Google+ Badge

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ Η ΞΕΧΑΣΜΕΝΗ ΗΜΕΡΑ…

Ο μέγας πλάτανος χωρίς φύλλα στο χοροστάσι της Αγίας Τριάδας σήμερα…
Καθώς μεγαλώνω και αθροίζω όλο και περισσότερες αναμνήσεις, για μένα και για την κοινότητα, όλο και διαπιστώνω πως λείπουν μεγάλα κομμάτια από το μωσαϊκό των εκφράσεων των μελών της αλλά και των εκδηλώσεων της μικρής κοινωνίας της Μεγάλης Κάψης. Τούτο μπορεί να ερμηνευτεί με λίγα σχόλια αλλά όπως διαπιστώνω, κάποια ιδιαίτερα πράγματα που αφορούσαν την εύρυθμη λειτουργία της, έσβησαν χωρίς κάτι το καινούργιο να πάρει τη θέση του παλαιού, εξελίσσοντας ή ταπεινώνοντας το, με αποτέλεσμα αυτά να μη σταθούν ικανά να αποτρέψουν τη διάλυσή της…

Τέτοιες σκέψεις καλλιέργησε η σημερινή, πηχτή ομίχλη που έχει καλύψει όλο τον τόπο και δεν επιτρέπει στο βλέμμα να προχωρήσει παραπάνω από δέκα μέτρα και ο νους μου γύρισε πίσω στις Απόκριες του 1963 και σε ένα γεγονός που αν δεν αντιμετωπίζονταν σωστά θα επηρέαζε τραγικά κατόπιν τη ζωή μου. Εκείνη την ημέρα θυμάμαι, μια λαμπερή ανοιξιάτικη ημέρα, στη διάρκεια ενός παιχνιδιού με τον κλαροκόπο, έκοψα το δεξί μου πόδι ακριβώς στα δύο, πάνω από το γόνατο. Η πρώτη αντίδραση από τη μάνα μου ήταν να μου δόσει ένα γερό ξύλο για να ξεθυμάνει αδιαφορώντας αν το πόδι μου κρέμονταν από ένα νεύρο μόνο. Από τη μανία της με γλίτωσαν κάτι γριές που δεν θυμάμαι καν το όνομά τους και τα περί του συμμαζέματος του κομμένου ποδιού ανέλαβε ο μπάρμπα Μήτσος Λουκόπουλος (Λουκομήτσιος) ο οποίος ασκούσε επιτυχώς την τέχνη του πρακτικού κτηνιάτρου και χάρη στην επιδεξιότητά του μπόρεσα να περπατώ με δυο πόδια!

Πέρα απ’ αυτή την οδυνηρή ανάμνηση, εκείνο που σήμερα μου ήρθε έντονα στη μνήμη ήταν εκείνες οι γριές που με έσωσαν από τα χέρια της μάνας μου. Την είχα ρωτήσει και παλιά και η απάντηση ήταν ότι εκείνη την ημέρα είχαν έρθει όλες οι στο σπίτι όπου έμεινε και η γιαγιά Μαρούλα Παπαδοπούλου (1880 – 1963) να συγχωρεθούν. Το προσπέρασα, δεν έψαξα περισσότερο τότε αλλά τα τελευταία χρόνια άκουσα για τη «συγχώρεση» των Απόκρεω και σε άλλα μέρη κι έτσι ρώτησα τη μάνα μου γι’ αυτή τη παλιά συνήθεια. Δεν θυμόνταν πολλά αλλά ήταν αρκετά να συμπληρώσω τις πληροφορίες για τη "συγχώρεση" στο χωριό με στοιχεία από άλλες μικρές πατρίδες σε όλη την Ελλάδα.  

Ήταν μια συνήθεια που των παλιότερων συγχωριανών, την Κυριακή των Απόκρεω μετά τη λειτουργία να ξεκινούν και να πηγαίνουν, οι ηλικιωμένοι κυρίως, στα σπίτια εκείνων που είχαν μια αντιδικία σε λόγια ή πράξεις και ενόψει της Σαρακοστής ζητούσαν συγχώρεση και γινόταν, λόγω της ημέρας, πάντα αποδεκτή. Η κίνηση αυτή, η οποία ήταν δημόσια και εν γνώσει όλων αποσκοπούσε στην εκτόνωση των εντάσεων μεταξύ των χωριανών και την άμβλυνση των αντιθέσεων, στο ημέρωμα εντέλει της κοινότητας και απ’ όσο θυμάμαι ή με πληροφορούν αυτοί που την πρόλαβαν ως συνήθεια, είχε πολύ καλό αποτέλεσμα.

Για τη "συγχώρεση" λοιπόν είχαν έρθει στο σπίτι οι γριές και να αποχαιρετήσουν με τον δικό τους τρόπο τη γιαγιά Μαρούλα ή οποία μετά από δυο μέρες πέθανε. Αυτές με έσωσαν από το αδυσώπητο χέρι της μάνας μου αλλά από εκείνη τη χρονιά που σοβάρεψα ομολογώ και παρατηρούσα καλύτερα τα πράγματα του χωριού, δεν θυμάμαι να έχει ξαναγίνει με αυτό τον τρόπο. Σήμερα δε που προσπαθώ να ανιχνεύσω κάποια πράγματα του παρελθόντος για το χωριό οι πληροφορίες είναι ελάχιστες γιατί δεν υπάρχουν πια άνθρωποι τέτοιας ηλικίας που να θυμούνται αυτά τα πράγματα και οι νεότεροι, μη δίνοντάς τους σημασία τα άφησαν να σβήσουν, όπως και κάθε τι εξάλλου και χωρίς να βάλουν κάτι άλλο στη θέση τους.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 26022017

ΜΙΑ ΓΙΟΡΤΗ ΠΟΥ ΧΑΡΗΚΕ ΟΛΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ!


Δεν ήμασταν παραπάνω από δεκαπέντε αυτοί που πήγαμε σήμερα το πρωί στην εκκλησία του χωριού μας (Αγία Τριάδα, τρίκλιτη βασιλική και σε μάρμαρο εντοιχισμένο στην πρόσοψή της διαβάζουμε ότι χτίστηκε το 1749, εποχή που πρέπει η Μεγάλη Κάψη να ήταν στο απόγειο της ακμής της) και πέντε - έξι ακόμη ήταν οι… κωλυόμενοι. Σύνολο είκοσι, άντε εικοσιπέντε να βάλουμε μέσα κι εκείνους που η μικρή πατρίδα φιλοξενεί απλά το εξοχικό τους και δεν μετέχουν καν στη ζωή του χωριού, ήμασταν σήμερα οι χωριανοί και η εκκλησία ο χώρος όπου δηλώσαμε την ύπαρξη της ετοιμοθάνατης κοινότητά μας.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες οι Απόκριες και ο εορτασμός τους με μασκαρέματα και καρναβάλια θα ήταν κάτι εξωπραγματικό για το χωριό αλλά η εορτή της Ορθοδοξίας τιμήθηκε ως το τυπικό της Εκκλησίας προβλέπει και τούτο ικανοποίησε σε ικανό βαθμό τους παρόντες.




Εκείνο όμως που λάμπρυνε ιδιαίτερα την ημέρα και της έδωσε τον αέρα της γιορτής ήταν η ευλογία («ύψωμα» κατά τον τυπικό πάλι της εκκλησίας) που έκανε ο παπα Βαγγέλης Γιαννουσιάς στην προσφορά της Φωτεινής Γεωργαντά για την ονομαστική γιορτή της σήμερα καθώς και της εγγονής της, όπως έκαναν πάντα οι άνθρωποι στο χωριό εξωτερικεύοντας με αυτό τον τρόπο τη χαρά τους και μοιράζοντάς την με την κοινότητα που επί του προκειμένου εκφράζεται σαν εκκλησίασμα. Η κίνηση από πλευράς της Φωτεινής ήταν που έδωσε σήμερα μια ανάσα ζωής στη χειμαζόμενη κοινωνία του χωριού μας και ολόθερμες ήταν οι ευχές απ’ όλους μας στην ίδια καθώς και στην εγγονή της…   

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 26022017 

ΟΙ «ΟΨΕΙΣ ΑΔΗΛΩΝ» ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΠΟΚΟΡΟΥ


Από αριστερά: Κώστας Κουτσουρέλης, Παντελής Μπουκάλας,
Νίκος Ξυδάκης, Άγγελος Δεληβοριάς και Χρήστος Μποκόρος.

Τελειώνει σήμερα η έκθεση «Όψεις Αδήλων» του Χρήστου Μποκόρου  στο Μουσείο Μπενάκη με μια μεγάλη ξενάγηση από τον ίδιο το μεσημέρι. Την έκθεση επισκεφθήκαμε αρκετές φορές για να την χορτάσουμε, ακούσαμε με ευλάβεια στις ξεναγήσεις τον Χρήστο να μιλάει γι’ αυτή, θα θέλαμε να είχε και μεγαλύτερη διάρκεια να ξαναπάμε...

Από αριστερά: Χρήστος Μποκόρος. Νίκος Ξυδάκης, Κώστας Κουτσουρέλης,
Παντελής Μπουκάλας, Σταύρος Πετσόπουλος.

Γι’ αυτό και χαρήκαμε πολύ προχθές το βράδυ στη μεγάλη αίθουσα του Μουσείου Μπενάκη την παρουσίαση του λευκώματος της έκθεσης «Όψεις Αδήλων»καθώς και του εκπληκτικού e-ημερολογίου του που κυκλοφόρησε με την ευκαιρία της λειτουργίας της για να μπορούμε να τη μελετήσουμε περισσότερο και όσο καιρό θέλουμε. Γι’ αυτά τα δύο υψηλής ποιότητας βιβλία (με την υπογραφή των εκδόσεων «Αγρα») μίλησαν με πολύ αγάπη για τον Χρήστο Μποκόρο και το έργο του οι: Άγγελος Δεληβοριάς, Νίκος Ξυδάκης, Παντελής Μπουκάλας, Κώστας Κουτσουρέλης και Σταύρος Πετσόπουλος και απολαύσαμε μια συζήτηση υψηλού επιπέδου για ένα σπουδαίο άνθρωπο και το έργο του.



Για την έκθεση, δεν μπορώ να πω πολλά πράγματα αλλά εκείνο που μου έκανε εντύπωση και έχω ξεκινήσει την μελέτη του ήταν το e-ημερολόγιο για το οποίο ο ίδιος σημειώνει:


Αφιέρωση αντί προλόγου


Πάει καιρός που μ’ έσπρωχναν φίλοι και γνωστοί ν’ ανοίξω μια σελίδα στο fb για να ενημερώνονται όσοι θέλανε να μάθουν για τα έργα και τις εκθέσεις μου μιας και δεν πολυκυκλοφορώ. Ήταν κι η ζωή μου μετέωρη εκείνον τον καιρό. Έτσι άρχισα να δημοσιεύω αραιά και που αυτά που έκανα και να που κατάληξε ημερολόγιο. Πολλές φορές στο παρελθόν προσπάθησα μάταια να κρατήσω τακτικές σημειώσεις αλλά ποτέ δεν τα κατάφερα να συγκεντρωθώ πάνω από λίγες μέρες. Εδώ, με τη βοήθεια και των συνομιλητών, κάτι έγινε. Στην αρχή μάλιστα μετείχα, απαντούσα κιόλας στα σχόλιά σας και την αγάπη των εικονικών φίλων που όλο και πλήθαιναν αλλά σιγά σιγά το απέφευγα κι εντέλει έπαψα ολωσδιόλου να αποκρίνομαι, παρότι μάλλον σ’ αυτά τα ενθουσιώδη και παρήγορα σχόλια των ανθρώπων που με παρακολουθούσαν χρωστάω την επιμονή τεσσάρων και πλέον χρόνων. Απ’ το πρόσχημα της δυνητικής επικοινωνίας απέμεινε η καταγραφή ημερών, έργων και εικόνων. Τυπωμένα τώρα σε βιβλίο, σαρκωμένα σε ύλη, εκδόθηκαν από τις εκδόσεις Άγρα επ' ευκαιρία της αναδρομικής έκθεσης "Όψεις αδήλων" στο Μουσείο Μπενάκη, αφιερωμένα μ’ ευγνωμοσύνη στους διαδικτυακούς φίλους που με συντρόφευαν στη φωτισμένη οθόνη του ηλεκτρονικού κενού.

ΑΘΗΝΑ, 26022017

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΠΑΛΑΜΑΣ ΚΑΙ Η ΦΟΙΝΙΚΙΑ ΤΟΥ!!!



Περνώντας πριν από λίγο μπροστά από το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, είδα το αποψινό φεγγάρι πίσω από τον φοίνικα (έναν από τους εναπομείναντες ζωντανούς στην πόλη)και καθώς έσκυψα λίγο, το έφερα δίπλα από τον μαρμαρωμένο ποιητή να ακούσει τι λέει και να τα μεταφέρει και σε άλλες πόλεις μακριά από την πονεμένη Αθήνα…
……………………….
Ὦ Φοινικιά, μᾶς ἔσπειρεν ἐδῶ ἕνα χέρι,
καὶ θὰ ξαναπλωθῇ, καὶ θὰ μᾶς ξερριζώσῃ,
καὶ θὰ πεθάνουμε· τὸ κῦμα καὶ τ᾿ ἀγέρι
 καὶ τὸ νερὸ ἀνελεήμονα θὰ μᾶς σαρώσῃ,
καὶ δὲ θὰ κλάψῃ μας τ᾿ ὁλόανθο καλοκαῖρι,
κ᾿ ἡ πλατιὰ πλάση τὸ χαμό μας δὲ θὰ νιώσῃ,
καὶ κάτου ἀπὸ τοῦ ἴσκιου σου τὰ μάγια πάλι
 θ᾿ ἀναστηθῇ μοσκόπνοη μιὰ βλάστηση ἄλλη.

Καὶ μήτε θὰ βρεθῇ γιὰ μᾶς κανένα μνῆμα
 τοῦ διάβα μας τὸ φάντασμα νὰ συγκρατήσῃ·
 μονάχα ὁλόφωτο τριγύρω σου ἕνα ντύμα
 μὲ νέα μία λάμψη ἀχάλαστη θὰ σὲ στολίσῃ,
καὶ θὰ εἶναι ἡ σκέψη μας κι ὁ λόγος μας καὶ ἡ ρίμα.
Καὶ θὰ φανῆς ἐσὺ στὴν ξαφνισμένη χτίση
 σὰν ἕνα χρυσοπράσινο καινούργιο ἀστέρι.
Καὶ μήτ᾿ ἐσύ, μήτε κανεὶς δὲ θὰ μᾶς ξέρῃ…
                                             

(*) Σε συμπαθάτε, αν δεν τα κατάφερα καλά στο πολυτονικό σύστημα γραφής ούτε και το εργαλείο βοηθάει σε κάτι τέτοια. Σας προτείνω όμως να διαβάσετε τη «Φοινικιά» του Κωστή Παλαμά σε οποιαδήποτε έκδοση με την ποίηση του μεγάλου μας ποιητή. Στην περίπτωση εγώ χρησιμοποίησα την ειδική έκδοση του περιοδικού «ΑΝΤΙ» και των εκδόσεων ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑ, που κυκλοφόρησε με πρόλογο του Ηλία Λάγιου το καλοκαίρι του 2003 και για την περίσταση, ολόκληρη στο http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/kwsths_palamas/h_foinikia.htm

ΑΘΗΝΑ, 25022013

Η ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΚΟΤΣΥΦΑ



Ξημερώσαμε στο χωριό μου -800 μέτρα ψηλά στις ανατολικές πλαγιές του Τυμφρηστού- που ήδη είχε απελευθερωθεί από το χιόνι των τελευταίων ημερών και ορισμένα κομμάτια της γης του, κυρίως αυτά που καλλιεργούνται ή δέχονται κάποια άλλη φροντίδα έχουν ήδη ξεπαγώσει. Ανάμεσά τους και το μικρό τσιμεντένιο παρτεράκι της αυλής του πατρικού σπιτιού όπου η μάνα μου ανέκαθεν διατηρεί ωραίες τριανταφυλλιές, ορτανσίες και άλλα πολυετή καλλωπιστικά και φυτεύει κάθε άνοιξη πολλά άλλα λουλούδια.

Ως εκ τούτου έχει καλό χώμα το οποίο φιλοξενεί κάτω από την επιφάνειά του άφθονη τροφή για τα πουλιά, κάτι που ως φαίνεται γνώριζε πολύ καλά ο κυρ κότσυφας της φωτογραφίας με την κατακίτρινη μύτη, ο οποίος ήρθε μόλις ζέστανε κάπως η μέρα καμαρωτός – καμαρωτός και αφού έριξε μια προσεκτική ματιά γύρω του να δει αν βρίσκεται κάπου εκεί κοντά καμιά γάτα, άρχισε να σκαλίζει το χώμα και να τσιμπά με την κεχριμπαρένια του μύτη σκουλήκια.

Ακούνητος τον έβλεπα πάνω από πέντε λεπτά να σκαλίζει και να ρίχνει που και που κάποια ματιά για τον γάτο – η παρουσία μου ούτε καν που τον απασχολούσε και συμπέρανα πως τούτο οφείλεται στη συνήθεια που απέκτησε με τη μάνα μου η οποία τον βλέπει κάθε μέρα να κατεβαίνει στο παρτέρι και να ψάχνει ακόμα και μέσα στις γλάστρες και προσπαθούν να μην τον ενοχλούν καθόλου. Αντιθέτως δε, φροντίζουν να διώχνει τον αδίστακτο γάτο από την αυλή ενώ όταν έχει παγωνιά και ο κότσυφας δεν μπορεί να σκαλίσει, η μάνα μου ρίχνει στο παρτέρι ψίχουλα και σπόρους και έρχεται και χορταίνει όχι μόνος αυτός αλλά και άλλα πουλιά, κάτι μελλισουργοί, κάτι κομπογιάνοι που δεν μπορούν να βρουν τροφή στους κήπους.

Ως ανταπόδοση της προσοχής που του κάνουν ο κυρ κότσυφας, αφού χορτάσει πετάει και στέκεται σε διάφορα σημεία της αυλής και αφού περάσει με ένα άφοβο φτερούγισμα μπροστά από την πόρτα, κάθεται κατόπιν για λίγο ψηλά στην κρεβατίνα και με μια βραχνή φωνούλα λέει την καλημέρα του. Ας μη με γνώριζε, το ίδιο έκανε και σε μας προχθές το πρωί και μας είπε κι εμάς μια μελωδική καλημέρα!!!


ΥΓ. Η μάνα μου όταν τον παίρνει είδηση ψιθυρίζει: «θα σε ψήσω»,  χωρίς βέβαια να το εννοεί αλλά με αυτή την κουφή απειλή προς τον κότσυφα της αυλής της ξεθυμαίνει γιατί όπως λέει και δεν νομίζω πως κάνει λάθος, είναι ο ίδιος κότσυφας που όσες κλάρες κι αν βάλει πάνω από ένα υπαίθριο φυτώριο για ντομάτες, πηγαίνει κι εκεί και σκαλίζει και της χαλάει αρκετές. Γνωρίζει όμως πως έτσι γίνεται πάντα και γι’ αυτό βάζει περισσότερες για να χορταίνουν και τα κοτσύφια. 

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 24022012

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Ο ΠΕΤΡΑΚΗΣ ΤΗΣ ΤΖΟΥΤΖΗ ΜΑΝΤΖΟΥΡΑΝΗ




Μου άρεσε πολύ, πάρα πολύ, που είδα χθες το πρωί στη σελίδα της φίλης Τζούτζης Μαντζουράνη τον Πετράκη! Ο οποίος Πετράκης, είναι ένας όμορφος κοκκινολαίμης που επισκέπτεται τακτικά τον κήπο της και ξέρει όταν πεινάει θα βρει εκεί τροφή. Η φωλιά του πρέπει να είναι ανάμεσα στα κλαδιά κάποιων πυκνών θάμνων στο διπλανό κήπο και από εκεί πετάει κάθε μέρα στις κοντινές αυλές και φυσικά στο παράθυρο της φίλης μας. Κάποια στιγμή μάλιστα η Τζούτζη επιχείρησε να τον δελεάσει με ένα ξύλινο σπιτάκι –σαν αυτά που βλέπουμε ότι βάζουν για τα πουλάκια σε άλλες χώρες- αλλά που αυτός να μπει μέσα. Φαίνεται πως δεν ήθελε καμία δέσμευση και προτιμούσε να κουρνιάζει όπου ήθελε τη νύχτα κι έτσι το σπιτάκι το κατέλαβαν χωρίς κανένα κόπο οι σπουργίτες, οι οποίοι είναι και οι μόνιμοι αντίπαλοί του στον κήπο της Τζούτζη. Κάθε φορά που πάει να τον ταίσει, πριν καλά – καλά τσιμπήσει ο Πετράκης το πρώτο ψίχουλο, να οι σπουργίτες εφορμούν σαν σμήνος καταδιωκτικών και τρομάζοντάς τον, τον κάνουν να φύγει νηστικός και πηγαίνει να κάτσει σε ένα κλαδί. Από εκεί τους παρακολουθεί μέχρι να τελειώσουν το φαγητό τους και με πολλές επιφυλάξεις να μην τον δουν πάλι, πετάει μέχρι την πόρτα και με μια ψιλή ευγενική φωνή προσπαθεί να δηλώσει πάλι την παρουσία του και αν δεν τον πάρουν πάλι είδηση οι άθλιοι σπουργίτες απολαμβάνει λίγα ψίχουλα και σπόρους.


Έτσι έγινε και προχθές που απαρατήρητος από τους σπουργίτες χόρτασε και κατόπιν έκατσε ήσυχος στα κλαδιά του θάμνου δίνοντας έτσι την ευκαιρία στη Τζούτζη να τον φωτογραφίσει με την καινούργια μηχανή της και μας μοίρασε τη φωτογραφία να το καμαρώσουμε κι εμείς. Βλέποντάς τον ομολογώ πως ζήλεψα λιγάκι γιατί στο δικό μου μπαλκόνι στην Ιπποκράτους, εκτός από κάτι βρωμερά και τρισάθλια περιστέρια κανένα άλλο πουλί δεν πλησιάζει...


ΑΘΗΝΑ, 22022010


ΥΓ. Το κείμενο γράφτηκε σαν σήμερα πριν από επτά χρόνια, όταν η Τζούτζη έμεινε στην Κηφισιά και στον κήπο της έρχονταν και κοκκινολαίμηδες και σπουργίτια και ήταν σαν κάρτα για τα γενέθλιά της τότε και έμεινε στα συλλεκτικά και των δυο μας... 

Τρίτη, 21 Φεβρουαρίου 2017

ΕΝΑ ΧΩΡΑΦΙ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΑΡΑΓΕΙ ΤΙΠΟΤΑ


Σαν σήμερα, το προμνημονιακό έτος 2009 είχα πάει με τον καλό φίλο Αντώνη Παπαδάκο από την Καρδίτσα, στα Γρεβενά· περιοχή που μια φορά άλλοτε είχα προσπεράσει πηγαίνοντας στην Πίνδο και μέχρι σήμερα δεν αξιώθηκα να την επισκεφτώ πάλι. Τελειώσαμε ότι είχαμε να κάνουμε εκεί και πήραμε το δρόμο της επιστροφής πηγαίνοντας σιγά - σιγά για να δούμε τον τόπο που μόλις ξυπνούσε από τον χειμώνα.

Αυτό που μας έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση τότε, ήταν τα χωράφια που βλέπαμε με φυτρωμένο το φρέσκο σιτάρι και απλώνονταν όμορφα στο κυματιστό υψίπεδο και η διαφορά που δημιουργούσε στο τοπίο ένα μεγάλο ακαλλιέργητο κομμάτι γης ανάμεσα στα καλλιεργημένα. Το θυμήθηκα σήμερα, που ως φαίνεται θα ζήσουμε μια ωραία «ημέρα πανηγυρισμών» από την συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ για όσα έγιναν χθες στις Βρυξέλλες χωρίς βέβαια να ξέρουμε ακόμη τι ακριβώς αποφασίστηκε μεταξύ των δανειστών και των δικών μας και φοβούμαι, πως αυτό το «τέλος στη λιτότητα» που ακούγεται από χθες το βράδυ από πολλούς πρόθυμους πανηγυριστές στα φίλια προς την κυβέρνηση ΜΜΕ θα το πληρώσουμε σύντομα και πολύ ακριβά!


Μια λιτότητα που στοιχειώνει τη χώρα τόσα χρόνια και δεν θα την κουβεντιάζαμε σήμερα αν ο νοικοκύρης του παρατημένου χωραφιού (και κάθε παρατημένου χωραφιού σε όλη την Ελλάδα) έκανε ότι κάνουν πριν από το χειμώνα οι διπλανοί του και το έσπερνε, ο ίδιος ή το έδινε σε κάποιον άλλο που θα ενδιαφέρονταν να έχει λίγο περισσότερη παραγωγή και έτσι λίγοι κόκκοι του πολύτιμου σιταριού κι απ’ αυτό θα συμπλήρωναν κάπως το διαρκές έλλειμμα στο τρύπιο αμπάρι της χειμαζόμενης οικονομίας της Ελλάδας… 

ΑΘΗΝΑ, 21022017