Google+ Badge

Παρασκευή, 2 Απριλίου 2010

ΠΑΜΕ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ ΜΑΚΡΙΑ…


Μέρα της άστατης άνοιξης είναι πάντα η Μεγάλη Παρασκευή και ο ουρανός της πότε χαμογελά, πότε φέγγει σκυθρωπός και λίγο πολύ πάντα ο αέρας της είναι γεμάτος είτε με σκόνη από την Αφρική είτε με γύρη από τα λουλούδια των κήπων και των δέντρων.

Έτσι ενώ ξημερώνει συνήθως με λαμπερή αιθρία, εκεί προς το απόγευμα πάντα έρχονται λίγες σταγόνες και βρέχουν τους θρησκευόμενους χριστιανούς αλλά και τους απίστους και τους οπαδούς άλλων δογμάτων που απλά παρακολουθούν τις τελετές της ημέρας που γίνονται στις εκκλησίες με το στολισμό των επιταφίων και την περιφορά τους στους δρόμους της πόλης που της κόβεται η ψυχή από τον μονότονο πένθιμο ήχο των καμπάνων.

Μέρα είναι και περνά όπως όλες οι άλλες αλλά μετά από αυτή πάντα ξημερώνει το Μεγάλο Σάββατο με την πρώτη ανάσταση του Χριστού και ακολουθεί τα μεσάνυχτα η κανονική που σημαίνει και το τέλος της νηστείας που πολλοί φανατικοί κρατούν για σαράντα ημέρες.

Τα λέω αυτά σαν να μη τα ξέρετε αλλά μέσω αυτής της μικρής εισαγωγής αλλού θέλω να καταλήξω και ας με πάρετε σήμερα για παράξενο και με πείτε γκρινιάρη. Αλλού θέλω να σας οδηγήσω, στα ανθισμένα λιβάδια με τις παπαρούνες όπου εκεί συντελείται το αληθινό δράμα της ελληνικής άνοιξης. Εκεί που δεν φτάνουν ούτε οι εικόνες της πανάθλιας τηλεόρασης (δημόσια ή ιδιωτική το ίδιο κάνει) που προσέχει δήθεν την παράδοση χωρίς καν να τη νοιώθει και βάζει τον κόσμο να καμώνεται πως την διατηρεί και αυτός δυστυχώς το κάνει μπροστά στην κάμερα για λίγα δευτερόλεπτα δημοσιότητας. Εκεί που δεν ακούγονται οι αφιερωματικές εκπομπές από τα ραδιόφωνα που ανάμεσα στις διαφημίσεις του JUMBO και άλλων προκλητικών οίκων της κατανάλωσης, ποιητές, λογοτέχνες, διάφοροι «ευαίσθητοι» μιλάνε με δημοσιογράφους για τη σημειολογία της ημέρας (πένθος, χαρμολύπη, άδης, ανάσταση κλπ) με το ύφος δυστυχώς που παλαιότερα είχαν τα λαϊκά περιοδικά και οι φυλλάδες των εκκλησιαστικών οργανώσεων. Στο ίδιο κλίμα κινούνται επίσης και οι εφημερίδες και τα γυαλιστερά περιοδικά με σχετικά αφιερώματα τα οποία είναι ίδια και ίδια εδώ και πολλά χρόνια. Κι από κοντά, έρχεται η αγορά που πρέπει να ξεπουλήσει ως αύριο το απόγευμα τα αρνοκάτσικα, ντόπια ή εισαγόμενα, τις συκωταριές, τις σούβλες, τις λαμπάδες με τις παράξενες διακοσμήσεις πάνω τους και τα αυγά.

Όλα, μα όλα ακουμπώντας πάνω στο δράμα του ανθρώπου στοχεύουν μόνο σε ένα πράγμα και τελικά το καταφέρνουν. Πως θα καταναλώσουμε εμείς ο άθλιοι και αυτόν τον ίδιο το φόβο του θανάτου κι ακόμα την ελπίδα της ανάστασης που παράγινε ακριβή τελευταία.

Γι’ αυτό σας λέω πάμε μακριά. Στα λιβάδια με τις παπαρούνες και τα άγουρα στάχια, στις θάλασσες και στα νησιά να βρούμε μια γωνιά μακριά από αυτό το παζάρι που εκτός από την άδεια τσέπη, μας χαλάει και μας προσβάλει και τα πιο απλά πιστεύω της ζωής μας. Στα βουνά, στα δάση, στις λίμνες, οπουδήποτε δεν φτάνει ο απόηχος της άπληστης αγοράς και όσων προωθούν και προβάλλουν με κάθε τρόπο και το αζημίωτο βέβαια τις ιδέες της…