Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΡΟΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΡΟΤΕΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Φεβρουαρίου 2024

ΟΙ ΑΓΡΟΤΕΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΒΙΣΩΝΕΣ ΣΤΟ ΧΙΟΝΙ


 

Ακούω ότι ενόψει της αυριανής καθόδου (και όχι απόβασης όπως λένε κάποια ανεκδιήγητα ΜΜΕ) των αγροτών στην Αθήνα μεταξύ άλλων συζητιέται και ο αριθμός των τρακτέρ που θα επιτραπεί να μπει στο κέντρο της Αθήνας όπως επίσης και ρυθμίσεις που θυμίζουν εορταστική επίσκεψη εθνικοτοπικού συλλόγου στον Άγνωστο Στρατιώτη. Δεν θα μπω στον πειρασμό να σχολιάσω σήμερα τα πράγματα, έχουμε χρόνο μπροστά μας γι’ αυτά. Δεν μπορώ όμως να τα παρακάμψω και να τα συσχετίσω με μια ωραία φωτογραφία που πέρασε πριν από λίγο μπροστά από τα μάτια, της  Cyndi Peterson Hash από την σελίδα «Yellowstone Through The Lens» με βίσωνες να περπατούν ακάθεκτοι μέσα στο χιόνι.

Οι βίσωνες είναι ένα υπέροχο ζώο που κινδύνευσε να εξαφανιστεί λόγω της επέκτασης του «πολιτισμού» στην αμερικάνικη Δύση και ευτυχώς και χάρη σε πρωτοβουλίες και πολιτικές που προστάτευσαν το είδος κατάφεραν να διασωθούν και να αποτελούν ένα δυναμικό στοιχείο της εκεί υπαίθρου. Βλέποντας την ομάδα αυτών των δυνατών ζώων να προχωρά ακάθεκτη μέσα στο χιόνι σκέφτομαι ποια δύναμη θα μπορούσε να τους κόψει το δρόμο και μοιραία συσχετίζω  την κίνησή τους με τα μηχανοκίνητα σώματα και τις ομάδες των αγροτών που θα «πατήσουν» την Αθήνα αύριο. Ποιος και με ποιον τρόπο θα εμποδίσει τα τρακτέρ να παρελάσουν στους κεντρικούς δρόμους και ποιος παίρνει την ευθύνη να τους βάλει σε μια βάλει να περπατάνε στο μισό δρόμο; Και από την άλλη, ποιοι από τους αγρότες και βάσει ποιων συμφωνιών θα αποδεχτούν κάτι τέτοιο, από τη στιγμή που η μοίρα τους δεν έχει διαφορά με εκείνη των βισώνων πριν από λίγες δεκαετίες στην άγρια Δύση;

ΑΘΗΝΑ, 19022024

Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

ΟΤΑΝ ΔΕΡΝΕΙΣ ΤΟΝ ΚΑΔΟ ΑΠΟΡΙΜΜΑΤΩΝ




Δεν συνηθίζω να σχολιάζω την πολιτική επικαιρότητα (είναι άλλωστε τόσοι πολλοί εδώ μέσα που εγώ το καταλαβαίνω ότι περισσεύω) αλλά κάποιες φορές δεν μπορώ να κρατηθώ και όταν μάλιστα έχω και το facebook να με αναστατώνει με τις ενθυμήσεις του, τότε περνάω… τον Ρουβίκωνα και κάθομαι στο πληκτρολόγιο για τα περαιτέρω. 

Σήμερα δε είχα αρκετές προκλήσεις απ’ αυτό, όπως το ρημαδιό που ξημέρωσε η Αθήνα πριν από έξι χρόνια και τον εμπρησμό του Αττικόν πράγμα που αρκετοί όπως διαπίστωσα το έχουν ξεχάσει αλλά εκείνο που με τάραξε ήταν μια φωτογραφία από τα επεισόδια που ακολούθησαν όταν έκαναν απόβαση στον Πειραιά και πολιόρκησαν το Υπουργείο Γεωργίας στην Πλατεία Βάθη πριν από δυο χρόνια σαν χθες, οι αγρότες από την Κρήτη. Έγιναν διάφορα εκείνη την ημέρα, επενέβησαν τα ΜΑΤ, πλακώθηκαν με τις κατσούνες και τα ρόπαλα, έπεσαν χημικά κι όταν κάπως ηρέμησαν τα πράγματα, κάποιοι κρητικοί άρχισαν να δέρνουν με μανία τον κάδο των απορριμμάτων που έβγαζε καπνούς μέχρι που τον διέλυσαν και τον παράτησαν κομμάτια στο δρόμο. Το γιατί το έκαναν αυτό, δεν θέλει και πολύ ψάξιμο ούτε και κανέναν καθηγητή στην ψυχολογία να μας εξηγήσει πως αυτός ο τόπος είναι καταδικασμένος από τους κατοίκους του και μόνο!

ΑΘΗΝΑ, 13022018

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

ΝΤΙΠ ΚΑΤΑ ΠΝΤΙΠ ΠΟΥ ΛΕΜΕ ΣΤΗ ΡΟΥΜΕΛΗ…



Δεν μπορώ να το αφήσω ασχολίαστο. Υπήρξε άνθρωπος χθες μπροστά στο πολιορκούμενο υπουργείο Γεωργίας από τους Κρητικούς αγρότες που ήθελε φωτιά να ανάψει τσιγάρο και δεν ζήτησε αναπτήρα από κανένα γύρω. Προτίμησε να ανάψει από τον καιόμενο κάδο και ας ρούφαγε όλες τις διοξίνες από τα λαμπαδιασμένα πλαστικά και τα σκουπίδια . Ντίπ κατά ντιπ που λέμε και στη Ρούμελη εμείς οι απλοί χωριάτες!!!

ΑΘΗΝΑ, 13022016

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

ΠΟΣΟ ΓΕΡΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΚΑΤΣΟΥΝΕΣ



Το είδαμε χθες μπροστά στο πολιορκούμενο υπουργείο Γεωργίας από τους Κρητικούς αγρότες. Οι κατσούνες τις οποίες με καμάρι κρατούσαν και μετά την  δοκιμή τους στις ασπίδες των ΜΑΤ ορισμένοι έκαναν επίδειξη της αντοχής στους πάνω στους αναποδογυρισμένους, καιόμενους  κάδους σκουπιδιών. Όντως μπορούν να διαλύσουν καμιά δεκαριά απ’ αυτούς, μπλε της ανακύκλωσης ή κοινούς  χωρίς να πάθουν τίποτα. Το γεγονός με στεναχωρεί ιδιαίτερα γιατί εμείς οι Ρουμελιώτες με τις γκλίτσες μας και στυλιάρια μας από άλλα ταπεινά αγριόδεντρα ερχόμαστε δεύτεροι σε τέτοια πράγματα μπροστά στην σπάνια όπως μαθαίνω μεσαμπελιά από τον κορμό της οποίας γίνονται οι καλύτερες κατσούνες… 

ΑΘΗΝΑ, 13022016

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

ΤΑ ΚΑΣΤΑΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΣΤΟ ΜΑΝΑΒΗ


 
Μιλάμε, λόγω εποχής βεβαίως συνέχεια για τα καρύδια και τα κάστανα και λέμε πόσο ωραίοι καρποί είναι, πόσο ωφέλιμοι για την υγεία και τη διατροφή μας και οπωσδήποτε λέμε και πόσο ακριβά προϊόντα είναι σε σχέση βέβαια με κάποια άλλα. Πράγματι, είναι κάπως ακριβά και στους καιρούς που ζούμε μπορεί η κατανάλωσή τους να φαίνεται σαν πολυτέλεια και σίγουρα αρκετοί θα είναι αυτοί που αποστρέφουν τα μάτια τους από τους πάγκους που πουλιούνται.

 
Αν τα βάλουμε όμως τα πράγματα κάτω και εξετάσουμε, εφ’ όσον βεβαίως παραδεχόμαστε πως είναι προϊόντα υψηλής διατροφικής αξίας, θα δούμε πως και είναι φθηνά και ότι ο παραγωγός δεν κερδίζει τόσα όσα φαίνονται στο ταμείο του μανάβικου. Πρώτα απ’ όλα οι καστανιές και οι καρυδιές δεν είναι δέντρα που μπορούν να στοιχηθούν όπως τα άλλα καρποφόρα, αλλά μεγάλα δέντρα, αυτόνομα τις περισσότερες φορές και δεν είναι εύκολο να ψεκαστούν με διάφορα εντομοκτόνα και άλλα φάρμακα που βοηθούν την καρποφορία να εξελιχθεί απρόσκοπτα. Είναι θέμα «περηφάνειας των δέντρων» λένε, αν και οι γεωπόνοι υποστηρίζουν το αντίθετο και πείθουν αρκετούς παραγωγούς,στις περιοχές όπου γίνεται συατηματική δεντροκαλλιέργεια και προχωρούν σε ψεκασμούς και άλλους τρόπους προστασίας. Έπειτα είναι και η λίπανση που αν γινόταν συστηματικά η τιμή των καρπών υποθέτω πως ήταν τριπλάσια από τη σημερινή. Έτσι, όσα θα μπορούσε να κερδίσει ο παραγωγός αν ακολουθούσε την πρακτική των ψεκασμών και της λίπανσης τα χάνει από τις διάφορες ασθένειες και την αδυναμία των εδαφών που είναι φυτεμένα τα δέντρα.

Το κυριότερο όμως είναι και ο κόπος των ανθρώπων να συλλέξουν τους καρπούς οι οποίοι λόγω της άτακτης και πολυήμερης ωρίμανσης (ειδικά τα κάστανα) δεν επιδέχονται ούτε μηχανική συλλογή και απαιτούν αρκετές καθημερινές επισκέψεις στα καστανοχώραφα γιατί ο μεγαλύτερος εχθρός αυτών των καρπών όταν είναι ώριμοι και πέσουν στο έδαφος είναι τα τρωκτικά εν γένει, τα άγρια πουλιά και τα τελευταία χρόνια τα αγριογούρουνα που έχουν γίνει μάστιγα για τα καστανοχώραφα και κάθε άλλου είδους χωράφια σε όλη την ορεινή Ελλάδα. Γι’ αυτό και μόλις ξημερώσει, στη Μελίβοια για παράδειγμα που έμεινα αρκετές ημέρες και παρακολούθησα τη συλλογή των καστάνων, όλοι πηγαίνουν στα καστανοχώραφα και μαζεύουν τα κάστανα τα οποία απαιτούν μια και δυο πολλές φορές βαθιές επικύψεις στο έδαφος με γυμνά χέρια για τους τολμηρούς ή με γάτια γιατί το κέλυφός τους (ζίνες ή ζούνες) είναι γεμάτο,σαν αχινός, με μεγάλα αγκάθια.

Αφού τα πιάσουν, τα ρίχνουν με προσοχή σε κουβάδες και μετά τα βάζουν σε τσουβάλια τα οποία ανοίγουν σαν φτάσουν στις αποθήκες τους και κάνουν διαλογή ανάλογα με το μέγεθος και την κατάστασή τους και τα βάζουν κατά ποιότητα. Πρώτη είναι εκείνα που δεν έχουν κανένα σκάσιμο στην επιφάνειά τους και ανάλογα με το μέγεθός τους ανεβαίνει και η τιμή τους. Μετά έρχονται τα σκασμένα, αυτά δηλαδή που παρουσιάζουν κάποια ρωγμή στην επιφάνειά τους και τα οποία είναι φθηνότερα γιατί δεν μπορούν να συντηρηθούν πολύ καιρό. Τελευταία έρχονται τα χαλασμένα, είτε από σκουλήκια,είτε από άλλους λόγους και τα οποία είναι πλέον εντελώς άχρηστα. Παλιότερα έτρεφαν με αυτά τα γουρούνια και άλλα ζωντανά αλλά αυτό δεν το κάνει πλέον κανένας.  Έτσι από το ένα κιλό κάστανα της συλλογής ελάχιστα, τα οποία αφού μπουν και περάσουν αρκετό καιρό στα ψυγεία, μετά  καταλήγουν στον πάγκο του μανάβη ή της λαϊκής και γι’ αυτό φαίνονται ακριβά...

 

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΗ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ…



Ο Απρίλης ήταν κατά παράδοση ο μήνας που όλες οι ορεινές κοινότητες της Ελλάδας ζωντάνευαν και αποκτούσαν μια κινητικότητα που εντυπωσίαζε. Αυτό ήταν και επόμενο καθώς  ο χειμώνας με τα χιόνια, τις βροχές και τους πάγους που ήταν ήδη παρελθόν, είχε μουδιάσει κυριολεκτικά κάθε δραστηριότητα η οποία, έτσι κι αλλιώς με τον κύκλο της φύσης ήταν συνυφασμένη. Καθώς λοιπόν αποσύρονταν σιγά - σιγά τα φαινόμενα του χειμώνα και μεγάλωνε η ημέρα, η ζωή έπαιρνε άλλο ρυθμό και φυσικά ταχύτητα.

Τούτο φυσικά και εξαρτιόνταν από το υψόμετρο κάθε τόπου γιατί η άνοιξη δεν ανέβαινε με μιας στα βουνά αλλά κοντοστέκονταν και προχωρούσε όσο τις επέτρεπαν τα φυσικά φαινόμενα τα οποία ήταν κι αυτά που ρύθμιζαν την επικοινωνία κάθε χωριού με τον έξω κόσμο και έξω κόσμος επί του προκειμένου, έξω κόσμος ήταν τότε οι πόλεις και ο κάμπος μέρη από τα οποία εξαρτιόνταν όλες οι κοινότητες ανεξάρτητα από το βαθμό επάρκειας που η κάθε μια διέθετε. Επάρκεια ασφαλώς και κρίνονταν τις τελευταίες ημέρες του Μάρτη και τούτο πάλι είχε να κάνει κυρίως με τις ζωοτροφές και την ευχέρεια της βοσκής.

Στο σύνολό τους οι κάτοικοι των χωριών ήταν προετοιμασμένοι μόλις περάσει του Ευαγγελισμού να εξορμήσουν στα χωράφια και τους κήπους. Γι’ αυτό και είχαν έτοιμα τα εργαλεία και τα άλλα χρειαζούμενα γιατί ήξεραν πως όταν φτάσει ο Απρίλης δεν είχαν περιθώρια να τρέξουν στους σιδεράδες, τους σαμαράδες και τους άλλους επαγγελματίες που τύχαινε να μην έχουν στα χωριά τους. Παράλληλα καθάριζαν τα χωράφια που ήθελαν να οργώσουν ή να σκάψουν από κλαριά και φύλλα και συμμάζευαν τα νερά που ξέφευγαν από τα ρέματα για να στεγνώσει το χώμα και να μπορέσει να μπεί μέσα το ζευγάρι.
Μόλις έφτανε αυτή η ώρα, τότε ήταν που ξεκινούσαν να οργώσουν εκείνα τα χωράφια που επρόκειτο να σπείρουν καλαμπόκι ή άλλες ανοιξιάτικες σπορές και τα κήπια για τα λαχανικά τους. Σιτάρια και κριθάρια είχαν σπείρει ήδη το Νοέμβρη σε κάποια χωράφια απόμακρυσμένα ή σε σημεία που δεν πάταγαν τα κοπάδια τα οποία και αυτά έβγαιναν αρκετά ταλαιπωρημένα από το χειμώνα γιατί δεν είχαν την τροφή που χρειάζονταν ενώ αν κρατούσαν τα χιόνια μέχρι το τέλος του Μάρτη, φαινόμενο όχι σπάνιο, λιμοκτονούσαν. Έτσι, όλοι περίμεναν να φθάσει πως και πως ο Απρίλης και να αρχίσει να περπατάει ο Μάης για να πάρει η ζωή μπροστά και να μπεί η ύπαιθρος στην τροχιά της καρποφορίας.


Έτσι γίνονταν μέχρι πριν από κάνα - δυο δεκαετίες σε όλα τα ορεινά χωριά, ακόμη και σε εκείνα που πήγαιναν να ξεκαλοκαιριάσουν τα κοπάδια μόνο το καλοκαίρι, αρκετός κόσμος πήγαινε από τα μέσα του Απρίλη να σκάψει και να φυτέψει πατάτες κυρίως και λίγα κηπευτικά ενώ τα κοπάδια καθυστερούσαν ακόμη στη διαδρομή προς τα βουνά. Έτσι προλάβαιναν τον κύκλο της ανάπτυξης και η συγκομιδή συνέπιπτε με την κάθοδο στα χειμαδιά που άρχιζε από το Σεπτέμβριο και κρατούσε μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου.Με λίγα λόγια, ο Μάης εύρισκε όλα τα προσφερόμενα για καλλιέργεια χωράφια στα χωριά, έτοιμα για φύτεμα και τον κόσμο σε διαρκή κίνηση ενώ τον κόσμο να ετοιμάζει τα αυλάκια για το πότισμα καθώς και όλα τα χρειαζούμενα για το χωράφι, παλούκια κλπ.

Όσον αφορά τώρα την κτηνοτροφία, τα ζωντανά, μικρά ή μεγάλα στην περίοδο της βοσκής ενώ τα γιδοπρόβατα που είχαν απαλλαγεί λόγω Πάσχα των μικρών τους ή τα είχαν αποκόψει, βρίσκονταν στην περίοδο της μεγάλης παραγωγής γάλακτος, πράγμα το οποίο έθετε σε ιδιαίτερη κινητικότητα τους κατοίκους καθώς άρχιζε η περίοδος της τυροκομίας καθώς και της παραγωγής βούτυρου το οποίο ήταν χρυσάφι για τους κτηνοτρόφους.


Έτσι ήταν τα πράγματα μέχρι πριν από λίγα χρόνια αλλά σήμερα, σήμερα που όλο και περισσότερο τίθεται το ζήτημα της επιστροφής στα χωριά ανθρώπων που δυσκολεύονται πλέον λόγω της κρίσης στις πόλεις, και όλοι θα περίμεναν να δούν κάποια χωριά, όχι να αποκτούν την κίνηση που είχαν κάποτε αλλά οπωσδήποτε ένα ζωντάνεμα που να  έχει να κάνει με την προετοιμασία των χωραφιών και το φύτεμα των κήπων, δεν συμβαίνει τίποτα.
Και τούτο, γιατί αυτό που σχολιάζουν όλοι δεν είναι τόσο ο φόβος της δουλειάς που περιμένει όποιον αποφασίσει να ασχοληθεί με τα παρατημένα πατρικά χωράφια, αλλά η απογοήτευση που θα δοκιμάσει εξαιτίας της διαλυμένης κοινότητας που θα κληθεί να ζήσει και να προκόψει. Γιατί η κοινότητα ήταν αυτή που μέσα στα πλαίσιά της λειτουργούσε και η οικονομία κάθε τόπου και με τους θεσμούς που είχε δημιουργήσει, υποστήριζε κάθε ενέργεια των μελών της και κάλυπτε σε ικανοποιητικό βαθμό τις αδυναμίες τους.

Γιατί απλά, τα οργώματα για παράδειγμα δεν μπορούσαν να γίνουν με ένα ζωντανό αλλά ήθελαν και το ταίρι του για να έχει περισσότερη δύναμη το ζευγάρι ή το σκάψιμο με τσαπιά εκεί που δεν έφτανε το αλέτρι, γίνοταν πιο ευχάριστο αν γίνονταν με παρέα, είτε από μέλη της οικογένειας, είτε από γείτονες. Κι ακόμη, μετά την ετοιμασία των χωραφών και των κήπων έπρεπε να γίνουν τα αυλάκια, εκείνα που έφερναν νερό από μακρινά ρέματα και το καθάρισμά τους απαιτούσε πολλά χέρια και εργαλεία.


Το σημαντικότερο όμως γεγονός για τα χωριά αυτές τους μέρες που συνέπιπταν με το Πάσχα ήταν η πώληση των αρνοκάτσικων, πράγμα το οποίο σήμαινε ότι θα έμπαιναν λίγα χρήματα στο μονίμως χειμαζόμενο ταμείο κάθε οικογένειας και για τούτο πάλευαν όλο το χειμώνα με τις αντίξοοες συνθήκες του καιρού ενώ ταλαιπωρούνταν από τις αδυναμίες που είχαν στις εγκαταστάσεις, κάτι το οποίο προσπαθούσαν να κατορθώσουν με πρωτόγονες κατασκευές τις οποίες κατασκεύζαν οι ίδιοι και με ότι υλικά τους παρείχε η φύση γύρω τους. Έτσι ήταν κατόρθωμα να καταφέρουν να έχουν λίγια αρνοκάτσικα στην αγορά, αγορά η οποία δεν ήταν παρά ο ζωοέμπορος του κοντινότερου αστικού κέντρου γιατί οι συγχωριανοί, λίγο πολύ ο καθένας είχε τα δικά του αρνοκάτσικα.Οι διαθέσεις όμως του ζωέμπορου είχαν πάντα στόχο να πληρώσει όσο το δυνατόν λιγότερα στον κτηνοτρόφο κι έτσι επιστράτευε ένα τεράστιο αριθμό παρατηρήσεων σχετικά με το βάρος του αρνιού, την εμφάνισή του, την υγεία του κα ένα σωρό άλλα πράγματα που έδεναν τη γλώσα του τσοπάνη που η ανάγκη τον καθιστούσε εντελώς ανίσχυρο μπροστά στη συναλλαγή.
Με το πέρασμα όμως του χρόνου και τη διάλυση των ορεινών κοινοτήτων, τούτο το πράγμα σχεδόν εξέλειψε από τα περισσότερα ορεινά χωριά καθώς τα περισσότερα κοπάδια που ακόμη έχουν κάποιοι συγχωριανοί έχουν εγκατασταθεί μόνιμα πια στον κάμπο και οι συναλλεγές με τους εμπόρους γίνονται κατ΄ευθείαν από εκεί. Όσοι κτηνοτρόφοι έχουν μείνει στα χωριά διαθέτουν τα αρνοκάτσικά τους συνήθως στους χωριανούς που επιστρέφουν στη γενέτειρα για να γιορτάσουν το Πάσχα και λιγότερο στους ζωέμπορους που κι αυτών η παρουσία και οι κινήσεις έχουν περιοριστεί πολύ στα ορεινά χωριά λόγω πάλι έλλειψης ενδιφέροντος για κέρδος.

Έτσι φέτος, σε πολλά από τα ορεινά χωριά που παραδοσιακά είχαν μεγάλη παραγωγή αρνοκάτσικων για το Πάσχα, είναι ζήτημα αν διατέθηκαν πάνω από καμιά πενηνταριά κεφάλια και το γεγονός, σε συνδυασμό με την αδυναμία πλέον πολλών συγχωριανών να πληρώσουν σε καλύτερη τιμή το αρνί ή το κατσίκι του Πάσχα,πικρά σχολιάστηκε στα όσα καφενεία που απέμειναν στα ορεινά χωριά και ανάμεσα στους λιγοστούς μόνιμους κατοίκους αυτών των χωριών που επιμένουν να ζούν εκεί και να προσπαθούν να ζήσουν με τον τρόπο που έμαθαν από τους προγόνους τους και βλέπουν να τελειώνει μαζί με αυτούς. 


Κάτι τέτοια βλέπουν και όσοι σκέφτονται λόγω αδυναμίας επιβίωσης στην πόλη ή αλλού, να επιστρέψουν στα χωριά τους και να ανοίξουν ένα κύκλο ζωής, συνεχώς αναβάλλουν την πρώτη κίνηση και τη μεταθέτουν σε καλύτερους καιρούς ή οποίοι αργούν γιατί όπως φαίνεται, η ανάγκη δεν έχει δείξει όλο το πρόσωπό της...

 ΕΘΝΟΣ - ΚΥΝΗΓΙ, 08052013