Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΥΡΥΤΑΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 23 Αυγούστου 2026

ΜΙΑ ΟΜΙΛΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΧΡΥΣΩΣ (05/12/1942)

 

 

Η δοξολογία στο μνημείο των εκτελεσθέντων μετά τη μάχη της Χρύσως. 



Αγαπητοί συμπατριώτες

Σας ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνατε να μιλήσω εδώ στην ιστορική Χρύσω για ένα γεγονός που σημάδεψε το χωριό σας και την ιστορία του τόπου μας και να μοιραστώ μαζί σας την προσπάθεια να διατηρηθεί η μνήμη των μεγάλων και μικρών γεγονότων και να περάσει στις επόμενες γενιές.  

... Ας τα πάρουμε όμως με τη σειρά, να φτάσουμε στην τραγικές ημέρες.

Το φθινόπωρο του 1942 είναι μια από τις περιόδους κατά τις οποίες η ιστορία της Κατοχής στην ορεινή Ελλάδα αλλάζει με μεγάλη ταχύτητα. Ενάμιση χρόνο μετά την κατάληψη της χώρας, οι Ιταλοί εξακολουθούν να ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επικράτειας. Στα χαρτιά υπάρχουν ζώνες κατοχής, στρατιωτικές διοικήσεις, φρουρές στις πόλεις και έλεγχος των βασικών οδικών αξόνων. Στην πραγματικότητα όμως, στα βουνά της Ρούμελης αρχίζει να δημιουργείται μια εντελώς διαφορετική κατάσταση.

Η Ευρυτανία βρίσκεται στην καρδιά αυτής της αλλαγής. Τον Ιούνιο του 1942 η εμφάνιση του Άρη Βελουχιώτη και των πρώτων ένοπλων ανταρτών στη Δομνίστα σηματοδοτεί την παρουσία μιας οργανωμένης ένοπλης αντίστασης στην περιοχή. Στην αρχή οι ομάδες είναι μικρές και ο οπλισμός περιορισμένος. Μέσα σε λίγους μήνες όμως η παρουσία τους γίνεται αισθητή στα χωριά και στους ορεινούς δρόμους και αρχίζει να αποτελεί πραγματικό πρόβλημα για τις δυνάμεις κατοχής.

Οι Ιταλοί είχαν ήδη έναν λόγο να φοβούνται την ελληνική ύπαιθρο. Μετά την κατάρρευση του ελληνικού στρατού το 1941 είχαν μείνει διάσπαρτες τεράστιες ποσότητες όπλων και πυρομαχικών. Οι ίδιες οι ιταλικές στρατιωτικές πηγές περιγράφουν τη συνεχή προσπάθεια συγκέντρωσης αυτού του οπλισμού και αφοπλισμού του πληθυσμού. Μέχρι το τέλος του 1942 είχαν περισυλλεγεί εκατοντάδες χιλιάδες όπλα και περισσότερα από ένα εκατομμύριο βλήματα πυροβολικού. Παρ' όλα αυτά, όπλα εξακολουθούσαν να υπάρχουν στα χωριά και στα βουνά.

Καθώς μέσα στο 1942 αναπτύσσεται το αντάρτικο, αλλάζει και η αποστολή του στρατού κατοχής. Δεν αρκεί πλέον η παρουσία φρουρών στις πόλεις. Αρχίζουν οι επιχειρήσεις στην ύπαιθρο, οι έρευνες στα χωριά, οι συλλήψεις και οι εκκαθαριστικές και αντιανταρτικές επιχειρήσεις.  

Στην Ευρυτανία η νέα πραγματικότητα γίνεται φανερή στις 28 Οκτωβρίου 1942, στη μάχη του Κρίκελλου. Αντάρτες του ΕΛΑΣ συγκρούονται με ιταλική δύναμη και αποδεικνύεται πλέον ότι οι δρόμοι της ορεινής Ρούμελης δεν είναι ασφαλείς για τον στρατό κατοχής. Η ιταλική αντίδραση δείχνει συγχρόνως τι πρόκειται να ακολουθήσει: επιστροφή στο χωριό, αντίποινα εναντίον των κατοίκων, λεηλασίες και πυρπολήσεις σπιτιών.

Λιγότερο από έναν μήνα αργότερα συμβαίνει το γεγονός που θα αλλάξει τις διαστάσεις της ελληνικής Αντίστασης.

Τη νύχτα της 25ης προς την 26η Νοεμβρίου 1942, αντάρτες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ, μαζί με Βρετανούς σαμποτέρ, ανατινάζουν τη γέφυρα του Γοργοποτάμου. Η στρατιωτική σημασία της επιχείρησης ήταν μεγάλη. Ακόμη μεγαλύτερη όμως ήταν ίσως η εντύπωση που δημιούργησε: για πρώτη φορά γινόταν φανερό σε τόσο μεγάλη κλίμακα ότι οι δυνάμεις κατοχής μπορούσαν να χτυπηθούν οργανωμένα στο εσωτερικό της χώρας.

Για τους Ιταλούς αυτό σήμαινε ότι το πρόβλημα των ορεινών περιοχών δεν μπορούσε πλέον να αντιμετωπιστεί ως δράση μερικών απομονωμένων ενόπλων. Οι δρόμοι, τα περάσματα και τα χωριά της Ρούμελης μπορούσαν να στηρίξουν ένα αντάρτικο που μεγάλωνε.

Η Ευρυτανία βρισκόταν ακριβώς μέσα σε αυτόν τον χώρο.

Οι ιταλικές στρατιωτικές πηγές μάς βοηθούν να δούμε την άλλη πλευρά της εικόνας. Στην Ελλάδα βρισκόταν μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη κατοχής, οργανωμένη σε σώματα στρατού και μεραρχίες. Στη δυτική Ελλάδα επιχειρούσε το 26ο  Σώμα Στρατού, στη δύναμη του οποίου περιλαμβάνονταν οι μεραρχίες «Casale», «Modena» και «Acqui». Τον Οκτώβριο του 1942 η συνολική ιταλική στρατιωτική παρουσία στην Ελλάδα ανερχόταν περίπου σε 124.000 άνδρες.

Απέναντι λοιπόν στις μικρές ακόμη ομάδες των ανταρτών δεν βρισκόταν ένας αποδιοργανωμένος στρατός. Βρισκόταν ένας οργανωμένος στρατός κατοχής, ο οποίος διέθετε αριθμητική υπεροχή, βαρύ οπλισμό και δυνατότητα να κινεί μεγάλες φάλαγγες από τις πόλεις προς την ύπαιθρο.

Είχε όμως ένα μεγάλο μειονέκτημα: δεν μπορούσε να βρίσκεται παντού.

Τα βουνά, τα δύσβατα περάσματα, οι μεγάλες αποστάσεις και κυρίως η σχέση των ανταρτών με τους κατοίκους δημιουργούσαν μια καινούργια πραγματικότητα. Οι Ιταλοί μπορούσαν να καταλάβουν ένα χωριό. Δεν μπορούσαν όμως εύκολα να ελέγξουν ολόκληρο τον ορεινό χώρο γύρω του.

Έτσι φτάνουμε στις πρώτες ημέρες του Δεκεμβρίου του 1942.

Μόλις λίγες ημέρες έχουν περάσει από τον Γοργοπόταμο. Έχει προηγηθεί το Κρίκελλο. Οι Ιταλοί γνωρίζουν πλέον ότι στην Ευρυτανία υπάρχουν οργανωμένες ένοπλες ομάδες και επιχειρούν να ξαναπάρουν τον έλεγχο των ορεινών διαδρομών και των χωριών.

Μία από τις ιταλικές φάλαγγες κινείται προς τη δυτική Ευρυτανία και τα Άγραφα. Στην πορεία της βρίσκεται ένα μεγάλο ορεινό χωριό, χτισμένο μέσα στη βαθιά κοιλάδα του Αγραφιώτη.

Η Χρύσω.

Εκεί, στις αρχές Δεκεμβρίου του 1942, η γενική ιστορία της Κατοχής συναντά την ιστορία ενός χωριού. Και από αυτό το σημείο και πέρα η καλύτερη ιστορία δεν βρίσκεται στις στρατιωτικές αναφορές. Βρίσκεται στη μνήμη εκείνων που ήταν εκεί.

Η Χρύσω της Ευρυτανίας ήταν το πρώτο χωριό της Ηπειρωτικής Ελλάδας που γνώρισε τη μανία της καταστροφής των κατακτητών. Μα και σύγχρονα η πρώτη γωνιά της Ελληνικής γης που πέταξε από πάνω της το ζυγό του κατακτητή.

Δεν ήταν τυχαίο χωριό η Χρύσω, έτσι αποκλεισμένο, κρυφό θα έλεγα κρυμμένο κάτω από τις κορυφές των Αγράφων και προστατευόμενο από τα ποτάμια είχε μια ιδιαίτερη, αυτόνομη ζωή με ανθρώπους νοικοκυραίους που είχαν ημερώσει τον αγριότοπο με μικρά χωραφάκια, βοσκές και μονοπάτια και αυτά ήταν που τους πρόσφεραν καταφύγιο και κάποια στοιχειώδη να αντεπεξέλθουν τον πρώτο καιρό μετά την καταστροφή. Η πλήρης δε γνώση του φυσικού αναγλύφου ήταν επίσης το στοιχείο εκείνο που τους έδωσε τη δυνατότητα να απομακρυνθούν πολύ γρήγορα για να μην πέσουν στα χέρια των Ιταλών.

Από τους ανθρώπους που έζησαν εκείνες τις ημέρες την επιδρομή των Ιταλών στην Χρύσω και την Ευρυτανία γενικώς δεν νομίζω ότι είναι κανένας πλέον στη ζωή. Από τους τελευταίους ήταν ο σεβαστός δάσκαλος Χαράλαμπος Μπετχαβάς που αποχαιρετήσαμε πριν από λίγο καιρό και ο οποίος μας άφησε και ένα μικρό βιβλίο που πρέπει να διαβάζουν όλοι για να συντηρείται έτσι η μνήμη. Εμείς οι τρανότεροι μεγαλώσαμε ακούγοντας τις διηγήσεις των πρωταγωνιστών της ιστορίας αλλά και όσων την έζησαν ο καθένας με τον τρόπο του. Στο βιβλίο του ο δάσκαλος περιγράφει αυτές τις πολύτιμες για την ιστορία εμπειρίες των απλών συγχωριανών. Για τους πρωταγωνιστές αναλαμβάνει η ιστορία να καταγράψει τις πράξεις τους, για τους απλούς ανθρώπους όμως η μνήμη της κοινότητας είναι αυτή που διασώζει.

Ο δάσκαλος διασώζει κάποιες πολύ χαρακτηριστικές σκηνές, με την πιο τραγική νομίζω από του Μαρτινιάγκου από το σπίτι του κουμπάρου του Ηλία Ζαγκότση όπου είχαν βρει καταφύγιο πολλοί. «Ξημέρωσε, θα ήταν η ώρα 8 π.μ. Πήρα μια φέτα ψωμί και τυρί και δρασκελούσα το μπαλκόνι, όταν βλέπω να ξεπροβάλλει πάνω από το Μπλό ένα σύννεφο καπνού. Γυρίζω μέσα και φωνάζω: Το χωριό καίγεται! Όρμησαν τότε όλοι να δουν και ακούστηκαν κλάματα και τα ουρλιαχτά των γυναικών που μένουν ακόμα στα αυτιά μου. Οι καπνοί πύκνωναν…». 

Ποιες ήταν αυτές οι γυναίκες; Μανάδες, γιαγιάδες μας ήταν που βλέποντας τους καπνούς μετρούσαν με κλάμα το βιός τους που έγινε στάχτη κι αυτές που την ανακάτεψαν μετά μη και τίποτα είχε γλυτώσει. Και είναι αυτές που βουβές έβαλαν πλάτη και μαζί με τους άντρες τους ξανάφτιαξαν το χωριό.

Ξεχωρίζω επίσης την ανάμνηση για τον παππού του που παρακολουθούσε με τα κυάλια από το Νεροπλατάνι τις κινήσεις των Ιταλών στο χωριό, και σαν είδε πως βρήκαν τα πράγματα που είχαν κρύψει στο περιβόλι του Πολυχρόνη και τα σκορπούσαν είπε στη γιαγιά: «Έλα Σάββα να χορέψουμε, εμείς τα φτιάξαμε, εμείς θα τα ξαναφτιάξουμε». Αυτή η φράση επιβεβαιώνει την πίστη που είχαν οι Χρυσιώτες για τον τόπο τους.

Δεν θα αναφερθώ άλλο στο βιβλίο του Δασκάλου, παρότι μικρό καταφέρνει εντούτοις να μας μεταφέρει στις ημέρες του ηρωϊσμού και της καταστροφής που ακολούθησε. Θα το χαρακτήριζα ως εγχειρίδιο μνήμης που θα έπρεπε να το έχουν όλοι οι Χρυσιώτες και οι Ευρυτάνες γενικά στο σπίτι τους και να διατίθεται σε όλους όσους επισκέπτονται την περιοχή και θέλουν να μάθουν την ιστορία της. Γιατί δεν αφορά μόνο την περίπτωση της Χρύσως αλλά όλη την Ελλάδα και τους Έλληνες που όρθωσαν το ανάστημά τους απέναντι στον κατακτητή και το κυριώτερο, κατάφεραν να αναστήσουν τον τόπο τους.

Σήμερα τιμούμε την επέτειο της μάχης, τους επώνυμους, τους εκτελεσθέντες αλλά πολύ περισσότερο τους ανώνυμους, τους συγχωριανούς μας που έζησαν εκείνες τις τραγικές ημέρες και οι οποίοι κατόπιν με δυσκολίες που δεν φανταζόμαστε ξανάφτιαξαν το χωριό, έζησαν τις πιο τραγικές ημέρες του Εμφυλίου και μας κληρονόμησαν μια Χρύσω σαν την παλιά. Μια Χρύσω όμως που όπως όλα τα χωριά του τόπου μας κατόπιν ακολούθησε την δρόμο της ερήμωσης. Μπορεί να άδειασε το χωριό, να λόγγιασε ο τόπος, να βουβάθηκαν οι κορυφές αλλά κάτω απ’ αυτή την πέτσα της ερήμωσης, νομίζω πως είναι ικανός να στηρίξει την επιστροφή από ένα άλλον διωγμό.   

ΧΡΥΣΩ ΕΥΡΥΤΑΝΙΑΣ, 18082026  

Παρασκευή 4 Ιουλίου 2025

O ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ ΑΠΟΚΤΗΣΕ… ΝΕΟ ΧΩΡΙΟ!

 


Η προτομή του Γεώργιου Καφαντάρη στην Ανατολική Φραγκίστα

Ασφαλώς και αποτελεί τιμή για την Ευρυτανία η διοργάνωση από το «Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία» και τον Δήμο Καρπενησίου αύριο στο Μικρό Χωριό συνέδριο με θέμα «Γεώργιος Καφαντάρης: πολιτική πορεία». 

Το παράδοξο όμως και αυτό που δημιουργεί μια αρνητική εντύπωση από πολλούς Ευρυτάνες, είναι ο τόπος που επιλέχθηκε να γίνει το συνέδριο, το Μικρό Χωριό δηλαδή και όχι η γενέτειρά του Ανατολική Φραγκίστα, όπου από το 2010 λειτουργεί το «Πνευματικό Ίδρυμα Γεωργίου Καφαντάρη», προσφορά στην τοπική κοινωνία του ομογενούς ευπατρίδη Κώστα Πανουργιά. Μπορεί, διερωτώνται, να αγνοηθεί αυτή η θεμελιώδης λεπτομέρεια που παίρνει την τιμή από την Ανατολική Φραγκίστα και την δίνει στο Μικρό Χωριό;

Μπορεί, γιατί άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι το Καρπενήσι εκτός απ’ ότι συγκέντρωσε και εγκλώβισε στις γειτονιές του τον περισσότερο πληθυσμό της Ευρυτανίας, τους τελευταίους να λέμε και την αλήθεια, προσπαθεί να απομυζήσει και να περιορίσει και πολιτιστικά τον υπόλοιπο νομό στα όρια της λεγόμενης Ποταμιάς. Το συνέδριο δε για τον Καφαντάρη αποτελεί μια κραυγαλέα περίπτωση καθώς ο σπουδαίος πολιτικός και πρωθυπουργός τιμάτε όχι στον τόπο του αλλά σε έναν άλλο.


Κώστας Κωστόπουλος - Κώστας Πανουργιάς στα εγκαίνια
του Πνευματικού Ιδρύματος Γεώργιου Καφαντάρη στην Ανατολική Φραγκίστα.


Πιθανόν να βόλευε έτσι τους διοργανωτές αλλά θα μπορούσαν να προβλέψουν έστω μια επίσκεψη στην Ανατολική Φραγκίστα να γνωρίσουν όσοι από τους συνέδρους τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε ο μεγάλος πολιτικός. Στην Ανατολική Φραγκίστα που κάθε χρόνο φροντίζει να τιμά υποδειγματικά τον Γεώργιο Καφαντάρη με πολύ πιο απλά πράγματα κι έτσι καλλιεργεί και μεταδίδει την μνήμη του στους νεότερους. Το γεγονός αυτό παραβλέφθηκε  όπως εξάλλου συνηθίζεται για όλη την πέραν του Μέγδοβα Ευρυτανία.

 ΑΘΗΝΑ, 04072025

Δευτέρα 15 Απριλίου 2024

ΤΑΞΙΑΡΧΗΣ ΜΠΑΝΙΑΣ: ΕΝΑΣ ΠΡΟΚΟΜΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

 


Το καλοκαίρι που μας πέρασε σε μια εκδήλωση για την αγροδιατροφή που έγινε στο Καρπενήσι, ο Ταξιάρχης Μπανιάς, μόνιμος κάτοικος του χωριού Στένωμα Ευρυτανίας βραβεύτηκε ως ο άνθρωπος ο οποίος με την δράση του, πράγμα που υποστηρίζεται και αλληλοεπιδρά από την οικογένειά του και την κοινότητα, αποτελεί ένα παράδειγμα προς μίμηση και όσοι τον ακολουθήσουν, θα σώσουν την Ευρυτανία από μαρασμό…



Ναι έτσι έχουν τα πράγματα με τον Ταξιάρχη (1975) o οποίος 13 ετών αποφάσισε να αποκτήσει το πρώτο του κοπάδι με κατσίκες και τις φρόντιζε μόνος μιας και οι γονείς του δεν είχαν και πολλές σχέσεις με την κτηνοτροφία. Ο πατέρας ήταν ηλεκτρολόγος στην περιοχή αλλά ο Ταξιάρχης επέλεξε να ασχοληθεί με την κτηνοτροφία από αγάπη στα ζώα και γιατί από μικρός, του άρεσε αυτή η δουλειά. Αφού έβγαλε το δημοτικό σχολείο στο Στένωμα και πήγε και μια εβδομάδα (!) στο Γυμνάσιο Καρπενησίου το οποίο παράτησε καθώς η καρδιά του και η ψυχή του ήταν στο χωριό και στον κόσμο του.

Με μαγιά κάτι λίγες κατσίκες που είχε η μάνα του η οποία όπως κάθε νοικοκυρά εκείνη την εποχή διατηρούσε λίγες κατσίκες, μια αγελάδα και ένα μουλάρι στο σπίτι, ξεκίνησε και αγοράζοντας κατσίκια από την Μαυρομάτα έφτιαξε ένα κοπάδι από 170 κεφάλια και σύντομα άρχισε να λογαριάζεται ως μεγάλος νοικοκύρης κι αυτός στην περιοχή. Τα έφτασε περισσότερα, κάποια στιγμή τα λιγόστεψε και στράφηκε προς τα πρόβατα και έφτιαξε και με αυτά πάλι ένα μεγάλο κοπάδι περί τα 350 κεφάλια. Με τα πρόβατα ασχολήθηκε αρκετά χρόνια και τελευταία, όπως οι περισσότεροι στην περιοχή στράφηκε στα γελάδια και σήμερα θεωρείται από τους μεγαλύτερους κτηνοτρόφους στο Στένωμα το οποίο παρεπιμπτόντως θεωρείται και η μητρόπολη της αγελαδοτροφίας στην Ευρυτανία.  



Η πορεία του δεν ήταν εύκολη, κυρίως γιατί δεν ήξερε πολλά από ζωντανά και κοπάδια και έτσι αναγκάστηκε να τα μάθει όλα μόνος του παρακολουθώντας τους συγχωριανούς του και εισάγοντας φυσικά και κάποιες καινοτομίες. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι αγαπούσε την δουλειά που αποφάσισε να κάνει και βέβαια την βοήθεια που είχε από τον πατέρα του Χρήστο, ο οποίος πέθανε πριν από 7 μήνες, την μητέρα του Βασιλική προόδευσε πολύ σύντομα. Επί πλέον, αυτό που τον βοήθησε πολύ ήταν η πλήρης και εντελεχής γνωριμία με το ανάγλυφο της περιοχής του. Δεν υπήρχε μονοπάτι ή διαδρομή προς το βουνό και το ποτάμι, βοσκοτόπι και λιβάδι που να μην γνώριζε κι αυτό οφείλονταν στην επί αιώνες εκμετάλλευση του τόπου από τους προγόνους του κτηνοτρόφους. Οι γονείς του εκτός από την φύλαξη, τον βοήθησαν πολύ στο άρμεγμα τόσων ζώων. Το γάλα τον χειμώνα το έδιναν στα τυροκομεία ενώ από τον Ιούνιο και πέρα έπηζαν οι ίδιοι τυρί με τον μοναδικό, παραδοσιακό τρόπο που ξέρουν ακόμη στην Ευρυτανία.  

Ο Ταξιάρχης αποτέλεσε μια εξαίρεση για την γενιά του που οι περισσότεροι σκόρπισαν στους τέσσερις ανέμους και τους βλέπει το Στένωμα μόνο στις γιορτές και το καλοκαίρι αλλά είναι αρκετοί αυτοί που ακόμη συνεχίζουν με την κτηνοτροφία και διατηρούν μεγάλα κοπάδια στο Στένωμα. Μεταξύ αυτών και ο αδερφός τους Λάζαρος, οι Παπαδονικαίοι καθώς και λίγοι άλλοι νέοι που κάνουν την διαφορά στο χωριό που αριθμεί γύρω στους 50 μόνιμους κατοίκους. Παλιότερα ήταν ένα από τα μεγαλύτερα χωριά του Δυτικού Τυμφρηστού και τα κοπάδια του ξεπερνούσαν τα 5.000 κεφάλια αλλά όπως όλα, έτσι κι αυτό λύγισε. Παρά ταύτα το Στένωμα καθώς και τα γειτονικά του, Άγιος Δημήτριος, Γάβραινα, και άλλα διατηρούν το μεγαλύτερο κεφάλαιο της κτηνοτροφίας στην Ευρυτανία.



Ο Ταξιάρχης όμως δεν περιορίστηκε στην κτηνοτροφία αλλά ανέστησε και διατηρεί κι ένα άλλο χρήσιμο και πολύτιμο επάγγελμα στην περιοχή. Του σύρτη ξυλείας και της μεταφοράς. Ξεκίνησε με δυο – τρία μουλάρια στην αρχή, όταν είδε πως είχε κάμψη στην παραγωγή του κοπαδιού των προβάτων, να σέρνει ξυλεία ελάτης από τα δάση που εκμεταλλεύονταν ο δασικός συνεταιρισμός των χωριανών του και σιγά – σιγά επεκτάθηκε και στη μεταφορά των καυσόξυλων. Καθώς το ανάγλυφο της περιοχής που απλώνονται τα δάση του Τυμφρηστού είναι δύσκολο, η δουλειά του εκτιμήθηκε και έτσι δόθηκε λύση και διέξοδος στο έργο των υλοτόμων. Τη δουλειά αυτή την κάνει το καλοκαίρι και με βοηθό τον Ηλία Ντζιώρα από τη Βράχα ενώ όταν υπάρχει πολύ δουλειά επιστρατεύει κι άλλους συγχωριανούς. Η φήμη του σαν καλό επαγγελματία στις μεταφορές ξυλείας ξεπέρασε τα στενά όρια της Ευρυτανίας και πήγε παραπέρα κι έτσι έχει πηγαίνει για δουλειά σε πολλά μέρη της Ελλάδας. Το κοπάδι των αλογομούλαρων του αριθμεί περί τα 15 ζωντανά, διαλεγμένα ένα προς ένα και προσεγμένα. Τα φροντίζει ο ίδιος σε κάθε τους ανάγκη, έφτασε μάλιστα να μάθει και να τα πεταλώνει. Ξέρει τις συνήθειες του καθενός, του μιλά προσωπικά και έτσι έχει κερδίσει την εμπιστοσύνη τους και την αναγνώριση, πράγμα που βοηθάει πολύ στην δύσκολη αυτή δουλειά. Επί πλέον, η εμπειρία του τον καθιέρωσε και ως πρακτικό ιατρό των ζώων του, τόσο που τον ζηλεύουν ακόμη και οι κτηνίατροι.


Η περίοδος που ο Ταξιάρχης ασχολείται με τα ξύλα είναι οι θερινοί μήνες, τον χειμώνα μαζεύει τα ζωντανά και τα αφήνει να ξεκουραστούν. Με την αρχή της περιόδου ρίχνει στη δουλειά τα πιο δυνατά ενώ εκείνα που βγαίνουν στην αποστρατεία φροντίζει να τα αντικαθιστά με άλλα που η καταγωγή τους είναι από τη Γαλλία. Από εκεί φθάνουν στην Ελλάδα μέσω αντιπροσώπων, στα Τρίκαλα εδρεύουν οι περισσότεροι κι από εκεί τα προμηθεύεται. Φροντίζει να είναι γερά και πιο πολύ έξυπνα, πράγμα που βοηθάει να ξεπεράσουν και το ζήτημα της γλώσσας! Όσο για την εκπαίδευσή τους, χρησιμοποιεί τις ίδιες πανάρχαιες μεθόδους που χρησιμοποίησε ο άνθρωπος όταν ημέρωσε για πρώτη φορά άλογα.  



Ο Ταξιάρχης, όπως και η οικογένειά του δεν στέκεται στιγμή! Όλοι βοηθούν, η γυναίκα του Βασιλική, οι κόρες του Ιωάννα που είναι μαθήτρια στο Γυμνάσιο Καρπενησίου και Γεωργία μαθήτρια δημοτικού όπως και ο γιός όταν δεν έχει μαθήματα στη σχολή του. Ακόμη και η σκύλα του, η Έλσα δεν λείπει ούτε στιγμή από τα κοπάδια και τα μουλάρια. Μόνο το χειμώνα που μαζεύει τα ζωντανά στους στάβλους παίρνει μια ανάσα αλλά κι εκεί χρειάζεται διαρκής προσοχή. Με το τάισμα, τα γεννητούρια αλλά και τους λύκους που πολιορκούν τους στάβλους. Προσέχει, δεν θέλει να πάνε χαμένα τα ζωντανά του, είναι κεφάλαιο γι’ αυτόν αλλά και ψυχές που χρειάζονται προστασία από τον καιρό και τα αρπακτικά. Από μέρους τους αυτά και προς ανταπόδοση, τον κάνουν με τον τρόπο τους τον πρώτο νοικοκύρη στο Στένωμα και από την φήμη αυτή προέκυψε και η βράβευση. Για τον Ταξιάρχη Μπανιά συζητάνε όλοι στην Ευρυτανία, τον επαινούν και τον καμαρώνουν και πολλοί θέλουν να του μοιάσουν. Άλλοι μπορούν, άλλοι θέλουν σπρώξιμο και αναζητείται εκείνος που θα το κάνει…

ΠΑΡΑΠΟΛΙΤΙΚΑ – ΚΥΝΗΓΙ (14/04/2024)

Τετάρτη 4 Αυγούστου 2021

ΝΑ ΣΩΘΟΥΝ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΟΤΑΜΙΑ

Αν δεν γίνονταν στο Καρπενήσι, στην πρωτεύουσα του πιο ορεινού, όμορφου και καθαρού τόπου της Ελλάδας, που αλλού θα μπορούσε να συγκεντρωθεί τόσος κόσμος που πονάει τα βουνά, τα αγαπάει σαν το σπίτι τους και θέλει να μείνουν ατάραχα από κάθε είδους δραστηριότητες που τα προσβάλλουν και τα βεβηλώνουν με στόχο μόνο το κέρδος; Στο Καρπενήσι, την πρωτεύουσα της ορεινής Ευρυτανίας έγινε προχθές Κυριακή, μεγάλη κινητοποίηση με πρωτοβουλία της Κίνησης Πολιτών για την προστασία του Ευρυτανικού Περιβάλλοντος, του Συλλόγου Κρικελιωτών Ευρυτάνων και πολλών άλλων Ευρυτανικών Συλλόγων για να εκφραστεί απ’ όλους και δημόσια, σε ντόπιους και επισκέπτες η αντίρρηση στην επερχόμενη ισοπέδωση των βουνών από τα Βιομηχανικά Αιολικά Πάρκα, την καταστροφή των ποταμών από τα μικρά, λεγόμενα υδροηλεκτρικά εργοστάσια και τον ξεριζωμό των αγροτών και των κτηνοτρόφων από την εγκατάσταση φωτοβολταϊκών. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η Ευρυτανία, τα Άγραφα και οι όμορες ορεινές περιοχές της Φθιώτιδας, Καρδίτσας, Φωκίδας και Αιτωλοακαρνανίας αποτελούν ένα ενιαίο συγκρότημα ιδιαίτερου φυσικού περιβάλλοντος, πολύτιμο για το άφθονο νερό, τον αέρα των βουνών, την ποικίλη βλάστηση, τα ενδιαιτόμενα είδη, την αναψυχή και τον τουρισμό, αποτελεί παράδοξο να γίνει αυτή η κινητοποίηση. Αντιθέτως, θα έπρεπε να αποτελεί παράδειγμα διατήρησης ακέραιου του φυσικού περιβάλλοντος και υπόδειγμα προστασίας και ευθύνης των πολιτών, ντόπιων και επισκεπτών απέναντι στην κληρονομιά της φύσης. Μια κληρονομιά που δεν τυχαίνει να έχουν σε πολλά άλλα μέρη (αναφέρομαι επί του παρόντος στην Ευρυτανία και πιστεύω πως αυτό ισχύει και για πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας) και την οποία όμως, απαξιώνουν όσοι σκέφτονται και επεξεργάζονται σχέδια για την εκποίησή τους έναντι ενός πρόσκαιρου κέρδους το οποίο, δεν θα απολαύσει κανένας ντόπιος πλην των εμπλεκόμενων στα χωματουργικά έργα. Μετά την καταστροφή του περιβάλλοντος σίγουρα θα ακολουθήσει και η καταστροφή της τοπικής οικονομίας αλλ’ αυτό έχει ήδη συντελεστεί εδώ και χρόνια αλλά ας είναι καλά τα επιδόματα και οι απασχολήσεις ορισμένου χρόνου που ξεγελάνε τον κόσμο και νομίζει πως εργάζεται. Η ευθύνη για την ενδεχόμενη καταστροφή της ευρυτανικής φύσης και των γειτονικών Αγράφων είναι πρωτίστως των τοπικών αρχόντων καθώς και αρμοδίων υπηρεσιών. Οι πρώτοι από το ρόλο τους είναι υποχρεωμένοι να προστατέψουν τον κόσμο που ζουν, εργάζονται οι ψηφοφόροι τους και χτίζουν το μέλλον τους. Γι’ αυτό τους ψήφισαν εξάλλου, να βελτιωθεί η ζωή τους και με την εμπειρία που αποκτούν και τα εργαλεία που διαθέτουν να την κάνουν καλύτερη για τους τωρινούς και βεβαίως για τους επερχόμενους. Οι υπηρεσίες από την άλλη, η πολεοδομία για παράδειγμα όπως και σε όλη την επικράτεια, δεν έχει και την καλύτερη φήμη ενώ το Δασαρχείο το οποίο συνήθως βλέπει… το δάσος και χάνει το περιβάλλον! Φυσικά, όλοι υπόκεινται και εφαρμόζουν αποφάσεις των σχετικών υπουργείων και οπωσδήποτε καλούνται να υλοποιήσουν τα τρέχοντα κυβερνητικά προγράμματα χωρίς να μπουν στον κόπο όμως να φέρουν αντιρρήσεις ή να προτείνουν κάτι άλλο, φοβούμενοι πάντα το πολιτικό τους μέλλον και ότι απ’ αυτό απορρέει. Οι πολίτες μέσω των Συλλόγων εξέφρασαν για μια ακόμη φορά την ανησυχία τους να γίνουν η Ευρυτανία και τα Άγραφα, καθώς και πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας βιομηχανικό πάρκο «πράσινης» όπως προβάλλουν ενέργειας και μένει πλέον η διακοπή όχι μόνο των εργασιών που ήδη έχουν ξεκινήσει αλλά και οποιασδήποτε σκέψης για συνέχειά τους.
Οι πολίτες έκαναν για μια ακόμη φορά το χρέος τους, η σειρά τώρα είναι των τοπικών αρχόντων και των αρμοδίων υπηρεσιών οι οποίοι όλοι μαζί πρέπει να μεταφέρουν το μήνυμα των αντιδράσεων προς την κεντρική εξουσία. Να ζητήσουν την ματαίωση των έργων αλλά παράλληλα να έχουν και έτοιμο ένα συγκεκριμένο σχέδιο για το μέλλον του τόπου. Αυτοί θα κριθούν από την ιστορία και φαντάζομαι, πως τους ενδιαφέρει… Φωτογραφίες: Αντώνης Τσακανίκας ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 03082021

Σάββατο 1 Μαΐου 2021

ΜΝΗΜΗ ΒΑΓΓΕΛΗ ΛΑΜΠΡΟΥ (1952 – 2021)

Ο Βαγγέλης Λάμπρου (ή Τραγδάρας) (1952- 2021) ήταν από εκείνους τους συμπατριώτες που μεγαλώνοντας δεν διάλεξε όπως οι περισσότεροι από την πρώτη μεταπολεμική γενιά να φύγει από τον τόπο του, την Ανατολική Φραγκίστα Ευρυτανίας αλλά έμεινε να ζήσει και να προκόψει στην γενέτειρα. Στην αρχή ασχολήθηκε με τις συνηθισμένες αγροκτηνοτροφικές εργασίες, κατόπιν έπιασε δουλειά στα ΚΤΕΛ Φθιώτιδας αλλά η πρόσληψή του στην Δασοφυλακή, το έτος 1980-1981, ήταν αυτή που τον έδεσε περισσότερο με την μικρή μας πατρίδα. 

 Ως δασοφύλακας έμαθε και γνώρισε σπιθαμή τη σπιθαμή όλη την Δυτική Ευρυτανία, κυρίως την περιοχή των πρώην Δήμων Αγράφων, των Αγραίων, πράγμα που τον έκανε πασίγνωστο ενώ η στάση του, στο δύσκολο αυτό έργο καθώς είχε να αντιμετωπίσει αντιλήψεις που δεν ήταν πάντα συμβατές με τις αρχές της φύλαξης και της προστασίας του δάσους αλλά και κατ’ επέκταση της υπαίθρου, θα μνημονεύεται για καιρό. Δίκαιος και επιεικής με τους αναγκεμένους, αυστηρός με τους θρασείς και τους τάχα… ανυπότακτους συμπατριώτες μας, ευθύς και ντόμπρος, ο Βαγγέλης κατάφερε να δημιουργήσει ένα κλίμα εμπιστοσύνης με όλους και οι υποθέσεις και οι διαφορές που προέκυπταν να μην έβγαιναν έξω από τα σύνορα των χωριών και δεν έφθαναν κν στις αίθουσες των Δικαστηρίων, καθότι πάντα έδινε λύσεις. Έτσι τον θυμούνται και θα τον μνημονεύουν όσοι έχουν ακόμη μια θέση στην παραγωγική ζωή της Δυτικής Ευρυτανίας.

Η Δασοφυλακή ήταν αυτή που θεμελίωσε την μόνιμη παραμονή του στην Ανατολική Φραγκίστα όπου έκανε οικογένεια με την Βασιλική και απέκτησαν δυο παιδιά, τον Βασίλη και την Κωνσταντίνα. Ενεργός πολίτης, δεν έμεινε να βιώνει παθητικά την ζωή ενός χωριού που προοδευτικά έσβηνε, όπως όλα της περιοχής. Αναμείχθηκε με τα κοινά από το έτος 1990, ως κοινοτικός σύμβουλος του χωριού του, από το έτος 1995 έως και το έτος 1998, διετέλεσε Πρόεδρος της Ανατολικής Φραγκίστας, σε μια κρίσιμη περίοδο για την Κοινότητα και αρκετά σημαντικά έργα οφείλονται στις πρωτοβουλίες του που έλαβε, όπως το πάρκινγκ που άλλαξε τη μορφή του χωριού. Επίσης και για και για την ενίσχυση και συνέχεια του Παζαριού της Σωτήρας. Έκτοτε από σύσταση του πρώην Καποδιστριακού Δήμου Φραγκίστας εκλέγονταν συνέχεια δημοτικός σύμβουλος, πάλευε για το χωριό του και όχι μόνον και από το έτος 2007 έως και το 2010 διετέλεσε Αντιδήμαρχος Φραγκίστας Ευρυτανίας και ήτο περήφανος για το έργα που έγιναν στην Ανατολική Φραγκίστα, αλλά και στα άλλα χωριά του Δήμου. Εργάστηκε επίσης για την επιστροφή της έδρας του Καλλικρατικού Δήμου Αγράφων στην Δυτική Φραγκίστα για να αξιοποιηθεί και το σχολείο – μνημείο. 

 Ως συνταξιούχος, ο Βαγγέλης περνούσε τα τελευταία χρόνια στην Ανατολική Φραγκίστα, ασχολούμενος με αγροτοκτηνοτροφικές εργασίες και ήταν για τους χωριανούς και όλο τον κόσμο, ένας ανθρωπος που ενέπνεε τον σεβασμό. Όμως η μοίρα αλλά του επιφύλασσε. Την περίοδο της πανδημίας δεν στάθηκε τυχερός να ζήσει, να δει το τέλος αυτής της συμφοράς. Άγνωστο πώς, κόλλησε τον ιό, νοσηλεύθηκε αρχικά στο Νοσοκομείο Καρπενησίου και στη συνέχεια μεταφέρθηκε επειγόντως στη Λαμία όπου διασωληνώθηκε αλλά εξαιτίας μιας ενδονοσοκομειακής λοίμωξης, πέθανε, σε ηλικία 69 ετών, την Κυριακή των Βαϊων και την Μεγάλη Δευτέρα, έγινε η κηδεία του, στην Ανατολική Φραγκίστα που κανένας ακόμη δεν πιστεύει ότι πέθανε ο Βαγγέλης, μέσα σε ένα βουβό κλίμα. Ο θάνατός του, μας λύπησε όλους. Ένα ΓΙΑΤΙ, ακόμη ΜΈΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ δεν έχει απάντηση και ούτε θα δοθεί. 

Χάσαμε έναν καλό φίλο, έναν πολύτιμο συγχωριανό και κυρίως γιατί σε αυτή τη δύσκολη περίοδο που βιώνουμε, έναν άνθρωπο που όλη του τη ζωή τάχθηκε να δεί το χωριό του να προκόβει. Καλό κουράγιο στην οικογενειά του,να βρούν την δύναμη να ξεπεράσουν την απωλειά του, ΝΑ ΣΤΑΘΟΎΝ ΟΡΘΙΟΙ και εμείς που ζήσαμε τον Βαγγέλη,σίγουρα δεν θα τον ξεχάσουμε ……. 

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 01052021

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2019

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΣΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΩΝ ΑΓΡΑΦΩΝ» ΣΕ ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ

Με τον συνεκδότη και Άρχοντα των εκδόσεων Βασίλη Χατζηϊκώβου, 
καλωσορίζουμε την επανέκδοση του βιβλίου «Ελεύθεροι στα Δεσμά των Αγράφων» 
στο βιβλιοπωλείο «Ναυτίλος» όπου μπορεί όποιος θέλει να το πρΟμηθευτεί. 

Κλείνουν πέντε χρόνια από τότε που εκδόθηκε το τελευταίο βιβλίο μου «Ελεύθεροι στα δεσμά των Αγράφων» και την πρώτη παρουσίαση του στην Καρδίτσα τέτοιες ημέρες το 2014.  Πρόκειται για ένα βιβλίο όπου πενήντα συγχωριανοί, έτσι αποκαλώ πλέον τους κατοίκους της Νεράιδας (Σπινάσα) Δολόπων Καρδίτσας και τέως Ευρυτανίας, αφηγούνται την ζωή τους στον μεσοπόλεμο, την Κατοχή, την Αντίσταση, τον Εμφύλιο και τέλος, το κυριότερο, το πώς ανάστησαν το χωριό τους τις δεκαετίες του ’50 και του ’60 και πως συνέχισαν μέχρι που η κοινότητά τους άρχισε να διαλύεται και σιγά – σιγά να σβήνει.  

Η συζήτηση μαζί με αυτούς τους υπέροχους ανθρώπους συνεχίστηκε μέχρι που κάποιοι πέταξαν στον ουρανό και μας βλέπουν από εκεί ψηλά πλέον. Η μνήμη τους όμως μένει άσβεστη και κάθε φορά που η κουβέντα έρχεται στα παλιά, τους ανακαλούμε νοερά στην παρέα να μας συμβουλεύσουν, να μας δείξουν πως κατάφεραν να επιβιώσουν εκείνα τα τραγικά χρόνια και να έχουν την δύναμη να ξαναφτιάξουν σπίτια, χωράφια, κοπάδια και κυρίως, κοινότητα ανθρώπων που παρά τις αναπότρεπτες απώλειες που υπέστη, υπάρχει ακόμη εκεί στις πλαγιές των Αγράφων και αποτελεί παράδειγμα πατριωτισμού.

Με λίγα λόγια, το βιβλίο το γράψαμε όλοι μαζί και αυτό αποτέλεσε την κιβωτό κατά κάποιο τρόπο της μνήμης για τη Νεράιδα, τα Άγραφα, την Ευρυτανία και την Καρδίτσα, για όλη την  ορεινή εν τέλει Ελλάδα στην οποία προστρέχουμε και τιμούμε ο καθένας με τον τρόπο του. Τα στοιχεία που αντλούμε από τις σελίδες τους, όπου περισσεύει ο αφηγηματικός λόγος των ανθρώπων που υπήρξαν πρωταγωνιστές ή απλά θεατές των γεγονότων της τραγικής δεκαετίας 1940 – 1950 είναι πολύτιμα για όλους, ντόπιους ή απόμακρους από τα Άγραφα.

Οι επόμενοι από μένα και τους φίλους και τους συγχωριανούς που με βοήθησαν να συγκεντρωθεί το υλικό του βιβλίου (πάνω από πέντε χρόνια κράτησε η δημιουργία του) θα έχουν στα χέρια τους ένα πολύτιμο αρχείο, στο χαρτί αλλά και σε ηχογραφημένες συνεντεύξεις, για να συνεχίσουν ένα άλλο έργο που θα αφορά τις επόμενες γενιές, πράγμα που έρχεται στην επικαιρότητα γιατί οι ορεινές κοινότητες  των Ελλήνων, όπως στη Νεράιδα κοντεύουν να σβήσουν. Μπροστά σε αυτή την τραγική πραγματικότητα, τις διαστάσεις της οποίας δεν θέλουμε να παραδεχτούμε, είναι τουλάχιστον υποχρέωση να καταγραφούν σε πρώτο λόγο οι αιτίες και όπως φαίνεται να είναι το έργο του χειμώνα.


Με το βιβλίο «Ελεύθεροι στα δεσμά των Αγράφων» το οποίο επανεκδόθηκε και κυκλοφορεί σε ορισμένα βιβλιοπωλεία στην Αθήνα, επιχειρούμε να δώσουμε μια συνέχεια καταγραφών από τις επόμενες γενιές για την νεότερη ιστορία των Αγράφων. Για όσους ενδιαφέρονται να το αποκτήσουν και να συμμετάσχουν στο νέο έργο, μπορούν να το αναζητήσουν προς το παρόν στην Αθήνα στο βιβλιοπωλείο «Ναυτίλος» Χαρ. Τρικούπη 28, τηλ. 21 0361 6204, στην Καρδίτσα στο κατάστημα «Αμάραντες Γεύσεις» του Αντώνη Παπαδάκου, Τερτίπη 12, τηλ. 6977394752 και στον Κώστα Πλατσιούρη, 6974433949. Για περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να μου γράφετε στο provoilias@gmail.com - provoilias@yahoo.gr ή στο τηλέφωνο 6973187627 και θα βρούμε έναν  τρόπο να φτάσει στα χέρια σας. 

ΑΘΗΝΑ, 05122019.

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

ΔΥΟ ΠΛΑΤΑΝΟΙ ΠΟΥ ΕΓΙΝΑΝ ΕΝΑΣ…




Κατά κανόνα, τα μεγάλα δέντρα μεγαλώνουν και πεθαίνουν καθένα μοναχό του και στο σημείο που φύτρωσαν. Λίγες φορές όμως και σε ορισμένα είδη παρατηρείται το φαινόμενο των ξενιστών, ήτοι διάφορα άλλα είδη, αναρριχητικά κυρίως που σκαρφαλώνουν σε μεγαλύτερα και ψηλότερα για να επιβιώσουν γιατί δεν μπορούν να σταθούν όρθια μόνα τους ενώ υπάρχουν και ορισμένα, παράσιτα τα λένε, που τρέφονται κιόλας από τους χυμούς ή το σώμα εκείνων που τα φιλοξενούν.



Είναι σπάνιο, κάποια δέντρα που ενώ φυτρώνουν καθένα ξεχωριστά να ενωθούν σε ένα σώμα και τούτο ασφαλώς αποτελεί θαύμα εκτός από τις περιπτώσεις των εμβολιασμών που αποτελούν μέθοδο βελτίωσης των ειδών. Ένα τέτοιο θαύμα είδα πριν από λίγες μέρες δίπλα από τον ωραίο, παλιό δρόμο που οδηγεί από το χωριό Άγιος Νικόλαος (Λάσπη) προς το Καρπενήσι. Δυο πλάτανοι με ξεχωριστές ρίζες είχαν ενωθεί και αποτέλεσαν ένα δέντρο. Πώς έγινε αυτό; Πιθανόν κάποτε που ακόμη ήταν δυο βλαστάρια κάποιος να πήγε και να τα έκανε κόμπο αλλά επειδή δεν έσπασαν τα αγγεία τους, αυτά καθώς αύξαιναν, εξελίχθηκαν ως ένας κορμός που κατόπιν έγινε ένα μεγάλο και δυνατό δέντρο το οποίο ξεχωρίζει ανάμεσα στα άλλα στο ωραίο δάσος….

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 04072016

Κυριακή 13 Ιανουαρίου 2019

ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΡΙΠΟΤΑΜΟΥ TO 2009




Φυσικά και δεν υπάρχει πλέον εύγλωττος λόγος από των αριθμών και όταν μάλιστα αυτός εκφράζει ψυχρά και την πραγματικότητα, τότε είναι περιττό να μιλάμε για συμπτώσεις. Ο λόγος για το χωριό Τριπόταμος – Τατάρνα το έλεγαν παλιότερα- και 1957 που αριθμούσε περισσότερες από 1000 ψυχές, στα δυο σχολεία του πήγαιναν συνολικά 176 μαθητές! Σήμερα όλο το χωριό μετράει περίπου 170 μονίμους κατοίκους και το ωραίο πέτρινο σχολείο του που συμπλήρωσε πέρσι 50 χρόνια ζωής, ζωντανεύουν πλέον μόνο 7 παιδιά!

Όλοι δε οι μαθητές του, Γιώργος και Νίκος Βασιλείου, Σπυριδούλα, Νίκη και Βασίλης Μπουκουβάλας και Κωνσταντίνος και Δημήτρης Κόπανος, προέρχονται μόνο από τρεις οικογένειες και συμπληρώνουν και τις έξι τάξεις! Ο μονοψήφιος αριθμός των μαθητών, ο οποίος του χρόνου σίγουρα θα γίνει μικρότερος, δεν ενθουσιάζει καθόλου το δάσκαλο Βασίλη Κόπανο ο οποίος αφού πέρασε 6 χρόνια στα θρανία του ίδιου σχολείου, διδάσκει τα παιδιά του χωριού του συνεχώς επί 25 ολόκληρα χρόνια, ούτε φυσικά και τη μικρή τοπική κοινωνία του Τριποτάμου η οποία προσπαθεί με κάθε τρόπο να κρατηθεί στη γη των προγόνων της.

Γι’ αυτό το λόγο, ο δάσκαλος με τα παιδιά εδώ και μερικά χρόνια άρχισαν και συγκεντρώνουν αντικείμενα του τοπικού πολιτισμού, τα φροντίζουν με ιδιαίτερη αγάπη και τα εκθέτουν με καμάρι στο μικρό λαογραφικό μουσείο που στεγάζεται σε μια αίθουσα του σχολείου. Στόχος όλων στον Τριπόταμο, είναι το σχολείο με τη μικρή συλλογή του να λειτουργήσει και μετά το κλείσιμό του ως χώρος γνώσης και συνέχειας του πολιτισμού της περιοχής και οι επόμενες γενιές να έχουν ένα σημείο αναφοράς για την τοπική ιστορία. 
Ελευθεροτυπία Ιανουάριος 2009.


ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Σήμερα το απόγευμα το Facebook με τις αναμνήσεις που μας ανεβάζει κάθε μέρα με γύρισε 10 χρόνια πίσω σε μια εποχή που κανείς μας δεν φαντάζονταν αυτά που ζούμε σήμερα. Το αξέχαστο 2009 το μεγάλο ζήτημα στον Τριπόταμο Ευρυτανίας ήταν ότι την επόμενη χρονιά θα έκλεινε λόγω έλλειψης μαθητών, όπερ και έγινε. Είδα στην οθόνη το δημοσίευμα, στην αείμνηστη «Ελευθεροτυπία» στις 12012009 ήταν, πήρα τηλέφωνο τον φίλο δάσκαλο Βασίλη Κόπανο που τώρα είναι σε ένα σχολείο στο Αγρίνιο, ρώτησα για τα παιδιά που είναι στη φωτογραφία, έμαθα πως προοδεύουν και δώσαμε ραντεβού το καλοκαίρι στον Τριπόταμο. Μαζί μας θα είναι και ο Θύμιος Κάκος, μιας και σε εκείνη την εξόρμηση για την εκπομπή «Μένουμε Ελλάδα» στην χειμωνιάτικη Ευρυτανία, κάναμε καλή δουλειά, γνωρίσαμε πολλούς φίλους και μας περιμένουν να ξαναβρεθούμε.

ΑΘΗΝΑ, 13012019