρα και τους ανθρώπους της. Ήρθε όμως η ώρα να κάνουμε μια καινούργια αρχή και να ανοίξουμε έναν νέο διάλογο, που εύχομαι να οδηγήσει (επιτέλους) και στη δημιουργία μιας σειράς εκδόσεων.
Την ευκαιρία αυτή μου δίνει η πρώην Διευθύντρια του Κέντρου Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών Αικατερίνη Πολυμέρου–Καμηλάκη, προσκαλώντας με να συμμετάσχω στις διαλέξεις του Λαϊκού Πανεπιστημίου της «Εταιρείας Φίλων του Λαού» (Ευρυπίδου 12, 1ος όροφος, Αίθουσα Ευεργετών), σήμερα, Τρίτη 12 Μαίου, 19.00–21.00.
Το θέμα της διάλεξης της Αικατερίνης Πολυμέρου–Καμηλάκη είναι: «Παραδοσιακά αγροδιατροφικά συστήματα» και η δική μου παρέμβαση έχει τίτλο: «ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΗΠΟ ΣΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ — ΕΝΑΣ ΤΡΟΠΟΣ ΠΟΥ ΕΠΙΜΕΝΕΙ» και θα αναφερθώ στην πρόσφατη εμπειρία της «ανάστασης» του χωραφιού την περίοδο της επιδημίας,στη συμβολή της μάνας μου σε αυτή τη μεγάλη προσπάθεια, αλλά και στις γνώσεις που συγκέντρωσα μέσα από τριάντα χρόνια συνομιλιών με ανθρώπους της υπαίθρου, στις περιπλανήσεις μου στα νησιά και τα βουνά της Ελλάδας.
Υπενθυμίζω ότι το 2026 έχει ανακηρυχθεί από τον ΟΗΕ: Διεθνές Έτος για τα Βοσκοτόπια και τους Βοσκούς και Διεθνές Έτος της Αγρότισσας.
Για όλα αυτά θα έχουμε πολλά να πούμε το επόμενο διάστημα.
Δείτε λιγότερα
Δείτε τα στατιστικά στοιχεία
Δημιουργία διαφήμισης
Όλες οι αντιδράσεις:
Εσείς, Panagiotis Kakouras, Vasilis Liagas και 6 ακόμη