Google+ Badge

Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

ΕΝΑ ΜΗΝΥΜΑ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΠΟΥΚΑΛΙ


Η Καλλιόβη και η Φανή διαβάζουν το μήνυμα της μποτίλιας


Το πλέον εκπληκτικό που μπορεί να συμβεί στον καθαρισμό μιας παραλίας, είναι η εύρεση ανάμεσα στα σκουπίδια ενός μπουκαλιού που να περιέχει μήνυμα, γεγονός που μπορεί να λάβει μυθικές διαστάσεις καθώς αυτό το είδος επικοινωνίας ή μάλλον σήματος έχει γίνει αφορμή να ειπωθούν απίθανες ιστορίες για ναυτικούς και κυρίως ναυαγούς και σαν γραφή, έχει γνωρίσει δόξες στο χώρο της λογοτεχνίας και έχει εμπνεύσει ποιητές και μουσικούς.

Έτσι λοιπόν εμείς σταθήκαμε εξαιρετικά τυχεροί, χάρη στην παρατηρητικότητα της Καλλιόβης Γιανακοπούλου βέβαια, η οποία διέκρινε ότι μέσα σε ένα μπουκάλι απ’ αυτά που βάζουν ρακί ματαψημένη που είχε πιάσει στα χέρια της υπήρχε ένα σημείωμα, βαλμένο μάλιστα μέσα σε μια πλαστική σακούλα για να είναι περισσότερο ασφαλές από την υγρασία. Ο Γιάννης Κωβαίος το άνοιξε με προσοχή και έβγαλε από μέσα το σημείωμα, το οποίο ήταν λιγάκι νοτισμένο και αφού το ξεδίπλωσαν με προσοχή η Καλλιόβη και η Φανή, το αφήσαμε λίγο να στεγνώσει στον ήλιο και μετά τα διαβάσαμε.


Το μήνυμα που βρέθηκε μέσα σε μια μποτίλα στη Μικρή Βλυχάδα

Το έχει γράψει μια παρέα Αμερικανών, οι Larry Deutsch από το Κολοράντο, Pati και Scott από το Texas και έριξαν το μπουκάλι στη θάλασσα άγνωστο σε μας πότε,  έξω από το Κουσάντασι, σε ένα ταξίδι του στο Αιγαίο και δεν ζητά παρά να μάθει που και πότε βρέθηκε το μήνυμά τους. Ανέλαβαν ήδη από το ξενοδοχείο Aegialis Hotel & Spa και του έστειλαν απάντηση και φωτογραφίες με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και περιμένουμε να μοιραστούν μαζί μας τη χαρά ότι το μπουκάλι με το μήνυμά τους βρήκε αποδέκτες…

ΥΓ. Όντως οι Αμερικανοί ανταποκρίθηκαν στο μήνυμα και άνοιξε ένας διάλογος μεταξύ της Ειρήνης Γιαννακοπούλου και αυτών εκείνο το καλοκαίρι.

ΑΜΟΡΓΟΣ, 26062017

ΣΤΗΝ ΑΥΛΗ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΛΕΝΗΣ ΣΤΟΝ ΠΡΟΔΡΟΜΟ

Από αριστερά: Δημήτρης Παπαδιάς, Ελένη Παπαδιά, Κοσμάς Παπαδιάς, 
Φάνης Παπαδιάς και Βασίλης Παπαδιάς. 

Η κυρά Ελένη Παπαδιά, η Αποστόλαινα όπως όλοι την ξέρουμε, τη ζωή της την μοίρασε ανάμεσα  στον Πρόδρομο της Πρασιάς και στα χωριά της Βοιωτίας όπου σκόρπισε το χωριό στις αρχές της δεκαετίας του ’80 αναζητώντας καλύτερη τύχη. Από τότε ποτέ δεν έπαψε κάθε καλοκαίρι να πηγαίνει στο χωριό, να ανοίγει το σπίτι, να φτιάχνει τον κήπο και να ανάβει το καντήλι του Αποστόλη που την άφησε από πολύ νωρίς μόνη να μεγαλώσει έξι παιδιά και τα κατάφερε πολύ καλά.

Η κυρά Ελένη Παπαδιά
Από αριστερά: Ελένη Τσιάρα, Γιώτα Κακού – Ντασιώτη, Θωμάς Ντασιώτης,
 Δημήτρης και Βασίλης Παπαδιάς με τη μητέρα τους Ελένη.

Τα τελευταία χρόνια η κυρά Ελένη που πέρασε τις εννιά δεκαετίες ζωής, πηγαίνει στο χωριό μαζί με μια γυναίκα που την προσέχει γιατί και οι χωριανοί έχουν λιγοστέψει –έφυγε και αδερφός της Λάμπρος που έμεινε μόνιμα στο χωριό πέρσι-,  μένει ως τα τέλη του Σεπτέμβρη και εύχεται να αργήσει ο χειμώνας να κάτσει περισσότερο γιατί όπως λέει, πουθενά καλύτερα δεν νιώθει από το σπίτι της και αναλογίζεται τη ζωή που έζησε μέσα σ’ αυτό. Καθώς δε οι δυνάμεις της έχουν περιοριστεί πολύ και δεν μπορεί να κινηθεί όπως παλιά στο χωριό, περνάει τη μέρα της στη  αυλή, κάτω από τη γέρικη καστανιά που είναι γεμάτη λουλούδια και ωραίες ορτανσίες. 

Οι Δημήτρης και Βασίλης Παπαδιάς με τη μητέρα τους Ελένη 
στην αυλή με τις ορτανσίες στο σπίτι τους στον Πρόδρομο.
Η Ελένη Παπαδιά με την βαφτιστήρα τους Γιώτα Κακού. 


Σε αυτή την αυλή μας υποδέχτηκε προχθές που με αφορμή τη γιορτή του Αϊ – Γιάννη πήγαμε με τους γιους της Δημήτρη και Βασίλη να τη δούμε και η επίσκεψή μας τη γέμισε χαρά και καθώς το καλούσε κι η ημέρα, στο τραπέζι που στρώσαμε ήρθαν και άλλοι από το χωριό να τη δουν και να της ευχηθούν καλή διαμονή και δύναμη να βγάλει κι αυτό το καλοκαίρι και να πάει στο χωριό και το επόμενο...   

ΑΘΗΝΑ, 26062017

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΠΑΝΙΟ ΣΤΗΝ ΑΙΓΙΑΛΗ



Είναι από τις φωτογραφίες που αγαπώ. Τραβηγμένη επτά χρόνια πριν σαν σήμερα στην παραλία της Αιγιάλης, πρώτη ημέρα θυμάμαι που μπήκα εκείνη τη χρονιά στη θάλασσα παίρνοντας θάρρος από τα παιδιά, καθότι φανατικός λάτρης του Αυγούστου.


Την αγαπώ γιατί δείχνει  την ανταπόκριση δυο παιδιών στο κάλεσμα της θάλασσας με την προσήκουσα συστολή που απαιτείται ένα τέτοιο τόλμημα σε αυτή την άγουρη ακόμη ηλικία και την απλότητα που υπαγορεύει το καλοκαίρι.  Την ανασύρω πάλι από το αρχείο για να υποστηρίξω, μιας και βοηθάει και η ζέστη σήμερα, την απόφαση για το πρώτο μπάνιο έστω και στις παραλίες της Αττικής που μπορεί να φτάσει κάποιος και με το τραμ… 

ΑΘΗΝΑ, 25062017

ΤΟΥ ΑΪ - ΓΙΑΝΝΗ ΣΤΟΝ ΠΡΟΔΡΟΜΟ ΠΡΑΣΙΑΣ

Από αριστερά: Μπίστας Κώστας, Κάκος Κώστας, Γιαννούλης Ηλίας, Στάθη Αριάδνη, Στάθη Κάκου Παναγιωτα,  Κανέλλα Παπατζίμα, Μπίστα Αρετή, Μητραλής Αλέκος, Παπαδιάς Βασίλης, Τσιάμη Αικατερίνη, Ντασιώτης Θωμάς,  Τσιάρα Ελένη, Παπαδιάς Βασίλης, Χρήστος Παπαδόπουλος,  Έφη Παπαδήμου, Μπίστας Κώστας, πάπα Χρήστος Τζίμας μετά το τέλος της λειτουργίας μπροστά την εκκλησία του Αϊ - Γιάννη.

Ο μικρός συνοικισμός Πρόδρομος της Πρασιάς Ευρυτανίας οφείλει το όνομά του στον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο ο οποίος τιμάτε μάλιστα με δυο εκκλησίες, την παλιά που είναι αφιερωμένη στην αποτομή της κεφαλής του και πανηγυρίζει στις 29 Αυγούστου και την νεώτερη αφιερωμένη στο γενέθλιόν του το οποίον εορτάζεται στις 24 Ιουνίου.

Το πανηγύρι του Αυγούστου στον Πρόδρομο θεωρείται από τα καλύτερα στην περιοχή και συρρέουν σε αυτό δεκάδες προσκυνητές, από όλον τον Απεράντιο, καθώς και από την Αργιθέα και τα χωριά της Άρτας απέναντι και τούτο είναι αποτέλεσμα των προσπαθειών που κάνουν οι φίλοι Προδρομίτες οι οποίοι αγαπούν το χωριό τους και φροντίζουν να το κρατήσουν ζωντανό, δηλώνοντας με κάθε τρόπο την παρουσία τους εκεί πολλές φορές το χρόνο, ιδιαίτερα το καλοκαίρι και βέβαια στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές τους.

Τούτο γεμίζει χαρά τους αποδήμους που επιστρέφουν για λίγο στη μικρή τους πατρίδα  αλλά κυρίως τους λίγους που απόμειναν στο χωριό και περιμένουν αυτές τις ξεχωριστές ημέρες να το δουν να ζωντανεύει και τους συγχωριανούς που ζουν μακριά απ’ αυτό να δρασκελίζουν το κατώφλι των σπιτιών τους  και να ανοίγουν τις πόρτες τους.  
  

Έτσι έγινε και χθες στον Μικρό Πρόδρομο στη εορτή του Αϊ – Γιάννη που λειτούργησε η μικρή εκκλησία έδωσαν το παρόν τους αρκετοί Προδρομίτες από διάφορα μέρη ενώ όλοι σχεδόν οι ντόπιοι  τους περίμεναν στην εκκλησία και στο τέλος της λειτουργίας έμειναν αρκετοί στο προαύλιο να κουβεντιάσουμε διάφορα πράγματα και μετά να πάμε στα σπίτια για καφέ, τσίπουρα και συνέχεια της κουβέντα που τόσο έχουν ανάγκη αυτοί οι άνθρωποι που έμειναν πίσω να φυλάνε τον τόπο και να κρατάνε ανοιχτά λίγα σπίτια!

ΑΘΗΝΑ, 25062017

ΤΑ ΠΕΡΙΦΗΜΑ ΚΑΨΙΩΤΙΚΑ ΚΕΡΑΣΙΑ



Ήταν τα κεράσια, το πρώτο φρούτο που έβαζαν οι άνθρωποι στο στόμα τους στα ορεινά χωριά τα χρόνια που δεν τα επισκέπτονταν πλανόδιοι μανάβηδες και η εκτίμηση που έτρεφαν γι’ αυτά οι ορεινοί σε όλη την Ελλάδα ήταν μεγάλη. Περνούσε ολόκληρος χειμώνας χωρίς να έχουν φάει ένα φρέσκο φρούτο και για τούτο φρόντιζαν να έχουν αρκετές κερασιές φυτεμένες στα χωράφια τους από τις οποίες, όχι μόνο γέμιζαν το σπίτι, αλλά σε πολλές περιπτώσεις τα εμπορεύονταν πηγαίνοντάς τα στα χωριά του κάμπου που εκείνα τα χρόνια δεν ήξεραν τι θα πει φρούτο και ούτε οπωρόδεντρα είχαν φυτεμένα.

Αναφέρομαι στην ορεινή Δυτική Φθιώτιδα όπου τα περισσότερα χωριά της είναι χτισμένα στις  ανατολικές πλαγιές του Τυμφρηστού σε υψόμετρο 700 με 800 μέτρα το οποίο είναι ιδανικό για την ανάπτυξη των οπωρόδεντρων και αυτό αποτελούσε μια σημαντική απασχόληση για τους ντόπιους και ένα έσοδο αν βέβαια τα πήγαινε καλά ο καιρός.

Τα κεράσια λοιπόν ήταν το πρώτο φρούτο που μάζευαν οι ορεινοί και τα πήγαιναν στα κεφαλοχώρια και στα χωριά του κάμπου για να τα πουλήσουν, πράγμα αρκετά δύσκολο και κυρίως να τα ανταλλάξουν με άλλα είδη, όπως σιτάρι, κριθάρι και καπνός. Εκείνα τα κεράσια δεν ήταν όπως των σημερινών ποικιλιών αλλά ντόπια, λευκά και λίγο κόκκινα και τα μάζευαν από κάτι τεράστια δέντρα που είχαν στις άκρες των χωραφιών για να κερδίζουν καλλιεργήσιμο χώρο, με ψηλές σκάλες. Υποστήριζαν δε πως όσο ψηλότερα είναι οι κερασιές τόσο καλύτερα κεράσια κάνουν και δεν είχαν άδικο. Τη δουλειά του μαζέματος των κερασιών την αναλάμβαναν συνήθως γυναίκες και τα έβαζαν με προσοχή σε τροβάδες και κατόπιν σε μεγάλα ξύλινα κασόνια και τα σκέπαζαν με φύλλα για να διατηρούνται δροσερά στην μεταφορά ή οποία γίνονταν με μουλάρια και αρκετές φορές ήταν και πάνω από οχτώ ώρες ως την αγορά – την πλατεία δηλαδή του χωριού που ήταν ο προορισμός.

Πρόλαβα στο χωριό μου, τη Μεγάλη Κάψη Φθιώτιδας στη δεκαετία του ’60, έναν ηλικιωμένο, τον Γιάννη Ακρίβο, ο οποίος ήταν ο έμπορος που συγκέντρωνε τα φρούτα και τους καρπούς του χωριού και τα πήγαινε ως τη Λαμία και την Καρδίτσα πολλές φορές να τα πουλήσει. Ολόκληρη σειρά από μουλάρια ξεκινούσε μόλις νύχτωνε από το χωριό για να φτάσει τα ξημερώματα στα χωριά που ήθελε και να γυρίσει το βράδυ με τα ζώα φορτωμένα αλλάγματα και να ξαναφορτώσει πάλι να φύγει για καινούργιο προορισμό. Αυτό με τα κεράσια κρατούσε καμιά εβδομάδα, το πολύ δέκα ημέρες γιατί οι κερασιές του χωριού ήταν φυτεμένες σε διαφορετικά υψόμετρα, ξεκινούσαν από τα 400 μέτρα και έφταναν ως τα 850 μέτρα, διαφορά που επηρέαζε σημαντικά την καρποφορία τους.

Το πιο σημαντικό στην περίπτωση ήταν ότι εκείνα τα κεράσια, λεπτόφλουδα και χωρίς να έχουν υποστεί κανένα ψεκασμό ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητα τόσο στη συλλογή, όσο και στη μεταφορά αλλά έφταναν (χωρίς να μπουν και σε ψυγείο βέβαια) σε άριστη κατάσταση στον προορισμό τους και γι’ αυτό ήταν και ονομαστά. «Καψιώτικα» κεράσια έλεγαν και τα λιμπίζονταν στην παλάντζα που τα ζύγιζε ο χωριανός έμπορας. Ανάλογα δε με την οικονομική δυνατότητά του ο καθένας αγόραζε λίγα για να «καλοσκαιρίσει» με χρήματα ή άλλαζε περισσότερα με σιτάρι, περσινό αν είχε γιατί αυτό τον καιρό δεν είχαν ακόμη θερίσει ή με καμιά σακούλα λαθραίο καπνό ο οποίος ήταν πιο ευπρόσδεκτος γιατί αποτελούσε άλλο είδος εμπορεύσιμο στους ορεινούς, πιο προσοδοφόρο.
Από εκείνες τις παλιές κερασιές, σώζονται μερικές αλλά λόγω του ύψους τους και της κατάστασης που βρίσκονται –σωστά ερείπια μιας άλλης εποχής- μόνο λίγοι τολμηροί και με μακριές σκάλες μπορούν να φτάσουν και να γευτούν τα κεράσια τους. Φυσικά γίνεται και προσπάθεια από ένα συγχωριανό που γνωρίζει να κάνει εμβολιασμούς να καταφέρει να κρατήσει την ποικιλία και να έχουμε να θυμόμαστε τα παλιά ωραία καψιώτικα κεράσια.


ΥΓ. Έζησα τις τελευταίες στιγμές του εμπορίου κερασιών του χωριού στον κάμπο με τον πατέρα μου που τα κουβαλούσε με το αυτοκίνητο και θυμάμαι καλά εκείνη την εποχή που χαρακτηρίζονταν από φτώχεια και τις ανταλλαγές αγαθών που γίνονταν ανάλογα με το προϊόν και την ποιότητά του. Τα κεράσια ήταν το πιο «βαρύ» νόμισμα όλης της χρονιάς.   

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 25062017

Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

ΕΝΑ ΚΑΡΒΕΛΙ ΑΠΟ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ



Τα παλιότερα χρόνια, όταν όλη η οικογένεια ήμασταν στο χωριό η μάνα μου ζύμωνε κάθε τρεις ημέρες ένα τεράστιο ταψί ψωμί, άναβε το φούρνο της και με αυτό πορευόμασταν. Εννοείται, πως το αλεύρι ήταν από σιτάρι από τα δικά μας χωράφια ή αγορασμένο που το πηγαίναμε στο μύλο του Τσιαχρή στον Άγιο Γεώργιο κι φυσικά ήταν διαλεγμένο σπυρί - σπυρί. Με τα χρόνια όμως, τα χέρια της μάνας μου, αν και την βοηθούσαν τακτικά οι αδερφές μου κουράστηκαν και καθώς φύγαμε κι έμεινε μόνη με τον πατέρα μου στο χωριό έπαψε σιγά - σιγά να ζυμώνει και προμηθεύεται πλέον ψωμί από τους φούρνους του Αγίου Γεωργίου ή τον φούρναρη που με αυτοκίνητο έρχεται καθημερινά στο χωριό. Συνέπεια αυτών ήταν να παραμελήσει κάπως τον φούρνο της καθώς και λόγω των ηλεκτρικών συσκευών (πλην πλυντηρίου πιάτων που δεν το θέλει με τίποτα) που διαθέτει βολεύεται με ηλεκτρική κουζίνα ή πετρογκάζ. Σε αυτή την ηλεκτρική κουζίνα λοιπόν για να μας ευχαριστήσει, καμιά φορά ψήνει πάλι μια κουλούρα ψωμί που έχει ζυμώσει με τα χέρια της. Μπορεί λοιπόν αυτό το ψωμί να μην είναι με δικό μας σιτάρι, να μην έχει ψηθεί στο φούρνο με κλαριά που κουβαλήσαμε εμείς, να μην έχει σκορπίσει τη μυρωδιά του σε όλη τη γειτονιά αλλά έχει πάντα τη δική του νοστιμιά που μόνο με τα χέρια της ξέρει να δίνει..

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 24062014

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

ΜΙΑ ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ 1983



Το σκάψιμο στα αρχεία είναι δουλειά που συνήθως έκανα το χειμώνα – μια κρύα νύχτα που κάνει κρύο και η έξοδος από το σπίτι είναι δύσκολη ή όταν βρέχει πολύ και εκτός από τους δρόμους, ποτάμι γίνονται και οι αναμνήσεις και η αποτίμηση των πεπραγμένων…

Συμβαίνει όμως, για εκτάκτους λόγους, όπως απόψε που ήθελα να βρω κάποιες φωτογραφίες από το πρώτο ταξίδι που έκανα το 1982 στο Αιγαίο, τέτοιες ημέρες πάνω κάτω, στη Σέριφο συγκεκριμένα και άνοιξα κάποια σκονισμένα κουτιά. Με φόβο γιατί δεν ήξερα, μετά από ένα σωρό μετακομίσεις και σε τι κατάσταση θα ήταν φωτογραφίες και αρνητικά και ευτυχώς οι ζημιές που είδα δεν είναι πολλές και όπου έχει γίνει είναι σχεδόν ανατρέψιμες. Ανάμεσα σε αυτές τις φωτογραφίες (τις οποίες θα δείτε άλλη μέρα μαζί με ότι γράψω) βρήκα και κάποιες, ελάχιστες όπου να φαίνομαι κι εγώ όπως ήμουν πριν από 35 χρόνια και χάρηκα ομολογώ που ο χρόνος ήταν κάπως επιεικής μαζί μου.

Εκείνο όμως που με γέμισε πολύ χαρά ήταν ότι σε κάποια από αυτές της φωτογραφίες εμφανίζεται η θήκη της πρώτης σοβαρής μηχανής που έπιασα στα χέρια μου, μια PENTAX ME Super και με την οποία έκανα τις πρώτες φωτογραφίες και πολύ θα ήθελα να την είχα στα χέρια μου και μ’ αυτή να ξεκινούσα πάλι να φωτογραφίζω τον κόσμο και τους ανθρώπους του.  Δεν γίνεται, δεν υπάρχει, άλλαξαν και οι εποχές αλλά με ετούτο δω το μικρό σημείωμα της αποδίδω την τιμή που πρέπει σε ένα τέτοιο εργαλείο που χάρη σε αυτό οι αναμνήσεις δεν είναι αέρας αλλά πράγματα που μπορείς και να χαϊδέψεις…  


ΥΓ. Φωτογραφία της μηχανής της ίδιας δεν υπάρχει γιατί ήταν σπάνιο είδος τότε και μια φωτογραφική μηχανή βολεύονταν όλοι στα ταξίδια, στις εκδρομές και στα γεγονότα!

ΑΘΗΝΑ, 22062017