Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΩΡΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΩΡΙΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟΣ ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΟΡΩ

 

Άγιος Παντελεήμονας: Ο λόφος απ’ όπου ξεκινά η ιστορία του χωριού.
Η εκκλησία στην κορυφή, αθέατη στο χιόνι.

 

Από τα δάση του Κόνκορντ στις πλαγιές του Τυμφρηστού

«Η θαυμαστή καθαρότητα της φύσης αυτή την εποχή είναι ένα από τα πιο ευχάριστα γεγονότα. Κάθε σάπιο κούτσουρο, κάθε πέτρα σκεπασμένη με βρύα, κάθε φράχτης και τα νεκρά φύλλα του φθινοπώρου, όλα κρύβονται κάτω από ένα καθαρό τραπεζομάντιλο χιονιού. Τον χειμώνα η φύση συγχέει τις θερινές της διακρίσεις. Ο ουρανός φαίνεται να πλησιάζει τη γη.»
— Henry D. Thoreau, A Winter Walk (1843)

Στο A Winter Walk, ο Χένρι Ντέιβιντ Θορώ προσεγγίζει τον χειμώνα όχι ως έλλειψη, αλλά ως κατάσταση αποκάλυψης. Το χιόνι δεν καταργεί τη φθορά· τη σκεπάζει και, σκεπάζοντάς την, την εξισώνει. Μέσα σε αυτή την εξίσωση, οι διακρίσεις των άλλων εποχών παύουν να έχουν σημασία και το τοπίο αποκτά ενότητα.

Ο χειμώνας, στον Θορώ, είναι η στιγμή όπου τα στοιχεία παύουν να κρατούν αποστάσεις. Ο ουρανός φαίνεται να πλησιάζει τη γη, το νερό γίνεται πάγος, η βροχή χιόνι. Η φύση δεν επιδεικνύεται· συγκεντρώνεται. Και μέσα σε αυτή τη συγκέντρωση, αναδύεται μια μορφή ζωής πιο λιτή αλλά πιο ανθεκτική — εκείνη που δεν χρειάζεται να φαίνεται για να υπάρχει.

Ο χειμωνιάτικος περίπατος δεν είναι φυγή από τον κόσμο, αλλά αναπροσανατολισμός του βλέμματος. Αφαιρείται το περιττό, περιορίζεται το φάσμα, και έτσι η αντοχή γίνεται ορατή ως θεμελιώδης ιδιότητα της ζωής.

Αυτός ο τρόπος θέασης δεν ανήκει αποκλειστικά στον τόπο του Θορώ. Μεταφέρεται. Όχι ως σχήμα, αλλά ως εμπειρία.

Στον λόφο του Αγίου Παντελεήμονα, από όπου ξεκινά η ιστορία του χωριού, ο χειμώνας επιτελεί ένα ανάλογο έργο. Η κορυφή υπάρχει, αλλά δεν αποκαλύπτεται πλήρως. Η εκκλησία είναι παρούσα, χωρίς να φαίνεται. Το σημείο της αρχής δεν χρειάζεται ορατότητα για να λειτουργεί. Μόνο ο δρόμος που οδηγεί στο χωριό ξεχωρίζει.

  

Στο χωράφι, τα χιόνι κρατάει όσο θα διαρκέσει τα βήματα της επίσκεψης.  



Εδώ, η σιωπή του χιονιού δεν δηλώνει απουσία, αλλά διάρκεια. Το τοπίο δεν αφηγείται· συγκρατεί. Και ο περίπατος δεν οδηγεί σε θέαμα, αλλά σε επίγνωση της σχέσης ανάμεσα στον τόπο και στον χρόνο. Ο χειμώνας, έτσι, δεν απογυμνώνει μόνο τη φύση. Απογυμνώνει και τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε μέσα της.

ΑΘΗΝΑ, 16122025 

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2024

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗ ΒΡΥΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

 



Θα περνούσε, όπως περνούν πια δεκάδες φωτογραφίες μπροστά από τα μάτια μας κάθε μέρα και δεν αποτυπώνονται σε καμιά στοιβάδα του κουρασμένου μυαλού μας, αλλά κάτι με έκανε να σταματήσω και να την περιεργαστώ περισσότερο. Αποτέλεσμα να κάνω εξαιτίας της ένα μακρύ ταξίδι μέσα στο χρόνο και να επιστρέψω στα άγια χρόνια της δεκαετίας του ’60 που η ελληνική ύπαιθρος ήταν ζωντανή και τα χωριά γεμάτα κόσμο…

Δεν ήταν φωτογραφία από το χωριό μου, ένας φίλος είπε πως είναι από κάποιο χωριό των Τρικάλων και δείχνει μια συντροφιά γυναικών να είναι γύρω από μια βρύση για να πάρουν νερό στα δοχεία που κουβαλούσαν μαζί τους. Σε διάφορες ηλικίες, ντυμένες όμορφα και ένα παιδί στην ποδιά της γιαγιάς. Η βρύση δεν είναι από εκείνες της παράδοσης που πήγαιναν οι γυναίκες με το σταμνί κάποτε να πάρουν νερό για το σπίτι και για τις οποίες γράφτηκαν πολλά όμορφα τραγούδια αλλά η βρύση από το δίκτυο που πρόσφατα είχε γίνει στο χωριό και ακόμη δεν είχε απλωθεί στα σπίτια, μόνο σε κάποια κεντρικά σημεία έβαλαν βρύσες κι από εκεί προμηθεύονταν νερό οι γυναίκες. Το κουβάλημα του νερού στο σπίτι, να μην ξεχνάμε,  ήταν αποκλειστικά γυναικεία δουλειά και των παιδιών. Οι άντρες σπάνια πήγαιναν να κουβαλήσουν νερό, ούτε και αν ήταν αναγκασμένοι το έκαναν!

Αυτές οι βρύσες ήταν μια ενδιάμεση λύση μέχρι να φτάσουν οι σωλήνες στο σπίτι και αυτό ήταν μια επανάσταση που άλλαξε την ζωή των χωριών και των ανθρώπων του. Πρώτα – πρώτα απελευθέρωσε τις γυναίκες από μια δουλεία που ανάλογα με τα πρόσωπα και τις ανάγκες κάθε νοικοκυριού ήταν και το βάρος της. Ανάσαναν οι γυναίκες των χωριών και μπορούσαν πλέον να έχουν όσο νερό ήθελαν για την λάτρα του σπιτιού και την καθαριότητα. Απαλλάχθηκαν κυριολεκτικά από μια αιώνια αγγαρεία που επιτελούσαν.

Από την άλλη όμως, η εγκατάσταση βρύσης μέσα στα σπίτια ή στις αυλές για τα ζωντανά σταμάτησαν μια άλλη αιώνια συνήθεια των γυναικών να συναντιόνται στις βρύσες, να τα λένε και να ανταλλάσσουν πληροφορίες. Το «πρακτορείο ειδήσεων» κάθε γειτονιάς ή του χωριού ολόκληρου λειτουργούσε σε συγκεκριμένες ώρες ώστε να πηγαίνουν περισσότερες κι εκεί περιμένοντας να γεμίσει η στάμνα ή το δοχείο κατάφερναν να κουβεντιάσουν όλα τα νέα. Στη δύσκολη, γεμάτη υποχρεώσεις ζωή τους η συνάντηση στη βρύση ήταν ένα χαρούμενο διάλειμμα από το οποίο όμως δημιουργούνταν πολλές φορές αρκετές παρεξηγήσεις γιατί τα «φίλτρα» στις ειδήσεις τότε ήταν άγνωστα. Γι’ αυτό και δεν ήταν λίγες οι φορές που το αντάμωμα στη βρύση των γυναικών αντιμετωπίζονταν σκωπτικά και γεμάτο υπονοούμενα αν μάλιστα τύχαινε να περάσει από εκεί και κάποιος άντρας.

Η φωτογραφία των γυναικών στη βρύση πρέπει να είναι τραβηγμένη στα τέλη της δεκαετίας του '60, εποχή που σε όλα τα χωριά, ακόμη και στα ορεινά δικά μας, οι κοινότητες ζούσαν μια αυταπάτη αισιοδοξίας καθώς απολάμβαναν τα «μεγάλα έργα», τον δρόμο, την ύδρευση μέσω δικτύων, τον εξηλεκτρισμό και την τηλεφωνία. Όταν όμως αυτά έφτασαν στο τέλος τους άρχισε ο κόσμος να αραιώνει γιατί έφευγε στις πόλεις για αναζήτηση εργασίας και καλύτερης ζωής όπως πίστευε. Πολύ σύντομα όλα τα χωριά άδειασαν κι έτσι αποδείχθηκε πως τα «μεγάλα έργα» δεν ήταν ικανά να κρατήσουν κανένα στον τόπο του. Κάτι άλλο χρειάζονταν αλλά κανένας δεν έκατσε να το σκεφτεί τότε… 

NEXT DEAL, 25072024 

Κυριακή 31 Μαρτίου 2024

ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΤΖΑΡΟΙ ΕΧΟΥΝ ΑΔΥΝΑΜΙΑ KAI ΣΤΙΣ ΓΛΑΣΤΡΕΣ

 


Δεν χάλασε μόνο ο καιρός φέτος που ξέχασε να κάνει χειμώνα και μας έβαλε νωρίς νωρίς στο καλοκαίρι, αλλά και άλλα πράγματα που κρατούσαν την παράδοση μοιάζει να έχουν χάσει το δρόμο τους και να δημιουργούν περίεργες καταστάσεις.

Όπως κάποιοι καλικάντζαροι που όπως δείχνει ξέμειναν φέτος στην επιφάνεια και συνεχίζουν να κάνουν τις γνωστές βρωμιές και τις αταξίες τους. Όχι όλοι οι καλικάντζαροι, αλλά κάποιοι για τους οποίους κι άλλη φορά έχω γράψει τα κατορθώματα. Για όσους δεν θυμούνται, αναφέρομαι στην παραβίαση κάποιων χώρων και αρπαγή διαφόρων ειδών από το σπίτι στο χωριό κατά την περίοδο των Χριστουγέννων, γεγονότα που έχουν καταγραφεί από κάμερα και θα χρησιμοποιηθούν (μαζί με άλλα) αναλόγως όταν έρθει η ώρα τους.

Το γεγονός όμως δεν πτόησε τους γνωστούς καλικάντζαρους της Κάτω Γειτονιάς να συνεχίσουν τις παραβιάσεις και τις αρπαγές από τις αποθήκες. Ένα σιδερένιο υνί, κειμήλιο της οικογένειας τους γυάλισε αυτή τη φορά και το άρπαξαν από την αποθήκη μαζί με κάτι κουτιά με μπογιές και διάφορα αντικείμενα και άλλα μικροεργαλεία. Τα εργαλεία φαντάζομαι να τους φανούν χρήσιμα, γλιτώνουν και κάτι ευρώ από το να τα αποκτήσουν οι ίδιοι αλλά το υνί; Τι να το κάνουν, θα φτιάξουν αλέτρι να το προσαρμόσουν και θα ζέψουν τις νταρλαΐνες να οργώσουν; Μπορεί, μέχρι εκεί τους φτάνει….

Εκείνο όμως που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση, τόση που δεν μπορώ να το πιστέψω είναι ότι άρπαξαν κι όλες τις γλάστρες από την αυλή του σπιτιού - η μια μάλιστα ήταν ασήκωτη, πενήντα χρόνια την φρόντιζε η μάνα και ήθελε τουλάχιστον τρία άτομα να την μεταφέρουν ως το αυτοκίνητο για να «ταξιδέψει» μέχρι την παραλία που την πήγαν να παραθερίσει. Η ενέργεια αυτή των καλικάντζαρων που διάλεξαν μάλιστα νύχτα να δράσουν ώστε να μην τους γράφει η κάμερα έγινε ήδη ανέκδοτο στο χωριό και στην περιοχή αλλά τι να λέμε; Καλικάντζαροι ήταν, καλικάντζαροι θα μείνουν…

Στη φωτογραφία, η αυλή άδεια από τις γλάστρες της μάνας

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 31032024

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2022

ΟΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΠΝΟΣ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ…


… Φωτιά λέει η γνωστή παροιμία αλλά χωρίς να τρίψει κάποιος άνθρωπος ένα σπίρτο ή να πατήσει τον αναπτήρα, δεν υπάρχει περίπτωση να ανέβει καπνός από την καμινάδα, πράγμα που αυτομάτως σημαίνει πως αυτό το σπίτι κατοικείται ακόμη...

... Ανέκαθεν έτσι είχαν τα πράγματα με τον καπνό στα χωριά και την ύπαιθρο και κανένας δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητος εκτός και αν η ημέρα ήταν τυλιγμένη στην ομίχλη. Όπως και να έχει όμως το πράγμα, ο «άνω θρώσκων» καπνός, για να θυμηθούμε και τον μακρινό μας πρόγονο, τον ταξιδευτή Οδυσσέα και την επιστροφή του στην Ιθάκη, κοντεύει να εκλείψει ή έχει περιοριστεί δραματικά στους περισσότερους οικισμούς και χωριά της ελληνικής επικράτειας, λόγω της πληθυσμιακής αποψίλωσης που έχει επέλθει τα τελευταία χρόνια. Έτσι, όποιος επιχειρήσει, τούτη την ιδιότροπη εποχή να «επιστρέψει» στην πατρώα γη, να μην περιμένει να δει πολλά τζάκια να καπνίζουν και όσα καπνίζουν ζεσταίνουν τους τελευταίους ακρίτες της ορεινής Ελλάδας οι οποίοι ολοένα και λιγοστεύουν καθώς η γενιά τους, σβήνει σιγά - σιγά και αφήνει τα παραγώνια από τα παλιά σπίτια παγωμένα.
(Η φωτογραφία, από τη Νεράιδα (Σπινάσα) Καρδίτσας τέτοιες ημέρες το 2013, μετά τη δυνατή βροχή που σαν σταμάτησε, φάνηκε να ανεβαίνει στα σύννεφα και ο καπνός από τα λίγα τζάκια που είναι ακόμη αναμμένα σε αυτό το χωριό με τους λίγους ανθρώπους).

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 28112022

Πέμπτη 9 Απριλίου 2020

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΠΟΥ ΕΝΩΝΕ ΤΑ ΚΑΨΙΑ


Μια γέρικη καστανιά δίπλα στο μονοπάτι που στη μνήμη της 
έχουν γραφεί τόσοι και τόσοι διαβάτες και περαστικοί.

Πήγα πριν από λίγες ημέρες, όταν έριξε χιόνι στο χωριό μια βόλτα στις γειτονιές κι ο δρόμος με έφερε στον Άγιο Παντελεήμονα όπου αν και μου αρέσει πολύ είχα χρόνια να επισκεφτώ. Ο Άγιος  Παντελεήμονας είναι κάτι σαν λόφος, μια εξοχή του αντερείσματος που κατεβαίνει από το βουνό και κόβει τη θέα προς τα νότια απομονώνοντας το χωριό μας από τα άλλα συγγενή του χωριά Κάψια, την Μεσαία Κάψη (Μ’σοχώρι) και τον Τυμφρηστό. 


Ο Τυμφρηστός μια χιονισμένη μέρα με ανθισμένες τις κορομηλιές, 
όπως φαίνεται από τη στροφή κάτω από τον Άγιο Παντελεήμονα.

Η επίσκεψη λόγω του κρύου ήταν σύντομη αλλά δεν έχασα την ευκαιρία, μιας και δεν είχαν σκεπάσει ακόμη τα φύλλα τα σημάδια του Τόπου να επιχειρήσω να περπατήσω το παλιό μονοπάτι που συνέδεε τα χωριά μεταξύ τους και το τμήμα του από την στροφή κάτω από τον Άγιο Παντελεήμονα καταργήθηκε περί τα μέσα της δεκαετίας του ‘50 όταν έγινε ο αμαξιτός δρόμος. Το υπόλοιπο διατηρήθηκε πάλι μέχρι που έγινε ο δρόμος από το χωριό μέχρι τον Τυμφρηστό περί το 1970 κι έτσι συντομεύτηκε ο δρόμος προς το Καρπενήσι, σε βαθμό που οι περισσότερες ανάγκες μας εξυπηρετούντα πλέον από εκεί και όχι από την μεριά της Φθιώτιδας. Το παλιό μονοπάτι θυμόμαστε γεμάτο κόσμο στη γιορτή του Αγίου Παντελεήμονα που έρχονταν από το Μ’σοχώρι (Μεσαία Κάψη) είτε με τα πόδια, είτε καβαλαρία με διάθεση πανηγυριώτικη.

Η εικόνα αυτή μου είχε δημιουργήσει εντύπωση και ήταν η πρώτη θα έλεγα που με εισήγαγε στην έννοια της γειτονίας των χωριών η οποία στηρίζονταν στις συγγένειες όπως αργότερα κατάλαβα. Οι σχέσεις αυτές τότε ήταν πιο πυκνές και πιο ευδιάκριτες από σήμερα αλλά και πιο σαφείς. Ο κόσμος τότε αν και ήταν υποχρεωμένος να περπατάει γιατί δεν υπήρχαν δρόμοι και αυτοκίνητα, τιμούσε ιδιαίτερα αυτές τις συγγένειες. Το πανηγύρι του Αγίου Παντελεήμονα στις 27 Ιουλίου ήταν μια ευκαιρία να συναντηθούν οι κάτοικοι και από τα τρία χωριά και να ανανεώσουν με αυτόν τον τρόπο την επικοινωνία τους, να μιλήσουν για κοινά ζητήματα, να διασκεδάσουν και φυσικά να προξενευτούν.

Το μονοπάτι αυτό θυμήθηκα όταν προχθες που λόγω κακοκαιρίας έμεινα στο σπίτι είδα να με καλεί στο δίκτυο κάποιος φίλος που κάτι μου έλεγε το όνομά του. Ήταν ο Θανάσης Στρίγκας από τον Τυμφρηστό με τον οποίο πηγαίναμε, σε διαφορετικές τάξεις βέβαια, μαζί στο Γυμνάσιο Αγίου Γεωργίου Τυμφρηστού. Ο Θανάσης που εδώ και 45 χρόνια ζει και εργάζεται στο Μόναχο της Γερμανίας, διάβασε το κείμενο για τον θάνατο του Νικηφόρου Πανέτσου και με κάλεσε να μιλήσουμε λιγάκι και να μάθει περισσότερα και η κουβέντα σιγά – σιγά οδηγήθηκε ήρθε στα χρόνια του σχολείου, τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριες και τα άλλα ενδιαφέροντα που ζούσαμε τότε στα χωριά μας.

Η κουβέντα ήρθε και στις σχέσεις που είχε η οικογένεια του Θανάση με το χωριό μας. Η γιαγιά του ήταν συγγενής με τους Καλατζαίους και έρχονταν συχνά και τους έβλεπε. Σε αυτό το μικρό ταξίδι από τον Τυμφηστό στη Μεγάλη Κάψη που κρατούσε περί την μία ώρα και κάτι ο Θανάσης και η γιαγιά του έρχονταν και πήγαιναν από το παλιό μονοπάτι, αυτό που σήμερα μόλις που φαίνεται μέσα στο κουβαριασμένο δάσος που είναι κάτω από τον Άγιο Παντελεήμονα. Το μονοπάτι που περνάει και μέσα από τα ερείπια αχρονολόγητων κατοικήσεων στην ουσία είναι κλειστό, αλλά αξίζει νομίζω να μαζευτούμε μια μέρα οι χωριανοί να το καθαρίσουμε. Όχι γιατί θα εξυπηρετήσει κάποια επικοινωνία,  γι’ αυτό υπάρχει ο αμαξιτός δρόμος μόλις δέκα μέτρα πιο κάτω αλλά για να θυμηθούμε με την ευκαιρία εκείνο τον παλαιό κόσμο και τις συνήθειες που τον κρατούσαν δεμένο…


Το μονοπάτι ευδιάκριτο ακόμη γεμάτο φύλλα από τις καστανιές.

Θα μπορούσαμε μάλιστα να το προτείνουμε και στους γείτονες Τυμφρηστιώτες και Μ΄σοχωρίτες να μαζευτούμε μια μέρα να καθαρίσουμε καθένας κι ένα κομμάτι από το μονοπάτι όπου φαίνεται ακόμη και στο τέλος να το γιορτάσουμε όλοι μαζί. Έτσι θα θυμηθούμε πως ζούσαν και κινούνταν οι προηγούμενες γενιές που μας παρέδωσαν τον Τόπο κι εμείς με τη σειρά μας τον αφήσαμε να τον πνίξει το δάσος και η σιωπή...

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 09042020

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

ΟΤΑΝ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΜΑΣ ΕΜΕΙΝΕ ΚΛΕΙΣΤΗ 3,5 ΧΡΟΝΙΑ

Η εκκλησία της Μεγάλης Κάψης Αγία Τριάδα (1749)

Έχουμε επιλεκτική μνήμη νομίζω οι περισσότεροι απ’ εμάς που καταγόμαστε από την ορεινή Ελλάδα ή δεν θυμόμαστε τι μας έλεγαν οι παλιότεροι οι οποίοι μας βλέπουν από τον ουρανό και μας οικτίρουν. Αναφέρομαι στην ορεινή Ελλάδα και κυρίως στις περιοχές που επλήγησαν από τον Εμφύλιο Πόλεμο και εξαιτίας του ανορθόδοξου τρόπου (αρπαγές, αιχμαλωσία, εμπρησμοί) που δρούσαν κατά των αμάχων και του τακτικού στρατού οι αντάρτες του λεγόμενου ΔΣΕ, το Κράτος αναγκάστηκε να μεταφέρει στις πόλεις και τον κάμπο ολόκληρα χωριά όπου και παρέμειναν φυτοζοώντας επί τρεισήμισι χρόνια.

Από το Φθινόπωρο του 1947 μέχρι την άνοιξη του 1950 ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού έζησε ως «ανταρτόπληκτο» και κατά συνέπεια αναστάλθηκε οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα, καθώς και κοινωνική και λατρευτική. Έτσι έμειναν χωράφια ακαλλιέργητα, σπίτια κλεισμένα τα οποία όλα μετά τα βρήκαν λεηλατημένα και φυσικά αλειτούργητες οι εκκλησίες ενώ καμιά θρησκευτική τελετή, βάφτιση, γάμο και κηδεία δεν έγινε. Για παράδειγμα, η κεντρική εκκλησία του χωριού μου έμεινε αλειτούργητη για τρεισήμισι χρόνια γιατί στο χωριό κυκλοφορούσαν μόνο καπαπίτες και πλιατσικολόγοι.

Όταν τέλειωσε εκείνο το κακό και άρχισε να μαζεύεται πάλι ο κόσμος στο χωριό βρήκαν την εκκλησία ευτυχώς σε καλή κατάσταση παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε αρκετές φορές για καταφύγιο, κατάλυμα των ανταρτών και αποθήκη. Όλες δε οι εικόνες των αγίων ήταν στη θέση τους κι έτσι μετά από ένα γερό καθάρισμα της εκκλησίας και μέσα σε ένα κλίμα αισιοδοξίας για το μέλλον όλοι οι χωριανοί γιόρτασαν μια Κυριακή του Ιουλίου την ελευθερία τους. Ιερέας του χωριού ήταν τότε ο παπα Βαγγέλης Πολυχρονόπουλος και με την ευλογία του ξεκίνησε μια καινούργια περίοδος του χωριού που ήκμασε μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 και από τότε μέχρι σήμερα οδεύει συνεχώς προς τη διάλυσή του.

Από τη γενιά που έζησε αυτή τη μοναδική στιγμή που μια εξόριστη κοινότητα επιστρέφει στον Τόπο της και σύσσωμη γιορτάζει με δοξαστικό τρόπο την επανένωσή της στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας, ελάχιστοι ζουν σήμερα στο χωριό και οι μνήμες τους λειψές. Έτσι θέλοντας να αναφερθώ στο θέμα των περιορισμών των εκδηλώσεων λατρείας αυτή την περίοδο με παράδειγμα αυτά τα τρεισήμισι χρόνια βρέθηκα μπροστά σε μια μαύρη τρύπα της συλλογικής μνήμης του χωριού. Όσοι ήταν στη ζωή εκείνοι οι άνθρωποι, δεν τους ρωτήσαμε να μας τα αφηγηθούν κι έτσι πήραν μαζί τους τη χαρά εκείνης της γιορτής.

Από τις λίγες πληροφορίες που μόλις μου είπε η κυρά Μαρία Δημητροπούλου, κοπελίτσα τότε όλο το χωριό συγκεντρώθηκε στην εκκλησία στις 5 το απόγευμα το απόγευμα του Σαββάτου και η λειτουργία στην Αγία Τριάδα κράτησε όλη τη νύχτα ως τις 9 το πρωί της Κυριακής. Οι περισσότεροι την παρακολούθησαν γονατιστοί ενώ στο πέρας της όλοι μετάλαβαν και ευχήθηκαν μεταξύ τους ποτέ να μην ξανάρθει τέτοιο κακό στον κόσμο.
Η μαρμάρινη πλάκα με τα ονόματα των κτιτόρων.
ΥΓ 1. Οι περιορισμοί των θρησκευτικών εκδηλώσεων ήταν η αφορμή να αναλογιστώ την περίοδο που ήταν κλειστή η εκκλησία του χωριού μας και οδηγήθηκα σε ένα σωρό σκέψεις και αναζητήσεις. Ομολογώ ότι το κείμενο είναι ατελές αλλά υπόσχομαι πως θα προσπαθήσω με τις ελάχιστες πηγές που πλέον υπάρχουν γι’ αυτή την εποχή να κάνω κάποιες συμπληρώσεις. Το πνεύμα πάντως του κειμένου παραμένει το ίδιο. Μετά από μια περίοδο εκτάκτων αναγκών που υποχρεώνονται και οι εκκλησίες να παραμείνουν κλειστές, έρχεται η επόμενη μέρα που αυτές θα ανοίξουν και να είναι μια μέρα δοξαστική!

ΥΓ 2. Η εκκλησία μας φέτος μετράει 280 χρόνια ζωής (θεμελιώθηκε το 1749) και φαντάζομαι ότι εκεί έζησε η κοινότητά μας τις σημαντικότερες στιγμές του χωριού αλλά δυστυχώς δεν έχουμε στοιχεία και ούτε πλέον πηγές για να αντλήσουμε σχετικές πληροφορίες για ανάλογα γεγονότα, όπως την απελευθέρωση του 1944, την Μικρασιατική καταστροφή ή την επανάσταση του 1821. Πιστεύουμε πως και τότε, έτσι θα έκαναν οι χωριανοί μας.

ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΕΚΟΥΣΙΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΥ (08) 05042020
Μια μικρή αναφορά στα χρόνια του Εμφυλίου στον Τυμφρηστό

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2019

ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ ΣΤΗ ΧΩΡΣΗ




Βρέχει από χθες στη μικρή πατρίδα, μια βροχή ευλογία που ρουφάει αμέσως η διψασμένη επί μήνες γη και μουσκεύει τα ξερά φύλλα που είναι σωρός κάτω από τις καρυδιές και τις καστανιές. Ανάμεσά τους και λίγοι καρποί ακόμα που με προκαλούν να τους μαζέψω αλλά σκέφτομαι πως αυτούς τους έχουν ανάγκη ένα σωρό πλάσματα που μοιράζονται τον τόπο με τους ελάχιστους συγχωριανούς που μένουν και ξεχειμωνιάζουν στη Μεγάλη Κάψη.

Έτσι τα παράτησα και σε ένα διάλειμμα της βροχούλας έκανα μια μικρή βόλτα προς τη Χώρση*, το μεγάλο αλώνι του χωριού από τον παλιό δρόμο που κανένας δεν πατάει πλέον να δω το χωριό από ένα σημείο που μου αρέσει πολύ - από το παλιό εικόνισμα με τα μωσαϊκά που μου θυμίζει τα χρόνια προς τα τέλη της δεκαετίας του ’50 που άνοιξαν καινούργιο δρόμο που να περνάει από τη μέση του χωριού. Πάντα πηγαίνω εκεί όταν βρίσκομαι στο χωριό και πάντα εκεί μου έρχονταν ιδέες για κάτι που ετοιμάζω, αλλά σπάνια έβλεπα κανέναν συγχωριανό να περνάει με τα πόδια από εκεί γιατί στις εξοχές κάτω από το χωριό δεν πάει πλέον κανένας, αφού δεν καλλιεργείται απολύτως τίποτα και σε κάνα δυο μαντριά οι νοικοκυραίοι πηγαινοέρχονται με αυτοκίνητο. Σήμερα όμως είδα να βαδίζουν στο παλιό δρόμο όπως τα περασμένα χρόνια, γυρνώντας από ένα καινούργιο μαντρί όπως έμαθα, τρεις χωριανοί που δεν αντιλήφθηκαν την παρουσία μου και μου φάνηκε πως ξανάζησα μια στιγμή από τα πρώτα – πρώτα παιδικά μου χρόνια στο χωριό, όταν στο μπροστά από το εικόνισμα περνούσαν καθημερινά πάνω από 200 άνθρωποι να πάνε στα χωράφια τους  και στα κοπάδια τους και όλοι είχαν το νου τους και φρόντιζαν να μην μείνει το καντηλάκι του σβηστό ούτε μια νύχτα, χειμώνα και καλοκαίρι.  

Σήμερα που μαζί με όλα τα επουράνια σώματα των αγγέλων γιορτάζει η μάνα Αγγελική (Κούλα) και η κόρη Άρτεμη (και Αγγελική) είπα όσο είμαι στο χωριό να το φροντίζω για να βλέπουν οι ίσκιοι των όλων όσων πέρασαν κάποτε από τη Χώρση, φεύγοντας ή ερχόμενοι στο χωριό για χαρές, λύπες και όλα τα ανθρώπινα που κουβαλάμε στις πλάτες μας…  

(*) Χώρση, από χώριση γιατί εκεί χωρίζουν οι δρόμοι.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 08112019. 

Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018

ΟΙ ΚΡΑΝΙΕΣ ΑΝΘΙΣΑΝ ΚΙ ΕΦΕΤΟΣ



Είναι το κλαρί της εξοχής εκείνο που μαζί με τις φουντουκιές τολμούν να ανθίσουν μέσα στο καταχείμωνο αψηφώντας τις βροχές και τον πάγο και δίνουν με το σεμνό κίτρινο χρώμα των λουλουδιών τους μια ιδέα μελαγχολίας στα σύδεντρα ανάμεσα στα παρατημένα χωράφια. Φέτος που η πλάση δεν γνώρισε αληθινό χειμώνα αλλά μια περίοδο που θύμιζε παραστρατημένο φθινόπωρο με υψηλές θερμοκρασίες και ξηρασία, στο ύπαιθρο όλα μοιάζουν διστακτικά και δεν εκδηλώνονται καθώς όπως λένε οι παλιοί, τον τελευταίο λόγο στην εποχή τον έχει ο απρόοπτος Μάρτης. Οι κρανιές όμως, καθότι και κλαρί που αγαπά να φυτρώνει μέσα στα χωριά, το τολμούν και ανάλογα τώρα με την εξέλιξη της ανθοφορίας τους θα προσφέρουν λίγο ή πολύ καρπό για να έχουν να πορεύονται τα πουλιά και οι άνθρωποι να φτιάχνουν με αυτούς ωραία λικέρ καθώς και με κάποια εύρωστα και δυνατά κλαριά τους και τις περίφημες κρανίσιες γκλίτσες.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 20022018


Σάββατο 24 Ιουνίου 2017

ΕΝΑ ΚΑΡΒΕΛΙ ΑΠΟ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ



Τα παλιότερα χρόνια, όταν όλη η οικογένεια ήμασταν στο χωριό η μάνα μου ζύμωνε κάθε τρεις ημέρες ένα τεράστιο ταψί ψωμί, άναβε το φούρνο της και με αυτό πορευόμασταν. Εννοείται, πως το αλεύρι ήταν από σιτάρι από τα δικά μας χωράφια ή αγορασμένο που το πηγαίναμε στο μύλο του Τσιαχρή στον Άγιο Γεώργιο κι φυσικά ήταν διαλεγμένο σπυρί - σπυρί. Με τα χρόνια όμως, τα χέρια της μάνας μου, αν και την βοηθούσαν τακτικά οι αδερφές μου κουράστηκαν και καθώς φύγαμε κι έμεινε μόνη με τον πατέρα μου στο χωριό έπαψε σιγά - σιγά να ζυμώνει και προμηθεύεται πλέον ψωμί από τους φούρνους του Αγίου Γεωργίου ή τον φούρναρη που με αυτοκίνητο έρχεται καθημερινά στο χωριό. Συνέπεια αυτών ήταν να παραμελήσει κάπως τον φούρνο της καθώς και λόγω των ηλεκτρικών συσκευών (πλην πλυντηρίου πιάτων που δεν το θέλει με τίποτα) που διαθέτει βολεύεται με ηλεκτρική κουζίνα ή πετρογκάζ. Σε αυτή την ηλεκτρική κουζίνα λοιπόν για να μας ευχαριστήσει, καμιά φορά ψήνει πάλι μια κουλούρα ψωμί που έχει ζυμώσει με τα χέρια της. Μπορεί λοιπόν αυτό το ψωμί να μην είναι με δικό μας σιτάρι, να μην έχει ψηθεί στο φούρνο με κλαριά που κουβαλήσαμε εμείς, να μην έχει σκορπίσει τη μυρωδιά του σε όλη τη γειτονιά αλλά έχει πάντα τη δική του νοστιμιά που μόνο με τα χέρια της ξέρει να δίνει..

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 24062014

Σάββατο 25 Φεβρουαρίου 2017

Η ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΤΟΥ ΚΥΡ ΚΟΤΣΥΦΑ



Ξημερώσαμε στο χωριό μου -800 μέτρα ψηλά στις ανατολικές πλαγιές του Τυμφρηστού- που ήδη είχε απελευθερωθεί από το χιόνι των τελευταίων ημερών και ορισμένα κομμάτια της γης του, κυρίως αυτά που καλλιεργούνται ή δέχονται κάποια άλλη φροντίδα έχουν ήδη ξεπαγώσει. Ανάμεσά τους και το μικρό τσιμεντένιο παρτεράκι της αυλής του πατρικού σπιτιού όπου η μάνα μου ανέκαθεν διατηρεί ωραίες τριανταφυλλιές, ορτανσίες και άλλα πολυετή καλλωπιστικά και φυτεύει κάθε άνοιξη πολλά άλλα λουλούδια.

Ως εκ τούτου έχει καλό χώμα το οποίο φιλοξενεί κάτω από την επιφάνειά του άφθονη τροφή για τα πουλιά, κάτι που ως φαίνεται γνώριζε πολύ καλά ο κυρ κότσυφας της φωτογραφίας με την κατακίτρινη μύτη, ο οποίος ήρθε μόλις ζέστανε κάπως η μέρα καμαρωτός – καμαρωτός και αφού έριξε μια προσεκτική ματιά γύρω του να δει αν βρίσκεται κάπου εκεί κοντά καμιά γάτα, άρχισε να σκαλίζει το χώμα και να τσιμπά με την κεχριμπαρένια του μύτη σκουλήκια.

Ακούνητος τον έβλεπα πάνω από πέντε λεπτά να σκαλίζει και να ρίχνει που και που κάποια ματιά για τον γάτο – η παρουσία μου ούτε καν που τον απασχολούσε και συμπέρανα πως τούτο οφείλεται στη συνήθεια που απέκτησε με τη μάνα μου η οποία τον βλέπει κάθε μέρα να κατεβαίνει στο παρτέρι και να ψάχνει ακόμα και μέσα στις γλάστρες και προσπαθούν να μην τον ενοχλούν καθόλου. Αντιθέτως δε, φροντίζουν να διώχνει τον αδίστακτο γάτο από την αυλή ενώ όταν έχει παγωνιά και ο κότσυφας δεν μπορεί να σκαλίσει, η μάνα μου ρίχνει στο παρτέρι ψίχουλα και σπόρους και έρχεται και χορταίνει όχι μόνος αυτός αλλά και άλλα πουλιά, κάτι μελλισουργοί, κάτι κομπογιάνοι που δεν μπορούν να βρουν τροφή στους κήπους.

Ως ανταπόδοση της προσοχής που του κάνουν ο κυρ κότσυφας, αφού χορτάσει πετάει και στέκεται σε διάφορα σημεία της αυλής και αφού περάσει με ένα άφοβο φτερούγισμα μπροστά από την πόρτα, κάθεται κατόπιν για λίγο ψηλά στην κρεβατίνα και με μια βραχνή φωνούλα λέει την καλημέρα του. Ας μη με γνώριζε, το ίδιο έκανε και σε μας προχθές το πρωί και μας είπε κι εμάς μια μελωδική καλημέρα!!!


ΥΓ. Η μάνα μου όταν τον παίρνει είδηση ψιθυρίζει: «θα σε ψήσω»,  χωρίς βέβαια να το εννοεί αλλά με αυτή την κουφή απειλή προς τον κότσυφα της αυλής της ξεθυμαίνει γιατί όπως λέει και δεν νομίζω πως κάνει λάθος, είναι ο ίδιος κότσυφας που όσες κλάρες κι αν βάλει πάνω από ένα υπαίθριο φυτώριο για ντομάτες, πηγαίνει κι εκεί και σκαλίζει και της χαλάει αρκετές. Γνωρίζει όμως πως έτσι γίνεται πάντα και γι’ αυτό βάζει περισσότερες για να χορταίνουν και τα κοτσύφια. 

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 24022012

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΧΕΙΜΩΝΑΣ ΑΛΛΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ...



Άλλο πράγμα θυμάμαι ήταν τα περασμένα χρόνια η κατάλευκη ύπαιθρος και τα χιονισμένα δάση του Τυμφρηστού και άλλο πράγμα ο βαρύς χειμώνας μέσα και γύρω στα χωριά που κυκλοφορούσαν ακόμα πολλοί άνθρωποι και ζωντανά κάθε είδους και άφηναν τα σημάδια από το πέρασμά τους στα χωράφια, τις αυλές και τους δρόμους. Βάσει αυτών μάλιστα, ο καθένας μπορούσε να καταλάβει ένα σωρό πράγματα – από το ποιος πάτησε το χιόνι μέχρι την υγεία του όποιου σκύλου και του κοπαδιού ακόμη που πήγε στη βρύση να ποτιστεί…

Η κατάλευκη εξοχή εκείνα τα χρόνια ήταν ένας χώρος που το χιόνι την καθιστούσε άβατο για τους περισσότερους ανθρώπους πλην ορισμένων ξωμάχων κτηνοτρόφων που είχαν τις καλύβες τους στα χωράφια τους και πηγαινοέρχονταν φροντίζοντας τα ζωντανά τους και λίγων συγχωριανών που τους άρεσε να βγαίνουν για κυνήγι. Τότε θυμάμαι δεν ίσχυαν οι σχετικές απαγορεύσεις, τα θηράματα ήταν εν αφθονία κι έτσι όποιος διέθετε όπλο έβγαινε μια βόλτα στα χωράφια να χτυπήσει κανένα πουλί και σπανιότερα κάποιο λαγό για νοστιμέψει λιγάκι το μονίμως χειμαζόμενο τραπέζι της φτωχής οικογένειας. 

Στο δάσος πήγαιναν επίσης και οι κτηνοτρόφοι -πάντοτε κρυφά και με το φόβο του δασοφύλακα- να κόψουν κλαδιά ελάτων και μελά να ταΐσουν τα αρνοκάτσικά τους γιατί οι αποθηκευμένες ζωοτροφές δεν τους επαρκούσαν. Το χλωρό έλατο ήταν μια καλή και θρεπτική τροφή για τα ζώα και ιδιαίτερα για αυτά που είχαν γεννήσει και θήλαζαν. Έτρωγαν μέχρι και τη φλούδα των κλαδιών και κάποιες φορές το γάλα τους είχε γεύση ελάτου, όπως άλλωστε και των αγελάδων χαμομήλι από το σανό που είχε μέσα αυτό το μυρωδάτο φυτό. Ο μελάς (το γνωστό ως γκι, είναι ένα παράσιτο των ελάτων κυρίως με πολύ τρυφερά φύλλα το οποίο ήταν επίσης εξαιρετική τροφή των ζώων που στέγνωνε το στόμα τους από την ξηρά τροφή αλλά απαιτούσε ιδιαίτερη τόλμη από όποιον επιχειρούσε να ανεβεί το δέντρο και δεν ήταν σπάνιο να υπάρχουν θύματα από αυτή την ενέργεια. 

Φυσικά ουδέποτε θυμάμαι το χιονισμένο τοπίο εκείνα τα χρόνια να αποτελούσε αισθητική συγκίνηση - πόσο μάλλον να ενέπνεε κάποια διάθεση απόλαυσης καθώς εκείνες οι αγροτικές κοινωνίες το έβλεπαν ως δεσμά στον τόπο και στοιχείο αποκλεισμού. Είχαν βέβαια το λόγο τους να βλέπουν έτσι το χειμώνα γιατί μια παράταση του χιονιού στο έδαφος έστω για λίγες ημέρες απ’ όσο είχαν υπολογίσει, είχε πολλές φορές θλιβερά αποτελέσματα για την κτηνοτροφία τους. Κι αυτό επειδή δεν διέθεταν μεγάλους χώρους αποθήκευσης ζωοτροφών ή απλά δεν είχαν την απαραίτητη έκταση να τις καλλιεργήσουν και πολλές φορές τα ζωντανά τους πείναγαν. Ούτε δρόμοι υπήρχαν – και να υπήρχαν δεν είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν ζωοτροφές από άλλο μέρος κι έτσι διέτρεχαν πάντα τον κίνδυνο να χάσουν το κοπάδι τους. Κι από τους συγχωριανούς τους πάλι δεν μπορούσαν να ζητούσουν ούτε ένα δεμάτι κλαρί γιατί όλοι βρίσκονταν στην ίδια θέση.

Εκείνα τα χρόνια επίσης λίγα ήταν τα χωριά που είχαν σωστούς δρόμους που να τα συνδέουν με τον έξω κόσμο και αν είχαν, μέχρι να έρθουν τα μηχανήματα να τους καθαρίσουν από το χιόνι κόντευε πολλές φορές να πιάσει ο Μάρτης. Έτσι, όποιος είχε ανάγκη να βγει έξω από το χωριό δεν είχε άλλη επιλογή από το να πάει με τα πόδια ως τον κοντινότερο ανοιχτό δρόμο κι από εκεί αν έβρισκε μέσο να προωθηθεί στον προορισμό του. Σημειώνουμε πως αυτή η έξοδος γινόταν μόνο σε περίπτωση μεγάλης ανάγκης και στην επιχείρηση συμμετείχε πολλές φορές σχεδόν ολόκληρο το χωριό και όλοι αγωνιούσαν μέχρι να μάθουν πως ο συγχωριανός τους έφθασε ασφαλής εκεί που ήθελε. 

Από πού και πώς να το μάθουν, ήταν κι αυτό ένα ζήτημα καθώς ποτέ δεν ήταν σίγουρο πως ένα χιονισμένο δέντρο δεν θα έπεφτε πάνω στα σύρματα του τηλεφώνου και αν η βλάβη ήταν εύκολο να αποκατασταθεί από τους τεχνικούς του ΟΤΕ. Το ίδιο ίσχυε βέβαια και για όσα χωριά είχαν ηλεκτρικό γιατί από το βάρος του χιονιού κόβονταν συνεχώς τα σύρματα και άντε να ψάχνουν οι τεχνικοί της ΔΕΗ τώρα που ήταν η βλάβη και πώς να την διορθώσουν. Βέβαια το ηλεκτρικό ήταν το τελευταίο που απασχολούσε τους χωριάτες γιατί ακόμα δεν είχαν γεμίσει τα σπίτια με ηλεκτρικές συσκευές και ευαίσθητα προϊόντα που απαιτούσαν ψυγεία. 

Το πώς άνοιγαν τους δρόμους μέσα στα χωριά ήταν κάτι το ιδιαίτερα απλό. Τον πρώτο που πάταγε το χιόνι ακολουθούσε ένας άλλος και πατημασιά στην πατημασιά άνοιγε το αυλάκι που τους επέτρεπε να πάνε από σπίτι σε σπίτι, στις καλύβες ,στα καφενεία, την εκκλησία και το σχολείο το οποίο ακόμα και με ένα μέτρο χιόνι λειτουργούσε. Ήταν βλέπετε τότε όλα τα παιδιά μαθημένα από δυσκολίες και μπορούσαν να βαδίσουν αρκετή απόσταση μέσα στο χιόνι κι ακόμα, επειδή με το πολύ χιόνι δεν υπήρχαν εργασίες στα χωράφια και στα κοπάδια που έπρεπε να συμμετάσχουν ο βαρύς χειμώνας ήταν μια καλή ευκαιρία για περισσότερη ίσως μελέτη και προσοχή στα πράγματα και τα διδάγματα του σχολείου. 

Ένας μονοπάτι πάλι που άνοιγε υποχρεωτικά ο πρώτος που δεν είχε φροντίσει όσο ήταν καλός ο καιρός να έχει στο αμπάρι του αρκετό αλεύρι και μετά ακολουθούσαν οι άλλοι, ήταν αυτό που οδηγούσε στο μύλο του χωριού ενώ σε έκτακτες περιπτώσεις, όλοι οι χωριανοί άνοιγαν με φτυάρια το δρόμο ως το νεκροταφείο.

Σήμερα βέβαια τα πράγματα έχουν εντελώς αλλάξει και ο χειμώνας ακόμη και για τους λίγους εναπομείναντες μόνιμους κατοίκους των ορεινών χωριών μεταβάλλεται σε ένα στοιχείο κατανάλωσης όπως αυτή προβάλλεται από τα ΜΜΕ, έντυπα και ηλεκτρονικά. Ο χειμώνας σύμφωνα με αυτή την αντίληψη είναι μια εποχή που ο καταναλωτής πρέπει να επισκεφτεί τα ορεινά χωριά, να μείνει σε ξενώνες που να έχουν ικανοποιητική θέρμανση και απαραίτητα μεγάλο τζάκι. Να πάνε στην ταβέρνα με τα παραδοσιακά προϊόντα, όπως χοιρινό από το σούπερ μάρκετ της κοντινής πόλης, τυρί από την τάδε γαλακτοβιομηχανία, ψωμί από φούρνο της πόλης και άλλα τέτοια που ενθουσιάζουν τους επισκέπτες οι οποίοι δεν ξεχνούν επίσης να αγοράσουν και χωριάτικα λουκάνικα, παραδοσιακά γλυκά, κρασιά, τσίπουρα και άλλα αγαθά που παράγονται οπουδήποτε της Ελλάδας αλλά βαφτίζονται τοπικά μόλις περάσουν το κατώφλι κάθε χωριού και τα ίδια μπορείς να βρεις οπουδήποτε αλλού με διαφορετική εννοείται ετικέτα.

Δεν υπάρχει πλέον ο χειμώνας που ξέραμε αλλά μια εποχή που ανεξάρτητα από το κρύο και τα χιόνια μοιάζει απελπιστικά με όλες τις άλλες του χρόνου και τη διαφορά της κάνουν οι γιορτές των Χριστουγέννων και του νέου έτους όπως το Πάσχα για την άνοιξη ή ο Δεκαπενταύγουστος για το καλοκαίρι. Μια εποχή που το νόημά της έχει χαθεί κάτω από την ομοιομορφία της άνεσης που όλοι επιθυμούν να έχουν σαν κινούνται στο σκηνικό που είναι πλέον ολόκληρη η χώρα. Ένα σκηνικό που κατεβαίνει μόλις εξοφληθεί ο λογαριασμός μιας ακόμη εξόδου στην άδεια ελληνική περιφέρεια και αρχίσει το ταξίδι της επιστροφής…

ΥΓ. Η φωτογραφία στο Γαρδίκι Ομιλαίων, τέλη Ιανουαρίου 2005.

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 27122004

Παρασκευή 30 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΑ ΚΟΛΧΙΚΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΑΤΡΙΔΑΣ


Στις δυο μέρες που έλειψα από το χωριό, δεν άλλαξαν και πολύ τα πράγματα αλλά βρήκα τα χωράφια φουντωμένα από τη νέα χλόη που ευνόησαν πολύ οι βροχές αυτών των ημερών και οι οποίες πήγαν πίσω την ωρίμανση των καρπών περίπου μια εβδομάδα. Μαζί με την χλόη αναπτύχτηκαν πάλι πολύ οι φτέρες και τα βάτα, σε σημείο που σε πολλά σημεία ο καθαρισμός του Αυγούστου πήγε χαμένος και πρέπει να τα ξανακόψω τώρα για να μαζέψουμε τα καρύδια. 

Μαζί με τη χλόη βγήκαν και πλημμύρισαν τα χωράφια τα κυκλάμινα και τα κολχικά, τα οποία πολλοί θεωρούν ως κρόκους που μπορεί να μοιάζουν εκπληκτικά αλλά δεν έχουν καμιά σχέση με το πολύτιμο αυτό φυτό που φυτρώνει στην Κοζάνη και σπανίως σε άλλα μέρη. Τα κολχικά, η διώχτρες όπως τα λένε στον Ασπροπόταμο είναι δηλητηριώδη και τα αποφεύγουν όλα τα πλάσματα αλλά είναι ωραία για να τα βλέπει κανένας και να τα βάζει φόντο στις φωτογραφίες γιατί όπως και να έχει είναι και αυτά μια ομορφιά του φθινοπώρου και εκτός αυτού, όποιος θέλει να μάθει γι’ αυτά και αναζητήσει πληροφορίες μπορεί να κάνει και μια μικρή επανάληψη στην ιστορία της Μήδειας… Δείτε περισσότερα στο http://aspropotamos-org.blogspot.gr/20…/…/blog-post_29.html…

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 30092016

Τρίτη 21 Απριλίου 2015

Η ΜΑΥΡΗ ΕΠΕΤΕΙΟΣ ΚΑΙ ΧΑΜΕΝΗ ΜΝΗΜΗ

Παρατηρώ με ενδιαφέρον τις αναρτήσεις πολλών φίλων, συνομηλίκων βεβαίως και κάπως ωριμότερων οι οποίοι αναφέρονται, με αφορμή την επέτειο σήμερα, στην επιβολή της δικτατορίας στις 21 Απριλίου 1967 γράφοντας πως τις θυμούνται και μάλλον ζηλεύω…

Η φωτογραφία συμβολική (και δένει με την προηγούμενη ανάρτηση για το γραφείο του υπουργού Υποδομών Χρίστου Σπίτζη με τη Ραχήλ Μακρή κάτω από το πορτραίτο του Άρη Βελουχιώτη) για να θυμηθούμε πως μέχρι το 1974 στο χωριό μου, δεν είχα ακούσει τίποτα για τον Καπετάνιο…

Τους ζηλεύω γιατί εγώ δεν έχω να θυμηθώ σχεδόν τίποτα από εκείνη την ημέρα η οποία κύλησε όπως όλες οι άλλες ημέρες του Απρίλη στο χωριό, που τέτοιο καιρό ήταν και είναι γεμάτες με επείγουσες αγροτικές εργασίες όπως το όργωμα και το φύτεμα των κήπων. Μόνο κάποια στιγμή κατάλαβα μια ανησυχία στον πατέρα μου ο οποίος έλαβε μήνυμα από τον ομαδάρχη των ΤΕΑ του χωριού να έχει πρόχειρο το εγγλέζικο Enfield που είχε στο σπίτι. Κάποια στιγμή έφυγε και πήγε σε μια συγκέντρωση των ΤΕΑ και επέστρεψε για να συνεχίσουμε την επομένη κανονικά τη ζωή μας. Ούτε στο μονοτάξιο σχολείο του χωριού μας με τα 40 παιδιά τότε, καταλάβαμε εκείνες τις ημέρες καμιά σπουδαία αλλαγή, καθώς ήδη η χρονιά πήγαινε προς το τέλος της και οι τάξεις είχαν ψιλοδιαλυθεί καθώς για τα περισσότερα αγόρια και κορίτσια οι γονείς έκριναν πως ήταν πιο χρήσιμα στο σπίτι, στο χωράφι και στο κοπάδι παρά στο σχολείο.

Δεν θα υπήρχε λόγος να τα γράψω αυτά αν μετά από λίγα χρόνια που μεγάλωσα και άρχισα να μαθαίνω περισσότερα πράγματα, άρχισα να αναρωτιέμαι γιατί δεν ήξερα τίποτα από την ιστορία του χωριού μου και των ανθρώπων του από το 1940 και μετά, κυρίως δε κατά την περίοδο του Εμφυλίου. Παρότι δεν ήμουν και κανένα παιδί που στερούνταν την περιέργεια και είχα και μια έντονη διάθεση για να μαθαίνω, διαπίστωσα πως από τότε που καταλάβαινα, δεν είχα ακούσει τίποτα για την παρουσία του Άρη Βελουχιώτη στο χωριό, την καταστροφή του από τους Γερμανούς, πως έζησαν οι χωριανοί εκείνα τα χρόνια, ποιοι σκοτώθηκαν στην περίοδο της Εθνικής Αντίστασης, ποιοι χάθηκαν στα βουνά με τον ΔΣΕ, ποιους σκότωσαν οι αντάρτες το 1947 στη Λελούδα, που εξόρισαν όλες τις οικογένειες, πως ξανάφτιαξαν πάλι το χωριό.


Για όλα αυτά, τα ηρωϊκά και τα τραγικά που σημάδεψαν το χωριό και κλόνισαν τη συνέχειά του, δεν άκουγα παρά μισόλογα και σκόρπια πράγματα που δεν έμπαιναν σε καμιά σειρά στο παιδικό μυαλό μου. Ούτε και στα πρώτα χρόνια της δικτατορίας και τη φοίτησή μου στο Γυμνάσιο θυμάμαι να άκουσα κάτι ή κάποιο στόμα να μιλάει για όσα πέρασε ο τόπος και οι άνθρωπό του. Από το καλοκαίρι του 1974 και κυρίως από την 20η Ιουλίου 1974 και μετά, ημέρα της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο άνοιξαν με μιας τα στόματα και βγήκαν όλες οι θύμησες για τα περασμένα και έτσι πήραμε κι εμείς οι νεότεροι το νήμα της ιστορίας να ψάξουμε το παρελθόν και τα γεγονότα στον τόπο μας, αλλά, κακά τα ψέματα, η σιωπή στην την οποία αυτοβούλως είχαν επιλέξει οι άνθρωποι, ήταν απελπιστικά επιζήμια για όλους και τούτο, φαίνεται ακόμη και στις μέρες μας, μισό αιώνα μετά από την επιβολή της δικτατορίας… 

ΑΘΗΝΑ, 21042015

Κυριακή 25 Μαΐου 2014

ΠΙΟ ΕΞΥΠΝΗ ΚΟΤΑ ΣΤΟ ΚΟΤΕΤΣΙ...



Από την μικρή πατρίδα η φωτογραφία, πρωϊνή - πρωϊνή μάλιστα για να προλάβω να ψηφίσω κι εγώ στην Αθήνα με ένα απίστευτο θέμα που με έκανε να αναθεωρήσω την άποψή μου γενικώς  για τις κότες. Όχι που δεν πίστευα πως ήταν ιδιαίτερα έξυπνες σε ότι αφορά την αναζήτηση τροφής (πραγματικές αλανιάρες) αλλά αυτό που είδα τις ανέβασε πολύ στην εκτίμησή μου και τις καμάρωσα χωρίς να τις ενοχλήσω πλησιάζοντάς τες και γι’ αυτό και η κάπως πρόχειρη φωτογραφία με τη δράση τους γύρω από την κερασιά.
Οι κότες λοιπόν της μάνας μου αφού τους άνοιξε το πρωί την πόρτα από το τριπλά περιφραγμένο κοτέτσι από το φόβο των κουναβιών και των αλεπούδων, αυτές ξαμολύθηκαν στους κήπους και καθώς φαίνεται πως είχαν σταμπάρει από χθες που υπήρχε μια μικρή κερασιά που οι καρποί τους είχαν ωριμάσει πήγαν και άρχισαν να ψάχνουν από κάτω για κανένα πεσμένο κεράσι. Πως όμως να βρουν πεσμένα κεράσια αν δεν βρεθεί κάποιος να τους τα ρίξει γιατί αυτά αν δεν ωριμάσουν αρκετά δεν πέφτουν με τίποτα.

Δεν τις ένιαξε όμως γιατί ξαφνικά μια από τις πιο έξυπνες φαντάζομαι και αρκούντως ευλύγιστη και ελαφριά,άνοιξε τα φτερά της και με ένα πέταγμα βρέθηκε στα κλαδιά της κερασιάς και με το ράμφος της άρχισε να σπάζει τα μικρά κλαριά που ήταν γεμάτα κεράσια και αυτά να πέφτουν στο έδαφος. Στην πραγματικότητα δεν προλάβαιναν να πέσουν στο έδαφος γιατί οι λαίμαργες κότες τα άρπαζαν αμέσως στον αέρα και τα καταβρόχθιζαν. Φυσικά και γινόταν ένας μικρός καυγάς μεταξύ τους ποια θα φάει τα περισσότερα αλλά κάτι τέτοιο είναι συνηθισμένο για τις κότες αλλά εκείνο που μου κίνησε την περιέργεια ήταν ο κόκορας, ένας υπέροχος κόκορας δεν ακούμπησε ούτε ένα κεράσι και φαντάζομαι πως δεν το έκανε για λόγους ευγένειας - να χορτάσει δηλαδή το χαρέμι του - αλλά κάπου τον έπιασα να είναι λίγο ενοχλημένος που η ιδέα με τα κεράσια δεν ήταν δική του αλλά μιας απλής κότας που έτυχε να έχει λίγο περισσότερο μυαλό απ’ ολόκληρο το κοτέτσι.
Αυτό το γεγονός σήμερα το πρωί με τις κότες της μάνας μου, μου έφτιαξε τη διάθεση και παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής για να προλάβω κι εγώ να ψηφίσω στα ωραία Εξάρχεια όπου δεν υπάρχουν κερασιές αλλά από κοτέτσια είναι γεμάτος ο τόπος από το μυαλό μου δεν έφευγε η ιδέα ότι από εκεί που δεν το περιμένεις, μπορεί να γίνει το θαύμα και μια κότα, να βρει τον τρόπο να χορτάσει και τις υπόλοιπες κότες και τον κόκκορα μαζί...

ΑΘΗΝΑ, 25052014

Κυριακή 16 Μαρτίου 2014

ΠΩΣ ΧΑΛΑΣΕ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ...


O γάτος της μάνας μου, περσινό θύματου παρανοικού με τις φόλες.Τη μοίρα του α
κολούθησαν όλα σχεδόν τα γατιά και τα σκυλια τώρα του χωριού.
Καλημέρα σας και καλή Κυριακή να έχουμε όλοι. Καλή και μέσα στα όρια που θέτει η λογική και ο κοινός νους γιατί τα υπόλοιπα, είναι πολυτέλειες σε αυτή την κατάσταση που ζούμε. Χώρια που μάθαμε να λέμε «φταίει η κατάσταση» και εύκολα να τα φορτώνουμε όλα σε αυτή, αλλά φοβάμαι, πως με αυτό τον τρόπο αντιμετώπισης απλά βάζουμε το μυαλό μας στον ύπνο και γέρνουμε μακαρίως από την άλλη πλευρά του μαξιλαριού...
Ο λόγος, και γι’ αυτό σήμερα είμαι εξω φρενών αλλά προσπαθώ να έχω μαζεμένη τη γλώσα μου είναι οι κακές ειδήσεις που ήρθαν από το χωριό μου, τη Μεγάλη Κάψη, στις πλαγιές του ωραίου Τυμφηστού και μπορεί μεν να μην αφορά την υγεία και την κατάσταση των συγχωριανών μου, αλλά είναι μαύρες για τα ζωντανά του χωριού καθώς, ο δολοφόνος με τις φόλες ξαναχτύπησε προχθές και θύμα του ήταν ο γάτος του ξαδερφού μου Δημήτρη. Προηγήθηκαν οι δηλητηριάσεις των γατιών της μάνας μου, όλης της γειτονιάς κατόπιν και από την κακία του δολοφόνου δεν γλύτωσαν και τα σκυλιά. Ήδη ένας ο αγαθός, μεγάλος σκύλος του Νίκου Σαρόγλου που ήταν φύλακας για όλη την κάτω γειτονιά, είναι πια νεκρός και μάλιστα μετά από βασανιστήρια όπως διαπίστωσαν όταν τον βρήκαν στα Τρικούτσια!

Ποιος τα κάνει όλα αυτά σε ένα μικρό χωριό που κατοικείται κυρίως από γέροντες; Κανένας δεν ξέρει αλλά όλοι υποψιάζονται κάποιους, από το χωριό ίσως αλλά και από τα διπλανά χωριά που η συμπεριφορά τους δεν είναι στα πλαίσια της λογικής όπως προανέφερα. Επί του προκειμένου, λογική για τους χωριανούς μου είναι να αφήνεις ήσυχο το ζωντανό, σκυλί ή γάτο του γείτονα και να μην θέλεις να το εξοντώσεις και μάλιστα με φόλα. Ποτέ στο παρελθόν δεν είχε συμβεί τέτοιο κρούσμα και αν ακουγόταν κάτι για αλλού, δημιουργούσε αποτροπιασμό και καταδίκη της πράξης γιατί πάντα η σχέση των ανθρώπων με τα ζώα τους ήταν αρμονική και μέσα στα πλαίσια της αλληλεγγύης που καλλιεργούσε η ανάγκη.
Τώρα βρέθηκε κάποιος ή κάποιοι που έχουν βαλθεί να ξεκάνουν όλα τα ζωντανά του χωριού και νιώθει δυνατός, καθώς ο ύπουλος τρόπος που χρησιμοποιεί τον αφήνει τον καλύπτει. Ανεξάρτητα τώρα το ποιος είναι αυτός, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι το χωριό μου, όπως και δεκάδες άλλα χωριά σε όλη την επαρχία, είναι ανοχύρωτο. Όχι βέβαια από αστυνομικές δυνάμεις και άλλα τέτοια που η αποτελεσματικότητά τους αμφισβητείται αλλά από την αδυναμία των ίδιων των ανθρώπων να πουν απλά «εδώ είμαστε χωριό»!!!

Ηλικιωμένοι οι περισσότεροι, κουρασμένοι από τη ζωή και τη μοναξιά που νιώθουν στα βουβά σπίτια τους, αποκομμένοι από τον έξω κόσμο και εξουθενωμένοι από την οικονομική δυσπραγία και ανέχεια, αλλοτριωμένοι σε μεγάλο βαθμό από την άθλια τηλεόραση και εξαρτημένοι από τους γιατρούς και τις σχετικές υπηρεσίες καθώς έχουν πέσει σε ένα ιδιότυπο εθισμό με την ιατρική περίθαλψη δεν μπορούν να αντιδράσουν στο παραμικρό. Κι εδώ έρχεται ο κάθε ένας με την όποια διαταραχή του και κάνει ότι θέλει. Σήμερα σκότωσε με φόλα τα γατιά, προχθές πυροβόλησε τα σκυλιά και αύριο κανένας δεν ξέρει με ποιο τρόπο και ποιο θα είναι το επόμενο θύμα ή τα θυματά του...
ΑΘΗΝΑ, 1032014   

Τρίτη 27 Αυγούστου 2013

ΟΙ ΝΤΟΜΑΤΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΉΠΟ ΤΗΣ ΜΑΝΑΣ ΜΟΥ



 
Για κάποιους λόγους φέτος δεν κατάφερα να πάω φέτος τον Αύγουστο στο χωριό και ομολογώ πως μου λείπει. Περισσότερο απ’ όλα μου έλειπαν οι ντομάτες που καλλιεργεί η μάνα μου σε δυο διαφορετικά σημεία των χωραφιών μας, με διαφορά το ένα από το άλλο 50  μέτρα υψόμετρο για να έχει πρώϊμη παραγωγή και οψιμότερη. Οι όψιμες ντομάτες της, τις οποίες κάνει πλέον με δικό της φυτώριο γιατί δεν της αρέσουν αυτές από το εμπόριο, αρχίζουν να ωριμάζουν στις αρχές του Αυγούστου και η σοδειά τους τελειώνει με το πρώτο χιόνι το φθινόπωρο. Εννοείται ότι δεν πρόκειται για απλές ντομάτες αλλά για φρούτα…
Επειδή δε η παραγωγή της κυρά Κούλας ξεπερνάει πάντα τις τρέχουσες ανάγκες του σπιτιού, κάθε χρόνο προς τα τέλη του Αυγούστου τις μαζεύει, τις αφήνει να στεγνώσουν λίγο και τις κάνει χυμό τον οποίο βάζει μέσα σε μπουκάλια μπύρας (όπως κάνουν τις μολότωφ!!!) και κατόπιν τα βράζει αρκετή ώρα σε ένα μεγάλο καζάνι. Έτσι φτιάχνει εξαιρετική σάλτσα που μοσχοβολάει φρέσκια ντομάτα για τα φαγητά της όλο το χρόνο. Παλαιότερα έφτιαχνε τοματομπελτέ αλατισμένο στον ήλιο και ακόμη παλαιότερα τον έβραζε και ήταν το ίδιο με τη σάλτσα σήμερα αλλά εγκατέλειψε αυτές τις μεθόδους γιατί άκουσε πως δεν είναι και τόσο υγιεινές και το έριξε στην εμφιάλωση καμιά 500αριά μπουκαλιών για να μοιράσει σε όλους μας. Έτσι έφτασαν και σε μένα σήμερα μερικά μπουκάλια και ήταν ευκαιρία να μαγειρέψω λίγα χλωρά φασόλια (χάντες) από τον κήπο της και δεν σας κρύβω ήταν εξαιρετικό το αποτέλεσμα.

ΑΘΗΝΑ, 27082013

Τρίτη 25 Ιουνίου 2013

Η ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΑ ΟΡΤΑΝΣΙΑ ΤΗΣ…


 
Καλημέρα σας και καλή εβδομάδα να έχουμε, αφού σήμερα επιστρέφουν στη δουλειά (;) μαζί με τους πνευματικούς ανθρώπους του τόπου και οι δημόσιοι υπάλληλοι και η πόλη παίρνει λίγη ζωή μέσα στο καλοκαίρι. Αυτά όσον αφορά την πόλη αλλά μιας και έχω πολύ φρέσκο σε όλες μου τις αισθήσεις,  τον αέρα της μικρής μου πατρίδας και εκτιμώντας τον μεγάλο αριθμό τα like που μάζεψε η μάνα μου χθες στη φωτογραφία που την έδειχνε να κόβει ένα καρβέλι ψωμί που είχε ζυμώσει με τα χέρια της, είπα να δώσω σήμερα λίγη συνέχεια με ένα άλλο θέμα που εδώ και χρόνια το έχω συνδυάσει πάλι με τη μάνα μου και αυτό δεν είναι παρά η μεγάλη ορτανσία που έχει και καμαρώνει στην αυλή της στο χωριό και για την οποία έχω ξαναγράψει πολλές φορές. Άλλη μια δεν πειράζει όμως…

Αυτή  η ορτανσία λοιπόν κατάφερε φέτος και ξεπέρασε το ύψος των δύο μέτρων και τούτο σαφώς οφείλεται στη φροντίδα που τις παρέχει η μάνα μου και στο καλό καστανόχωμα που ρίχνει στις ρίζες της καθώς και στο σκόρδο που έχει κάπου στο φύλλωμά της κρυμμένο να μην τη ματιάσουν. Προχθές λοιπόν που ήμουν στο χωριό την είδα να πιάνει ένα ψαλίδι και να αρχίζει να κόβει λουλούδια από την ορτανσία, τα πιο μεγάλα και ωραία. Απόρρησα γιατί κάτι τέτοιο μου φάνηκε πολύ παράξενο να το κάνει. Τη ρώτησα και μου απάντησε, με καμάρι πάλι πως τα ζήτησε μια ξαδέλφη μου, η Ειρήνη Αντωνοπούου που ο γιός της, ο Γιώργος θα παντρεύονταν την Κυριακή την Κατερίνα, κόρη του παπα Φάνη και εγγονή του Κώστα και της Ειρήνης Καλύβα, από τον Μάραθο των Αγράφων για να τα χρησιμοποιήσουν στο στολισμό του γάμου. Γι’ αυτό και διάλεξε τα μεγαλύτερα λουλούδια της ορτανσίας και συμπλήρωσε τα μπουκέτα που θα έστελνε στον εγγονό της που συμπαθεί ιδιαίτερα, με τα καλύτερα τριαντάφυλλα που είχε στην αυλή της γκρινιάζοντας λιγάκι γιατί η ζέστη της ημέρας τα είχε λίγο ταλαιπωρήσει.
 

Πάνω σε αυτό το έργο λοιπόν την έπιασα και προσπάθησα να τη φωτογραφίσω με μέτρια αποτελέσματα γιατί δεν τις πολυαρέσουν οι φωτογραφίες και δεν κάθονταν στο ίδιο σημείο ούτε ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Κάτι πέτυχα και για να συμπληρώσω την εικόνα, είπα και στον πατέρα μου να σταθεί δίπλα στην ορτανσία για να τους έχω και τους δυο μαζί κι εκείνος, στήθηκε σαν να του βγάζουν φωτογραφία για ταυτότητα. Έτσι, την επόμενη φορά που θα έχω θέμα με τους δυο τους, θα καλέσω άλλο φωτογράφο γιατί δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα μαζί τους σε τέτοιες περιστάσεις…
 ΑΘΗΝΑ, 24062013

Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

ΤΟ ΚΟΥΡΕΜΑ ΣΤΟ ΜΑΝΤΡΙ ΤΟΥ ΚΑΡΑΪΣΚΟΥ


Έχετε σίγουρα ακούσει ένα σωρό πράγματα κατά τους τελευταίους μήνες, για «κουρέματα», σε μισθούς, δάνεια, χρέη, τη ζωή μας όλη εν τέλει, την οποία κάθισαν στην καρέκλα του μπαρμπέρη χωρίς να ρωτήσουν κανένα μας αν θέλουμε ή όχι. Για ένα αληθινό κούρεμα, ούτε κουβέντα από κανέναν…

Είχα τη χαρά σήμερα πριν από λίγη ώρα, σαν επέστρεφα με τον πατέρα μου από την προεκλογική εκστρατεία στα χωριά του φθιωτικού κάμπου και σταθήκαμε λίγο στη Μακρακώμη να δω για άλλη μια φορά κούρεμα προβάτων. Συγκεκριμένα, στο κοπάδι του Γιάννη Καραϊσκου, από το Μαυρίλο που παντρεύτηκε την πρώτη μου ξαδέλφη Μάγδα και ζουν στη Μακρακώμη με τα τέσσερα παιδιά τους και όλοι ασχολούνται με την κτηνοτροφία.
Σήμερα ήταν η δύσκολη μέρα για όλους τους Καραϊσκέους, γιατί το κούρεμα δεν είναι δα και καμιά εύκολη υπόθεση και χρειάστηκαν πέντε άντρες, ο Γιάννης, οι δυο γιοί του Νίκος και Κώστας και κάνα δυο άλλοι γείτονες που επιστρατεύτηκαν να βοηθήσουν να κουρευτεί όπως πρέπει το κοπάδι των διακοσίων και παραπάνω προβάτων, στο μαντρί λίγο πιο κάτω από τον παλιό νερόμυλο, όπως βγαίνουμε από τη Μακρακώμη προς τον Τυμφρηστό.

Παλιότερα το κούρεμα των προβάτων, παρά τη μεγάλη κούραση που απαιτεί, ήταν πανηγύρι και στο τέλος όλοι μαζί κάθονταν και ξεκοκάλιζαν ένα αρνί στη σούβλα που έψηνε επί τούτου ο τσέλιγκας. Σήμερα συνεχίζει να είναι κάπως έτσι αλλά δυστυχώς τα μαλλιά που κάποτε ήταν πλούτος, δεν έχουν καμιά αξία και ούτε και οι γύφτοι που λέει ο λόγος, δεν τους δίνουν σημασία και αποτελούν και μπελά γιατί δεν έχουν τι να τα κάνουν.

Δεν γίνεται όμως διαφορετικά: πρέπει να κουρευτεί το κοπάδι γιατί θα σκάσουν από τη ζέστη τα ζωντανά, ιδιαίτερα αυτά που μένουν μόνιμα στον κάμπο για τούτο δεν λέει κανένας λέξη. Μόνο ακονίζουν καλά τα ψαλίδια και προσέχουν μη πάρουν μαζί με την ψαλιδιά και κανένα κομμάτι δέρμα ή τα εργαλεία των κριαριών γιατί όπως και να’ χει, οι άνθρωποι θέλουν τα ζωντανά τους να τα βλέπουν να περνάνε καλά και να γεμίσουν οι σάρκες τους σκουλήκια από τις μύγες που μόλις βρουν αίμα ορμάνε να το μαγαρίσουν…


ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 04052012

ΣΤΟ ΣΙΔΗΡΟΥΡΓΕΙΟ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΓΟΥ


Στη φωτογραφία ο Βασίλης Λαγός δείχνει μια αξίνα στον πατέρα μου.

Η συγκέντρωση ψήφων στη γενέτειρα, για τις μεθαυριανές εκλογές, δεν είναι και τόσο εύκολο πράγμα καθώς λείπω από την περιοχή τουλάχιστον 35 χρόνια, ήτοι τα χρόνια της νεότητας και της μέγιστης ακμής μου, και τούτο δεν μετριάζεται με τις μικρές επισκέψεις κατά την περίοδο των εορτών ούτε με τις σύντομες διακοπές μου εκεί, τα καλοκαίρια.

Έτσι, μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια πολλοί άνθρωποι τους οποίους γνώριζα αποσύρθηκαν στα ουράνια, άλλοι έφυγαν μακριά, αρκετοί ξεχάστηκαν ενώ είναι πάρα πολλοί αυτοί που ήρθαν να συμπληρώσουν το κενό να προχωρήσει μπροστά ο κόσμος. Απ’ όλους τους καινούργιους (μια γενιά ολόκληρη) ελάχιστους γνωρίζω, στον πραγματικό κόσμο. Στο δικτυακό θα έλεγα κάπως περισσότερους μιας το φαινόμενο του Facebook είναι διαδομένο και αυτά που γράφω για τις «Μικρές Πατρίδες» φαίνεται πως αρέσουν σε πολλούς.

Από τους παλαιούς λοιπόν, ένας άνθρωπος που εκτιμώ πολύ και πάντα θαύμαζα είναι ο Βασίλης Λαγός ο οποίος μαζί με τον αδερφό του Κώστα είχαν σιδηρουργεία στη θέση Διπόταμα ή «Στου Λαγού», λίγο έξω από τον Άγιο Γεώργιο, όπως συνηθίσαμε να λέμε. Τα σιδηρουργεία, ένα απέναντι στο άλλο λειτουργούσαν όλα τα χρόνια που έχω ζήσει και εκεί και οι δυο άντρες, έφτιαχναν αλλά και επισκεύαζαν όλα σχεδόν τα απλά γεωργικά εργαλεία, ήτοι αξίνες, φτυάρια, τσεκούρια καθώς και πολλά άλλα απαραίτητα για τα σπίτια σκεύη και κατασκευές. Την τέχνη και οι δυο την είχαν μάθει από τον πατέρα τους, ο οποίος ήταν ονομαστός σιδηρουργός στο χωριό Μερκάδα κατ’ αρχάς και μετά στα Διπόταμα.

Στα σιδηρουργεία των αδελφών Λαγού σύχναζα κι εγώ όταν πήγαινα στο Γυμνάσιο του Αγίου Γεωργίου (1969 - 1976) και πολλές φορές μάλιστα, έβγαζα και καλό μεροκάματο ξεφορτώνοντας οικοδομικά υλικά στη μάντρα που είχε ο ένας εξ αυτών, ο Κώστας. Συχνά  πυκνά δε, όταν πήγαινα στο χωριό, περνούσα, τους έβλεπα και λέγαμε καμιά κουβέντα.

Έτσι έκανα και χθες αλλά η επίσκεψή μου είχε και ένα άλλο νόημα. Να ρωτήσω το Βασίλη ο οποίος συνεχίζει να επισκευάζει γεωργικά εργαλεία τι κίνηση είχε φέτος που όλο και πιο συχνά ακούμε κάποιους πως θέλουν να επιστρέψουν στα χωριά τους και να ασχοληθούν με τα χωράφια τους, πράγμα που τους υποχρεώνει να προμηθευτούν καινούργια εργαλεία ή να επισκευάσουν (αν δεν τα πούλησαν στους γύφτους) όσα βρουν στα σπίτια τους.

Πίστευα λοιπόν πως θα ήταν αρκετοί αυτοί που είχαν περάσει από το σιδεράδικο του μπάρμπα Βασίλη Λαγού, αλλά σαν άκουσα τον αριθμό που μου είπε, κατάλαβα πως κάποιοι δεν έχουν πάρει σοβαρά την υπόθεση και ότι λένε, το λένε για εντυπώσεις. Ως τα σήμερα λοιπόν, ο Βασίλης πούλησε πέντε αξίνες και επισκεύασε άλλες τόσες, όλες από σπιτικά της περιοχής της Κτημένης Ευρυτανίας. Τίποτα δηλαδή μπροστά σε όσα ακούω και απορώ, τι στο καλό κάθομαι και λέω για την επιστροφή στην ύπαιθρο και μάλιστα θέλω με αυτά τα λόγια να μαζέψω και ψήφους....

ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΨΗ, 04052012