Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΦΟΝΗΣΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΟΥΦΟΝΗΣΙ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 25 Ιανουαρίου 2018

ΤΟ ΑΕΡΙΚΟ ΤΗΣ ΚΕΡΟΥ

Ο Δημήτρης Αρτέμης, ο βοσκός της Κέρου σε φωτογραφία του 1996.

Τόπος αδρύς, αλατισμένος από την αλισάχνη του Αιγαίου και ψημένος στον ήλιο των Κυκλάδων. Φύση περιορισμένη σ' όλες τις εκφράσεις του αυστηρού· πράσινο πικρό, διψασμένο, κουρασμένο. Νομή για ανυπότακτες κατσίκες και εγκλιματισμένα πρόβατα. Κίτρινο, αυτό της δίψας, καψαλισμένο, στεγνό. Σταχτί της άνυδρης πέτρας, που κυριαρχεί στο χώρο και υπαγορεύει την ευλάβεια στον προσκυνητή της ερημωμένης Κέρου, της κορωνίδας του κυκλαδικού πολιτισμού.




Η κατοικιά του Δημήτρη Αρτέμη στην Κέρο.

Ακτές χωρίς λιμάνια. Σε κάτι βραχώδεις απανεμιές δένουν τα καΐκια που την
επισκέπτονται, και νύχτα σπάνια τιμάνε τα νερά της. Χωράφια που έχουν να νιώσουν το άροτρο και τη φροντίδα χρόνια αρκετά πίσω. Λιόδεντρα που υπομένουν τη μοίρα τους και σχίνα πολλά, φίδες, αρκισαριές, αγριόδεντρα, που σχηματίζουν πυκνές αδιαπέραστες συστάδες. Μια φύση που, θα 'λεγε κανείς, παλεύει να κρύψει, να διαφυλάξει την ιστορία και να κρατήσει την Κέρο στην αχλύ των μύθων που έχει γεννήσει.

Από την αρχή της Ιστορίας

Από το παλιό - αχρονολόγητο - κάστρο (;), μια βαριά τειχοποιία στην κορυφή της,
σε σημείο που όλες οι Κυκλάδες διακρίνονται και ελέγχονται, ως του «Αηγιωργιού
τον τόπο», κοντά στην ακτή, μια υποψία βαραίνει τη μνήμη. Τούτο το νησί κρύβει
τα ίχνη ενός καταπληκτικού πολιτισμού στο έδαφός του. Κατά καιρούς, αριστουργήματα αποκολλήθηκαν από τα σπλάχνα της Κέρου και έδωσαν με το στίγμα τους, το ασύλληπτο, το μοναδικό της κυκλαδικής τέχνης.










Πού όμως; Κανένας δεν μπορεί να μιλήσει με σιγουριά ότι κάτι υπάρχει κάτω από το έδαφος των ξεχασμένων χωραφιών, τα γεμάτα θάμνους και ξερόδεντρα. Μόνο, χαμηλά, σωροί ερειπίων μαρτυρούν το πέρασμα ανθρώπων από την Κέρο. Χωρίς καμιά ιδιαιτερότητα - κτίσματα της χρείας φαίνονται και υπαγορευμένα από την ανάγκη κτηνοτρόφων για να στεγάσουν τα ζώα τους - κρύβουν στο σώμα τους πέτρες, που στη σιωπή τους μπορούν να ιστορήσουν τον τόπο...


Το Κουφονήσι όπως φαίνεται από την Κέρο (19976)

Ανάμεσα στη Νάξο και την Αμοργό, η Κέρος, η μεγαλύτερη των Μικρών Κυκλάδων,
απέναντι ακριβώς από το Χαμηλό Κουφονήσι, κυριαρχεί στο χώρο με τα ψηλά βουνά και την άγρια νότια πλευρά της. Νησί ακατοίκητο, μοιάζει από απέναντι να
κολυμπάει στο πέλαγος και βάφεται φιλάρεσκα τ' απογεύματα τις πιο προκλητικές
αποχρώσεις του ιώδους και λάμπει από μυστήριο τις φεγγαρόλουστες νύχτες.
Μόνος κάτοικος της Κέρου σήμερα ο Δημήτρης Αρτέμης, Αμοριανός. Με ρίζες από τα μέρη της Αρτας. Πριν 150 χρόνια περίπου, ένας πρόγονός του - λίγα γνώριζαν και
οι παππούδες του γι' αυτόν- ήρθε από την Ηπειρο στην Αμοργό. Εκεί παντρεύτηκε,
ρίζωσε, κι αντί οι Αμοριανοί να τον λένε Αρτινό, τον είπαν Αρτέμη και το επίθετο
κόλλησε στην οικογένεια...




Ο απόγονος εκείνου του βουνίσιου ανθρώπου, ο Δημήτρης Αρτέμης, κτηνοτρόφος,
είναι το στοιχειό της έρημης Κέρου, είναι ο άνθρωπος που ζει τους περισσότερους
μήνες του χρόνου πάνω στο νησί, φροντίζοντας το κοπάδι του. Με τον ξεχασμένο
πρόγονό του σήμερα ένα πράγμα μόνο φαίνεται να τον συνδέει, εκείνον και την
Αρτα. Τα τραγούδια της Ηπείρου και της Ρούμελης, που πιάνει καμιά φορά στο
ραδιόφωνο και μερακλώνεται. «Είν' η ζωή μου», λέει. «Μ' αρέσουν περισσότερο και από τα νησιώτικα». Δεν ξέρει όμως να τα χορεύει κι ονειρεύεται μια μέρα να
ταξιδέψει προς απάνω, στα μέρη της Αρτας, να δει τον τόπο των προγόνων του.
Στην Κέρο ο Δημήτρης είναι δεκαπέντε χρόνια που έχει το κοπάδι του. Οταν
πρωτοπήγε, δεν βρήκε κανέναν άνθρωπο. Είχε ακούσει ότι κάποτε ήταν πολύς κόσμος, τις τελευταίες δεκαετίες ακόμα τέσσερις πέντε οικογένειες, αλλά αυτός δεν
πρόλαβε κανέναν. Ο τελευταίος Αμοριανός από την Κέρο, ο μπάρμπα Γιώργης, ο
μεγαλύτερος βοσκός, πρέπει να 'φυγε το '75 με '76, υπολογίζει. Ηταν διαφορετικά τότε. Τα ζώα ήταν μερωμένα, τα μάζευαν την καθορισμένη εποχή, ξεχωρίζανε τα ρίφια, τ' αρμέγανε. Δεν υπήρχε αυτή η αταξία που επικρατεί σήμερα στο νησί με τα ελεύθερα και ασύδοτα κοπάδια.









Δεκατρία χρόνια στην Κέρο ο Δημήτρης Αρτέμης, ζει και νιώθει τον ίσκιο όλων των
ανθρώπων που έζησαν πριν απ' αυτόν στην Κέρο. Δεκατρία χρόνια, κάθε χειμώνα
σταθερά. Τα τελευταία τέσσερα πέντε χρόνια είναι που ζει εκεί και τα καλοκαίρια.
Στριμωγμένος, από τα υψώματα του νησιού από τη μια μεριά και από τη θάλασσα
μπροστά του. Παλιότερα, έπαιρνε τα ζώα πριν από το Πάσχα και τα πήγαινε στην
Αμοργό και τα 'φερνε πάλι το Νοέμβριο-Δεκέμβριο, άμα είχε βρέξει και χορτάριαζε
ο τόπος. Τώρα, συνθήκες άλλες τον υποχρεώνουν να τα κρατάει όλο το χρόνο στο
νησί. Ενα νησί σχεδόν άνυδρο. Μια πηγή με γλυφό νερό, ελεύθερη, ένα ψευτοπήγαδο πάλι για τα ζώα και μια στέρνα που γεμίζει με βρόχινο νερό για να ξεδιψάνε οι άνθρωποι. Το χειμώνα, που η ναυσιπλοΐα στην περιοχή είναι πιο καλή, πηγαινοέρχεται συνεχώς, αλλά το καλοκαίρι μένει σταθερά στο νησί. Το περισσότερο που έχει λείψει από την Κέρο, υπολογίζει, δεν είναι παραπάνω από ενάμιση μήνα.
Το δύσκολο καλοκαίρι, πρέπει να 'ναι όλο τον καιρό εκεί. Να τα ταΐζει, να τα
ποτίζει και να προσπαθεί να εξημερώσει όσα περισσότερα μπορεί, γιατί αγριεύουν.
Αντίπαλός του τα μελτέμια, γιατί από το πίσω μέρος του νησιού, όπου μπορεί και
τα παγιδεύει, δύσκολα μπορεί με το καΐκι να τα μεταφέρει σε μαντριά. Εκεί τα
«γλυκαίνει» κι αυτά, μετά από δυο τρεις φορές, εντάσσονται στο κοπάδι με τα
Ήμερα

Αρχέγονη τέχνη, σύγχρονη σιωπή

Ενας αγώνας που φέρνει τη μνήμη κατευθείαν στις απαρχές της κτηνοτροφίας. Η πάλη για να εξημερώσει, να εντάξει, να εκμεταλλευτεί τα πονηρά κατσίκια, τους
δαίμονες του Αιγαίου. Μοιάζει ταγμένος. Δείχνει να κατέχει την τέχνη αυτή.
Στεγνός σαν το τοπίο γύρω του, ελεύθερος όσο και η φύση της Κέρου, διεκδικεί
αυτό το δικαίωμα, του κτηνοτρόφου που εξασκεί ακόμα την αρχέγονη τέχνη, με
ελάχιστα στοιχεία της ίσως, αλλά με τον τρόπο του τη συμπληρώνει, την
ανασυνθέτει και να τον: Στις συστάδες των αγριόδεντρων, να περιμένει το
αγριεμένο ζώο, να το πιάσει και να το μερώσει. Δεν νομίζω ότι σε οποιοδήποτε
άλλο μέρος της νησιωτικής περιφέρειας λειτουργεί ακόμα, αφτιασίδωτη και
συναρπαστική, η παλιά τεχνική.









Είναι μόνος του όμως, με μόνο μέσο επικοινωνίας με τον έξω κόσμο το τηλέφωνο.
Από τη θάλασσα, αναδύονται δύο σύρματα, δυο τρεις κορμοί δέντρα και στο λιτό,
ένα με το χώρο οίκημά του, φθάνουν οι φωνές της οικογένειάς του, των
συναλλασσόμενων μ' αυτόν, της πολιτείας. Αν αυτό γινόταν καθημερινά, δεν θα 'χε
και μεγάλο πρόβλημα, αλλά έλα που όλο και κάτι γίνεται και η επικοινωνία γίνεται
αδύνατη. Ολο βλάβες, δεν θέλει να πιστέψει ότι τον ξεχνάνε υπηρεσίες και
τεχνικοί, αλλά η συχνότητά τους κάτι του λέει... Ζήτησε να του βάλουν ένα καρτοτηλέφωνο(!) αλλά δεν πήρε απάντηση καμία. Σκέφθηκε και την περίπτωση του κινητού τηλεφώνου, αλλά το ύψος των λογαριασμών τον κράτησε. Μοιάζει σαν υπερβολικό, αλλά στο χώρο που ζει, άτυπα έχει και άλλες υποχρεώσεις. Το νησί είναι χαρακτηρισμένο ως αρχαιολογικός χώρος και αυτό δελεάζει πολλούς, όχι βέβαια πάντα με αγαθές προθέσεις.Η παράνομη ανασκαφή πολλούς γοητεύει και σαν το επιχειρήσουν τον Δημήτρη βάζουν σε μπελάδες. Από τα γύρω νησιά βέβαια δεν κάνουν τέτοιες αποβάσεις στην Κέρο, αλλά, όσο να 'ναι, όλο και κάποιο σκάφος αράζει και οι επιβάτες του επιχειρούν να σκάψουν όπου πιστεύουν ότι θα βρουν κάτι.










Ο Δημήτρης έχει τα ζώα του, τις δουλειές του μ' αυτά, και δεν μπορεί να 'χει το
νου του σ' όλο το νησί. Να 'ταν και μικρό, κάτι θα γινόταν. Η απόσταση όμως από
το ένα άκρο στο άλλο είναι μεγάλη, και τη στιγμή μάλιστα που δεν υπάρχουν
καθόλου μονοπάτια. Επειτα, πώς να πάει να ελέγξει οποιονδήποτε επισκέπτη της
Κέρου. Ποιος του εγγυάται για τις προθέσεις του και ποιος του εξσφαλίζει ότι δεν
θα του συμβεί κάποιο κακό; Τέλος δε, πώς θα μπορέσει να ειδοποιήσει την
πλησιέστερη αρχή αν δει κάτι παράνομο; Το ιδιότροπο τηλέφωνο καμία εγγύηση δεν του δίνει. Ο πατριωτισμός του περιορίζεται στην κτηνοτροφία του, στην οικογένειά του, στην ύπαρξή του. Για τ' άλλα, άλλοι έχουν ευθύνες.

Ο Δημήτρης ζει στην Κέρο, η οικογένειά του στην Αμοργό. Τα περασμένα χρόνια
πολλές μέρες τον συντρόφευε η γυναίκα του. Υποχρεώσεις τώρα την κρατάνε στο
σπίτι. Κι ο γιος του, πάλι, αρκετές ήταν οι φορές που τον βοηθούσε, αλλά
δείχνει, χωρίς να το μαρτυρά, ότι δεν τον προορίζει για διάδοχό του. Γνωρίζει πόσο είναι σκληρή η ζωή στην Κέρο και δεν το επιθυμεί για το γιο του. «Μόνο το κοπάδι, δεν μπορεί να ζήσει μια οικογένεια», λέει, «άμα αυτό συμπληρώνει το εισόδημα από μια τέχνη, κάτι γίνεται». Πονάει το νησί, βλέπει τη βλάστησή του να υποχωρεί από την υπερβόσκηση. (Εκτός από τα δικά του ζώα, είναι κι ένα σωρό άλλα, ανθρώπων που έρχονται μόνο να τα
πιάσουν για να τα σφάξουν και αδιαφορούν παντελώς για τις συνθήκες που αυτά
επιβιώνουν.) Υπολογίζει ότι η Κέρος δεν μπορεί να θρέψει πάνω από 700 ζωντανά,
αυτά όμως που τη βοσκούνε ξεπερνάνε τα 1.500. Χώρια τα γαϊδούρια, που έγιναν κι
αυτά κοπάδι και ρημάζουν τη χλωρίδα.

Σαν γνώστης περισσότερο από άλλους της Κέρου, έχει προτείνει να αφήσουν αβόσκητο το νησί ένα χρόνο, να υποχωρήσει και η κασίδα που έχει πλακώσει, να χαθούνε τα παράσιτα που γέμισε ο τόπος και να πάρει πάνω της η βλάστηση, αλλά ποιος τον ακούει.
Εχει, όμως, να πει κι ένα καλό λόγο για το κρέας του κοπαδιού του. Μυρωδάτο από
τα σχίνα και φυσικά αλμυρισμένο, πολύ νόστιμο. Κάθε 2 του Σεπτέμβρη, στην
Αμοργό, του Αγίου Μάμμα, του τοπικό προστάτη των κτηνοτρόφων, σφάζει ένα κατσίκι για τη γιορτή. Στον τόπο του, αντί τον Αϊ-Γιώργη, οι κτηνοτρόφοι γιορτάζουν του Αγίου Μάμμα και του Αγίου Μόδεστου. Ομως με τον Αϊ-Γιώργη τον συνδέουν πολλά. Τα χτίσματα που είναι τα μαντριά του είναι θεμελιωμένα, μάλλον, πάνω σε μια παλιά εκκλησία. Αυτό φαίνεται από τις κόγχες που σχηματίζει ο πίσω τους τοίχος. Πότε ήταν όμως εκεί θρησκευτικός χώρος - μοναστήρι λένε κάποιοι απέναντι στο Κουφονήσι - κανένας δεν ξέρει. Μόνο η τοποθεσία κάτι ξύνει στη μνήμη, κι ένα αυλάκι πιο κάτω κάτι θυμίζει. «Τ' Αϊ- Γιώργη» τ' αυλάκι.







Ο Δημήτρης ελάχιστα ξέρει για την Κέρο. Δεν βρήκε κανένα βιβλίο που να γράφει
την ιστορία της, ούτε για τ' αρχαία της γνωρίζει πολλά. Στην ερώτηση αν βρίσκει
αρχαία, απαντάει: «Ολα αυτά, όπως λένε, τα βρήκαν κάποτε. Μπορώ να πω υπάρχουν ακόμα κι άλλα θαμμένα στη γη. Εγώ δεν βρήκα τίποτα, το μόνο που βλέπω είναι κάτι δείγματα, κάτι σπασιματάκια, κάτι που δείχνουν...»: Και συμπληρώνει: «Οσοι ασχολούνται μ' αυτά μπορούν να βρουν, αλλά πρέπει να τους αφήσει κι ο τόπος. Αμα πας ψάχνοντας, ξέρω ότι δεν θα βρεις τίποτα»

Ενας τόπος στενοχωρημένος

Δεμένος με την Κέρο, ο Δημήτρης αφουγκράνεται τον τόπο, συμπάσχει μαζί του,
μοιράζεται τη μοναξιά του. «Στεναχωρημένος τόπος», λέει και δείχνει κάτι
κουρασμένα λιόδεντρα που γλυκαίνουν το πετρωμένο τοπίο. Την ίδια μοναξιά
μοιράζεται κι ο Αντώνης Μαύρος, απ' το Κουφονήσι, απ' τους λίγους ανθρώπους που γνωρίζουν την Κέρο σπιθαμή προς σπιθαμή. «Στεναχώρια τα έχει λυγίσει», λέει κι αυτός. «Κι ένα σπίτι, άμα το 'χει εγκαταλείψει το αφεντικό, ερείπιο θα μείνει».
«Αμα υπάρχουν άνθρωποι σ' ένα μέρος, υπάρχει ζωή. Και για τον τόπο και για τους
ανθρώπους», συμπληρώνει ο Δημήτρης. «Αμα περνάς δίπλα τους», λέει ο Αντώνης, «το καταλαβαίνεις. Στενάζουν από την ερημιά».






Την ευθύνη, να ζει κάποιος σ' ένα τόσο ιστορικό νησί, ο Δημήτρης τη φορτώνεται
μόνος του. Πολλές είναι όμως και οι φορές που τον συντροφεύει κι ο Αντώνης. Κι
οι δυο τους αγαπάνε την Κέρο, ξέρουν πως το περπάτημά τους στην ερημιά αυτού του τόπου οι σκιές των προγόνων τους το παρακολουθάνε και ότι, κάτω από το ιερό
έδαφος, αρχαίες θεότητες κοιμούνται ύπνο ατάραχο, σίγουρες ότι κανένας δεν θα
μπορέσει να τις ταράξει, να βεβηλώσει την τιμή τους και να προσβάλει τη συνέπειά
τους με τον τόπο που τις γέννησε.



Σ.Σ. Αφορμή για την επίσκεψη στην Κέρο και τη γνωριμία με τον Δημήτρη Αρτέμη
ήταν η ταινία της Μαρίνας Κουνενάκη «Τ' αερικά της Κέρου», που διακρίθηκε και 
βραβεύτηκε σε πολλά φεστιβάλ, και είχε σαν θέμα ακριβώς τον Δημήτρη Αρτέμη, τον άνθρωπο που ζει στην Κέρο. Από τον τίτλο της ταινίας της δανείστηκα και το δικό μου τίτλο και έφτιαξα αυτό το κείμενο πάνω σε φωτογραφίες που έβγαλα τον Αύγουστο του 1996 στην Κέρο την οποία είχα επισκεφθεί με τον Αντώνη Μαύρο, τον Αντώναρο!




Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην "Ελευθεροτυπία" στις 18/08/1997, περίοδο που είχα πάει πάλι στο Κουφονήσι για διακοπές χωρίς την υπογραφή μου. Συναδελφικής αλλήλεγγυης ένεκα και τούτο, πριν αρχίσει να κυκλοφορεί το "Γεωτρόπιο"!

Σάββατο 15 Ιουλίου 2017

ΣΤΑ ΚΟΥΦΟΝΗΣΙΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ 22 ΧΡΟΝΙΑ



Παρ' όλη την ανάπτυξη των θαλάσσιων συγκοινωνιών στις Κυκλάδες, στη μετάβαση στα Κουφονήσια με άλλο πλοίο εκτός από τον «Σκοπελίτη», το ταξίδι θα 'χει χάσει σίγουρα τη μισή του ...γοητεία! Έτσι λένε οι «παλιοί» που έφθασαν τα είκοσι χρόνια από τότε που «ανακάλυψαν» το νησί και μέχρι σήμερα δεν το έχουν ξεχάσει κανένα καλοκαίρι. Και μοιάζει να 'χουν δίκιο για το θαρραλέο αυτό κατάλοιπο της ναυπηγικής που οργώνει τις θάλασσες των Μικρών Κυκλάδων.



Τυπικό το λιμάνι των Κουφονησίων, της πρόσφατης «ανάπτυξης» έργο, δεν ενθουσιάζει κανέναν παρά μόνο τον κουρασμένο «Σκοπελίτη» που ξεφορτώνει τους περισσότερους επιβάτες του εκεί. Την προβλήτα στεφανώνει μία σειρά από καινούργια και παλιά κτίσματα. Ακμαίο αλιευτικό χωριό άλλοτε, αλλά και με σημαντική την άσκηση της γεωργίας στα εδάφη του, αναγκάστηκε να προσαρμόσει κι αυτό το μέλλον του όπως κάθε άλλο νησί, με επενδύσεις στον... τουρισμό.







Χαμηλό νησί, επίπεδο, χωρίς υπερβολές της πέτρας και των όγκων, μοιάζει σαν μια γλώσσα στεριάς ανάμεσα στη Νάξο και την επιβλητική Κέρο. Στις βραχώδεις αλλά ήρεμες ακτές του η θάλασσα έχει καταφέρει να δημιουργήσει δύο από τις ωραιότερες παραλίες των Κυκλάδων. Την «Ιταλίδα», μισή ώρα σχεδόν από το χωριό με τα πόδια, και το Πωρί στα βόρεια, με διπλάσιο χρόνο περπατήματος.

Στο νησί τα αυτοκίνητα για τους επισκέπτες είναι μάλλον άχρηστα και οι μεταφορές των βαρυφορτωμένων τουριστών γίνονται με αγροτικά ή το σκονισμένο λεωφορείο του «Φοίνικα», ένα από τα παλαιότερα κάμπινγκ, ικανή μονάδα σήμερα φιλοξενίας πολλών παραθεριστών. Ο Δημήτρης Μαύρος είναι ο άνθρωπος που έχει γράψει τις περισσότερες σελίδες στην τουριστική ιστορία του νησιού. Σήμερα βέβαια δεν είναι μόνος, αφού και στο χωριό αναπτύχθηκε ένας ικανοποιητικός αριθμός ενοικιαζόμενων δωματίων.

Από το «Φοίνικα» 
μέχρι το Πωρί

Από το «Φοίνικα» και πέρα, αρχίζουν οι παραλίες με την ψιλή άμμο και τα πιο διάφανα νερά της Μεσογείου. Μετά ο παλιός «Γερανός» στην προβλήτα για βουτιές και ακολουθεί η «Ιταλίδα». Πλατιά αμμουδιά για μπάνιο και το καθιερωμένο πρωτάθλημα βόλεϊ και... σκραμπλ ή την ανάλυση του Τσόμσκι, που είναι της μόδας φέτος και στα Κουφονήσια, αποτελεί το κέντρο του νησιού όλη την ημέρα. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην περάσει από εκεί και να μην μπει στον πειρασμό να κολυμπήσει στα πιο γαλαζοπράσινα νερά των Κυκλάδων, αντίκρυ από τη μυστηριώδη ακατοίκητη Κέρο που η γη της διαφύλαξε στα σπλάχνα της τα σπουδαιότερα δείγματα τέχνης του κυκλαδικού πολιτισμού.





Από εκεί το μονοπάτι οδηγεί σε ήρεμες γωνιές που προφυλάσσουν θαλασσοδαρμένοι βράχοι. Για μοναχικούς και ερωτευμένους, θαλασσινές σπηλιές διαδέχονται η μία την άλλη. Στο τέλος της διαδρομής, ένα άλλο Αιγαίο. Στο Πωρί η θάλασσα είναι αμόλυντη, παλιά όσο ο κόσμος. Τίποτα δεν τρομάζει τον μοναδικό κόλπο. Το ακρωτήρι που προστατεύει το τοπίο από το Βοριά, καταλήγει με μεγάλα σκαλοπάτια βράχων στο αφρισμένο νερό. Εκεί και η σπάνιας ομορφιάς σπηλιά με τις ροζ κροκάλες. Ενα βύθισμα της γης είναι, επικοινωνεί με ένα δίαυλο, πρόκληση για τους τολμηρούς, με την έξω θάλασσα. Άθικτο όπως είναι όλο το περιβάλλον γύρω από το Πωρί, ίσως πρέπει να προβληματίσει τους ντόπιους αλλά και τους αρμόδιους για τη διατήρησή του. Οι μόνοι βέβαια που δεν πρέπει να φοβούνται είναι οι παραθεριστές. Αυτοί είναι που μέχρι σήμερα το πρόσεξαν όσο κανένας άλλος.

Νύχτες γλυκιές, υγρές, μουσκεμένες με ούζο, κρασί και μπίρες είτε στο «Φοίνικα» είτε στο «Σκοπελίτη», τον «Σορόκο» τον «Πράσινο» και τον «Μαύρο» στη χώρα. Δύο οικογενειακά ονόματα που έρχονται πίσω πολύ, από την εποχή των κουρσάρων ακόμη και των Ενετών. Στο τέλος μπερδεύεσαι για ποιον πρόκειται, ξεχνάς πού βρίσκεται η ταβέρνα του καθενός κι ακολουθείς το πρόγραμμα που βγαίνει πάντα στην «Ιταλίδα».

Τα τελευταία χρόνια στο πρόγραμμα της νύχτας μπήκε και το ακατοίκητο μέχρι πρόσφατα Κάτω Κουφονήσι. Ένα δυο σπίτια για το καλοκαίρι σηκώθηκαν και μια ταβέρνα που δίνει άλλο χρώμα στις νύχτες με την αναγκαία βαρκάδα. Ο «Φοίνικας» γνωρίζει σπάνιες δόξες κάθε Πανσέληνο. Ένα τεράστιο φεγγάρι, προκλητικό, βγαίνει πίσω από τα βουνά της Αμοργού και ντύνει σιγά σιγά με ένα υπέροχο φως το στερέωμα και την Κέρο. Τότε είναι που η αρχαία γη ζωντανεύει, μοιάζει να ξυπνάει και να αποκαλύπτει τα βαθιά μυστικά της στο φεγγάρι. Στο παλιό λιμανάκι και τα έρημα καρνάγια, η βαριά μυρωδιά της θάλασσας προκαλούν τις αισθήσεις για ένα άλλο ταξίδι... μέσα στη νύχτα.

Νυκτερινή μαγεία
με πεφταστέρια


Ομως, νυκτερινή μαγεία σαν της παραλίας του Πωριού δεν βρίσκεις πουθενά αλλού στον κόσμο. Τον πλατύ υπήνεμο κόλπο, δεν υπάρχει κανένα φως που να ραγίζει την όραση. Ηρεμη η θάλασσα, απλώνεται μέχρι πέρα βαθιά, το πέλαγος που φθάνει ώς τα παράλια της Μικράς Ασίας. Ανοιχτή, πρόσχαρη, η επιφάνειά της ζαλίζει τ' αστέρια και πέφτουν για να σβήσουν στα νερά της. Τις αφέγγαρες νύχτες, το θέαμα με τα πεφταστέρια είναι μοναδικό σ' αυτή την παραλία.





Τα Κουφονήσια, ευτυχώς, μέχρι σήμερα δεν αλώθηκαν από τον τουρισμό όσο άλλες περιοχές. Είτε η καθυστερημένη «ανάπτυξη» είτε το ενδιαφέρον των κατοίκων της που είδαν τι έγινε τις προηγούμενες δεκαετίες σε άλλα νησιά τους έκαναν πιο προσεκτικούς. Το σήμερα τους δικαιώνει και αποδεικνύει ότι τον αγαπάνε αυτό τον ανεμοδαρμένο τόπο των Μικρών Κυκλάδων. Και τον φροντίζουν για να μπορούν κι αυτοί να ζουν καλύτερα και να μυρίζουν τον αέρα του Αιγαίου και να τον δουλεύουν χειμώνα-καλοκαίρι. Ισως γιατί κοιμούνται κρυμμένες ακόμη στα χώματά του πολλές πλασμένες από πηλό ή άλλο υλικό αρχαίες θεότητες και θέλουν κάποια μέρα σαν ξυπνήσουν, να μην είναι μόνες και βρεθούν ανάμεσα σε στίφη αλλόγλωσσων ανθρώπων. Ίσως πάλι γιατί η αντικρινή Κέρος θέλει μεγάλη προσοχή για ό,τι κρύβει κι αυτή στη γη της, και αυτοί είναι ταγμένοι από την Ιστορία να την προσέχουν.

Η Αρτεμη μετράει τα χρόνια της με τα καλοκαίρια στα Κουφονήσια. Επί επτά χρόνια συνεπής αφήνεται στη γοητεία του νησιού και επιμελώς ανακαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο της νησιωτικής Ελλάδας

ΥΓ. Το κείμενο και οι φωτογραφίες δημοσιεύτηκαν στην Ελευθεροτυπία στις 22/08/1995 και φυσικά απηχεί το κλίμα της εποχής. Μιας εποχής ανεπανάληπτης...