Google+ Badge

Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2017

ΜΕ ΕΝΑ ΧΡΟΝΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΗ


Ένας ακόμη χρόνος ήρθε στη ζωή μου· αθόρυβος, ανάλαφρος και αόρατος έπεσε σαν το χιόνι, τύλιξε την πλάτη και το κεφάλι μου με περισσότερα λευκά ενώ σφράγισε την ημέρα και με το κρύο που τέτοιο καιρό συνήθως τον συνοδεύει και ο ερχομός του, θα συζητιέται μέχρι να φυσήξουν οι νοτιάδες του κόσμου ή βγει ο ήλιος της ζωής και το λιώσουν. 
Όπως και να’χει, μετά το πέρασμά του θα έρθουν και οι ψύχραιμες εκτιμήσεις για όσα φαίνονται στην επιφάνεια αλλά και σε εκείνα τα κρύβονται βαθιά στη μνήμη και ψυχή – οι φλέβες πάντως των νερών και των δέντρων οι ρίζες των δέντρων φέτος δεν έχουν παράπονο, φούσκωσαν  με το παραπάνω από τη γενναιοδωρία του χειμώνα!

ΑΘΗΝΑ, 16012017

Παρασκευή, 13 Ιανουαρίου 2017

Ο ΜΥΛΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΦΡΑΓΚΙΣΤΑΣ


Η Αλεξάνδρα και ο Χαράλαμπος καμαρώνουν μπροστά στο μύλο που λειτουργεί από Γαλανέϊκα χέρια περισσότερο από μισό αιώνα κοντά στην Παναγία της Ανατολικής Φραγκίστας

Στη μικρή πλατανοσκεπή λογγά, εκεί που σμίγουν τα δυο δυνατά ποταμάκια, ο Κερασοβίτης και το Φραγκιστινόρεμα, στη μέση του μονοπατιού που ένωνε κάποτε δυο ονομαστά χωριά της κεντρικής Ευρυτανίας, την Ανατολική με τη Δυτική Φραγκίστα καπνίζει ακόμα το τζάκι ενός από τους τελευταίους νερόμυλους της περιοχής, ο οποίος λειτουργεί όλο το χρόνο από τα νερά του ρέματος Αναυσάδες που πηγάζει δίπλα από την ιστορική εκκλησία της Σωτήρας.
Το γεγονός ότι τα νερά στις Αναυσάδες διατηρούν την ίδια ορμητική ροή όλο το χρόνο ήταν και η αφορμή να ιδρυθούν στη διαδρομή τους από τη Σωτήρα μέχρι την Παναγία τρεις μύλοι. Ιστορικά, γι’ αυτούς τους τρεις έχουμε πληροφορίες αλλά είναι βέβαιο ότι σε διάφορες χρονικές περιόδους κατά το παρελθόν πρέπει να λειτούργησαν και πολλοί άλλοι και ενδεχομένως μετά τις καταστροφές που πάθαιναν, τα υλικά τους χρησιμοποιούνταν στην κατασκευή των επόμενων. Τα υπάρχοντα στοιχεία όμως και η προφορική παράδοση αναφέρονται σε αυτούς τους τρεις μύλους.
Τον Κάτω Μύλο ο οποίος είναι ο μόνος που λειτουργεί σήμερα, ο μύλος του Θεμελή και ο Πάνω Μύλος, από τους οποίους ούτε καν το σημείο που ήταν χτισμένοι διακρίνεται καθώς από το 1965 που σταμάτησαν, τους κατάπιε η πυκνή βλάστηση. Η λειτουργία τριών μύλων πάλι, φανερώνει, ότι στη γύρω περιοχή η κατοίκηση των ανθρώπων ήταν πυκνή, όπως πυκνές και αποδοτικές πρέπει να ήταν και οι καλλιέργειές τους στα ισιώματα και τις ξερολιθιές.

Παλιότερος μυλωνάς αναφέρεται ο Χαράλαμπος Θεμελής από τη Δυτική Φραγκίστα, ο οποίος ήξερε να φτιάχνει και μυλόπετρες από ντόπιες πέτρες. Αυτός είχε λένε πριν από το 1940 φτιάξει το μύλο που λέγονταν Μύλος του Θεμελή και κάποια στιγμή, πιθανόν από την αύξηση των προς άλεση καρπών της περιοχής, έφτιαξε και τον άλλο μύλο, τον Κάτω Μύλο ο οποίος λειτούργησε όλη την ταραγμένη δεκαετία 1940 – 50 και τον παράτησε λόγω γηρατειών.


Κάθε χρόνο λέει ο Χαράλαμπος, πρέπει να αλέθει περί τους 40 τόνους καλαμπόκι και σιτάρι. Ο αριθμός μπορεί βέβαια να εντυπωσιάζει, αλλά χρόνο με το χρόνο, συνεχώς μειώνεται και η μείωση αυτή απηχεί τη μείωση της κτηνοτροφίας στην περιοχή. Ο μύλος λοιπόν λειτουργεί ως δείκτης και ο Χαράλαμπος είναι ο πιο ενημερωμένος για την πορεία της κτηνοτροφίας στην περιοχή καθώς οι περισσότεροι κτηνοτρόφοι που έχουν μικρά κοπάδια και τα οποία δεν μετακινούν ποτέ, χρόνο με το χρόνο λιγοστεύουν. «Πεθαίνει ο γέροντας», λέει χαρακτηριστικά και «καθώς δεν έχει ένα διάδοχο να αναλάβει το κοπάδι, τα παιδιά του το δίνουν στο χασάπη». Έτσι απλά, με δέκα λόγια περιγράφει ο Χαράλαμπος το τέλος της κτηνοτροφίας στην Ευρυτανία.

Τώρα, το πώς παρά τη μείωση της κτηνοτροφίας ο μύλος μπορεί να λειτουργεί και να αποφέρει στον Χαράλαμπο και την Αλεξάνδρα, δεν αποτελεί κανένα παράδοξο. Οι περισσότεροι που πηγαίνουν να αλέσουν σιτάρι ή καλαμπόκι, είναι άνθρωποι που σαφώς και γνωρίζουν ή έχουν ακούσει τι είναι η «μπομπότα» και τι σήμαινε αυτή για τις προηγούμενες γενιές που έζησαν μέσα στη δυστυχία της φτώχειας και των πολέμων. Όλοι σχεδόν είχαν ξορκίσει τη «μπομπότα» και τη ζωή που συνδέονταν με αυτή. Τα τελευταία χρόνια όμως, εξαιτίας της στροφής των καταναλωτών προς τα παραδοσιακά ή τα βιολογικά προϊόντα, πολλοί ανακάλυψαν τη γεύση της μπομπότας και να τονίσουν περισσότερο το γεγονός, προμηθεύονται καλαμπόκι από την αγορά και πηγαίνουν να το αλέσουν στο μύλο. Αρκετοί μάλιστα είναι αυτοί που καλλιεργούν μικρά χωραφάκια με καλαμπόκι και πηγαίνουν να το αλέσουν, είτε για να φτιάχνουν μπομπότα ή για τροφή των μικρών κοπαδιών τους και ορισμένων οικόσιτων ζώων. Έτσι δε που πάνε τα πράγματα, ο μύλος θα συνεχίσει να λειτουργεί για πολλά χρόνια. Πιθανόν δε, όταν αποσυρθούν ο Χαράλαμπος με την Αλεξάνδρα, να τον αναλάβει ο γιος τους Δημήτρης ο οποίος έχει μάθει την τέχνη κοντά στους γονείς του οι οποίοι μετά από τόσα χρόνια λειτουργίας από τους Γαλαναίους, τον θεωρούν «δικό τους» και περιμένουν το Δήμο Φραγκίστας στον οποίο βέβαια ανήκει, να τον συνδέσει με το δίκτυο του ηλεκτρικού ρεύματος!

Το ότι ο μύλος, καθότι είναι ο μόνος σε λειτουργία σε όλη τη Δυτική Ευρυτανία δεν έχει ρεύμα, αποτελεί ένα παράδοξο στη φιλολογία για την «ανάπτυξη» της περιοχής, αλλά το ημίφως που επικρατεί στο εσωτερικό του, του προσθέτει μια ιδιαίτερη αίσθηση παράδοσης την οποία βεβαίως και ενισχύει το δυνατό τζάκι που καίνε συνέχει κούτσουρα και η στάχτη του είναι έτοιμη να ψήσει μια φρεσκοζυμωμένη κουλούρα. Μοσχομυριστή αυτή θα συνοδευτεί μόλις ψηθεί με ωραίο ντόπιο τυρί και βεβαίως με τσίπουρο από τον ίδιο τόπο. Μια ανορθογραφία στην παράδοση των μύλων, αποτελεί το γεγονός ότι η αμοιβή του Χαράλαμπου δεν είναι πλέον το ξάϊ (ποσοστό επί του αλέσματος, συνήθως το 10%) αλλά τα χρήματα. Αυτό συμβαίνει κυρίως γιατί όπως προαναφέρθηκε, όσοι πάνε να αλέσουν σιτάρι ή καλαμπόκι, πηγαίνουν με ένα συγκεκριμένο σκοπό και προτιμούν να πληρώσουν αντί να δώσουν το ποσοστό του μυλωνά. 

Δίπλα σε αυτό το τζάκι κάθεται τις ώρες που περιμένει ο Χαράλαμπος και για μη μένει άπραγος, πελεκάει ξύλα και κατασκευάζει γκλίτσες, κουτάλια και άλλα πράγματα που του αρέσουν. Από μικρό του άρεσε η ξυλογλυπτική και τώρα βρήκε την ευκαιρία, με το μουρμουρητό της μυλόπετρας δίπλα του και το φως από το τζάκι, να ασχοληθεί με το μεράκι του. Και η Αλεξάνδρα όμως, δεν πάει πίσω και καθώς τα κατάφερνε πάντα με τα γλυκά, φτιάχνει ωραία γλυκά κουταλιού –κυδώνι, κεράσι, μήλο, κράνα – και τα βάζει σε γυάλινα βαζάκια για να συμπληρώσει τα εισοδήματα του μύλου. Με σιταρένιο αλεύρι επίσης που έχει κόψει ο μύλος τους, φτιάχνει παραδοσιακό τραχανά τον οποίο διαθέτει σε περιποιημένα σακουλάκια, το ίδιο κάνει και με το τσάι και τη ρίγανη που πηγαίνει και μαζεύει μόνη της στα βουνά των Αγράφων.

Ο Κάτω Μύλος, ο «Γαλαναίικος» πια όπως έχει επικρατήσει να λέγεται, συμπληρώνεται το καλοκαίρι και από τη νεροτριβή που κινούν τα ίδια νερά των Αναυσάδων κι εδώ τα Σαββατοκύριακα γίνεται το αδιαχώρητο, καθώς από όλο το νομό Ευρυτανίας, αλλά και από τη Φθιώτιδα και την Αιτωλοακαρνανία πηγαίνουν εκεί για πλύσιμο βαριά ρούχα, κουβέρτες και χαλιά. Είναι το καλύτερο πλύσιμο λένε οι νοικοκυρές που το δοκιμάζουν και κλείνουν θέση από το χειμώνα στη νεροτριβή, την οποία λειτουργούν ο Χαράλαμπος και η Αλεξάνδρα. Με τα ίδια νερά, παλιότερα λειτουργούσε το τροχείο των Φλεγκαίων - πολλά αδέρφια, οι οποίοι εκτός από σιδηρουργοί της Δυτικής Φραγκίστας, ήταν και πολύ καλοί μουσικοί. Αυτοί είχαν εγκαταστήσει εκεί τροχείο και γύρω στο Πάσχα και κοντά στα καλοκαιρινά πανηγύρια, γιαλοκόπαγε ο τόπος από τα μαχαίρια και τα χαντζάρια που τροχούσαν, λέει ο Χαράλαμπος. Σε μια σπηλιά επίσης κοντά στο μύλο, ήταν ο χώρος που παλαιότερα πήγαιναν οι γανωτζήδες και εκεί γάνωναν τα χαλκώματα που μάζευαν από τα δυο χωριά.

Το μόνο που δεν λειτουργεί από εκείνη την εποχή που η λογγά ανάμεσα στα δυο ρέματα έσφυζε από ζωή και αποτελούσε κατά κάποιο τρόπο τη βιομηχανική ζώνη της παλιάς Μεγάλης Φραγκίστας, είναι τα μαντάνια. Μαζί όμως και οι δυο, ο Χαράλαμπος με την Αλεξάνδρα δεν έχουν παρά τέσσερα χέρια και δεν φτάνουν να τα προλάβουν όλα. Γιατί εκτός των άλλων, αυτοί οι δυο εργατικοί άνθρωποι συνεχίζουν να έχουν και ένα σοβαρό κοπαδάκι με αρνοκάτσικα καθώς και μερικά μελίσσια, τα οποία είναι το μεράκι του Χαράλαμπου και του δίνουν κάθε χρόνο ευωδιαστό μέλι.


Το τζάκι δίνει ένα ιδιαίτερο κύρος σε κάθε μύλο το χειμώνα και κοντά στη φωτιά του στεγνώνουν οι επισκέπτες και πολλές φορές αρχίζουν να λένε ιστορίες από τα παλιά


- Δημοσιεύτηκε στο ένθετο περιοδικό του Έθνους "Κυνήγι", τον Μάρτιο του 2007.

ΑΘΗΝΑ, 13012017

ΩΣ ΣΤΡΟΥΘΙΟΝ ΕΡΜΑΙΟΝ ΤΗΣ... ΧΙΟΝΟΚΑΙΡΙΑΣ


Δεν ήμουν στην ύπαιθρο τούτες τις ημέρες τις χιονοκαιρίας (σε ευχαριστώ Ιωάννης Γαλάνης Άλλος για τον σωστό χαρακτηρισμό του καιρικού φαινομένου) κι έτσι δεν έχω καμιά φωτογραφία για να συμμετάσχω κι εγώ στην πάνδημο, καθιερωμένη πλέον, ψηφιακή εικονογραφία μικρών και μεγάλων γεγονότων της ζωής μας. Δεν μπορώ όμως να μην συμμετάσχω έστω και με δυο δανεικές και έτσι να τιμήσω τον εξάδελφό μου Δημήτρη Προβόπουλο και την εντόπια φτερωτή πανίδα της γενέτειρας φύσης της Μεγάλης Κάψης στη Δυτική Φθιώτιδα, συνδιαχειρίζομαι δυο απ’ αυτές που έβγαλε σήμερα στο χωριό για να δούμε και να καμαρώσουμε δυο ομορφιές του χειμώνα στην αυλή μας…


ΥΓ. Ο τίτλος, μισός για την περίπτωση από το εξαιρετικό βιβλίο του Γιάννη Τσαρούχη «Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος» (Εκδόσεις Καστανιώτη). 

ΑΘΗΝΑ, 13122017

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

ΑΠΟ ΤΑ ΥΠΟΔΟΡΕΙΑ ΤΟΥ… ΑΝΤΙΜΝΗΜΟΝΙΑΚΟΥ ΑΓΩΝΑ


Είναι έκφραση που χρησιμοποιούν οι πολιτικοί, κυρίως, όταν θέλουν να στρίψουν στη γωνία και να αποποιηθούν τις όποιες ευθύνες τους: «Ευημερούν οι αριθμοί» λένε, αλλά για την ευημερία των ανθρώπων, κουβέντα καμία. Κάτι τέτοιο μάλλον θέλει να πει και η εικαστική σύνθεση - εξίσωση στον οδό Σταδίου, στις βιτρίνες του παλαιού «ΆΚΡΟΝ» που ήταν από τα πρώτα πολυκαταστήματα των Αθηνών που έκλεισε και μπροστά του φάνηκε από παλιά τι πρόσωπο θα είχαν στο μέλλον οι κεντρικοί δρόμοι της Αθήνας.


- Αντιγραφή από ανάρτηση της 12/01/2013 στο Facebook).

ΑΘΗΝΑ, 12012017

Τετάρτη, 11 Ιανουαρίου 2017

ΠΟΙΟΣ ΣΗΚΩΝΕΙ ΤΑ ΒΑΡΗ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ;


Γνωρίζω πολύ καλά τι σημαίνει χειμώνας –όπως και καλοκαίρι γιατί μεγάλωσα σε ένα χωριό και εκτιμώ τις συνέπειες έχει κάθε εποχή στη ζωή των ανθρώπων στο ύπαιθρο. Έχω επίσης ωριμάσει αρκετά και έμαθα πως κάποια πράγματα δεν χωρούν αμφισβήτηση αλλά φέτος έχω αρχίσει να αμφιβάλω αν πράγματι ζούμε σε μια περίοδο που υπάρχει η στοιχειώδης ευθύνη για τη ζωή μας και των άλλων και για τη συνέχειά μας ως είδος.

Αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις είναι η επίσκεψη της «Αριάδνης», αυτού του ιδιαίτερου κλιματολογικού φαινομένου και στη χώρα μας και η αποκάλυψη άλλη μια φορά της γύμνιας του κρατικού μηχανισμού για την αντιμετώπιση τέτοιων φαινομένων, της έλλειψης οποιαδήποτε πλέον προετοιμασίας από μέρους των εφησυχασμένων πολιτών για τέτοιες περιπτώσεις αλλά και την απύθμενη βλακεία των Μέσων Ενημέρωσης που αναλαμβάνουν να ενημερώσουν τον κόσμο με τον χειρότερο τρόπο χρησιμοποιώντας ημιμαθείς – άσχετους δημοσιογράφους και επικεντρώνοντας το πρόχειρο ρεπορτάζ σε ακραίες περιπτώσεις πληροφορητών ή συχνά, κατασκευάζοντας και ψεύτικες ειδήσεις.  

Να τα πάρουμε με τη σειρά: Το κράτος αυτό ήταν και ποτέ δεν νομίζω πως πρόκειται να αλλάξει αφού εμείς οι ίδιοι το φτιάξαμε και είναι το συμπύκνωμα των αντιλήψεων που έχουμε για την ζωή μας και τον κόσμο που θέλουμε να ζούμε εμείς και τα παιδιά μας. Το λέμε και το διατυμπανίζουμε αλλά κανένας δεν έχει φροντίσει για παράδειγμα μιας και μιλάμε για χιονιά τη σωστή μόνωση του σπιτιού του μη πω για του που είναι τα θεμέλιά του. Ούτε έχει φροντίσει (επειδή το άκουσα σε δελτίο ειδήσεσων) σε ένα ρεπορτάζ να έχει τροφή για παραπάνω από τρεις ημέρες στο ψυγείο του ή ενώ ξέρει πως στην περιοχή του τέτοια εποχή συχνά χαλάει το δίκτυο του ηλεκτρικού από τα χιόνια το γεμίζει με ευπαθή προϊόντα και τώρα φωνάζει στην κάμερα ότι θα του χαλάσουν. Η περίπτωση των αρρώστων, είναι μια άλλη πονεμένη ιστορία που πίσω της δεν αποκλείεται αν κρύβονται και διάφορα τοπικά συμφέροντα, μεταφορείς, φύλαξη, τροφοδοσία και άλλα τερπνά που χρωματίζουν τις τοπικές κοινωνίες. Το κορυφαίο βέβαια είναι η λειψυδρία που παρατηρείτε λόγω των παγωμένων δικτύων νερού γιατί τα τελευταία χρόνια στα περισσότερα σημεία της χώρας κατάργησαν τα υπόγεια δίκτυα και μεταφέρουν νερό με πλαστικά λάστιχα τα οποία είναι εκτεθειμένα και μοιραία παγώνουν όσες μέρες κρατάει ο πάγος και ξεπαγώνουν μόνο όταν ανέβει η θερμοκρασία.

Τέτοια και πολλά άλλα ακούγονται στα δελτία και όλοι, απευθύνονται στο κράτος – πατερούλη (δεν έχει γίνει ακόμη αλλά έτσι έμαθαν να το βλέπουν οι περισσότεροι) για κάθε τι που τους απασχολεί ή διαταράζει τη μακαριότητά τους χωρίς να θέλουν να κουνήσουν το δαχτυλάκι τους. Αν ήταν τρόπος, μιας και μιλάμε για χιόνια, θα ζητούσαν κι από έναν υπάλληλο να τους αλλάζει τις αλυσίδες στα αυτοκίνητα…


Είναι μια ατέλειωτη σειρά παρατηρήσεων πάνω στο επίκαιρο φαινόμενο του χειμώνα (και του καύσωνα όταν έρχεται βεβαίως) που χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά μας και η οποία εκφράζεται με τον χειρότερο τρόπο και παρά την αισιοδοξία που σποραδικά δυστυχώς εμφανίζεται, φοβάμαι πως τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει σε αυτόν τον μάταιο κόσμο είτε χιονίσει είτε μας ψήσει ο ήλιος... 

ΑΘΗΝΑ, 11012017

ΟΤΑΝ ΦΟΡΑΓΑΝ ΠΟΥΛΟΒΕΡ ΤΑ ΠΑΓΚΑΚΙΑ


Τι ξετρύπωσα σήμερα στο αρχείο!!! Μια φωτογραφία από τρία χρόνια πριν με την αφεντιά μου να κάθεται σε ένα παγκάκι κάτω από το άγαλμα του Χαρίλαου Τρικούπη, στην Παλαιά Βουλή το οποίο είναι ντυμένο με ένα πολύχρωμο πουλοβεράκι σε ζεστά χρώματα ενώ ανάλογα πουλοβεράκια φορούν και οι νεραντζιές στο μικρό διάζωμα με το κτίριο.

Ήταν ένας άλλος χειμώνας θυμάμαι που και τότε είχε αστέγους ντόπιους κυρίως, και για τους οποίους οι σημερινοί σύμβουλοι και παρατρεχάμενοι της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είχαν ξεσηκώσει τον κόσμο και έκαναν ένα σωρό διαμαρτυρίες και παραστάσεις. Έτσι έβαλαν και στο στόχαστρο, θυμάμαι, την ομάδα που είχε την πρωτοβουλία να «ντύσει» δέντρα και παγκάκια της πόλης με πολύχρωμα πουλόβερ με στόχο να ευαισθητοποιήσουν τους συμπολίτες μας για το θέμα των αστέγων. Το τι γράφτηκε και ειπώθηκε από διάφορους τρολ κομισάριους και ροζέ πασιονάριες που σιτίζονται σήμερα από τον δημόσιο προϋπολογισμό και εύπορες ΜΚΟ δεν λέγεται, αλλά το εγχείρημα της ομάδας έπιασε τόπο και η κατάσταση των αστέγων αντιμετωπίστηκε αθόρυβα και χωρίς πολλά προβλήματα.

Έτσι θυμήθηκα εκείνη την εποχή, σήμερα, που η κυβέρνηση των Τσίπρα – Καμένου δείχνει, την ανικανότητά της να χειριστεί τα διάφορα ανθρωπιστικά ζητήματα αλλά αποκαλύπτει την υποκρισία με την οποία διαχειρίστηκε αυτά τα θέματα όταν ήταν απέξω και πως τώρα που έκατσε στην γλυκιά και ζεστή καρέκλα της εξουσίας σφυρίζει αδιάφορα…

ΑΘΗΝΑ, 11012017

Τρίτη, 10 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΓΕΝΝΗΤΟΥΡΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΑΡΗ ΣΤΟ ΚΟΠΑΔΙ


Με όσα ακούω και βλέπω για τον χιονιά των ημερών, θυμάμαι εποχές που ο πάγος έμεινε στη γη για μέρες και εβδομάδες αλλά έπρεπε οι άνθρωποι να βγουν οπωσδήποτε από το σπίτι να κάνουν τις δουλειές της κάθε ημέρας - στο μαντρί κυρίως που κάθε Γενάρη αντηχούσε από γεννητούρια παρά στα χωράφια που λόγω πάγου αποκλείονταν κάθε δουλειά. Στο μαντρί ήταν ο νους του ανθρώπου γιατί εκεί παίζονταν η προκοπή του νοικοκύρη και έπρεπε να ήταν από πάνω σε κάθε προβατίνα που γεννούσε γιατί πολλές φορές αυτές ήθελαν και την βοήθεια του να τα βγάλουν πέρα, να μαζέψουν το νεογέννητο (ειδικά οι πρωτάρες) και να το θηλάσουν μέχρι να μάθει μόνο του να βρίσκει το βυζί.


Κάθε αρνάκι που χάνονταν ήταν ζημιά για το σπίτι και έτσι πρόσεχαν ιδιαίτερα τις προβατίνες και στις πρώτες ημέρες αφότου γεννούσαν τις τάιζαν και λίγο καλαμπόκι να δυναμώσουν, να έχουν περισσότερο γάλα να χορτάσει το νεογέννητο και να σταθεί στα πόδια του. Κι όλα αυτά σε στάβλους που έμπαζαν από παντού κρύο και όχι σπάνια έμπαζαν νερά από τα τρύπια τσίγκια. Έτσι για εκείνους τους ανθρώπους ο πάγος, πολλές φορές ήταν σύμμαχος γιατί εμμέσως κρατούσαν το κοπάδι στο στάβλο κι έτσι μπορούσαν να χειριστούν καλύτερα και στεγνό περιβάλλον τα γεννητούρια και μόνο για να ποτιστούν σε τίποτα τρεχούμενα νερά και για να ξεμουδιάσει έσπρωχναν λίγη ώρα έξω το κοπάδι.  


- Η φωτογραφία χθεσινή, στην Καπετανόβρυση του Πετρωτού Αργιθέας και το κοπάδι του Γιώργου Ράιου στην μεσημεριάτικη για πότισμα έξοδό του. 

ΑΘΗΝΑ, 10012017